Αθανάσιος Χρυσοχόου

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αθανάσιος Χρυσοχόος, Έλληνας εθνικιστής ανώτατος αξιωματικός του Ιππικού, με το βαθμό του υποστρατήγου και σημαντική προσφορά στους εθνικούς αγώνες, συγγραφέας βιβλίων με στρατιωτικό και ιστορικό περιεχόμενο, γεννήθηκε το 1890 στο χωριό Πράμαντα, τότε στο νομό Άρτας και σήμερα στο νομό Ιωαννίνων, στην Ήπειρο και πέθανε το 1967 στην Αθήνα.

Ήταν έγγαμος με την Μαριάνθη Χρυσοχόου και από το γάμο του έγινε πατέρας ενός γιου, του Ιωάννη, και μιας κόρης, της Ελένης, συζύγου Δημητρίου Σπανού και παππούς δύο εγγονών του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Σπανού και της Μαριάνθης Ιωαν. Χρυσοχόου.
Αθανάσιος Χρυσοχόου

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του Αθανασίου ήταν ο Ιωάννης Χρυσοχόου-Ρίγγας, γιατρός στο χωριό Πράμαντα με καταγωγή από το Χαλίκι Ασπροποτάμου, ο οποίος αποκαλούνταν Ρίγγας, όπως ήταν το επίθετο του πεθερού του Ιωάννη Ρίγγα [1], επειδή εκείνος δεν άφησε άρρενες απογόνους. Μητέρα του ήταν η Ελένη, γνωστή ως Νίτσα, που είχε απαχθεί από τη ληστρική συμμορία του Θύμιου Γάκη το 1878 και απελευθερώθηκε κατόπιν καταβολής 3.200 λιρών ως λύτρων από την οικογένεια της. Αδέρφια του Αθανασίου Χρυσοχόου ήταν: ο Νικόλαος, που πέθανε σε νηπιακή ηλικία, ο Χρήστος, ιατρός και μετέπειτα πρόεδρος της Κοινότητας Πραμάντων, η Αρτεμισία, σύζυγος Αθανασίου Γιαννάκη, ο Αλέξανδρος Χρυσοχόος [2], μετέπειτα Ταξίαρχος σε πολεμική διαθεσιμότητα, που συμμετείχε στη μάχη του Καλπακίου, ως διοικητής 1ου Τάγματος το οποίο υπαγόταν στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων [3] και η Βασιλική. Ο Αθανάσιος παρακολούθησε τα μαθήματα της εγκυκλίου εκπαιδεύσεως στο Δημοτικό και στο Σχολαρχείο Πραμάντων και ακολούθως αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Άρτας. Το 1908 ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Στρατιωτική δράση

Ο Χρυσοχόος το τελευταίο έτος των σπουδών του κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Ιππικό και συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους της περιόδου 1912-1913, ως Διοικητής Μεραρχικού Ιππικού. Πήρε μέρος στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και το 1918 πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο. Στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας συμμετείχε ως ίλαρχος Διοικητής Ίλης Ιππικού στην Μεραρχία Ιππικού και επιτελής των Μεραρχιών Πεζικού, VIIIης και Αρχιπελάγους, καθώς και της Ταξιαρχίας αλλά και της Μεραρχίας Ιππικού. Στην Ταξιαρχία Ιππικού υπηρέτησε ως διοικητής της 1ης Ίλης του 3ου Συντάγματος Ιππικού και υπασπιστής της ίδιας Ταξιαρχίας. Το 1921, σύμφωνα με διηγήσεις του Χρυσοχόου, κάποια μέρα παρουσιάστηκε μπροστά του ο Τσίτσο-Μήτσος, ο οποίος είχε μετάσχει στη ληστρική ομάδα που απήγαγε τη μητέρα του τη Νίτσα, ο οποίος του ομολόγησε ότι είχε συμμετάσχει στην απαγωγή. Ύστερα από την απαγωγή πέρασε τα Ελληνικά σύνορα και κατέφυγε στη Μικρά Ασία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα και από το 1919, όταν αποβιβάστηκε ο Ελληνικός στρατός στην περιοχή, προσέφερε τις υπηρεσίες του παρέχοντας πληροφορίες για τις κινήσεις των ατάκτων Τουρκικών αποσπασμάτων (Τσέτες) και άλλες υπηρεσίες κατασκοπευτικού χαρακτήρα. Το 1922, όταν η Ταξιαρχία αναπτύχθηκε σε Μεραρχία, μετατέθηκε στο 3ο Γραφείο της. Η διοίκηση της Μεραρχίας ανετέθη στον υποστράτηγο Ανδρέα Καλλίνσκη-Ροΐδη και η θέση του επιτελάρχη στον τότε αντισυνταγματάρχη Ιππικού Αλέξανδρο Παπάγο, διατελώντας υπασπιστής του διοικητή του στη Ταξιαρχία Ιππικού.

Μετά το πέρας της Μικρασιατικής εκστρατείας παρέμεινε ως μόνιμος Αξιωματικός του Ιππικού και φοίτησε για δύο χρόνια στην Ανώτερη Σχολή Πολέμου. Διατέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Σπουδών σε Σχολές Εφαρμογών και για τέσσερα χρόνια καθηγητής στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Ακολούθως υπηρέτησε ως Επιτελάρχης της Επιθεωρήσεως Ιππικού, ως Αντισυνταγματάρχης και Συνταγματάρχης, Διοικητής Συντάγματος Ιππικού στις Σέρρες και διάφορες πόλεις της Μακεδονίας. Τον Μάρτιο του 1935 τοποθετήθηκε ως αρχηγός του Επιτελείου του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, θέση από την οποία φρόντισε να οργανωθεί η άμυνα των Ελληνικών συνόρων με την Βουλγαρία και από το 1939 με την Αλβανία.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1941, ο Χρυσοχόος υπηρετούσε ως επιτελάρχης του Γ' Σώματος Στρατού και μετέπειτα ως Αρχηγός του Επιτελείου της Γ' Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Ο Χρυσοχόος, με το βαθμό του Συνταγματάρχη υπήρξε επιτελής του Στρατηγού Τσολάκογλου και συμμετείχε σε όλες τις μάχες στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου του 1940-41. Στις 18 Απριλίου του 1941 ο Χρυσοχόος ταξίδεψε στην Αθήνα ως απεσταλμένος του Γεωργίου Τσολάκογλου και στο Γενικό Αρχηγείο συνάντησε τον Αλέξανδρο Παπάγο στον οποίο αφού εξέθεσε την κατάσταση στο μέτωπο, του υπογράμμισε ότι: «Επιβάλλεται η λήψις αμέσου αποφάσεως ίνα προληφθή η εις Ιταλίαν μεταφορά ως αιχμαλώτου του νικητού ελληνικού στρατού» [4]. Ο Παπάγος του ζήτησε πίστωση χρόνου, έτσι ώστε να προλάβει να φύγει και να μην αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα και ο Χρυσοχόος μέσω του ασυρμάτου του Γενικού Στρατηγείου, έστειλε στον Τσολάκογλου κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα, αναφέροντας την άρνηση του Παπάγου για άμεση ανακωχή, ενώ πρότεινε τον αρχιεπίσκοπο Ιωαννίνων, Σπυρίδωνα, ως πρωθυπουργό. Στις 19 Απριλίου 1941, ο Χρυσοχόου έστειλε στον Τσολάκογλου απόρρητη προσωπική αναφορά, μέσω του ασυρμάτου του Γενικού Στρατηγείου, με το εξής κείμενο: «Ενέργεια ανάγεται αρμοδιότητα Στρατιάς. Εάν αναλάβητε σεις, δέον πρώτον λάβητε εξουσιοδότησιν λοιπών Σωμάτων Στρατού, αναθετόντων υμίν ενέργειαν ως έχοντα επαφήν με Γερμανούς...». Δύο ημέρες μετά, κι αφού προηγήθηκε η κατάρρευση της γραμμής Μεταξά και η κατάληψη της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, ο Χρυσοχόος παρέμεινε στην Αθήνα.

Κατοχική δράση

Μετά την κατάληψη της Ελλάδος οι Βούλγαροι κατακτητές επέκτειναν σταδιακά την προπαγάνδα τους και στην Δυτική Μακεδονία με σκοπό να προσηλυτίσουν Έλληνες στην «Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης», διαθέτοντας γι’ αυτό το σκοπό τρόφιμα και χρήματα. Σκοπός τους ήταν να εμφανιστεί η Δυτική Μακεδονία ως κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Βουλγάρους, με απώτερο στόχο την προσάρτηση της. Μία από τις πρώτες κινήσεις του Τσολάκογλου ήταν να θεσπίσει την θέση του γενικού επιθεωρητή νομαρχιών Μακεδονίας και Θράκης που υπαγόταν στην γενική διοίκηση Μακεδονίας [5] η οποία είχε επίσης Έλληνα επικεφαλής (αρχικά τον Ραγκαβή, μετά τον Σιμωνίδη). Ως γενικός επιθεωρητής νομαρχιών διορίστηκε ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης Βασιλειάδης και λίγο αργότερα, στις 27 Ιουλίου 1941 αντικαταστάθηκε από τον τότε συνταγματάρχη Χρυσοχόου, σε θέση που δεν απαιτούσε την έγκριση εκ μέρους των Αρχών Κατοχής, και έθεσε στη διάθεση του μεγάλα χρηματικά ποσά. Τον διορισμό του Χρυσοχόου ενέκρινε και η Ελληνική Κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, ενώ ήταν ο υπ' αριθμ. 3 συνεργάτης στην Θεσσαλονίκη του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Κύρια αρμοδιότητα του Χρυσοχόου ήταν να συγκεντρώνει στοιχεία για την προπαγάνδα που ασκούσαν οι Βουλγαρικές αρχές κατοχής στις περιοχές της Μακεδονίας, που δεν ήλεγχαν, καθώς και για τα όσα συνέβαιναν στις περιοχές που βρίσκονταν υπό τον Βουλγαρικό έλεγχο.

Ο Χρυσοχόου συγκρότησε μια «Υπηρεσία Λαϊκής Διαφωτίσεως», μέλη τον πρύτανη του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στίλπωνα Κυριακίδη, τους γενικούς επιθεωρητές πρωτοβάθμιας και μέσης εκπαίδευσης, τους διευθυντές Εσωτερικών και Χωροφυλακής της ΓΔΜ και τον επίσκοπο Ολύμπου Καλλίνικο [6]. Η υπηρεσία περιελάμβανε έξι επιμέρους επιτροπές: «διαφωτίσεως εν γένει του Λαού», «διαφωτίσεως Ανωτέρων Κοινωνικών Τάξεων», «διαφωτίσεως της μαθητιώσης νεολαίας», «διαφωτίσεως του Κλήρου», «διαφωτίσεως υπαλλήλων εν γένει» και «διαφωτίσεως των Αρχών Κατοχής». Τα στοιχεία που συγκέντρωνε ο Χρυσοχόος διοχετεύονταν στην Αθήνα και σ' αυτά στηρίζονταν τα έγγραφα που συνέτασσε το Γραφείο Μελετών. Στον τομέα ευθύνης του Χρυσοχόου ήταν και η άσκηση εθνικής προπαγάνδας σε μη βουλγαροκρατούμενες περιοχές με την έκδοση εγκυκλίων και προκηρύξεων με θεωρητικές οδηγίες για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής και ρουμανικής προπαγάνδας, αλλά και η άμεση παρέμβαση του για ζητήματα που θα μπορούσαν να λυθούν από τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές. Ο Χρυσοχόος προκειμένου να αντιμετωπίσει τη βουλγαρική προπαγάνδα, που είχε αρχηγό τον διαβόητο Κάλτσεφ, ίδρυσε υπηρεσία Κατασκοπείας, Γραφεία και Επιτροπές Λαϊκής διαφωτίσεως σε πόλεις και σε χωριά. Το 1942 με την βοήθεια της «Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών» τύπωσε και διένειμε το φυλλάδιο

  • «Οι βόρειες επαρχίες της Ελλάδος και οι βουλγαρικές βλέψεις», το οποίο απαγόρευσαν οι Γερμανοί.

Συνεργάτες του Χρυσοχόου παρακολουθούσαν και φωτογράφιζαν όσους μπαινόβγαιναν στην «Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης», και με τη βοήθεια τους σχημάτισε αρχείο Βουλγαροφρόνων. Στενοί του συνεργάτες του ήταν οι αξιωματικοί Αθανάσιος Φροντιστής και Ευάγγελος Δόρτας, ενώ γραμματέας του ήταν ο τότε αξιωματικός και μετέπειτα βουλευτής Πειραιώς Δημήτριος Χονδροκούκης. Ο Χρυσοχόου αντιμετώπισε και την Ιταλορουμανική προπαγάνδα, όταν οι Ιταλοί προσπάθησαν να ιδρύσουν το «πριγκηπάτο» της Πίνδου των Βλαχόφωνων με αρχηγό τον τυχοδιώκτη δικηγόρο Αλκιβιάδη Διαμαντή. Για την ενημέρωση του βλαχόφωνου πληθυσμού ο Χρυσοχόου, το 1942, συνέταξε, τύπωσε τρεις χιλιάδες και διένειμε το φυλλάδιο

  • «Οι Βλάχοι της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου».

Το καλοκαίρι του 1941 συγκροτήθηκε και άρχισε τη δράση της η εθνικιστική αντιστασιακή οργάνωση «Υ.Β.Ε./Π.Α.Ο.», [«Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος–Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις»], που είχε συγκροτηθεί από πρώην αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού. Στην ηγετική ομάδα μετείχαν οι Ταγματάρχες Ιωάννης Παπαθανασίου, Ε. Δόρτας, Θ. Μπάρμπας, ο Λοχαγός Α. Σακελλαρίδης, αλλά και ο Κωνσταντίνος Μήτσου, ο εθνικιστής, μετέπειτα Στρατηγός της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. Η «ΥΒΕ/ΠΑΟ» ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για να αποκρούσει τη βουλγαρική προπαγάνδα, ενώ τήρησε ολοκάθαρη αντικομμουνιστική στάση κι αντιτάχθηκε στις κομμουνιστικές οργανώσεις «Ε.Α.Μ.», «Ε.Λ.Α.Σ.», «Ε.Π.Ο.Ν.» και «Εθνική Αλληλεγγύη», κατεύθυνση προς την οποία συνέκλιναν και οι προσπάθειες του Χρυσοχόου. Ο Χρυσοχόου υποστηρίζει ότι η Υ.Β.Ε. άλλαξε με δική του προτροπή το όνομά της σε Π.Α.Ο. στο τέλος της ανοίξεως του 1943, επειδή οι Γερμανοί υποψιάστηκαν την ύπαρξη της.

Μεσούσης της Κατοχής ο Χρυσοχόος εντάχθηκε στο δίκτυο κατασκοπίας «Ζευς», το οποίο είχαν στήσει στη Θεσσαλονίκη από τον Αύγουστο του 1942 ο αστυνομικός Γεώγιος Μαργέτης με τον ασυρματιστή Σπύρο Βρεττό, μεταδίδοντας επί δύο χρόνια πολύτιμες πληροφορίες στους συμμάχους για τις δραστηριότητες των Γερμανών στην περιοχή και εκ της θέσεως του παρείχε πληροφορίες για τις κινήσεις των κατακτητών στην περιοχή της Μακεδονίας. Η δράση του Χρυσοχόου ενόχλησε τους Βούλγαρους οι οποίοι ανέφεραν στους Γερμανούς τη δράση του Χρυσοχόου με αποτέλεσμα αυτοί να ζητήσουν την απομάκρυνση του από την θέση του Γενικού Επιθεωρητή Μακεδονίας. Πρωτεργάτης αυτής της αξιώσεως των Βουλγάρων ήταν ο διαβόητος Κάλτσεφ και αποδέκτης της ο στρατηγός Κρένσκι, στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου που ήταν γνωστός για την γενικότερη φιλοβουλγαρική του στάση. Ο Γεώργιος Τσολάκογλου κατάφερε και έπεισε τους Γερμανούς να άρουν την αξίωσή τους και έτσι ο Χρυσοχόου παρέμεινε στην θέση του, ενώ ο Τσολάκογλου έφτασε τον Ιούνιο του 1942 στην Θεσσαλονίκη, συναντήθηκε με τον Χρυσοχόου και ενημερώθηκε από πρώτο χέρι για τα τεκταινόμενα. Η αντιβουλγαρική δράση του Χρυσοχόου συνάντησε την αντίδραση του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ., εξέχοντα μέλη του οποίου ήταν σλαβόφωνα και μέλη της «Βουλγαρικής Λέσχης Θεσσαλονίκης», αλλά και γενικότερα της Βουλγαρικής προπαγάνδας όπως οι Λάζαρος Ζησιάδης-Τερπόφσκυ, που μέχρι τον πόλεμο ήταν υπάλληλος της Βουλγαρικής πρεσβείας στην Αθήνα και η Μίρκα Γκίνοβα ή Ειρήνη Γκινή. Παράλληλα το Κ.Κ.Ε. ανέλαβε την προστασία της Βουλγαρικής προπαγάνδας, φτάνοντας μέχρι τη δολοφονία υποστηρικτών της Ελληνικής πολιτείας.

Στις 7 Οκτωβρίου 1944, ο Χρυσοχόος τοποθετήθηκε από τον Ιωάννη Ράλλη, τον τελευταίο κατοχικό πρωθυπουργό, ως Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Με την ιδιότητα του συμμετείχε σε συζητήσεις με τον Δημήτριο Φάλο, επίσημο απεσταλμένο στη Θεσσαλονίκη, της Αλβανικής κυβερνήσεως, με σκοπό την ίδρυση χαλαρής συνομοσπονδίας Ελλάδος-Αλβανίας. Ο Χρυσοχόου συνέταξε έκθεση την οποία έστειλε προς την κυβέρνηση των Αθηνών, προς τους Θεμιστοκλή Σοφούλη, Γεώργιο Παπανδρέου, αλλά και προς την κυβέρνηση του Καΐρου. Ο Ιωάννης Ράλλης ήταν αρχικά θετικός και οι επικεφαλής των κομμάτων εξουσιοδότησαν εκπροσώπους τους να συναντηθούν με την Αλβανική επιτροπή στην Θεσσαλονίκη, όπως και έγινε. Οι συνομιλίες γίνονταν χωρίς την έγκριση των Γερμανών και στόχος των Αλβανών ήταν η ένωση με την Ελλάδα μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την περιοχή, προκειμένου να αποφευχθεί η κομμουνιστικοποίηση της πατρίδας τους, όμως η Ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου δεν απάντησε στην έκθεση που της έστειλε ο Χρυσοχόου, γεγονός που αποτέλεσε την ταφόπλακα της προσπάθειας.

Σύλληψη /Απελευθέρωση / Μεταπολεμική δράση

Το 1943, ο Χρυσοχόος προήχθη στο βαθμό του Υποστρατήγου. Την ίδια εποχή το Ε.Α.Μ. και το Κ.Κ.Ε. εξαπέλυαν εναντίον του κατηγορίες «για συνεργασία με τον Γερμανό κατακτητή» και ο Χρυσοχόου χαρακτηρίστηκε «συνεργάτης» και «προδότης». Όπως γράφει [7] ο Χρυσοχόου: «...Δεν αφέθη ύβρις και συκοφαντία να μη εκτοξευθεί εναντίον ημών. ...{...}... Υπό τοιούτους όρους η περαιτέρω συνέχισις της λαϊκής διαφωτίσεως και της ωργανωμένης αντιδράσεως κατά του έργου των προπαγανδών αφ' ενός μεν ενείχε σοβαρούς κινδύνους δια τους συνεργάτας μου, οίτινες διέτρεχον τον κίνδυνόν της εκτελέσεώς των υπό τον Ε.Λ.Α.Σ. ως προδοτών, αφ' ετέρου δε αντιμετώπιζεν αμεσώτερον τους κινδύνους και τας υποψίας των αρχών κατοχής, ενώ συγχρόνως υπό την γερμανικήν πολιτικήν διοίκησιν, εκτός των δυσχερειών διεξαγωγής, υπέκειτο ευχερέστερον εις τους κινδύνους της δυσφημίσεως....». Ο Χρυσοχόου προκειμένου να μην εκθέσει τους συνεργάτες του στον κίνδυνο δολοφονίας, αποφάσισε να υποβάλει την παραίτησή του και να υπηρετήσει το Ελληνικό Φρουραρχείο Θεσσαλονίκης.

Στις 27 Οκτωβρίου 1944, μετά την είσοδο του Ε.Λ.Α.Σ. στη Θεσσαλονίκη, ο Χρυσοχόος συνελήφθη από τους κομμουνιστοσυμμορίτες και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως της Αριδαίας, μαζί του και οι Μιχαήλ Μαντούβαλος, Νικόλας Λιούμττας, ήρωας της μάχης των Οχυρών, αλλά και οι συνεργάτες του ο εθνικιστής πρώην υπουργός Ανδρέας Θεοχαρίδης και ο Δημήτριος Χονδροκούκης, όπου τέθηκε υπό αυστηρή κράτηση. Ο Χρυσοχόος καταδικάστηκε σε θάνατο από «λαϊκό δικαστήριο» στην Άψαλο Σκύδρας του νομού Πέλλας, ως εχθρός της «ενοποιήσεως της Μακεδονίας» και στο χωριό Φούστανη Αριδαίας Πέλλας του έγινε, μαζί με τους συνεργάτες του, εικονική εκτέλεση με άσφαιρα πυρά. Στις 19 Ιουνίου 1945, μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, με την υπ' αριθμό απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης διατάχθηκε η απόλυσή του από τις φυλακές, ενώ στην ίδια απόφαση γίνεται αναλυτική αναφορά στο αβάσιμο των κατηγοριών που του αποδόθηκαν αλλά και για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση κατά την διάρκεια της Κατοχής. Στις 5 Μαρτίου 1946 με την υπ' αριθμό 96 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης το οποίο αποφαίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται κατηγορία κατά του Χρυσοχόου για παράβαση της 6/1945 συντακτικής πράξης για πράξεις που φέρονται να έχουν τελεστεί κατά την διάρκεια της εχθρικής κατοχής, ενώ με την υπ' αριθμό 156/24 Μαΐου 1948 απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης ο Χρυσοχόου απαλλάχθηκε οριστικά από τις κατηγορίες για την παράβαση της 6/45 συντακτικής πράξης «περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού».

Μετά την κήρυξη του συμμοριτοπολέμου ο Χρυσοχόος εργάστηκε ως προπαγανδιστής και το 1948 πραγματοποίησε ραδιοφωνικές ομιλίες με τίτλο «Το ΚΚΕ εις την υπηρεσίαν των εχθρών της πατρίδος». Τον ίδιο χρόνο αποστρατεύθηκε και στη συνέχεια ανέπτυξε σημαντική δράση δραστηριότητα ως Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ερυθρού Σταυρού στη Θεσσαλονίκη, όταν πρόεδρος ήταν ο εθνικιστής πανεπιστημιακός Περικλής Βιζουκίδης. Το 1953 ο Χρυσοχόος ήταν υποψήφιος βουλευτής της Ε.Ρ.Ε. [Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις], ενώ τον ίδιο χρόνο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ιδιώτευσε ως το θάνατο του. Το 1959, προσήλθε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του Μαξ Μέρτεν, όπου κατέθεσε σημαντικά στοιχεία, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για γεγονότα που εξελίχθηκαν κατά την περίοδο της κατοχής.

Συγγραφικό έργο

Ο Αθανάσιος Χρυσοχόος δημοσίευσε σε στρατιωτικά περιοδικά πλήθος από μελέτες, ενώ έγραψε και δημοσίευσε τα βιβλία:

  • «Το Ελληνικόν Ιππικόν κατά την Μικρασιατικήν Εκστρατείαν», το 1934,
  • «Τακτική Ιππικού»,
  • «Ο Ίππος».

Μετά την αποστρατεία του ο Χρυσοχόος δημοσίευσε το πεντάτομο έργο υπό το γενικό τίτλο:

  • «Η Κατοχή εν Μακεδονία».
«Η κατοχή εν Μακεδονία. Η δράσις του Κ.Κ.Ε.», Θεσσαλονίκη 1949, βιβλίο 1ο, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών»,
«Η δράσις της Βουλγαρικής προπαγάνδας», δύο τεύχη, Θεσσαλονίκη 1950, βιβλίο 2ο, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών»,
«Η δράσις της Ιταλορουμανικής προπαγάνδας», Θεσσαλονίκη 1951, βιβλίο 3ο, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών»,
«Οι Βούλγαροι εν Ανατολική Μακεδονία και Θράκη», δύο τεύχη, Θεσσαλονίκη 1951, βιβλίο 4ο, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών»,
«Υπό την πτέρναν του κατακτητού. Οι Γερμανοί εν Μακεδονία και η Ελληνική δράσις», Θεσσαλονίκη 1962, βιβλίο 5ο, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών»,

Τα έξοδα κάλυψε η «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών» με εισήγηση του εθνικιστή προέδρου της Στίλπωνα Κυριακίδη, με το σκεπτικό ότι οι αποκαλύψεις του Χρυσοχόου «θέλουσι συντελέσει εις την διαφώτισιν του Ελληνικού λαού επί της πραγματικής δράσεως του κομμουνισμού κατά την περίοδον της κατοχής» και «την ανάνηψιν των εισέτι πλανωμένων». Το ύφος του συγγραφέα είναι σύντομο και στρατιωτικό, σαφές και ευχάριστο στην ανάγνωση, γεμάτο από ένθερμη φιλοπατρία. Το έργο περιλαμβάνει πλήθος πληροφοριών για την ύπαιθρο της περιοχής και τα δεινά που υπέφεραν οι κάτοικοι της. Οι Κατοχικές αναφορές του Χρυσοχόου προς τις Ελληνικές κυβερνήσεις τυπώθηκαν το 1950 σε έξι τόμους από την «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών».

  • «Η ελληνοαλβανική συνεννόησις του 1944 δια την ένωση της Αλβανίας με την Ελλάδα», το 1952, έκδοσις «Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών».

Μνήμη Αθανασίου Χρυσοχόου

Η όλη δράση του Χρυσοχόου υπήρξε αποδοτική στο μέτρο που μπορούσε, παρά τις αντιξοότητες, αλλά και την αντιπαλότητα που αντιμετώπισε αργότερα από τις δυνάμεις του ΕΑΜ. Τα στοιχεία που μεθοδικά είχε συγκεντρώσει ως γενικός επιθεωρητής νομαρχιών έχουν περιληφθεί στο πολύτομο έργο που συνέταξε και που εκδόθηκε μεταπολεμικά από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών. Ο ΧρυσοχόοY αποτέλεσε τον κορυφαίο στόχο, στη Θεσσαλονίκη, της δολοφονικής κομμουνιστικής ομάδος ΟΠΛΑ [8]. Ήταν ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της «Ηπειρωτικής Εστίας» Θεσσαλονίκης και του Ραδιοφωνικού σταθμού Μακεδονίας, ενώ ανέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική δράση, όμως παρά την αντίθετη φιλολογία δεν διατέλεσε πρόεδρος της «Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών». Το όνομα του, με την απόφαση αριθμός 73 της 29ης Ιανουαρίου του 1971, δόθηκε σε δρόμο της πόλεως της Θεσσαλονίκης έναντι της Σχολής Τυφλών από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλεως την περίοδο του εθνικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Τον Μάρτιο του 2018 η ονομασία της οδού άλλαξε, ύστερα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Θεσσαλονίκης, και μετονομάστηκε σε οδό Αλμπέρτο Ναρ, ο οποίος υπήρξε διηγηματογράφος, ερευνητής της ιστορίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και απόγονος Εβραίων της πόλεως. το σωζόμενο τμήμα του αρχείου του Χρυσοχόου φυλάσσεται στο παράρτημα Θεσσαλονίκης του Ε.Λ.Ι.Α., [Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο].

Πηγές

  • Γιάννης Σπ. Βάνας, «Αθανάσιος Χρυσοχόου, ένας αφανής και λησμονημένος Πραμαντιώτης» , Εφημερίδα «Πράμαντα», Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013, αριθμός φύλλου 113, σελίδες 5-7.
  • Ιστορικό περιοδικό «Τότε», τεύχος 66

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Ιωάννης Ρίγγας υπήρξε σημαντικός έμπορος, ο οποίος ανέπτυξε οικονομικές δραστηριότητες στην Παραμυθιά, όπου διέμενε τους χειμερινούς μήνες, όμως τους θερινούς μήνες ανέβαινε στη Πράμαντα, τον τόπο της καταγωγής του. Η οικία του Ιωάννη Ρίγγα βρισκόταν στον Κάτω Μαχαλά, όπου αναγέρθηκε με προσωπικές του δαπάνες ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου στη μνήμη του πατέρα του Νικολάου Ρίγγα.]
  2. [Ο Αλέξανδρος Χρυσοχόου γεννήθηκε στην κωμόπολη Πράμαντα Ιωαννίνων το 1894. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές κατετάγη το Σεπτέμβριο του 1914 στο 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων. Φοίτησε στις Σχολές Εφαρμογής Κατωτέρων Αξιωματικών, Βολής, Ιππασίας και Εφαρμογής Πεζικού. Έλαβε μέρος το 1918 ως υπαξιωματικός στην εκστρατεία της ΙΧ Μεραρχίας Ηπείρου στη Δυτική και Ανατολική Μακεδονία και την κατάληψη της Δυτικής Θράκης. Στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας έλαβε μέρος ως αξιωματικός και κατόπιν διοικητής ενός από τους λόχους του 4ου Συντάγματος Πεζικού στις μάχες Καρά-Μπογιού Νταγ, Μπος Νταγ, Εσκή Σεχήρ (Δορύλαιο), Αρντίς Νταγ, υψώματα ανατολικά του Σαγγάριου ποταμού και υψώματα περί την Κιουτάχεια. Ως διοικητής του 1/40 Ευζώνων της VIII Μεραρχίας Ηπείρου έλαβε μέρος κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο στις μάχες Καλπακίου, καθώς και των υψωμάτων Λίμνης (Ζαραβίνας), Βήσσανης, Φαραγγίου, Ποντικατών, Μπουράτου, Ορεινού, Μάλι Σπατ, Προγανατίου-Λεκτούσι και Μπολένας. Μετά την κατάρρευση συνελήφθη από τις δυνάμεις κατοχής και εγκλείστηκε σε ιταλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης αλλά όταν του δόθηκε η ευκαιρία να δραπετεύσει κατά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών με προορισμό τη Μέση Ανατολή, παρέμεινε με τη θέλησή του προκειμένου να φροντίζει βαριά άρρωστο συγκρατούμενό του. Έτσι εστάλη από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία όπου και παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωση του 1945 από τους συμμάχους. Ο Χρυσοχόου ήταν παντρεμένος με τη Φωτεινή Γιαννάκη και είχαν τέσσερα παιδιά. Πέθανε στη γενέτειρά του το 1973.]
  3. [Η συμβολή του Αλέξανδρου Χρυσοχόου στην απόκρουση των Ιταλικών αρμάτων μάχης υπήρξε καταλυτική. Ο Αλέξανδρος Χρυσοχόου, κατά την Κατοχή συνελήφθη από τους Ιταλούς και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 μεταφέρθηκε από τους Γερμανούς σε αντίστοιχο στρατόπεδο, από το οποίο απελευθερώθηκε το 1945 από τους Αμερικανούς και επαναπατρίστηκε.]
  4. [Γενικό Επιτελείο Στρατού, «Το τέλος μιας εποποιίας», Αθήνα 1959, σελίδα 221η.]
  5. [H Γενική Επιθεώρησις Νομαρχιών, κλάδος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη Χρυσοχόου και υπαλλήλους αξιωματικούς. Η υπηρεσία αυτή λάμβανε αναφορές της Χωροφυλακής και των Νομαρχιών και έστελνε επίσημους εγκυκλίους και προκηρύξεις με θεωρητικές οδηγίες αντίδρασης στη βουλγαρική και ρουμανική προπαγάνδα.]
  6. [Σελίδες 120-1, εγκύκλιος Ε.Π 380 της 5ης Οκτωβρίου 1942]
  7. [Αθανάσιος Χρυσοχόου, «Η Κατοχή εν Μακεδονία»-«Η Δράσις της Βουλγαρικής προπαγάνδας», βιβλίο δεύτερο, Τεύχος Β', 1943-1944, σελίδες 3-4.]
  8. [Σοφία Τάχου-Ηλιάδου, «Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. Τα χρώματα της βίας (1941-1945)», «Επίκεντρο», Θεσσαλονίκη 2013.]