Αλέξανδρος Α'

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλέξανδρος Α' , Έλληνας βασιλιάς του βασιλικού οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Σόντερμπουργκ-Γλύξμπουργκ, βασιλιάς των Ελλήνων την περίοδο από τις 11 Ιουνίου 1917 έως τις 25 Οκτωβρίου 1920 και Πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, 3ος στη σειρά βασιλιάς του βασιλικού του οίκου, γεννήθηκε το μεσημέρι της Πέμπτης 2 Αυγούστου 1893 στα βασιλικά Ανάκτορα στο Τατόι στην περιοχή της Δεκέλειας Αττικής και πέθανε από σηψαιμία, η οποία προκλήθηκε λόγω τραύματος που προήλθε από δάγκωμα πιθήκου, στις 16:12 μετά το μεσημέρι της 12ης/25ης Οκτωβρίου 1920 στην κατοικία της βασιλικής οικογένειας στο Τατόι στην περιοχή της Δεκελείας στην Αττική. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών. Ενταφιάστηκε στο βασιλικό κοιμητήριο στο λόφο «Παλαιόκαστρο» στο Τατόι [1].

Ο Αλέξανδρος Α' παντρεύτηκε σε μοργανατικό [2] γάμο στις 12 Νοεμβρίου 1919, την παιδική του φίλη Ασπασία Μάνου, κόρη του Πέτρου Μάνου, Συνταγματάρχη του Ιππικού και Ιππάρχου των Ανακτόρων, ο ο οποίος τελέστηκε από τον αρχιμανδρίτη των ανακτόρων σε σπίτι στην Αθήνα με κουμπάρο τον εθνικιστή συγγραφέα Χρήστο Ζαλοκώστα, σύζυγο της αδελφής της Ασπασίας και προσωπικό του φίλο. Από το γάμο τους απέκτησαν μία κόρη, την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, η οποία γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1921, σχεδόν πέντε μήνες μετά τον θάνατο του πατέρα της. Η πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, που πέθανε στις αρχές του 1993, παντρεύτηκε το 1944 στο Λονδίνο, με τον Βασιλιά Πέτρο Β' της Γιουγκοσλαβίας και γιος τους είναι ο Πρίγκιπας Διάδοχος του θρόνου Αλέξανδρος Β' Καραγεώργεβιτς.
Βασιλεύς Αλέξανδρος Α'
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* Βασιλιάς της Ελλάδος*
Έναρξη εξουσίας : 11 Ιουνίου 1917
Λήξη εξουσίας : 25 Οκτωβρίου 1920
Προκάτοχος
Διάδοχος

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Παππούς του ήταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α' και γιαγιά του η βασίλισσα Όλγα. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' και μητέρα του η βασίλισσα Σοφία, πριγκίπισσα της Πρωσίας και αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, των οποίων ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά τους. Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος Β' και μικρότερα αδέλφια του η Πριγκίπισσα Ελένη, μετέπειτα βασίλισσα μητέρα της Ρουμανίας, ο μετέπειτα Βασιλιά Παύλος Α', η Πριγκίπισσα Ειρήνη, Δούκισσα της Αόστης και η Πριγκίπισσα Αικατερίνη, μετέπειτα Λαίδη Μπράντραμ. Ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος πήρε εξαιρετική μόρφωση, είχε καθηγητή τον φιλόλογο και Εθνικό αγωνιστή Ιωάννη Δέλλιο, όμως στα μαθήματα τόσο στο γυμνάσιο όσο και στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, η απόδοσή του ήταν το πολύ σε μέτριο επίπεδο, εκτός από τη Μηχανική, στην οποία είχε αξιόλογη κλίση και διάβαζε με μανία κάθε βιβλίο και ξένο περιοδικό για τις πάσης φύσεως μηχανές.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1912 με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους, ακολούθησε το επιτελείο του πατέρα του και ως διαγγελεύς έλαβε μέρος στη μάχη στα στενά της Κρέσνας. Μετά τους πολέμους τοποθετήθηκε σε μοίρα Πυροβολικού υπό τις διαταγές του Ταγματάρχη Πετρίδη στην οποία συνυπηρέτησε με τον Σοφοκλή Βενιζέλο. Ως Ανθυπολοχαγός αγόρασε αυτοκίνητο με πίστωση και την πρώτη ημέρα που το κυκλοφόρησε έπεσε σε δένδρο, ενώ αμέσως μόλις το επισκεύασε συγκρούστηκε με ένα μόνιππο αμάξι το οποίο έκοψε στη μέση. Η γενική επιστράτευση του 1915 βρήκε τον Πρίγκιπα Αλέξανδρο να υπηρετεί στο 1ο Σύνταγμα Πυροβολικού, στην Αθήνα ως υπολοχαγός του Πυροβολικού.

Το 1ο Σύνταγμα Πυροβολικού διατάχθηκε να μετακινηθεί στη Μακεδονία, μαζί του και Αλέξανδρος, παρά την προσπάθεια της μητέρας του να το αποτρέψει, παρεμβαίνοντας στον βασιλιά Κωνσταντινό με το αίτημα «...να μη φύγει το παιδί...». Τελικά ο Αλέξανδρος δεν ακολούθησε το Σύνταγμα του στη Μακεδονία καθώς όταν κατευθυνόταν στο λιμάνι του Πειραιά με τους αξιωματικούς εφίππους να προπορεύονται από τα πυροβόλα, το άλογο του αφηνίασε και τον έριξε στο λιθόστρωτο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί αρκετά σοβαρά και να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο. Στις αρχές του 1916, πήγε στην Κατερίνη, όπου είχε μετασταθμεύσει το σύνταγμά του από τη Θεσσαλονίκη, και παρουσιάσθηκε. Εκεί έμαθε ότι ο Ταγματάρχης Λέστος συγκέντρωνε υπογραφές υπέρ του βασιλιά Κωνσταντίνου, του ζήτησε το χαρτί κι αφού το έσκισε, έκαμε δριμύτατες παρατηρήσεις στον Ταγματάρχη. Σύντομα στο Σύνταγμα του επέστρεψε στην Αθήνα κι έτσι το Σεπτέμβριο του 1916, όταν ο Βενιζέλος ίδρυσε το κράτος της Θεσσαλονίκης, ο πρίγκιπας Αλέξανδρος εξακολουθούσε να υπηρετεί στο 1ο Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού με το βαθμό του Λοχαγού.

Άνοδος στο Θρόνο

Το βράδυ της Δευτέρας 29 Μαΐου του 1917 ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε από τα Ανάκτορα στον στενό του φίλο Χρήστο Ζαλοκώστα και του ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι της Ασπασίας Μάνου, όπου θα πήγαινε και ο ίδιος. Εκεί τους διηγήθηκε ότι ο Ύπατος Αρμοστής Ζοννάρ είχε επιδώσει διακοίνωση της Αντάντ στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη, με την οποία οι Σύμμαχοι απαιτούσαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου Α' και την αναχώρησή του από την Ελλάδα μαζί με τον διάδοχο Γεώργιο. Παράλληλα γνωστοποίησαν ότι σε περίπτωση αρνήσεως του Κωνσταντίνου, ο γαλλικός στόλος θα βομβάρδιζε την Αθήνα. Οι δυνάμεις των συμμάχων της Αντάνt, για να εμποδίσουν την άνοδο από την Πελοπόννησο στην Αθήνα των εκεί φιλοβασιλικών στρατευμάτων, κι είχαν καταλάβει τον Ισθμό της Κορίνθου και είχαν επιβάλει αποκλεισμό από θαλάσσης στον Πειραιά, τον οποίο βομβάρδισαν, αλλά και την Αθήνα. Ο Ζαΐμης έσπευσε στον βασιλιά που συγκάλεσε άμεσα Συμβούλιο του Στέμματος. Μετά από διεξοδική συζήτηση ο Κωνσταντίνος Α' ανακοίνωσε την απόφαση του να απομακρυνθεί από την Ελλάδα, την οποία ο Αλέξανδρος αποδέχθηκε «κλαμένος». Αιτία ήταν η εμμονή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' στην ουδετερότητα της Ελλάδας κατά τον Α’ Παγκόσμια Πόλεμο.

Μετά την απόφαση για την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α', ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέφρασε την προτίμηση του προς τον ανήλικο τότε Πρίγκιπα Παύλο και προτιμούσε τον ορισμό Αντιβασιλιά, θέση την οποία θα αναλάμβανε φιλοβενιζελική προσωπικότητα, όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις επέτρεψαν στον Κωνσταντίνο Α' να επιλέξει το διάδοχό του. Στο σπίτι της Ασπασίας Μάνου ο Αλέξανδρος τους ενημέρωσε ότι «Αύριο φεύγει ο πατέρας μου για την Ελβετία...». Ανάστατη η Ασπασία τον ρώτησε: «...Και συ;» Ο Αλέξανδρος της απάντησε ότι δεν φεύγει, μόνο τα αδέλφια του, κι εκείνη τον ξαναρωτάει γιατί αυτός δεν φεύγει. Ο Αλέξανδρος σιώπησε. Έπειτα σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε: «...Εγώ γίνομαι βασιλεύς», ενώ συνέχισε λέγοντας για το Γεώργιο Β' ότι «...Τον φοβούνται οι Γάλλοι... Προτίμησαν εμένα... Σαν να υπάρχει διαφορά μεταξύ μας...».

Η ανάληψη του Θρόνου από τον Αλέξανδρο Α' συνιστούσε συνταγματικό πραξικόπημα καθώς δεν ακολουθήθηκαν οι διατάξεις του Συντάγματος περί διαδοχής, ενώ αντίθετα ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξέλαβε την αναχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' ως υποβολή παραιτήσεως. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α', που ποτέ δεν υπέβαλε παραίτηση από το θρόνο της Ελλάδος, θεωρούσε ότι ο Αλέξανδρος έπρεπε να διαχειρίζεται το θρόνο σαν μια παρακαταθήκη που κρατούσε κατά την απουσία του πατέρα και του μεγαλύτερου αδελφού του Γεωργίου Α'. Έτσι ο Αλέξανδρος Α' ορκίστηκε Βασιλιάς και ανάλαβε τα καθήκοντά του, διατηρώντας την πεποίθηση ότι εκτελούσε χρέη τοποτηρητή του θρόνου και ότι η προσωρινή ηγεμονία του θα έληγε με το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του πατέρα του στην Ελλάδα.

Γάμος με την Ασπασία Μάνου

Η Ασπασία Μάνου λόγω της σχέσεως της οικογενείας της με την βασιλική οικογένεια, περιλαμβάνονταν από την παιδική ηλικία, μεταξύ όσων καλούνταν στις εκδηλώσεις της βασιλικής οικογένειας και γνωρίζονταν με το μετέπειτα σύζυγό της. Σύμφωνα με το γιατρό και συγγραφέα Αλέξανδρο Ζαούση [3], ο γάμος της με τον βασιλιά Αλέξανδρο Α΄, ήταν αντίθετος με την επιθυμία της κυβερνήσεως του Ελευθέριου Βενιζέλου ο οποίος τον είχε συμβουλεύσει να παντρευτεί την πριγκίπισσα Μαίρη, κόρη του Βασιλιά της Αγγλίας Γεωργίου Ε’, την τότε αντιπολίτευση, αλλά και από τη βασιλική οικογένεια. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Αλέξανδρος και η Ασπασία είχαν πραγματοποιήσει μυστικό αρραβώνα από το 1914, εποχή που ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να φανταστεί την πιθανότητα να κληθεί να καταλάβει το θρόνο. Από την πλευρά του ο Χρήστος Ζαλοκώστας γράφει [4] ότι η σχέση τους άρχισε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1916, αν και ήταν ξεκάθαρο από πολύ νωρίτερα ότι ο Αλέξανδρος έτρεφε αισθήματα για την Ασπασία Μάνου.

Στις 12 Νοεμβρίου 1919, το βράδυ που ορίστηκε ο γάμος, έξι άτομα βρίσκονταν στο σπίτι του Χρήστου Ζαλοκώστα και περίμεναν τον αρχιμανδρίτη Ζαχαρία των ανακτόρων. Ο Αλέξανδρος, η Ασπασία, η μητέρα και η αδελφή της Ρωξάνη και οι φίλοι του Αλέξανδρου, Χρήστος Ζαλοκώστας και ο Λοχαγός Βρασίδας Σοφιανός. Στον αρχιμανδρίτη Ζαχαρία είχαν πει, πως ο Χρήστος Ζαλοκώστας επρόκειτο να βαπτίσει το παιδί του Τάκη Καμπά. Εκείνος όμως κατάλαβε τι τον ήθελαν και αργούσε να φανεί. Στις 10:30 ο Αλέξανδρος πήγε μόνος του και τον έφερε σχεδόν δια της βίας. Ήταν τόση η επιμονή του Αλέξανδρου, ώστε ο αρχιμανδρίτης δεν μπόρεσε να αντισταθεί και ακολούθησε, όμως την τελευταία στιγμή ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ιερουργήσει διότι δεν είχε άμφια και ο Αλέξανδρος μαζί με τους φίλους του άρχισε να ψάχνει μέσα στη νύχτα να βρει άμφια. Ζήτησαν στην εκκλησία της Ριζαρείου Σχολής, όμως, ο νεοκόρος δεν μπόρεσε να βοηθήσει και ο Αλέξανδρος σκέφθηκε να πάνε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός, όπου η γιαγιά του Όλγα είχε χτίσει ένα εκκλησάκι το οποίο έμεινε πάντοτε ανοιχτό.

Εκεί, ο Αλέξανδρος προσποιήθηκε ότι κινδυνεύει κάποιος γείτονας και ο παπάς χρειάζεται άμφια για να τον μεταλάβει. Έτσι πέτυχε να πείσει τον θυρωρό του ναού να πάει στο ιερό και να φέρει τα άμφια, χωρίς να αναγνωρίσει τον Αλέξανδρο, ο οποίος φορούσε στολή Ναυάρχου. Επιστρέφοντας στο σπίτι του Ζαλοκώστα τα έδωσαν στον αρχιμανδρίτη Ζαχαρία, ο οποίος αρνήθηκε να ιερουργήσει, όμως τον έπεισε ο βασιλιάς που του εξήγησε δεν επιτρέπεται να τον επηρεάζουν πολιτικοί λόγοι και δεν είχε δικαίωμα να αρνηθεί την ευλογία της τελέσεως του μυστηρίου. Μετά το μυστήριο, ο Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας δίπλωσε τα άμφια και τα άφησε σε μια πολυθρόνα, υπόγραψε βιαστικά το πιστοποιητικό γάμου και έφυγε για να ενημερώσει τον Μητροπολίτη. Την επόμενη μέρα, η κυβέρνηση ενημέρωσε τον Βενιζέλο, στο Παρίσι και απαίτησε την απομάκρυνση της Ασπασίας Μάνου, όμως ο Βενιζέλος αρκέστηκε να παραπονεθεί στον βασιλιά Αλέξανδρο Α', για την απείθεια του. Τον Μάϊο του 1920 ο Αλέξανδρος και η Ασπασία Μάνου ταξίδεψαν χωριστά για τη Γαλλία και συναντήθηκαν στο Παρίσι πραγματοποιώντας το γαμήλιο ταξίδι τους.

Συνέπειες του γάμου

Ο γάμος της Ασπασίας με τον Αλέξανδρο Α' αρχικά θεωρήθηκε παράνομος, ενώ η βασιλεία του συζύγου της κηρύχθηκε αντιβασιλεία, με συνέπεια και η κόρη της να θεωρείται παράνομη και να μη θεωρείται μέλος της βασιλικής οικογένειας. Τον Ιούλιο του 1922, ψηφίστηκε νόμος από τη Βουλή, ο οποίος επέτρεπε να αναγνωρίζεται η ισχύς γάμων μελών της βασιλικής οικογένειας που έγιναν χωρίς τη βασιλική συγκατάθεση, ακόμα και αναδρομικά, δίχως δικαιώματα στη διαδοχή του στέμματος. Με διάταγμα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' που εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1922, λίγο πριν ο Κωνσταντίνος Α' εξοριστεί και εκδιωχθεί για δεύτερη φορά, αναγνωρίστηκε ο γάμος της με τον Αλέξανδρο Α' και η κόρη της έγινε νόμιμη θυγατέρα του, δόθηκε και στις δύο, ο τίτλος της «Α.Β.Υ. Πριγκίπισσα της Ελλάδος», όμως μόλις στα τέλη του 1936 έγινε η νομική τακτοποίηση του θέματος. Η Ασπασία Μάνου, μετά το θάνατο του συζύγου της ασχολήθηκε με την ανατροφή της κόρης της, ενώ το 1931 απέκτησε δίπλωμα πιλότου ελικοπτέρου [5].

Τελευταίοι μήνες της ζωής του

Στις αρχές του Ιουλίου του 1920 ο βασιλιάς Αλέξανδρος ταξίδεψε στην απελευθερωμένη Μικρά Ασία, επί του θωρηκτού «Αβέρωφ», και στη Σμύρνη συναντήθηκε με τον Ύπατο Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη αλλά και τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Στη συνέχεια μετέβη στην Προποντίδα, όπου ύψωσε την Ελληνική σημαία στην Πέργαμο και ακολούθησε την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη γη της Ανατολικής Θράκης. Εισήλθε ως θριαμβευτής στη Ραιδεστό και στις 13 Ιουλίου του 1920 στην Ανδριανούπολη, όπου παρέμεινε για πέντε ημέρες. Τέλος στις 21 Ιουλίου του ίδιου χρόνου ο Βασιλιάς Αλέξανδρος επιβαίνων του θωρηκτού «Αβέρωφ» εισήλθε στα Δαρδανέλια και είδε από κοντά την Κωνσταντινούπολη, δίχως να αποβιβαστεί, ενώ διαόσιες χιλιάδες Έλληνες τον υποδέχθηκαν παρατεταγμένοι στην παραλία.

Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα έγινε γνωστό ότι διαπράχθηκε ανεπιτυχής δολοφονική απόπειρα σε βάρος του Ελευθερίου Βενιζέλου και στην Αθήνα ξέσπασαν επιθέσεις δήθεν αντεκδικίσεως από τον όχλο των οπαδών του κόμματος των Φιλελευθέρων. Οι αρχηγοί της Αντιπολιτεύσεως συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν, ενώ ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από τα Βενιζελικά παρακρατικά «Τάγματα Ασφαλείας» του Κρητικού αξιωματικού Παύλου Γύπαρη. Ο Αλέξανδρος ζήτησε από την κυβέρνηση να βρεθούν οι δολοφόνοι του Ίωνα Δραγούμη και να αντικατασταθούν οι διευθυντές της Αστυνομίας, αίτημα που απέρριψε ο Εμμανουήλ Ρεπούλης, αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως του Βενιζέλου.

Ο τραυματισμός του

Στις 17/30 Σεπτεμβρίου 1920, [ημερομηνίες με το παλαιό ή νέο ημερολόγιο], καθώς ο Αλέξανδρος περπατούσε στο βασιλικό κτήμα στα Ανάκτορα του Τατοΐου, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο «Φριτς», o σκύλος του ένας Γερμανικός ποιμενικός που του έχει δωρίσει ένας Άγγλος ταγματάρχης, ενεπλάκη με έναν απ´ τους μακάκους -[Macaca sylvanus], κατοικίδια του Γερμανού γεωπόνου Στουρμ επόπτη του βασιλικού κτήματος. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να απομακρύνει τα δύο ζώα, όταν ο αρσενικός μαγώτος, ο «Μόριτς», όρμησε εξαγριωμένος να υπερασπιστεί την «αγαπημένη» του, επιτέθηκε στον Αλέξανδρο Α' και τον δάγκωσε στο πόδι αλλά και τον κορμό του σώματος, στη τη γαστροκνημία, όπως την αναφέρει ο γιατρός βιογράφος του Αλέξανδρος Λ. Ζαούσης. Φρουροί και υπηρέτες του κτήματος κατέφτασαν και έδιωξαν τους Μακάκους.

Αμέσως μετά ο Αλέξανδρος τηλεφώνησε στον έμπιστο του υπολοχαγό Στέφανο Μεταξά από τον οποίο ζήτησε να φέρει γιατρό με επιδεσμικό υλικό. Ο Μέρμηγκας, διακεκριμένος καθηγητής της χειρουργικής του Πανεπιστημίου Αθηνών με σπουδές στη Γερμανία, έφτασε στο Τατόι και εξέτασε τα τραύματα του Βασιλιά παρουσία και της Ασπασίας Μάνου, η οποία έχει ειδοποιηθεί και από το σπίτι του Χρήστου Ζαλοκώστα είχε καταφθάσει ανήσυχη. Ο Μέρμηγκας έπλυνε τα τραύματα με οινόπνευμα και βενζίνη που εθεωρείτο άριστο αντισηπτικό και συμμάζεψε τις πολτοποιημένες μυικές μάζες με γάζες εμποτισμένες στο ιώδιο, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα συνηθισμένο τραύμα. Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίστηκαν φλεγμονές και οι πληγές αντί να κλείσουν επεκτάθηκαν. Οι καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο μικροβιολόγος Κωνσταντίνος Σάββας, ο Φωκάς, ο Λιβιεράτος, ο Αναγνωστόπουλος, ο Σακόρραφος, ο Μπένσης και ο Μαρίνος Γερουλάνος επιστρατεύθηκαν για να δώσουν λύση. Την πέμπτη ημέρα από το τραύμα αναβλύζει πύον μέσα στο οποίο ο Κωνσταντίνος Σάββας εντόπισε και απομόνωσε το μικρόβιο του στρεπτόκοκκου. Ο Φωκάς εξέφρασε την άποψη ότι «...βρισκόμαστε ενώπιον αρχομένης σηψαιμίας!» και πρότεινε ακρωτηριασμό του Αλέξανδρου για να αποτρέψει την επέκταση της μολύνσεως, λύση που απορρίφθηκε από την Ασπασία Μάνου.

Ο Χρήστος Ζαλοκώστας έσπευσε στο σπίτι του Βενιζέλου και του εξήγησε με λεπτομέρειες την κατάσταση. Στις 28 Σεπτεμβρίου επισκέφθηκε το Τατόι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ μαζί του παρέμεναν διαρκώς η Ασπασία Μάνου, και οι προσωπικοί του φίλοι ο Χρήστος Ζαλοκώστας, ο Ταγματάρχης Σκαρλάτος, ο Σταύρος Μεταξάς και ο Λοχαγός Βραδίδας Σοφιανός. Ο πρωθυπουργός φρόντισε να κληθεί επειγόντως από το Παρίσι ο Γάλλος καθηγητής Φερδινάνδος Βιντάλ, ειδικός στις λοιμώξεις, ο οποίος έφτασε με ελληνικό αντιτορπιλικό, μέσω Μπρίντιζι. Στις 9 Οκτωβρίου τις πρώτες βραδυνές ώρες, ο Γάλλος καθηγητής αφού εξέτασε τον ασθενή βασιλιά ενημέρωσε πρώτα το Χρήστο Ζαλοκώστα και στη συνέχεια τους Έλληνες συναδέλφους του ότι ο Αλέξανδρος δεν πρόκειται να ζήσει περισσότερο από τέσσερις ημέρες, όμως εξαντλώντας όλες τις πιθανότητες εφήρμοσε την μέθοδο του «αυτοεμβολίου», δηλαδή εμβολίου που παρασκευάστηκε από το πύον του ασθενούς προς παραγωγή αντισωμάτων, μέθοδος που απέτυχε. Στις 10 Οκτωβρίου μετακλήθηκε ο καθηγητής-χειρουργός Πιερ Ντελμπέ, που φθάνοντας με το τραίνο, βρήκε τον ασθενή σε απελπιστική κατάσταση, καθώς η σηψαιμία έχει προσβάλει και τον ένα πνεύμονα του και έκανε συνεχώς αιμοπτύσεις. Η διάγνωση του Ντελμπέ είναι ότι ο βασιλιάς προσβλήθηκε από αναερόβια μικρόβια κι όχι από στρεπτόκκοκο και είναι καταδικασμένος σε θάνατο [6].

Ο θάνατος του Αλέξανδρου

Τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Οκτωβρίου ο Αλέξανδρος έπεσε σε κώμα. Στις 16:10 το απόγευμα της 12ης/25ης Οκτωβρίου 1920, τέσσερις εβδομάδες μετά τον τραυματισμό του και αφού είχαν μεσολαβήσει επτά χειρουργικές επεμβάσεις ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α' εξέπνευσε σε ηλικία 27 ετών, αφού πρώτα ψιθύρισε «Μπίκα...», το υποκοριστικό της Ασπασίας Μάνου που φώναξε απελπισμένη: «―Αλέκο μου, πού μ’ αφήνεις....». Ο θάνατός του αποδόθηκε σε σηψαιμία που προκλήθηκε από μόλυνση και σύμφωνα με την διατύπωση του ιατρικού ανακοινωθέντος: «..Μετά βραχείαν αγωνία, καθ΄ ήν η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν...». Η κυβέρνηση εξέδωσε το «διάγγελμα επί τω θανάτω του Βασιλέως Αλεξάνδρου», στο οποίο αναφέρεται: «Προς τον λαόν. Μετά βαθυτάτης οδύνης το Υπουργικόν Συμβούλιον αγγέλλει εις τον λαόν τον θάνατον της Α. Μεγαλειότητος του Βασιλέως Αλεξάνδρου, επελθόντα σήμερον, ώραν 4ην και 10’ μ.μ. Την οδύνην καθιστά οξυτέραν όχι μόνον τον νεαρόν της ηλικίας του αγαθού Βασιλέως, αλλά και το ότι δεν επέζησε να βασιλεύση Ελλάδος, ήτις τοσούτον εμεγαλύνθη επί των ημερών αυτού...».

Τι ακολούθησε

Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάλεσε τη Βουλή, που είχε διαλυθεί εν όψει των εκλογών της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, η οποία στις 15/28 Οκτωβρίου 1920 εξέλεξε ως αντιβασιλέα, τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α', στη μητέρα του τη Βασίλισσα Σοφία καθώς και στους άλλους συγγενείς του Αλέξανδρου, δεν επετράπη να εισέλθουν στην Ελλάδα προκειμένου να παραστούν στην κηδεία. Μονάχα στη γιαγιά του, τη βασίλισσα Όλγα χήρα του βασιλιά Γεωργίου Α', επετράπη να παρευρεθεί στις τελευταίες ώρες του εγγονού της, όμως η θαλασσοταραχή που συνάντησε στην Αδριατική θάλασσα δεν της επέτρεψε να τον προλάβει ζωντανό καθώς έφτασε στην Ελλάδα με καθυστέρηση είκοσι τεσσάρων ωρών. Αντίκρισε τον Αλέξανδρο, τον οποίο είχαν ταριχεύσει και ντύσει με τη μεγάλη στολή, να έχει το πρόσωπό του γαλήνιο κι όταν τον είδε είπε: «... Τι ωραίος που είναι ο Αλέξανδρός μου... Το παιδί μου θ’ αναπαυθεί στον Παράδεισο... Το παιδί μου ήταν καλό...». Όπως γράφει ο Χρήστος Ζαλοκώστας, ο Μήτσος Φουγαλάς, οδηγός και αχώριστος σύντροφος του Αλεξάνδρου, επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα τελευταία λόγια του βασιλιά «Θα πάμε Μήτσο ταξίδι μακρινό...», επέστρεψε στο σπίτι του, τοποθέτησε απέναντί του μια φωτογραφία του Αλέξανδρου κι αυτοκτόνησε τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα με το πιστόλι του.

Το προσωπικό αυτοκίνητου του νεκρού βασιλιά, με οδηγό τον προσωπικό του φίλο Ανθυπολοχαγό Μετξά, το οποίο μετέφερε τη σορό του στην Αθήνα ξεκίνησε από το Τατόι στις 10:30 το πρωί της Τετάρτης 14 Φεβρουαρίου και έφτασε μέχρι το κτήμα Θων. Εκεί η σορός τοποθετήθηκε επί κιλλίβαντος πυροβόλου και με τη συνοδεία τιμητικού αγήματος μεταφέρθηκε στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών λίγο μετά το μεσημέρι, όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Δίπλα στη σορό του τοποθετήθηκαν ως φρουροί τέσσερις αξιωματικοί με στολή εκστρατείας και φέροντες τα παράσημα τους, οι οποίοι εναλλάσσονταν κάθε έξι ώρες. Η κηδεία του Αλέξανδρου Α' τελέστηκε στις 14:30 μετά το μεσημέρι της Παρασκευής 16 Οκτωβρίου 1920 με τελετάρχη τον Υποστράτηγο Κοντογιάννη.

Μνήμη Αλέξανδρου Α'

Ο Αλέξανδρος είχε σαν πρότυπο τον παππού του, τον Γεώργιο Α', και από αυτόν είχε πάρει τα «δανέζικα» γονίδια και όχι τα γερμανικά της μητέρας του Βασίλισσας Σοφίας. Ήταν εύχαρις, διέθετε αίσθηση χιούμορ και υπήρξε επιρρεπής στις περιπέτειες και τις διασκεδάσεις. Το σχήμα του προσώπου του ήταν κανονικό, ωοειδές, με χαρακτηριστικό πυκνό, πυρρόξανθο μουστάκι, με μάτια ανοιχτά καστανά, που σε ορισμένα πορτραίτα του έπαιρναν γαλανή απόχρωση. Είχε αποκτήσει από τη γυμναστική και τον αθλητισμό ένα πολύ γεροδεμένο σώμα, ενώ οι αθλητικές του προτιμήσεις στρεφόταν στον στίβο, στην κωπηλασία και την ιππασία [7]. Ήταν πιστός στους φίλους του κι εκτιμούσε τη σταθερότητα του χαρακτήρα των ανθρώπων. Έτσι όταν έμαθε ότι η Μαρίκα Κοτοπούλη στήριζε οικονομικά αξιωματικούς πιστούς στον βασιλιά Κωνσταντίνο, τους οποίους είχε αποτάξει το καθεστώς του Βενιζέλου, κάλεσε σε γεύμα την Κοτοπούλη προκειμένου να την τιμήσει για την πράξη της και το έμπρακτο ενδιαφέρον της για τους υποστηρικτές του πατέρα του.

Ο Χρήστος Ζαλοκώστας, εθνικιστής, συγγραφέας, προσωπικός φίλος και κουμπάρος του Αλέξανδρου, αλλά και γαμπρός από αδελφή της Ασπασίας Μάνου, γράφει ότι ο Αλέξανδρος ήταν ωραίος και αθλητικός, διακρίνονταν για τον ήπιο, ευγενικό αλλά και συνάμα ατίθασο χαρακτήρα του, τις επιτυχίες του στο γυναικείο φύλο και την αγάπη του για τα αυτοκίνητα, ενώ γράφει ότι υπήρξε μέτριος σπουδαστής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Επίσης, τον χαρακτηρίζει ήπιο ως χαρακτήρα, που ένιωθε να τον καταπιέζει η αυλική εθιμοτυπία, με ροπή στο ξενύχτι, μανιώδη παίκτη στο τάβλι, δίχως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κρατικές υποθέσεις και με πάθος για τα γρήγορα αυτοκίνητα.

Σύμφωνα με όσα γράφει ο Πρίγκιπας Χριστόφορος, ο μικρότερος από τα οχτώ παιδιά του Βασιλέως Γεωργίου Α' και νεώτερος από τους θείους του Αλέξανδρου, ο νεαρός βασιλιάς σύντομα κατέστη «...αιχμάλωτος στο ίδιο του το παλάτι, στην υπηρεσία του οποίου επιτρέπονταν να βρίσκονται μόνο οι εχθροί του πατέρα του και του Βασιλικού Οίκου..». Εν τούτοις ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α' ταυτίστηκε με το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδος και υπήρξε λαοφιλής αλλά και ιδιαίτερα δημοφιλής στις τάξεις του στρατεύματος, εξαιτίας και της Μικρασιατικής εκστρατείας, που ξεκίνησε την περίοδο της βασιλείας του, καθώς η Ελλάδα κατόρθωσε να κερδίσει στρατηγικής σημασίας εδάφη, με τις συνθήκες του Νεϊγί το 1919 και των Σεβρών το 1920. Την περίοδο της βασιλείας του η Σμύρνη, η Δυτική και η Ανατολική Θράκη, πλην Κωνσταντινουπόλεως, έγιναν ελληνικά εδάφη. Στις 8 Ιουλίου 1920, στη διάρκεια της επισκέψεως του Αλέξανδρου στην πόλη Δεδέαγατς ο Εμμανουήλ Αλτιλναμτζής, ο τότε δήμαρχος της πόλεως, προσφωνώντας τον βασιλιά, είπε ότι η πόλη προς τιμήν του μετονομάζεται σε Αλεξανδρούπολη, άλλωστε ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α' ήταν ο πρώτος Έλληνας ανώτατος άρχοντας που την επισκέφθηκε.

Η μητέρα του, η βασίλισσα Σοφία, στην αλληλογραφία τους τον προσφωνούσε «Πρίγκηπα Αλέξανδρο» και η βασιλική οικογένεια ουδέποτε αποδέχθηκε τον Αλέξανδρο Α' ως βασιλιά κι είναι χαρακτηριστικό ότι στον τάφο του στο Τατόι αναγράφεται ως «Αλέξανδρος, βασιλόπαις της Ελλάδος, εβασίλευσεν αντί του πατρός αυτού». Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στον επικήδειο για το θάνατο του Αλέξανδρου Α' έπλεξε το εγκώμιο του νεκρού βασιλιά τονίζοντας ότι εμπνεύσθηκε από το παράδειγμα του παππού του Γεωργίου Α' και υπήρξε υπόδειγμα βασιλιά ο οποίος σεβάσθηκε το πολίτευμα της χώρας του. Διαδόθηκε ότι ο θάνατος ήταν μια πράξη δολοφονίας και η Αθηναϊκή εφημερίδα «Νέα Ημέρα», δημοσίευσε ότι ο Βενιζέλος είχε αναθέσει σε έμπιστο του να εμβολιάσουν τον πίθηκο με τον ιό της λύσσας, για να δαγκώσει τον Αλέξανδρο, ενώ ο Βενιζέλος έδωσε εντολή να ασκηθεί δίωξη εναντίον του εκδότη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

Παραπομπές

  1. Το Βασιλικό Κοιμητήριο Φίλοι κτήματος Τατοΐου
  2. [Η λέξη μοργανατικός προέρχεται από τη μεσαιωνική λατινική λέξη «morganaticus» και σχετίζεται με τη γερμανική «morgengabe», που σημαίνει την προγαμιαία δωρεά ενός ηγεμόνα προς τη μέλλουσα σύζυγο, όταν αυτή προέρχεται από κατώτερη, κοινωνικώς και οικονομικώς, τάξη. Επικράτησε η έκφραση «μοργανατικός γάμος» να χρησιμοποιείται για βασιλείς ή μέλη βασιλικών οικογενειών που νυμφεύονται κάποιον ή κάποια δίχως τίτλο ευγενείας.]
  3. [«Αλέξανδρος & Ασπασία, (1915-1920)»] Εκδόσεις «Ωκεανίδα», Αθήνα, 2000.]
  4. [«Αλέξανδρος», Χρήστος Ζαλοκώστας, σελίδα 26, Αθήνα, εκδόσεις «Άλφα».]
  5. Η Ασπασία Μάνου, σύζυγος του βασιλιά Αλεξάνδρου
  6. [Ο στρεπτόκοκκος εξακολουθεί να είναι δύσκολα ιάσιμος ακόμη και με τη χρήση ισχυρών αντιβιοτικών.]
  7. [«Αλέξανδρος & Ασπασία 1915-1920», Αλέξανδρος Ζαούσης, Εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελίδα 15, Αθήνα Ιανουάριος 2010.]



Κατάλογος Βασιλέων της Ελλάδος
Βασιλεύς Όθων | Βασιλεύς Γεώργιος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α' | Βασιλεύς Αλέξανδρος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α' | Βασιλεύς Γεώργιος Β' | Βασιλεύς Παύλος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β' |