Άγνωστος Στρατιώτης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο «Άγνωστος Στρατιώτης» ή το «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη» είναι αφιερωμένο σε όλους τους Έλληνες στρατιώτες που πολέμησαν και θυσίασαν τη ζωή τους για την Ελλάδα και όπως όλα τα μνημεία αυτού του είδους, είναι κενοτάφιο προς τιμή των πεσόντων στους πολέμους της Πατρίδος ανά τους αιώνες, των οποίων δεν γνωρίζουμε τα ονόματα, δηλαδή η αφηρημένη και σύνθετη έννοια του «ενός» νεκρού που συμπυκνώνει συμβολικά όλους τους νεκρούς στρατιώτες της πατρίδος. Το μνημείο εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί ξεκάθαρη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας, που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοντική θυσία τους υπέρ της πατρίδος.
Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του ανθρώπινου γένους, εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες πέθαναν στους πολέμους χωρίς να αφήσουν ίχνη.

Αρχαιότητα

Η συνήθεια της δημιουργίας κενοταφίων προέρχεται από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι πίστευαν ότι βασανίζονταν οι ψυχές όσων δεν είχαν ταφεί τα σώματα τους. Η ταφή όσων είχαν χαθεί οι σοροί τους, γινόταν συμβολικά είτε με την κατασκευή ειδώλου είτε με κενοτάφιο. Η σύλληψη του χρέους αποδόσεως τιμών στους άγνωστους πεσόντες των μαχών με τη συμβολική «ταφή» τους, ανάγεται στην κλασική Αθήνα με γνωστότερη ίσως αναφορά αυτήν που γίνεται στο έργο «Επιτάφιος» του Περικλέους [1]. Είναι γνωστή η περίπτωση της καταδίκης των Αθηναίων στρατηγών για την αμέλειά τους να περισυλλέξουν τους νεκρούς μετά τη ναυμαχία των Αργινουσών, το 406 π.Χ. [2]. Σύμφωνα με τα ταφικά έθιμα των αρχαίων Ελλήνων, ακόμα και οι νεκροί του αντιπάλου πρέπει να απολαμβάνουν του σεβασμού των νικητών, ενώ το αίτημα μιας πόλεως να της επιτραπεί να συλλέξει τους νεκρούς της από το πεδίο της μάχης ισοδυναμούσε με επίσημη παραδοχή της ήττας της. Τα ταφικά μνημεία της αρχαιότητος διακρίνονται στα πολυάνδρια και τα κενοτάφια [3]. Στην Αθήνα, ο δημόσιος χώρος τιμών και ταφής των πεσόντων ήταν το «Δημόσιο Σήμα» στον Κεραμεικό, έξω από τις δυτικές πύλες της πόλεως.

Σύγχρονη εποχή

Τα μνημεία αυτά είναι δημόσιοι χώροι στους οποίους τιμάται η θυσία των πεσόντων είναι τα στρατιωτικά νεκροταφεία, τα μνημεία πολέμων ή μεμονωμένων μαχών, τοπικά και εθνικά και το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη ή «γνωστού μόνο στον Θεό» [«known but to God»], όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη, καθώς δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωρισθεί ποτέ.

Η θεμελίωση μνημείου για τους αφανείς νεκρούς του Α' Παγκοσμίου πολέμου, αποφασίστηκε στις 11 Νοεμβρίου 1919, από τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, στην εθνική γιορτή της πρώτης επετείου της «Ημέρας της κατάπαυσης του πυρός». Στο Παρίσι, κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου διαμορφώθηκε ο τάφος του Γάλλου Άγνωστου Στρατιώτη κι ένα χρόνο αργότερα, με τυχαία επιλογή ενός εκ των λειψάνων αταύτιστων στρατιωτών από τα πεδία των μαχών, έγινε η ταφή του στο μνημείο. Την ίδια εποχή στη Μεγάλη Βρετανία ανεγέρθηκε ένα νέο μνημείο, το «Κενοτάφιο», ενώ τα λείψανα του «Άγνωστου Πολεμιστή», τοποθετήθηκαν σε κανονικό τάφο στο Αβαείο του Ουεστμίνστερ.

Ελλάδα

Στη σύγχρονη Ελλάδα το πρώτο μνημείο στον Άγνωστο Στρατιώτη του αγώνα του 1821 στήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1858, με απόφαση του Δήμου Ερμούπολης στο νησί της Σύρου.

Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη

Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, η απόφαση για την ανέγερση ενός μνημείου αφιερωμένου στη μνήμη του Άγνωστου στρατιώτη ελήφθη από το καθεστώς του Θεόδωρου Πάγκαλου, τον Ιανουάριο του 1926 και η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύθηκε λίγες μέρες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως υπογεγραμμένη από τον υφυπουργό των Στρατιωτικών Κωνσυαντίνο Νίδερ [4]. Mε προσωπική του απόφαση του Πάγκαλου, με την ιδιότητα του υπουργού των Στρατιωτικών, προκηρύχθηκε στις 3 Μαρτίου 1926, καλλιτεχνικός διαγωνισμός, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εσπέρα» «..«μεταξύ Ελλήνων αρχιτεκτόνων, γλυπτών και ζωγράφων διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην...». Η ιδέα της κατασκευής ενός μνημείου, τη συγκεκριμένη περίοδο συνδέεται με την ανάγκη τονώσεως της εθνικής υπερηφάνειας των Ελλήνων, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Στις 9 Οκτωβρίου 1926, μετά την πτώση του Θεόδωρου Πάγκαλου, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενέκρινε και βράβευσε κατά πλειοψηφία την μελέτη με το ψευδώνυμο «Σκρα», που είχε υποβληθεί από τον αρχιτέκτονα Μανώλη Λαζαρίδη, ο οποίος συμμετείχε στο διαγωνισμό με δύο προτάσεις, η δεύτερη με το ψευδώνυμο «Έλλην» [5]. Ο αρχιτέκτονας είχε συνεργαστεί με τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, και είχαν προτείνει ως γλυπτό την παράσταση γιγαντομαχίας όπου μια μορφή αγγέλου, που θα συμβόλιζε την Ελλάδα, θα παραλάμβανε στοργικά τον νεκρό στρατιώτη.

Τα σχετικά κονδύλια διατέθηκαν με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου τον Ιούλιο του 1928, ενώ οι χωματουργικές εργασίες ξεκίνησαν τον επόμενο Απρίλιο. Το Σεπτέμβριο του 1929, ο Θωμόπουλος απομακρύνθηκε λόγω οικονομικών διαφορών, προσέφυγε στα δικαστήρια και δεν δικαιώθηκε, κι αντικαταστάθηκε από το γλύπτη Φωκίωνα Ροκ με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής ανεγέρσεως, η οποία στην συνέχεια ενέκρινε νέα πρόταση για το έργο, με έναν οπλίτη «εκτάδην κείμενο», δηλαδή ξαπλωμένο στο έδαφος.

Θέση

Η θέση του Μνημείου υποδείχθηκε από τον αρχιτέκτονα μπροστά στα Παλαιά Ανάκτορα, το κτίριο της σημερινής Βουλής των Ελλήνων. Η άποψη του συνέπεσε με την πρόταση του Θεόδωρου Πάγκαλου, ο οποίος ήθελε να στεγαστεί το Υπουργείο Στρατιωτικών, στο κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων, απόφαση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Τον Ιούλιο του 1927 συστάθηκε επιτροπή που την αποτελούσαν καθηγητές της αρχιτεκτονικής σχολής και της Σχολής Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, ο Μητροπολίτης Αθηνών, ο Δήμαρχος Αθηναίων, ο Νομάρχης, και ανώτεροι αξιωματικοί. Η επιτροπή αποφάνθηκε ότι η καταλληλότερη θέση για το μνημείο είναι όντως η πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων.

Την 30η Ιουνίου 1928 δημοσιεύτηκε το Νομοθετικό Διάταγμα «Περί εκτελέσεως μνημείου Αγνώστου στρατιώτου και των συναφών χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών εν τη πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων», με το οποίο εγκρίθηκαν η κατασκευή του κενοταφίου και η τοποθέτησή του στον προαναφερθέντα χώρο [6], ενώ ανατέθηκε στον Εμμανουήλ Λαζαρίδη η εκπόνηση των οριστικών σχεδίων. Στις 15 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, ο Λαζαρίδης αναφέρει σε δημοσίευμά του στο περιοδικό Έργα με αφορμή την ανάθεση της οριστικής μελέτης, ότι «…ο τάφος του Αγνώστου και η προ των Παλαιών Ανακτόρων πλατεία έπρεπε να αποτελέσει έν καλλιτεχνικόν σύνολον αδιαίρετο, ούτως ώστε τάφος και πλατεία να αποτελέσωσιν έν και μόνον θέμα, το του μνημείου». Στις αρχές Ιουλίου 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανέθεσε στους υπουργούς Συγκοινωνιών και Στρατιωτικών να εποπτεύουν τις εργασίες. Παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών διέθεσε τους απαιτούμενους χρηματικούς πόρους «..Διά την ανέγερσιν του μνημείου του αγνώστου στρατιώτου (εις την πλατείαν των Παλαιών Ανακτόρων) χορηγούνται δύο έκτακτοι πιστώσεις, η πρώτη δύο εκατομμυρίων εις βάρος του Υπουργείου Συγκοινωνίας και η δευτέρα ενός εκατομμυρίου εις βάρος του Υπουργείου των Στρατιωτικών.» [7].

Το 1929 στην Ζ΄ συνεδρίαση της Βουλής ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός, συμφώνησε ότι το μνημείο πρέπει να είναι στο κέντρο της πόλεως. Παράλληλα αποφασίστηκε η μετατροπή των Παλαιών Ανακτόρων σε κτίριο που θα στεγάσει τις λειτουργίες της Βουλής των Ελλήνων και ο Βενιζέλος υποστήριξε την άποψη ότι το μνημείο σχετίζεται με την έννοια της Δημοκρατίας, και συνεπώς πρέπει να αναγερθεί στο κέντρο της πρωτεύουσας. Τον Απρίλιο του 1929 πραγματοποιήθηκε η έναρξη των χωματουργικών και προπαρασκευαστικών εργασιών για τη διαμόρφωση του χώρου για το Μνημείο, ενώ στις 17 Δεκεμβρίου 1930 εγκρίθηκε η πρόταση για την κατασκευή ενός οπλίτη εκτάδην κειμένου, τον οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ. Το Μάιο του 1930 μετά από απόφαση του Υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, προβλέπεται ότι απαιτείται θετική εισήγηση του γλύπτη Κώστα Δημητριάδη, προσωπικού φίλου του Ελευθερίου Βενιζέλου, προκειμένου να εγκριθεί οποιαδήποτε σύνθεση για την ανάγλυφη παράσταση του Μνημείου. Ο Δημητριάδης ανέλαβε επίσημα, τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, την επίβλεψη των εργασιών του Φωκίωνα Ρωκ, ως επιβλέπων όλων των καλλιτεχνικών τμημάτων του Μνημείου, ενώ τον Ιούλιο η επιτροπή επιβλέψεως αποφασίζει τον τρόπο αναγραφής των τοπωνυμίων των μαχών στους αναβαθμούς του Μνημείου.

Μορφή / Ανέγερση

Το έργο είναι ένα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά, αριστερά και δεξιά υπάρχουν δύο πλευρικές κλίμακες ενώ στο κέντρο υπάρχει ένας τάφος σε παραλληλόγραμμο πλαίσιο και ανυψωμένος. Το μνημείο αποδίδει φόρο τιμής στους πεσόντες και «υπόσχεται» ανάλογες τιμές στους νεκρούς που έπονται, καθώς αναφέρεται στη συνέχεια της ιστορίας του Έθνους και η σκαλιστή τοιχογραφία του αναπαριστά ένα νεκρό Έλληνα στρατιώτη του 5ου αιώνα π.Χ. που έπεσε μαχόμενος στο ναό της Αφαίας στην Αίγινα. Στο ένα χέρι κρατάει ασπίδα και στο κεφάλι φορά περικεφαλαία. Ο ελληνικός Άγνωστος Στρατιώτης είναι γυμνός, ένα ρωμαλέο, δυνατό, καλλίγραμμο και απροστάτευτο παλικάρι, γι' αυτό και η γύμνια του, μαρμάρινος και αρχαιοπρεπής, θυμίζοντάς μας περισσότερο ένα Σπαρτιάτη, Αθηναίο, Μακεδόνα ή Μαραθωνομάχο, παρά ένα στρατιώτη της σύγχρονης εποχής, με αποτέλεσμα στη συνείδηση του λαού να έχει καταγραφεί ότι το μνημείο ήταν πάντα εκεί που βρίσκεται, δημιούργημα ενός αρχαϊκού και άγνωστου καλλιτέχνη.

Δεξιά κι αριστερά του μνημείου είναι χαραγμένες οι φράσεις «Μία Κλίνη κενή φερεται εστρωμένη των αφανών» και «Ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος», φράσεις από τον «Επιτάφιο» του Περικλέους του Θουκυδίδη. Στο μέσο του κενοταφίου χαράχτηκε με μικρότερα γράμματα η φράση «Εις αφανή στρατιώτη». Τον τοίχο περιβάλλουν πελεκημένοι πωρόλιθοι, στους οποίους είναι χαραγμένα, σε ενότητες, τα ονόματα τόπων όπου έδωσε μάχες ο Ελληνικός στρατός. Το έργο παρουσίασε καθυστερήσεις λόγω των χωματουργικών εργασιών και εξαιτίας της υψομετρικής διαφοράς αλλά και λόγω της δυσκολία της επεξεργασίας του πωρόλιθου, ενώ ειδικοί τεχνίτες ήρθαν από την Γαλλία, γεγονός το οποίο ανέβασε το τελικό κόστος κατασκευής.

Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, δίπλα σε 16 μεταλλικές ασπίδες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο Ελληνικός Στρατός στην νεότερη ιστορία. Στα αριστερά περιλαμβάνονται οι μάχες του Α' Βαλκανικού Πολέμου, το κέντρο του μνημείου οι μάχες του Β' Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, στα δεξιά οι συγκρούσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση το 1944, προστέθηκαν οι μάχες του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, οι επιχειρήσεις της Κορέας, ενώ το 1994 με απόφαση της Βουλής προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος».

Συγκεκριμένα οι μάχες που αναγράφονται είναι:

  • Στις κλίμακες αριστερά:
  • Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913)
ΕΛΑΣΣΩΝ=ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΝ
ΛΑΖΑΡΑΔΕΣ=ΣΤΕΝΑ ΠΟΡΤΑΣ=ΚΑΤΕΡΙΝΗ=ΣΟΡΟΒΙΤΣ
ΓΙΑΝΝΙΤΣΑ=ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ=ΟΣΤΡΟΒΟΝ=ΚΟΡΙΤΣΑ=ΠΕΣΤΑ=ΓΡΥΜΠΟΒΟ
ΠΕΝΤΕ ΠΗΓΑΔΙΑ=ΠΡΕΒΕΖΑ=ΑΕΤΟΡΡΑΧΗ=ΜΑΝΩΛΙΑΣΣΑ=ΜΠΙΖΑΝΙ=ΔΡΙΣΚΟΣ
ΚΙΛΚΙΣ=ΛΑΧΑΝΑ=ΜΠΕΛΕΣ=ΚΡΕΣΝΑ=ΤΣΟΥΜΑΓΙΑ
ΠΕΤΣΟΒΟ=ΝΕΥΡΟΚΟΠΙ=ΜΠΑΝΙΤΣΑ=ΜΑΧΩΜΕΑ
  • Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918)
ΓΚΟΛΟΜΠΙΛΟ=ΣΜΠΟΡΣΚΟ=ΠΡΕΣΛΑΠ=ΕΡΙΓΩΝ
ΡΑΒΙΝΕ=ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ=ΣΚΡΑ=ΣΤΡΥΜΩΝ
ΔΟΪΡΑΝΗ=ΜΠΕΛΕΣ=ΓΚΡΑΝΚΟΡΟΝΕ=ΤΖΕΝΑ
  • Στις κλίμακες δεξιά :
  • Ο Ελληνικός στρατός στη Μεσημβρινή Ρωσία (1919)
ΧΕΡΣΩΝ=ΣΕΡΜΙΚΑΣ=ΟΔΗΣΣΟΣ=ΣΕΒΑΣΤΟΥΠΟΛΙΣ
  • Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922)
ΑΡΤΑΚΗ=ΑΙΔΙΝΙΟΝ=ΠΡΟΥΣΣΑ=ΦΙΛΑΔΕΛΦΕΙΑ
ΤΟΥΜΛΟΥΜΠΟΥΝΑΡ=ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑ=ΔΟΡΙΛΑΙΩΝ
ΑΦΙΟΝ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡ=ΣΑΓΓΑΡΙΟΣ=ΚΑΛΕΓΚΡΟΤΟ
  • Αριστερά και δεξιά του οπλίτη:
  • Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1940-1945)–Πόλεμος της Κορέας (1950-1953)-Τουρκική εισβολή στην Κύπρο (1974)
ΠΙΝΔΟΣ=ΜΟΡΟΒΑ=ΚΟΡΥΤΣΑ=ΚΑΛΑΜΑΣ
ΤΟΜΟΡΟΣ=ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ
ΧΕΙΜΑΡΡΑ=ΑΡΓΥΡΟΚΑΣΤΡΟΝ
731=ΜΠΟΥΜΠΕΣΙ=ΚΑΛΠΑΚΙ
ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ [8].
ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ=ΠΡΕΜΕΤΗ
ΟΣΤΡΟΒΙΤΣΑ=ΠΟΓΡΑΔΕΤΣ=ΡΟΥΠΕΛ=ΠΕΡΙΘΩΡΙ=ΚΡΗΤΗ=ΕΛ-ΑΛΑΜΕΪΝ
ΡΙΜΙΝΙ=ΡΟΥΒΙΚΩΝ=ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ=ΚΟΡΕΑ
ΚΥΠΡΟΣ ΑΙΓΑΙΟ ΙΟΝΙΟ [9].

Αντίθετα τα τελευταία χρόνια έχουν αφαιρεθεί, θυσία στο βωμό της υποτιθέμενης Εθνικής συμφιλιώσεως, οι νικηφόρες μάχες του Ελληνικού Στρατού στο Γράμμο και το Βίτσι, όπου οι Έλληνες οπλίτες διασφάλισαν την ελευθερία της Ελλάδος και κατατρόπωσαν τους ένοπλους οπαδούς των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Επίσης δεν γίνεται καμία αναφορά στους νεκρούς του ακήρυκτου πολέμου που διεξάγεται καθημερινά, μετά το 1974, στο Αιγαίο Πέλαγος, όπως και στους νεκρούς αξιωματικούς της Εθνικής ντροπής στα Ίμια.

Εγκαίνια

Το κόστος της ανεγέρσεως έφτασε στα 6.500.000 εκατομμύρια δραχμές της εποχής. Το Σωματείο Ελλήνων Γλυπτών αποκάλεσε το έργο «ανοσιούργημα εις βάρος της ελληνικής τέχνης» και η εφημερίδα τα «Αθηναϊκά Νέα», έγραφε στο πρωτοσέλιδο, «Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Πώς εγεννήθη το τέρας», ενώ ορισμένοι αναγνώστες της εφημερίδες πρότειναν την ανατίναξη του μνημείου. Όμως, όπως έγραψε η εφημερίδα «Ακρόπολις» την παραμονή της τελετής των εγκαινίων, «...Από την εποχή που ετερματίσθη ο πόλεμός μας με τους Τούρκους, πολλές φορές οι ξένοι επίσημοι που επεσκέπτοντο τας Αθήνας ευρίσκοντο σε δίλημμα πού έπρεπε να καταθέσουν τα στεφάνια που συνηθίζεται να καταθέτουν στον τάφο του αγνώστου στρατιώτου. Κι έτσι εγυρνούσαν από τον ανδριάντα του Ρήγα του Φεραίου και του Γρηγορίου Ε' στο ηρώο των πεσόντων».

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, ανήμερα μιας από τις Εθνικές γιορτές της Ελλάδος, από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, αντιπρόεδρο στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου [10], ο οποίος, όπως και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης απέφυγαν να παραστούν, επικαλούμενοι ασθένεια. Τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν με μεγάλη επισημότητα και συμμετοχή ξένων αντιπροσωπειών, ενώ παρέστησαν η Ιερά Σύνοδος και εκφωνήθηκαν λόγοι. Παράλληλα κατατέθηκαν στεφάνια προς τιμήν «των αφανών νεκρών». Ακολούθησε παρέλαση της φρουράς, ενώ μεταφέρθηκε και φως από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας για την αφή της ακοίμητης καντήλας που βρίσκεται στο κέντρο του κενοταφίου. Στις εκδηλώσεις συμμετείχε αντιπροσωπεία της εθνικιστικής οργανώσεως «Εθνική Ένωσις Ελλάς» [«Ε.Ε.Ε.»], αν και σύμφωνα με επιστολή του Αναστάσιου Νταλίπη προς το Φίλιππο Δραγούμη, ο σχεδιασμός προέβλεπε «Κατά την εορτήν των αποκαλυπτηρίων του μνημείου του αγνώστου στρατιώτου η Ε.Ε.Ε. θα αντιπροσωπευθή με 2.000 μέλη της κρανοφόρα....».

Η τελετή των εγκαινίων περιλάμβανε εκδηλώσεις σ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και παρόντες ήταν το σύνολο των θεσμικών εκπροσώπων του Ελληνικού κράτους. Περιελάμβανε δοξολογία και κατάθεση στεφάνων από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους υπουργούς Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος, αλλά και αντιπρόσωπους πολλών ξένων κρατών. Ακολούθησε παρέλαση, και τα αποκαλυπτήρια του μνημείου συνόδευσαν 21 κανονιοβολισμοί από τον Λυκαβηττό και πτήση 38 αεροπλάνων. Ο εορτασμός συνεχίστηκε το βράδυ με στρατιωτική λαμπαδηφορία 3.000 οπλιτών και 500 ευζώνων μετά μουσικής και επιπλέον με τη φωταγώγηση, για πρώτη φορά, του Παρθενώνα, του Ερεχθείου και του Ναού της Απτέρου Νίκης.

Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των κομμουνιστών. Την ώρα των αποκαλυπτηρίων, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.] επιχείρησε να οργανώσει αντιπολεμικά συλλαλητήρια, όμως οι συγκεντρώσεις του απαγορεύθηκαν και στην Αθήνα η αστυνομία συνέλαβε προληπτικά 75 άτομα. Όπως έγραψε η εφημερίδα «Ριζοσπάστης», «...Ο κυνισμός και η αναίδεια της κεφαλαιοκρατίας δεν έχει όρια .... Αφού σκότωσε χιλιάδες χωρικών στα διάφορα μακελειά της, ερήμωσε και κατέστρεψε πλούσιες χώρες, ξεσπίτωσε και απεκατέστησε δεκάδες χιλιάδες προσφύγων στα νεκροταφεία, αφήνει και ζητιανεύουν στους δρόμους τους «ήρωες» και τα θύματα των ληστρικών της πολέμων, οργανώνει τώρα τα αποκαλυπτήρια του «αγνώστου στρατιώτου». Για να τιμήσει τη μνήμη των αδικοσκοτωμένων παιδιών του λαού..» [11].

Το μνημείο φυλάσσεται σε 24ωρη βάση από δύο Εύζωνες, μέλη της Φρουράς των Ευζώνων, μιας ειδικά επιλεγμένης μονάδας του ελληνικού στρατού. Το 1935 με την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β' ονομάστηκε Βασιλική Φρουρά, ενώ μετά την πολιτειακή μεταβολή του 1974, ονομάστηκε Προεδρική Φρουρά.

Εύζωνες, η Φρουρά του Μνημείου

Το σώμα των Ευζώνων [12] δημιουργήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868, από το βασιλιά Όθωνα ως μάχιμο και τελετουργικό ταυτόχρονα Άγημα. Εκτελούσε χρέη προσωπικής φρουράς της Βασιλικής οικογένειας. Η στολή τους είναι η παραδοσιακή ενδυμασία των Ελλήνων της νότιας Ελλάδας στη διάρκεια του 19ου αιώνος. Την αποτελούν το κόκκινο φέσι, που συμβολίζει την αιματοχυσία της Εθνεγερσία του 1821 εναντίον των Τούρκων, τα μαύρα κρόσια του οποίου υπονοούν τα δάκρυα του λαού μας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και οι 400 πιέτες της φουστανέλας τα 400 χρόνια διάρκειας της σκλαβιάς.

Η αλλαγή της φρουράς γίνεται κάθε μία ώρα μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Δύο Εύζωνες ξεκινούν με αυστηρό βηματισμό από τους στρατώνες τους που βρίσκονται στην Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, ενώ οι συνάδελφοι τους που μέχρι εκείνη τη στιγμή στέκονταν ακίνητοι φρουρώντας το μνημείο, αρχίζουν ένα βηματισμό με τέντωμα των άκρων τους. Τον ίδιο βηματισμό ακολουθούν κι αυτοί που πρόκειται να τους αντικαταστήσουν και το τελετουργικό διαρκεί περί τα 15 λεπτά. Στη συνέχεια οι Εύζωνες ακίνητοι φρουρούν το μνημείο, ενώ οι συνάδελφοί τους αποχωρούν με βηματισμό.

Η ιστορία των Ευζωνικών Ταγμάτων ξεκινά το 1867, όταν δημιουργήθηκαν τέσσερα Τάγματα, που τα καθένα διέθετε οργανωτική δύναμη τεσσάρων λόχων, με αποστολή τους τη φύλαξη της μεθορίου. Στελεχωνόταν από εθελοντές οπλίτες και υπαξιωματικούς που προερχόταν από την ορεινή Ελλάδα. Το 1868 προστέθηκε και ο πέμπτος λόχος στο κάθε τάγμα. Οι Εύζωνες έγιναν σύμβολο ανδρείας και πρωταγωνίστησαν στους Βαλκανικούς πολέμους, ιδιαίτερα στις μάχες του Μπιζανίου και του Κιλκίς-Λαχανά και ο ηρωισμός τους τα μετέτρεψε σε θρύλο, με αποκορύφωμα το εξώφυλλο του περιοδικού «Life» στις 16 Δεκεμβρίου 1940, το οποίο εκθείαζε τον ηρωισμό των Ευζώνων στις μάχες της Πίνδου και στη Βόρεια Ήπειρο. Στην περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, οι κατακτητές επέτρεψαν στην Ανακτορική Φρουρά να φυλάσσει το Μνημείο Του Αγνώστου Στρατιώτη.

Με απόφαση της κυβερνήσεως του Ιωάννη Ράλλη, τα Τάγματα Ευζώνων επιδόθηκαν στην προσπάθεια υπερασπίσεως του Έθνους και της αποτροπής της επιβολής του Κομμουνισμού και της τρομοκρατίας των ενόπλων συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.], με αποτέλεσμα να μετατραπούν σε στόχο συκοφαντικών επιθέσεων, που είχαν ως μόνιμη επωδό το χαρακτηρισμό «Γερμανοτσολιάδες». Το βασικό Τάγμα Ασφαλείας των Αθηνών δεν ήταν άλλο από το «Τάγμα Φρουράς του Αγνώστου Στρατιώτου».

Στολή των Ευζώνων

Η στολή των Ευζώνων αρχίζει να διαμορφώνεται από την εποχή του Ομήρου και ολοκληρώνεται κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας σε συγκεκριμένο τύπο στολής, με τη φουστανέλα και το τσαρούχι, ενώ από το 1821 και μετά καθιερώθηκε ως επίσημη Εθνική ενδυμασία. Η κατασκευή της απαιτεί γνώσεις, πείρα, πολύ χρόνο και μεγάλο κόστος. Οι στολές χειροποίητες και υπάρχουν δυο τύποι της, αυτή του αξιωματικού και εκείνη του οπλίτου και διακρίνεται σε χειμερινή και θερινή. Τα μέρη της ευζωνικής στολής είναι,

  • ο σκούφος (φάριο), φτιαγμένος από κόκκινη τσόχα, που φέρει μια μεταξωτή μαύρη φούντα.
  • το πουκάμισο (υποδήτης), λευκό με μεγάλο άνοιγμα μανικιών,
  • το γιλέκο (φέρμελη), με κέντημα χειροποίητης τεχνικής, με λευκά ή επίχρυσα νήματα, έχει διάφορα σχέδια μεγάλης παραδοσιακής και λαογραφικής σημασίας.
  • Η φουστανέλλα, από λευκό ύφασμα 30 μέτρων. Οι δίπλες (πιέτες) της είναι 400, όσα δηλαδή και τα χρόνια της τουρκοκρατίας
  • Η περισκελίδα, το μακρύ κόκκινο παντελόνι των αξιωματικών και οι μάλλινες λευκές κάλτσες των Ευζώνων
  • Η ζώνη με τις φυσιγγιοθήκες της και
  • Οι επικνημίδες (καλτσοδέτες), μαύρου χρώματος για τους Εύζωνες και μπλέ για τους Αξιωματικούς.

Εκτός από τα παραπάνω μέρη της στολής, που είναι κοινά στους Εύζωνες και τους αξιωματικούς, υπάρχουν ακόμη και τα τουζλούκια (περικνημίδες), τα σταβάλια (μποτάκια κόκκινα) και η σπάθα του 1821 γιατους Αξιωματικούς, και ο ανάσπαστος (εσωτερική ζώνη που κρατά σταθερά τις κάλτσες στη θέση τους) και τα κρόσια (μπλέ και άσπρου χρώματος κορδόνια και τα παραδοσιακά τσαρούχια για τους Εύζωνες. Τα τσαρούχια είναι εξ' ολοκλήρου χειροποίητα από σκληρό κόκκινο δέρμα και σόλα οπλισμένη με 60 καρφιά. Το ζευγάρι ζυγίζει περίπου τρία κιλά. Η μύτη του τσαρουχιού καταλήγει σε μια αιχμηρή προεξοχή που καλύπτεται από μια όμορφη, μαύρη φούντα. Η Φρουρά εκτός από την Ευζωνική, τηρεί και την Κρητική στολή με την χαρακτηριστική της βράκα και το ζωσμένο στη μέση μαχαίρι, που φοριέται τιμητικά από τους άνδρες σε ορισμένες επίσημες εθιμοτυπικές εκδηλώσεις. Η μεν Ευζωνική στολή αντιπροσωπεύει το μαχητή του Ηπειρωτικού χώρου, ενώ η Κρητική το μαχητή του Νησιωτικού Ελληνικού χώρου. Στην φρουρά έχει προστεθεί τιμητικά και η παραδοσιακή στολή του Πόντου.

Προεδρική φρουρά

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα Συντάγματα Ευζώνων αναδιοργανώθηκαν και συγκροτήθηκαν σε σύγχρονες Μονάδες Πεζικού, στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Σταδιακά ο ρόλος της Ευζωνικής φρουράς μετατράπηκε σε αποκλειστικά τελετουργικό, γνώρισμα που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνεται και από τις σταδιακές της ονομασίες: Ανακτορική Φρουρά, Φρουρά Σημαίας, Φρουρά Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη, Βασιλική Φρουρά και τέλος Προεδρική Φρουρά, από το 1974 και έπειτα. Το Στρατόπεδο στο οποίο εδρεύει η Προεδρική Φρουρά παραμένει στην ίδια θέση από την αρχή της ιδρύσεώς της. Βρίσκεται κοντά στο σημερινό Προεδρικό Μέγαρο επί της οδού Ηρώδου Αττικού και φέρει τιμητικά το όνομα του Σουλιώτη οπλαρχηγού και ήρωα της Επανάστασης του 1821 Γεώργιου Τζαβέλλα. Μετά το 1974 η Φρουρά φροντίζει για

  • την εγκατάσταση τιμητικών φρουρών όλο το 24ωρο στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, στο Προεδρικό Μέγαρο και στην Πύλη Στρατοπέδου της Προεδρικής Φρουράς
  • την επίσημη έπαρση και υποστολή της σημαίας στον Ιερό Βράχο της Ακροπόλεως,
  • την απόδοση τιμών στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και σε αρχηγούς Ξένων Κρατών
  • την απόδοση τιμών στους πρεσβευτές ξένων κρατών κατά τη διάρκεια επίδοσης διαπιστευτηρίων στον Πρόεδρο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [«...μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν...».] Θουκυδίδης, 2.34.3.
  2. [Ξενοφώντος, «Ελληνικά» 1.7.1-35]
  3. [Τα πολυάνδρια είναι ομαδικοί τάφοι των νεκρών μιας μάχης, οι οποίοι ανεγείρονται στο πεδίο της μάχης ή κοντά σε αυτό. Έχουν τη μορφή τύμβου που επιστέφεται από ενεπίγραφες στήλες ή άγαλμα. Τα σώματα των νεκρών θάβονται εκεί, ή και αποτεφρώνονται –διαδικασία δαπανηρή και εξόχως τιμητική. Στις περιπτώσεις καύσεως η τέφρα μεταφέρεται πίσω στην πόλη και φυλάσσεται σε άλλο ταφικό μνημείο. Χαρακτηριστικό δείγμα πολυάνδριων μνημείων είναι η ομαδική ταφή στη Χαιρώνεια και ο τύμβος των Μαραθωνομάχων. Στη Χαιρώνεια, το επιτύμβιο μνημείο των πεσόντων της ομώνυμης μάχης του 338 π.Χ. περιλαμβάνει την ομαδική ταφή 254 αταύτιστων στρατιωτών, μάλλον Μακεδόνων. Στο χώρο δεσπόζει ο μαρμάρινος λέων -αρχαίο σύμβολο ανδρείας σε πολλά μνημεία πεσόντων, που πέρασε και στη σύγχρονη εποχή. Στον τύμβο του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι διαφύλαξαν τη μνήμη 192 νεκρών συμπολιτών τους της μάχης του 490 π.Χ., για τους οποίους επιφυλάχθηκε η διαδικασία της καύσεως, ενώ τα ονόματά τους χαράχθηκαν σε στήλες στην κορυφή του μνημείου. Το μνημείο των Μαραθωνομάχων καθώς και το αντίστοιχο των Αθηναίων πεσόντων στις Πλαταιές αποτελούν εξαιρέσεις από την καθιερωμένη πρακτική που ακολουθούσαν οι Αθηναίοι αναφορικά με τους νεκρούς τους. Σε αντίθεση με τα περισσότερα ελληνικά κράτη, οι Αθηναίοι συνήθιζαν να μεταφέρουν τους πεσόντες από το πεδίο της μάχης και τους έθαβαν πίσω, στη γενέθλια γη. Μόνο οι προαναφερθέντες νεκροί των Περσικών πολέμων –λόγω της ιερότητας του αγώνα τους– θάφτηκαν στα πεδία των μαχών. Τα κενοτάφια μπορεί να είναι ομαδικά ή αφιερωμένα σε ένα μόνο νεκρό. Όταν υπάρχουν πεσόντες τα σώματα των οποίων δεν έχουν ανευρεθεί, το κενοτάφιό τους ανεγείρεται στο πεδίο της μάχης, δίπλα στον κανονικό ομαδικό τάφο, όμως η πλέον συνηθισμένη περίπτωση είναι ένας ομαδικός τάφος στο πεδίο της μάχης και ένα κενοτάφιο για όλους στην πόλη. Στο κενοτάφιο αναγράφονται τα ονόματα των νεκρών και η αναφορά της μάχης, και αποδίδονται οι ετήσιες τιμές.]
  4. [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 51, 28 Φεβρουαρίου 1926]
  5. [Ο Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ήταν Έλληνας με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Διέθετε ευρεία ευρωπαϊκή παιδεία και την εποχή που συμμετείχε και επικράτησε στο διαγωνισμό έχει ήδη σημαντική εμπειρία στο σχεδιασμό δημόσιων χώρων, ως προϊστάμενος των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Αθηναίων επί δημαρχίας του Σπύρου Πάτση, δημάρχου της Αθήνας με την υποστήριξη των Βενιζελικών. Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη παραμένει το γνωστότερο ίσως από τα έργα του. Ο Λαζαρίδης, λίγα χρόνια αργότερα συμμετείχε –πάλι με δύο προτάσεις– και στο διαγωνισμό για το Ηρώο Θεσσαλονίκης, το οποίο τελικά δεν κατασκευάστηκε.]
  6. [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 112 Α, 30 Ιουνίου 1928.]
  7. [Eφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», 11 Οκτωβρίου 1928.]
  8. [Το Μάρτιο του 2015, έπειτα από προσπάθειες του ιδρύματος «Άλσος Ελληνικής Ναυτικής Παράδοσης» και του Προέδρου του ναυάρχου ε.α. Κυριάκου Κυριακίδη, πραγματοποιήθηκε η αρχική χάραξη στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη των ονομάτων ΑΙΓΑΙΟ, ΙΟΝΙΟ, ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ–ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ, ώστε να τιμηθεί και η μνήμη των Ελλήνων πεσόντων εν καιρώ πολέμου στη θάλασσα, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι λέξεις προστέθηκαν μετά από απόφαση του Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων και του Γ.Ε.Ν., που ανέλαβε και το κόστος της. Η χάραξη έγινε με την επίβλεψη της Διεύθυνσης Εθιμοτυπίας και Δημοσίων Σχέσεων του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.]
  9. [Το Μάρτιο του 2015, έπειτα από προσπάθειες του ιδρύματος «Άλσος Ελληνικής Ναυτικής Παράδοσης» και του Προέδρου του ναυάρχου ε.α. Κυριάκου Κυριακίδη, πραγματοποιήθηκε η αρχική χάραξη στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη των ονομάτων ΑΙΓΑΙΟ, ΙΟΝΙΟ, ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ–ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ, ώστε να τιμηθεί και η μνήμη των Ελλήνων πεσόντων εν καιρώ πολέμου στη θάλασσα, κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι λέξεις προστέθηκαν μετά από απόφαση του Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων και του Γ.Ε.Ν., που ανέλαβε και το κόστος της. Η χάραξη έγινε με την επίβλεψη της Διεύθυνσης Εθιμοτυπίας και Δημοσίων Σχέσεων του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.]
  10. Κυβέρνησις ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  11. Κόκκινες πινελιές-Αποκαλυπτήρια Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 27 Μαρτίου 1932, σελίδα 1.
  12. [Τη λέξη Εύζωνας την συναντούμε στα έργα του Ομήρου και αναφέρεται στους στρατιώτες που ήταν καλά ζωσμένοι, [ευ+ζώνες=οι καλά ζωσμένοι.]]