Γεωπολιτική

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Γεωπολιτική, [σύνθεση των Ελληνικών λέξεων Γη ή Γεωγραφία και Πολιτική], [αγγλ. geopolitics < geo(graphy) = γεω(γραφία) + politics = πολιτική], [γερμαν. Geopolitik], είναι η επιστήμη που μελετά την επίδραση των γεωγραφικών, οικονομικών και δημογραφικών παραγόντων στην πολιτική και κυρίως στην εξωτερική πολιτική των κρατών αλλά και της ανθρώπινης και φυσικής Γεωγραφίας στις διεθνείς σχέσεις και κατ΄ επέκταση στη Διεθνή πολιτική. Αναλύει και συσχετίζει σταθερούς και μεταβλητούς γεωγραφικούς παράγοντες και παράλληλα καταλήγει σε συμπεράσματα κατανομής της ισχύος στο διεθνή χώρο, ενώ αποτελεί μια μέθοδο μελέτης της εξωτερικής πολιτικής ώστε να γίνει κατανοητή, να εξηγηθεί και τελικά να μπορεί να προβλεφθεί η συμπεριφορά των παγκοσμίως πολιτικά δρώντων μέσα από γεωγραφικές μεταβλητές, οι οποίες περιλαμβάνουν το κλίμα, το περιβάλλον, τον πολιτισμό, την τοπογραφία, τη δημογραφία, τους φυσικούς πόρους και εφαρμοσμένες επιστήμες κάθε περιοχής. Από τότε που ξεκίνησε την πορεία της η Γεωπολιτική υπήρχαν αμφιβολίες ως προς τα επιστημονικά της εχέγγυα.

Πίνακας περιεχομένων

Γενικά

Η γεωγραφική διάσταση της πολιτικής, όπως η γεωγραφική θέση, τα φυσικά σύνορα, η έξοδος σε ανοικτή θάλασσα, οι φυσικοί πόροι, το μέγεθος, το κλίμα, το υπέδαφος, και άλλα, είναι ζήτημα που έχει απασχολήσει την Ελληνική αρχαιότητα, με κύριους εκπρόσωπους τον Ηρόδοτο και τον Αριστοτέλη, τον Διαφωτισμό, με κύριους εκπροσώπους τον Μοντεσκιέ, στο έργο του «Πνεύμα των Νόμων» και τον Γάλλο φιλελεύθερο οικονομολόγο, φιλόσοφο του Διαφωτισμού και πολιτικό Turgot με το έργο του «Géographie politique».

Γερμανική σχολή

Πατέρας της θεωρίας υπήρξε ο Γερμανός γεωγράφος Friedrich Ratzel [1], ιδρυτής της γερμανικής σχολής της γεωπολιτικής, γνωστής μετά ως Geopolitik, όμως ο όρος Γεωπολιτική εισήχθη στις αρχές του 20ου αιώνα, συγκεκριμένα το 1899, από τον γερμανόφιλο Σουηδό πολιτικό επιστήμονα Rudolf Kjellén [2], μαθητή του Ratzel και καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, στον οποίο οφείλεται η διάδοση και συστηματοποίηση των ιδεών του Ratzel. Ο Rudolf Kjellen ήταν πιο απόλυτος στις απόψεις του περί γεωπολιτικής, η οποία διαδόθηκε στην κεντρική Ευρώπη ως επιστήμη κατά το διάστημα του μεσοπολέμου και αποτέλεσε εργαλείο στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μίας γεωγραφικής επικράτειας. Βασικοί εκπρόσωποι της Γεωπολιτικής στο διάστημα του Μεσοπολέμου υπήρξαν οι Γερμανοί εθνικοσοσιαλιστές, Όσβαλντ Σπένγκλερ, [Oswald Spengler], και ο Καρλ Χαουσχόφερ, [Karl Haushofer] [3], καθηγητής και στρατηγός κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδρυτής της σχολής της γεωπολιτικής του Πανεπιστημίου του Μονάχου, στενός φίλος και συνεργάτης του Ρούντολφ Ες αλλά και του Αδόλφου Χίτλερ, καθώς και οι Alexander Humboldt και Karl Ritter.

Αγγλοσαξωνική σχολή

Ο πρώτος γεωπολιτικός μελετητής στον αγγλοσαξωνικό χώρο θεωρείται ότι είναι ο Alfred Mahan [4], πλοίαρχος των Η.Π.Α. και πρόεδρος του Naval War College, ο οποίος είναι πατέρας της γεωστρατηγικής, ο οποίος ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε τη διάκριση μεταξύ χερσαίων και θαλασσίων μεγάλων δυνάμεων. Η αγγλοσαξονική Γεωπολιτική σχολή δίδει βαρύτητα στον αυστηρό και υπολογιστικό επιστημονικό χαρακτήρα της γεωπολιτικής αναλύσεως (εμπειρισμός). Τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα προκύπτουν από τη σύνθεση παραγόντων, τα οποία έχουν προέλθει από μια επιστημονική, ολοκληρωμένη και ακριβή μελέτη του φυσικού γεωγραφικού και ανθρωπογενούς χώρου. Κύριοι εκπρόσωποι της είναι οι Halford Mackinder, Nicholas Spykman, George F. Kennan και από τους νεώτερους οι Henry Kissinger, Zbigniew Brzezinski, ο John Mearsheimer και ο Samuel Huntington, ο οποίος υποστηρίζει ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχει φέρει στο προσκήνιο μία νέα παγκόσμια σύγκρουση, που χαρακτηρίζεται από ένα ανεξίτηλο «πολιτισμικό ρήγμα», [fault-line], μεταξύ της Δύσεως από και άλλων οκτώ «πολιτισμών», από που ονόμασε «σύγκρουση πολιτισμών», [clash of civilizations]. Οι άλλοι «πολιτισμοί», που ορίζονται με κριτήριο τη θρησκεία, δεν είναι σε θέση να ενστερνιστούν τις δυτικές αρχές της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, της ανοχής και της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς η Δύση δεν έχει άλλη επιλογή από την απομόνωση από τους άλλους «πολιτισμούς», καθώς ο Huntington τάσσεται κατά της μετωπικής συγκρούσεως και υπέρ της αποστασιοποιήσεως από τους άλλους πολιτισμικούς κόσμους. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 είναι αισθητή η παρουσία της κριτικής γεωπολιτικής, [critical geopolitics], αρχικά στις ΗΠΑ και τον Καναδάς και στη συνέχεια στην Ιρλανδία, τη Βρετανία και στα Σκανδιναβικά κράτη, η οποία κινήθηκε στα αχνάρια της κριτικής σκέψης και του μεταμοντερνισμού. Κύριοι εκπρόσωποί της κριτικής γεωπολιτικής είναι ο John A. Agnew, o Simon Dalby, o Geároid Ó Tuathail, ο Klaus Dodds, o Paul Routledge και η Joanne Sharp.

Ενδιάμεση περιοχή

Ο Δημήτριος Κιτσίκης, Έλληνας Πανεπιστημιακός καθηγητής, εκφραστής της Γεωπολιτικής απόψεως της «Ενδιαμέσου Περιοχής», που αποτελεί Γεωπολιτικό μοντέλο, αναγνωρισμένο από την Καναδική Ακαδημία, [Royal Society of Canada]. Σύμφωνα με το μοντέλο της Ενδιαμέσου Περιοχής, η Ευρασία δεν αποτελείται μόνον από δύο πολιτισμικές περιοχές, δηλαδή την Δύση και την Ανατολή, αλλά και από μία τρίτη, αυτή που ο καθηγητής Κιτσίκης αποκαλεί «Ενδιάμεση Περιοχή» [5] [6]

Χρονικές Περίοδοι

Την περίοδο από το 1890 έως το 1945 η Γερμανική αντίληψη για την γεωπολιτική εμπνεύστηκε από την βιολογία, και η αγγλοσαξονική σχολή από την αντίληψη της διαπάλης μεταξύ θαλασσίων και χερσαίων μεγάλων κρατών. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η γεωπολιτική εξαφανίστηκε ως λέξη αλλά και ως απλή επιστημονική συζήτηση για ένα τέταρτο του αιώνα λόγω της ταυτίσεως της με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό και τον Αδόλφο Χίτλερ. Αντιστοίχως, τον περίοδο από το 1960 έως το 1975 στη Γεωοπολιτική σκέψη κυριαρχεί ο σκληρός ρεαλισμός, το πνεύμα της «πολιτικής της ισχύος» κυρίως στις ΗΠΑ, τη Σοβιετική Ένωση και εν μέρει στη Βρετανία. Στη συνέχεια την περίοδο από το 1975 έως το 1989 κυριαρχούν δύο εντελώς διαφορετικοί γεωπολιτικοί κλάδοι, η γεωστρατηγική, [geostrategy] και «υψηλή στρατηγική», [grand strategy], κυρίως στις Η.Π.Α. και εν μέρει στη Βρετανία, και η νέα γεωπολιτική, η γαλλική géopolitique που δίνει έμφαση στην περιβαλλοντική διάσταση. Τέλος την περίοδο από το 1990 ως τις μέρες μας, κυριαρχεί η μεταδιπολική εποχή των περισσότερων τάσεων, με κυρίαρχη νέα τάση την κριτική γεωπολιτική, [critical geopolitics], κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Εσωτερική αρθρογραφία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Friedrich Ratzel δίνει έμφαση στις συγκοινωνίες και επικοινωνίες, που εμπεριέχουν τις αναλυτικές έννοιες α) τον γεωγραφικό χώρο εκκινήσεως, β) τον γεωγραφικό χώρο προορισμού και γ) τη μεταξύ τους απόσταση. Βασικά σημεία του έργου του είναι η παρομοίωση των κρατών με τους ζωντανούς οργανισμούς. Θεωρεί ότι τα κράτη ιδρύονται, γεννώνται, εξελίσσονται, ακμάζουν, παρακμάζουν και διαλύονται. Ακόμη ότι η έννοια του «ζωτικού χώρου», [lebensraum], και η άποψη ότι η αντίθεση μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων δυνάμεων έχει θεμελιώδη σημασία για τις σχέσεις μεταξύ των λαών.]
  2. [Ο Rudolf Kjellén ανησυχώντας για την πιθανότητα ενός καταστροφικού ευρωπαϊκού πολέμου και για την τύχη της αδύναμης Σουηδίας, υποστήριξε την επικράτηση της Γερμανίας στην Κεντρική Ευρώπη που θα λειτουργούσε ως προστάτης των μικρότερων χωρών. Επίσης υποστήριζε ότι η Γερμανία για να αναπτυχθεί χρειαζόταν να έχει υπό τον έλεγχο της, εκτός από την κεντρική Ευρώπη και άλλες περιοχές, όπως η νοτιοανατολική Ευρώπη, η Εγγύς Ανατολή και η Αφρική. Ο Kjellen θεωρούσε ότι η γεωπολιτική στηριζόταν σε τέσσερις βασικές θέσεις: α) Στο Reich, το κράτος, ως εδαφική έννοια που έχει ανάγκη ζωτικού χώρου. β) Στο λαό (Volk) ως τη πληθυσμιακή-φυλετική διάσταση του κράτους. γ) Στην ανάγκη για οικονομική αυτάρκεια μπροστά στις αλλαγές και τους κινδύνους της διεθνούς αγοράς. δ) Στην κοινωνία (Gesellschaft) που ήταν η κοινωνική διάσταση της οργάνωσης ενός έθνους και συνέβαλε στην πολιτιστική της αίγλη.]
  3. [Ο Karl Haushofer υποστηρίζει ότι τα σύνορα μεταξύ των κρατών δεν αποτελούν χαράξεις νομικής φύσεως, αλλά στρατηγικούς στόχους υπάρξεως. Εμπεριέχει την έννοια του ζωτικού χώρου και καταλήγει στη διαίρεση του κόσμου ανάλογα με τον πολιτισμό. Τα σύνορα μπορούν να διαστέλλονται και να συστέλλονται ανάλογα με την δυναμική κάθε κράτους. Η γεωπολιτική, κατά τον Χαουσχόφερ, συμβάλλει στην ανάδειξη ενός αριθμού κρατών διεθνούς ακτινοβολίας, καθένα από τα οποία θα κυριαρχεί σε συγκεκριμένη ζώνη επιρροής. Οι απόψεις του διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και οι ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν την γερμανική επεκτατικότητα. Ο Haushofer πίστευε ότι εχθρός της Γερμανίας δεν ήταν τόσο η Ρωσία-Σοβιετική Ένωση, «ο κλέφτης της στέπας» όπως την ονόμαζε, αλλά οι «κλέφτες των θαλασσών» ή «λύκοι των θαλασσών», οι κοσμοπολίτες και πλουτοκράτες της Βρετανίας και των ΗΠΑ. O Karl Haushofer, μέσω του Rudolf Hess, που υπήρξε φοιτητής του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και με τον οποίο είχε συνδεθεί στενά, θεωρείται ως ο εμπνευστής της ιδέας να συμμαχήσουν η Γερμανία με τη Σοβιετική Ένωση, και όχι να της επιτεθεί προκειμένου οι δύο αυτές μεγάλες δυνάμεις να εξασφαλίσουν την κυριαρχία στην Ευρασία και αποτέλεσμα αυτής της εμπνεύσεως του φέρεται να είναι η συμμαχία Γερμανίας και Σοβιετικής Ενώσεως, με την υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ στις 23 Αυγούστου 1939.]
  4. [Ο Alfred Mahan κατέγραψε τα πλεονεκτήματα των θαλασσίων δυνάμεων έναντι των χερσαίων και προέτρεπε τις Η.Π.Α., μέσω και του φίλου του και Προέδρου Θεόδωρου Ρούζβελτ, να εγκαταλείψουν τον απομονωτισμό τους, να επεκταθούν με αποικίες, να αποκτήσουν πανίσχυρο πολεμικό ναυτικό και να καταστούν μία από τις μεγάλες ναυτικές δυνάμεις.]
  5. «Ενδιάμεση Περιοχή»-Το Blog του καθηγητή Δημήτρη Κιτσίκη.
  6. «Ενδιάμεση Περιοχή»-Το (νέο) Blog του καθηγητή Δημήτρη Κιτσίκη.