Άνταμ Μιτσκιέβιτς

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Άνταμ Μπέρναρντ Μιτσκιέβιτς, όπως ήταν το πλήρες όνομα του, [πολωνικά: Adam Bernard Mickiewicz], Πολωνός λογοτέχνης και εκπρόσωπος του ρομαντισμού, που θεωρείται ο εθνικός ποιητής στην Πολωνία, τη Λιθουανία και τη Λευκορωσία και με το έργο του επηρέασε σημαντικά τόσο τον Πολωνικό, όσο και τον Λιθουανικό εθνικισμό, όπως διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και μεταγενέστερα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, συγγραφέας και ακτιβιστής για την ελευθερία της Πολωνίας, γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου 1798 στον οικισμό Ζάβοσε ή στο γειτονικό Νοβογκρούντοκ της τότε Ρωσικής Αυτοκρατορίας, κοντά στο Βίλνιους της σημερινής Λευκορωσίας, και πέθανε στις 26 Νοεμβρίου 1855 στην Κωνσταντινούπολη που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από χολέρα.

Στις 22 Ιουλίου 1834 παντρεύτηκε, στο Παρίσι, με την Τσελίνα Σζμανόβσκα, [Celina Szymanowska], και μεταξύ των ετών 1835 έως 1850, έγινε πατέρας έξι παιδιών, μεταξύ τους ο Βλάντισλαβ Μιτσκιέβιτς και η Maria Gorecka.
Adam Bernard Mickiewicz

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Ο Άνταμ κατάγονταν από αριστοκρατική οικογένεια Πολωνών ευγενών, όμως έζησε με οικονομικές δυσχέρειες οι οποίες τον ακολούθησαν σε όλη τη ζωή του. Πατέρας του ήταν ο Μικολάι Μιτσκιέβιτς, δικηγόρος από το Νόβγκοροντ, μιας μικρής πόλης στη σημερινή Λευκορωσία κατοικημένης κυρίως από Πολωνούς, ένας τυπικός εκπρόσωπος των χαμηλόβαθμων Πολωνών ευγενών της περιοχής και μητέρα του η Μπαρμπάρα Μαγιέφσκα, γυναίκα που ανήκε στην ίδια κοινωνική τάξη, η οποία είχε εργαστεί ως υπηρέτρια σε γειτονικό, με τον τόπο της κατοικίας της, κτήμα. Ο πατέρας του Άνταμ κατάγονταν από ορθόδοξη οικογένεια, ενώ για τη μητέρα του αναφέρεται ότι είχε απώτατη εβραϊκή καταγωγή. Ο Άνταμ Μίτσκιέβιτς έζησε τα παιδιά του χρόνια στο Νοβογκρούντοκ και επηρεάστηκε από τον καθολικό περίγυρο αλλά και από τις λαϊκές παραδόσεις των ντόπιων. Ο Άνταμ που είχε έναν αδελφό, τον Μικολάτζ Μιτσκιέβιτς, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του σε σχολείο Δομινικανών μοναχών στη γενέτειρα του και όπως αναφέρεται ήταν μέτριος αλλά δραστήριος μαθητής. Φοίτησε με υποτροφία στο πανεπιστήμιο της Βίλνιους, μετά από απόφαση του Συμβουλίου των καθηγητών, με αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι θα διδάξει στην περιοχή ύστερα από την αποφοίτηση του.

Το 1817, μαζί με τον Τόμαζ Ζαν, συμμετείχε στη δημιουργία της μυστικής πατριωτικής οργανώσεως «Φιλάρετοι» ή «Φιλομαθείς», [αγγλικά: Philomats Society, πολωνικά: Towarzystwo Filomatów], που είχαν ως πρότυπο τον Λόρδο Μπάιρον και σχεδίαζαν δράσεις εναντίον του τσάρου, η οποία ξεκίνησε ως καθαρά φιλολογική προσπάθεια ωστόσο σύντομα απέκτησε σαφές πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα. Το 1819, μετά την αποφοίτηση του από το Πανεπιστήμιο, ξεκίνησε να εργάζερται ως δάσκαλος σε σχολείο στην περιοχή του Κάουνας και το 1820 έγραψε το ποίημα «Ωδή στη νεότητα». Το 1823 διώχτηκε για τη συμμετοχή του στους «Φιλαρέτους», συνελήφθη μαζί με άλλα εννέα μέλη του συλλόγου και εξορίστηκε διαδοχικά στην Αγία Πετρούπολη, όπου το 1829 ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους του κινήματος των «Δεκεμβριστών», συγκεκριμένα με τους Κονσταντίν Ρίλεβ και Αλεξάντερ Μπεστούζεβ, ενώ γνωρίστηκε και με το μεγάλο Ρώσο ποιητή Αλεξάντερ Σεργκιέβιτς Πούσκιν, στην Οδησσό κσι τη Μόσχα. Τον ίδιο χρόνο, λόγω της κακής του υγείας, ο Άνταμ εγκατέλειψε τη Ρωσία και περιπλανήθηκε για κάποια χρόνια σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, κι έχασε την ευκαιρία να συμμετάσχει το 1830-31 στην ανεπιτυχή Πολωνική εξέγερση. Τον Αύγουστο του 1832 μέσω Δρέσδης έφτασε στο Παρίσι και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, όπου ήρθε σε επαφή με Πολωνούς που ζούσαν εξόριστοι, διωγμένοι κι εκείνοι από το τσαρικό καθεστώς για τη συμμετοχή τους στην Πολωνική Εξέγερση του 1831, ενώ εργάστηκε ως δημοσιογράφος και από το Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 1833, δημοσίευσε άρθρα για το πολιτικό περιοδικό «Pielgrzym Polski». Από το 1839 και για ένα χρόνο δίδαξε Λατινικά στη Λοζάνη, ενώ την ίδια περίοδο ασχολήθηκε με τη συγγραφή πολιτικών κειμένων. Το 1840 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Λοζάνης και διορίστηκε καθηγητής της Σλαβικής Φιλολογίας στο Γαλλικό Κολέγιο, [Collège de France], του Παρισιού.

Στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με τον Αντζέι Τοβιάνσκι, [Andrezej Towianski], Πολωνό μυστικιστή φιλόσοφο, οι απόψεις του οποίου άσκησαν μεγάλη επιρροή στον Μιτσκιέβιτς, που υιοθέτησε κι άρχισε να διδάσκει απόψεις και θέσεις όπως οι μεσσιανιστικές ιδιότητες του Μεγάλου Ναπολέοντα και του Τοβιάνσκι, αλλά και την πεποίθηση του ότι οι Πολωνοί θα αποτίνασαν τον Ρωσικό ζυγό μόνο μέσω της πίστεως, ενώ υποστήριζε την πνευματική ανάδειξη της Πολωνίας και της Γαλλίας, θέσεις που προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις της Γαλλικής κυβερνήσεως και της Καθολικής Εκκλησίας. Όλα αυτά οδήγησαν, τον Μάιο του 1844, στην απομάκρυνση του Μιτσκιέβιτς από το κολέγιο, με απόφαση του Ναπολέοντα Γ', που τον διόρισε βιβλιοθηκονόμο. Στις αρχές του 1848 πήγε στη Ρώμη για να πείσει τον νέο παπά Πίο ΙΧ, να στηρίξει την προσπάθεια απελευθερώσεως της Πολωνίας. Τον Μάρτιο του 1849 ξεκίνησε την έκδοση της ριζοσπαστικής πολιτικής εφημερίδας «La Tribune des Peuples», που η κυκλοφορία της διεκόπη τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, από την λογοκρισία.

Συγγραφικό έργο

Ο Άνταμ από την αρχική ορθολογιστική θεώρηση του πέρασε σε μια αποφασιστική ρομαντική θέση, υπό την επίδραση των Γερμανών και Άγγλων ρομαντικών. Η ποιητική παραγωγή του υπήρξε πολύ πλούσια σε ιστορικά και πατριωτικά μοτίβα και άσκησε μεγάλη επίδραση σε ολόκληρη την Πολωνική λογοτεχνία. Συγκαταλέγεται, από κοινού με τον Γιούλιους Σλοβάτσκι και τον Ζίγκμουντ Κρασίνσκι στους πρωτοπόρους των Πολωνικών γραμμάτων. Το σύνολο των έργων του δημοσιεύθηκε από το 1949 έως το 1955

Έγραψε και δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, τα έργα:

  • «Ωδή στη νεότητα», το 1820,
  • «Μπαλάντες και ρομάντζα», το 1822, ποιητική συλλογή η οποία οριοθετεί την έναρξη της περιόδου του ρομαντισμού στην πολωνική λογοτεχνία
  • «Πρόγονοι. Η ημέρα των ψυχών», (Dziady, 1823-33), ένα είδος ρομαντικού δράματος, όπου συνδυάζει τη λαϊκή παράδοση και μια έμμονη προσήλωση στην υπόθεση της Πολωνικής εθνικής απελευθερώσεως. Το έργο λογοκρίθηκε από τις Ρωσικές αρχές.
  • «Βιβλία του έθνους και των Πολωνών προσκυνητών», (Ksiegy narodu i pielgrzymstwa polskiego), το 1823, μια ηθική ερμηνεία της ιστορίας του Πολωνικού λαού.
  • «Σονέτα της Κριμαίας», (Sonety Krymskie), το 1826,
  • «Κόνρατ Βάλενροντ», (Konrad Wallenrod), το 1828, ποίημα με ιστορικό υπόβαθρο,
  • «Ο κύριος Θαδδαίος», (Pan Tadeusz), το 1834, ένα έπος 10.000 στίχων.
  • «Στην Πολωνέζα Μητέρα» (Do Matki Polki)
  • «Ο θάνατος του συνταγματάρχη», (Śmierć pułkownika), ο Μιτσκιέβιτς περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής της Λιθουανής Εμίλια Πλάτερ [1] καθώς και την αποκάλυψη του πραγματικού της φύλου, η οποία συντελείται αμέσως μετά το θάνατο της ηρωίδας.

Το τέλος του

Τον Σεπτέμβριο του 1855, στα πλαίσια του Κριμαϊκού Πολέμου, ο Μιτσκιέβιτς μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Πρίγκιπα Adam Czartoryski, όπου επιδόθηκε στη δημιουργία και την οργάνωση Πολωνικών και Εβραϊκών λεγεώνων που θα συμμετείχαν -ως τμήματα του Οθωμανικού στρατού- στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Ρωσίας. Στην Kωνσταντινούπολη ο Άνταμ Μιτσκιέβιτς, ασθένησε από χολέρα, από την οποία απεβίωσε. Τα τελευταία του λόγια, όπως τα διέσωσε ο φίλος του Σλουζάλσκι ήταν: «Είθε να αγαπούν αλλήλους για πάντα». Η σωρός του μεταφέρθηκε με ατμόπλοιο από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι το 1855 και το 1890 στην Κρακοβία όπου φυλάσσεται σε ειδική κρύπτη στον Καθεδρικό Ναό των Αγίων Στανισλάου και Βεγκεσλάου στο κάστρο Βάβελ, [Wawel], όπου αναπαύονται και οι βασιλείς της πατρίδας του της περιόδου της Πολωνο-Λιθουανικής Συμπολιτείας.

Μνήμη Άνταμ Μιτσκιέβιτς

Ο Άνταμ Μιτσκιέβιτς, που τιμάται ως ο εθνικός ποιητής της Πολωνίας, γεννήθηκε σε μια περιοχή η οποία σήμερα ανήκει στη Λευκορωσία, όπου σπούδασε, ενώ ως μια ειρωνεία της ζωής δεν επισκέφθηκε ποτέ την Βαρσοβία ή οποιοδήποτε άλλο μέρος της Πολωνίας. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική δραστηριότητά του όντας μέλος στην «Εταιρεία των Φιλομαθών». Στο Πανεπιστήμιο του Βίλνιους, από τα ιστορικότερα του Βορρά, υπάρχουν δύο αντίτυπα από τις πρώτες εκδόσεις των έργων του και αντίγραφο από κάποιο χειρόγραφό του κορνιζωμένο και κρεμασμένο στον τοίχο. Ένα από τα πιο διάσημα ποιήματά του αρχίζει με τη φράση «Λιθουανία, πατρίδα μου», αν και έγραψε τα έργα του στα Πολωνικά ή σε κάποιες περιπτώσεις στα Γαλλικά, όμως δεν έχει γράψει κανένα έργα του στα Λιθουανικά. Το έργο του «Ο κύριος Θαδδαίος» αποτέλεσε το θέμα ταινίας του Πολωνού εθνικιστή σκηνοθέτη Andrzej Wajda το 1999 και την παρακολούθησαν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της Πολωνίας. Η λατρεία του Μιτσκιέβιτς αποτελεί μέρος της Πολωνικής εθνικής συνειδήσεως και εκδηλώνεται με επίσημες εορταστικές εκδηλώσεις αλλά και με την απόδοση του ονόματος του σε πολυάριθμους δρόμους, χώρους και οργανισμούς. Με το έργο του ενέπνευσε συνθέτες, συγγραφείς, ποιητές, ζωγράφους και γλύπτες.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η Λιθουανή Εμίλια Πλάτερ, που ήταν υπαρκτό πρόσωπο, μιά νεαρή κοπέλα, η οποία στρατολογήθηκε ως άνδρας και συμμετείχε στην Πολωνική εξέγερση του 1830 έχοντας το αξίωμα του συνταγματάρχη μέχρι το θάνατό της. Η δράση της ενέπνευσε ρομαντικούς ποιητές της πατρίδος της, μεταξύ των οποίων ήταν κι ο Άνταμ Μιτσκιέβιτς. Στο ποίημα του «Ο θάνατος του συνταγματάρχη», ο Μιτσκιέβιτς περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής της καθώς και την αποκάλυψη του πραγματικού της φύλου, η οποία συντελέστηκε αμέσως μετά το θάνατό της. Ενδιαφέρον προκαλεί ότι από τον τίτλο του ποιήματος ως τη στιγμή της αποκαλύψεως, που συμβαίνει προς το τέλος του έργου, οι περιγραφές πειθούν τον αναγνώστη πως ο ποιητής αναφέρεται σε έναν άντρα, ο οποίος φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γενναίου, έμπειρου πολεμιστή. Η Εμίλια Πλάτερ πεθαίνει σαν εθνικός ήρωας, έχοντας κερδίσει το θαυμασμό και την αγάπη των στρατιωτών αλλά και του λαού. Όσο ζει, η ηρωίδα δεν έχει όνομα, αλλά ταυτίζεται αποκλειστικά με το στρατιωτικό της αξίωμα, κάτω από το οποίο κρύβει την πραγματική της ταυτότητα και, κατά συνέπεια, το φύλο της.]