Γεώργιος Μιστριώτης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Μιστριώτης Έλληνας αρχαιολάτρης Πανεπιστημιακός καθηγητής της κλασσικής Φιλολογίας με πλούσιο έργο ως προς τα κείμενα και τα ερμηνευτικά σχόλια για τους Αρχαίους συγγραφείς και ποιητές, το οποίο βασίστηκε κυρίως σε Γερμανούς φιλολόγους και πλέον θεωρείται κλασσικό, από τις επιφανέστερες μορφές των ελληνικών γραμμάτων, υπέρμαχος και υπερασπιστής της καθαρεύουσας, γεννήθηκε [1] στις 15 Ιουλίου 1840 στην Τρίπολη του σημερινού νομού Αρκαδίας στην Πελοπόννησο και πέθανε [2] την Παρασκευή 10 Ιουνίου 1916 στην Αθήνα. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε την Κυριακή 12 Ιουνίου από τον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο της πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους.

Ήταν παντρεμένος με τη Χρυσηίδα, κόρη του καθηγητή Νικολάου Σαριπόλου, που πέθανε πριν τον ίδιο, με την οποία απέκτησαν δύο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Νικόλαο [3], που πέθαναν πριν τον πατέρα τους, καθώς και δύο κόρες, την Φωτεινή και την Αριάδνη.
Γεώργιος Μιστριώτης [4]

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Ο Γεώργιος Μιστριώτης ήταν γόνος αρματολικής οικογένειας της Αρκαδίας, συγγενικής των Κολοκοτρωναίων. Πατέρας του ήταν ο Κωνσταντίνος Μιστριώτης, δραστήριος έμπορος της περιοχής που πρωταγωνίστησε στην Επανάσταση του 1821 και τιμήθηκε με το παράσημο του Αγώνος, ενώ θείος του Γεωργίου Μιστριώτη ήταν ο Αναγνώστης Γαλανόπουλος, ευεργέτης του Εθνικού Πανεπιστημίου.

Σπουδές

Ο Γεώργιος Μιστριώτης ολοκλήρωσε τις Γυμνασιακές του σπουδές στην Τρίπολη. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1858 και στη διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε και απέσπασε δύο βραβεύσεις στο «Ροδοκανάκειο» φιλολογικό διαγωνισμό για τις πραγματείες του «Περί του καθ’ Όμηρον πολιτεύματος των ηρωικών χρόνων» και «Περί του καθ’ Όμηρον οικιακού βίου των Ελλήνων». Στη διάρκεια των σπουδών του ήταν γραμματέας της «Φοιτητικής Φάλλαγος», υπό τον Κορωναίο, σε μια εποχή που μόνη η Φάλαγγα φρουρούσε την Αθήνα. Αποφοίτησε το 1962 από τη Φιλοσοφική σχολή με άριστα και συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με υποτροφία του Ελληνικού Κράτους η οποία του δόθηκε από τον αντιβασιλέα Δημήτριο Βούλγαρη, όπου περάτωσε τη διδακτορική του διατριβή, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου όπου το 1867 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Φιλολογίας και συνέγραψε την ιστορία των επών του Ομήρου. Στη Γερμανία παρακολούθησε μαθήματα κοντά στον Αουγκούστ Μπεκ, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους και ιστορικούς της εποχής.

Πανεπιστημιακή δράση

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ανακηρύχθηκε υφηγητής, στις 16 Φεβρουαρίου του 1868, και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου έκτακτος καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια έγινε τακτικός καθηγητής. Τον Ιούνιο του 1871 στη διάρκεια της εκλογής των Πρυτανικών αρχών πλειοψήφησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος διόρισε τον Ευθύμιο Καστόρχη. Η πράξη του διορισμού προκάλεσε την αποδοκιμασία του Τύπου της εποχής, ενώ δημοσιεύθηκαν και δύο μεγάλα ανώνυμα άρθρα, στα οποία ο συντάκτης κατηγορούσε τον Παπαρρηγόπουλο ότι «...αγωνίζεται να περιπλέξη εις τας χείρας αυτού την περιουσίαν του Πανεπιστημίου...». Η εφημερίδα που δημοσίευσε τα άρθρα αναγκάστηκε να αποκαλύψει τον συντάκτη τους που ήταν ο Μιστριώτης. Την ίδια στιγμή ακολούθησαν δύο προσκλήσεις σε μονομαχία, η μία από τον Δημήτριο Παπαρρηγόπουλο, τον γιο του ιστοριογράφου. Ο Μιστριώτης τις απέρριψε και αρνήθηκε να μονομαχήσει –σώζεται δημοσιευμένο το σχετικό πρωτόκολλο που συντάχθηκε- με το επιχείρημα ότι «...η μονομαχία είναι άλογον λείψανον του μέσου αιώνος..». Ο Μιστριώτης εξελέγη δύο φορές κοσμήτωρ [5] της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, τα ακαδημαϊκά έτη 1885-86 και 1907-08, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1890-1891 ανέλαβε πρυτανικά [6] καθήκοντα.

Το 1895 ίδρυσε την «Εταιρεία υπέρ της διδασκαλίας των αρχαίων δραμάτων», και εν όψει της Ολυμπιάδος του 1896 πρότεινε την κατάρτιση θιάσου ερασιτεχνών για το ανέβασμα του έργου «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους. Το 1901 με πρωτοβουλία του Μιστριώτη συγκροτήθηκε η «Εταιρεία υπέρ της των Πατρίων Αμύνης» με σκοπό να διασώσει τη θρησκεία και τη γλώσσα, καθώς όπως επεσήμαινε το έντυπο που εξέδιδε η εταιρεία «... Πρέπει κατά του μολύσματος των κοσμοπολιτικών ιδεών... να κηρυχθή πόλεμος εκμηδενίσεως, και να περιλουστούν με καίουσαν άσφαλτον τα μικρόβια του αντιπατριωτισμού...». Το 1911 όταν η Αναθεωρητική Βουλή επιδόθηκε στην επεξεργασία νέου Συντάγματος ο Μιστριώτης συγκρότησε την «Εταιρεία περί Εννόμου Αμύνης της Εθνικής Γλώσσης», που αποτέλεσε τον ιδεολογικό και πολιτικό αντίπαλο των δημοτικιστών, και άρχισε να διοργανώνει μαζικά και μαχητικά συλλαλητήρια, σε βαθμό που η Βουλή, υπό το βάρος των αντιδράσεων ανέστειλε τις διαδικασίες γλωσσικών μεταρρυθμίσεων. Η Εταιρεία απαίτησε από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο να συμπεριληφθεί στο νέο Σύνταγμα ειδική διάταξη για την επιβολή της καθαρεύουσας, την απόλυση των δημοτικιστών εκπαιδευτικών και την επιβολή περιορισμών στη διδασκαλία ξένων γλωσσών.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1911 ο Βενιζέλος μιλώντας στη Βουλή αναφέρθηκε στη συνάντηση του με το Γεώργιο Μιστριώτη ο οποίος εμφανίσθηκε ενώπιον του Βενιζέλου, απαιτώντας να υπάρξει ειδική διάταξη στο Σύνταγμα, που να καθιερώνει την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Ο Βενιζέλος απέρριψε την πρόταση και εξήγησε ότι μια τέτοια διάταξη θα είχε νόημα αν συνοδευόταν από τη γραμματική της καθαρεύουσας για να ψηφισθεί και αυτή ως μέρος του Συντάγματος. Το πρώτο σκέλος της προτάσεως του Βενιζέλου προς τη Βουλή προέβλεπε την απαγόρευση της αποδόσεως της γλώσσας του Ευαγγελίου σε άλλο λεκτικό τύπο χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το δεύτερο σκέλος αφορούσε την επίσημη γλώσσα του Κράτους, ορίζοντας ότι θα ήταν εκείνη στην οποία θα συντάσσονταν το Σύνταγμα και η νομοθεσία. Ο Μιστριώτης παρέμεινε στη θέση του Πανεπιστημιακού καθηγητή μέχρι το θάνατο του.

«Γαλβανικά» ή «Πανεπιστημιακά» γεγονότα

Στις 17 Δεκεμβρίου 1896 ο Ιούλιος Γαλβάνης, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ζήτησε από τους φοιτητές να παρουσιάσουν ένα ιατρικό περιστατικό στο αμφιθέατρο ενώπιον όλων των συναδέλφων τους [7]. Μια επιτροπή φοιτητών επισκέφτηκε τον καθηγητή και αιτήθηκε τη μη εφαρμογή του μέτρου, όμως ο Γαλβανης αρνήθηκε λέγοντας στους φοιτητές ότι δεν δέχεται υποδείξεις κι ότι αυτοί ούτε επιθυμούν να σπουδάσουν ούτε έχουν ιδέα από την επιστήμη τους και ότι ατιμάζουν την Ελλάδα. Η αντίδραση των φοιτητών ήταν να εκκενώσουν την αίθουσα. Ο Γαλβάνης ενημέρωσε τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου για όσα έγιναν στην κλινική του και υποστήριξε ότι δεν εκστόμισε ύβρεις και ότι «...ουδέν άλλο έπραξεν ειμή να υποτιμήσει τους θορυβήσαντες και ατακτήσαντας χωρίς όμως να έχει την ελαχίστην πρόθεσιν δια της επιτιμήσεώς τους να προσβάλλει κάποιον από τους φοιτητές πράγμα το οποίο και εις τον χαρακτήραν του αντίκειτα...ι». Η Σύγκλητος αφού άκουσε τον καθηγητή, συνέταξε την ακόλουθη ανακοίνωση, «...Η Ακαδημαϊκή Σύγκλητος συνελθούσα εις συνεδρίασιν την 18η Δεκεμβρίου 1896 και εξετάσασα τα κατά την 17ην του μηνός γενόμενα ...{...}... επείσθη ότι ουδέν συνέβη εκ των διαδοθέντων. Ο κ. Γαλβάνης επετίμησεν μόνον τους ατακτήσαντας εν τη παραδόσει του ουδαμώς δε εξεφράσθη κατά των ακροατών αυτού, πολλώ δε ολιγώτερον κατά του συνόλου των φοιτητών. Η Ακαδημαϊκή Σύγκλητος προτρέπει τους κ.κ. φοιτητάς να εξακολουθήσωσιν ησύχως το εαυτών έργον...».

Οι φοιτητικές ταραχές που ακολούθησαν είχαν ως αφορμή το λεκτικό επεισόδιο, όμως αιτία τους ήταν η αναταραχή που είχε προκαλέσει το Κρητικό ζήτημα. Οι ταραχές κράτησαν από τις 9 έως τις 19 Ιανουαρίου 1897, κι έμειναν γνωστές στην Ιστορία ως «Γαλβανικά» ή «Πανεπιστημιακά», Έληξαν με την επέμβαση της Χωροφυλακής αλλά και του Στρατού, υπό τη διοίκηση του Δημητρίου Μπαϊρακτάρη. Στη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1897 ο Πρύτανης Αναστάσιος Χρηστομάνος δέχθηκε έγγραφο του Μπαϊρακτάρη με το οποίο του ζητούσε ονομαστικό κατάλογο των φοιτητών «...των μη ακολουθούντων το μάθημα του καθηγητή Ι. Γαλβάνη, ίνα ούτω δυνηθώμεν να ανεύρωμεν τους υπαιτίους και καταδιώξωμεν αυτούς κατά τον νόμον...», αίτημα που απέρριψε η Σύγκλητος. Εκτός των χώρων του Πανεπιστημίου και γύρω του υπήρχαν ισχυρές στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις υπό τις διαταγάς του Μπαϊρακτάρη, καθώς επίσης και φοιτητές οι οποίοι ενημέρωναν τους πολίτες για την κατάληψη και οργάνωναν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας.

Σε ένα από τα συλλαλητήρια αυτά φοιτητές και πολίτες συγκρούσθηκαν ενόπλως [8] με τις αστυνομικές δυνάμεις στην οδό Σταδίου με αποτέλεσμα το θάνατο του μαθητή Βαρότση, τη σύλληψη και τον τραυματισμό δεκάδων φοιτητών και πολιτών. Μετά τα δραματικά αυτά γεγονότα και την ανεξέλεγκτη πλέον κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη των Αθηνών η Κυβέρνηση αποφάσισε να κηρύξει τους φοιτητές «εν στάσει» και να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής του στρατιωτικού νόμου. Τα γεγονότα έληξαν με τη μεσολάβηση του Δάσιου, συντάκτη της εφημερίδας «Ακρόπολις», του Μητροπολίτη Αθηνών Προκόπιου Α' καθώς και ομάδας καθηγητών του Πανεπιστημίου με επικεφαλής τον καθηγητή Γεώργιο Μιστριώτη ο οποίος πληροφόρησε τους φοιτητές ότι έχει -δήθεν- την έγκριση της Κυβερνήσεως να τους ανακοινώσει ότι τα αιτήματά τους έγιναν αποδεκτά. Οι φοιτητές με επικεφαλής τον Μιστριώτη και τον Αθηνών Προκόπιο Α' αποχώρησαν από το Πανεπιστήμιο και κατευθύνθηκαν στην πλατεία του Κολωνακίου, όπου πληροφορήθηκαν ότι η Κυβέρνηση «...έλαβεν απόφασιν να καταδιώξη τους πρωταιτίους των επεισοδίων και εζήτα τας κλείδας όπως εγκαταστήση φρουράν εν τω πανεπιστημίω..». Την επομένη εγκαταστάθηκε στρατιωτική φρουρά στο Πανεπιστήμιο και πολλοί από τους φοιτητές οι οποίοι είχαν πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα είχαν αρχίσει να καταζητούνται από την αστυνομία.

«Ορεστειακά» γεγονότα

Ο Μιστριώτης ήταν πρωταγωνιστής στα γεγονότα που έμειναν στην Ιστορία ως «Ορεστειακά» τα οποία διαδραματίστηκαν από τον Οκτώβριο του 1901, με αφορμή την μετάφραση και δημοσίευση του Ευαγγελίου στη Δημοτική, από την εφημερίδα «Ακρόπολις», μέχρι τον Νοέμβριο του 1903, όταν φοιτητές διαδήλωσαν για το γλωσσικό ζήτημα, με αφορμή τη διδασκαλία στα νέα ελληνικά της «Ορέστειας», της τετραλογίας του Αισχύλου από το Βασιλικό Θέατρο. Η πρεμιέρα δόθηκε την 1η Νοεμβρίου, με την Μαρίκα Κοτοπούλη να ενσαρκώνει το ρόλο της Αθηνάς Παλλάδας. Η τότε Κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη δεν αποδέχθηκε το αίτημα του Μιστριώτη, το οποίο υποστήριζαν οι καθηγητές Κωνσταντίνος Κόντος και Βάσης, που πρέσβευε οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων να γίνονται στη γλώσσα. Στις 8 Νοεμβρίου 1903 η εφημερίδα «Πρωία» δημοσίευσε την είδηση για την διάλεξη [9] του Μιστριώτη την επόμενη ημέρα και στις 9 Νοεμβρίου ο Παύλος Νιρβάνας στο χρονογράφημά του στο «Άστυ» σημειώνει: «...Διατρέχομεν πάλιν ημέρας ρητορικής και φιλολογικοπατριωτικών εξάρσεων». Στις 15 Νοεμβρίου ξεκινούν στη Φιλοσοφική Σχολή συζητήσεις και εκλέγεται επιτροπή «ήτις εκθύμως να εργασθή προ του κινδύνου ον διατρέχει η εθνική μας γλώσσα».

Το απόγευμα της ίδια ημέρας, ο Μιστριώτης δηλώνει: «Εγώ παραιτούμαι, ας έλθη ο Παλαμάς να διδάξη». Στις 15:00 μετά το μεσημέρι της 16ης Νοεμβρίου φοιτητές που συγκεντρώθηκαν στο καφενείο «Γαμβέττα», πραγματοποιούν πορεία προς το Βασιλικό Θέατρο με αναμμένους δαυλούς και πετρέλαιο, με σκοπό να το πυρπολήσουν, και καλούν το λαό σε συμπαράσταση. Στη Σταδίου και στα Προπύλαια ξεσπούν επεισόδια, στα οποία συμπλέκονται φοιτητές και στρατός. Αρχικά πέφτουν έξι πυροβολισμοί όμως ακολουθεί ομοβροντία. Μια σφαίρα στρατιωτικού πετυχαίνει στο στήθος τον 22χρονο εφημεριδοπώλη Ιωάννη Μαντά, ενώ κάποιοι κάνουν λόγο για δύο νεκρούς και εφτά τραυματίες. Πυροσβεστικές αντλίες παρατάσσονται μπροστά από το σημερινό κινηματογράφο «Κοτοπούλη» και περιφρουρούν το χώρο γύρω από το βασιλικό θέατρο. Την επόμενη ημέρα παρακολούθησε την παράσταση και ο βασιλιάς Γεώργιος, ο οποίος συγχάρηκε τον διευθυντή του θεάτρου Στέφανο Στεφάνου για την πρωτοβουλία του να προσφέρει ένα αρχαίο δράμα σε γλώσσα καταληπτή από το κοινό, όμως ζήτησε να ανασταλεί η παράσταση.

Στις 17 Νοεμβρίου η εφημερίδα «Αστραπή», που υποστήριζε τις θέσεις του Μιστριώτη, μέμφεται την κυβέρνηση και τις αρχές, γιατί προτίμησαν την «πλήρωσιν του παραλόγου πείσματός τους», ενώ στις 20 Νοεμβρίου ξεκίνησαν ανακρίσεις για τα επεισόδια και κλήθηκαν να καταθέσουν διευθυντές εφημερίδων. Στις 17 Δεκεμβρίου ο Μιστριώτης απολογήθηκε στον ανακριτή και την επομένη στο μάθημα του είπε στους φοιτητές: «...Εξορκίζω υμάς, ίνα μαρτυρήσετε προ του μεγάλου τού Έθνους δικαστηρίου αν είπον τι κατά της καθεστηκυίας τάξεως». Στις 14 Ιανουαρίου 1904 εκδόθηκε ψήφισμα υπέρ του Γ. Μιστριώτη από την «Εταιρεία υπέρ της διδασκαλίας αρχαίων ελληνικών δραμάτων».

Στις 25 Ιανουαρίου 1904 δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες το βούλευμα του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Μπενή-Ψάλτη για τις ταραχές. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Χρόνος», «...κατά την δίοδον της ανακρίσεως ταύτης εφυλακίσθησαν δυνάμει εντάλματος του ανακριτού οι κατηγορούμενοι, [αναγράφονται 11 ονόματα φοιτητών καθώς και του Μιστριώτη], και εξεδόθησαν εντάλματα συλλήψεως και ταύτης μη επιτευχθείσης, κατασχετήρια κατά των φυγοδικούντων κατηγορουμένων». Σύμφωνα με το σκεπτικό των δικαστών του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γ. Αγγελέα, Δ. Ιωαννίδη, Π. Τσιτσεκλή: «Επειδή ως προς τον κατηγορούμενον κ. Γ. Μιστριώτην εκ της ενεργηθείσης λεπτομερώς ανακρίσεως ενδείκνυται και διά μακρών ο εισαγγελεύς εν τη προτάσει του εκτίθησιν ότι ο κατηγορούμενος ούτος παριστών εαυτόν ως μη ώφειλεν ως μόνον κατέχοντα το μονοπώλιον του πατριωτισμού, ίσως δε και άλλους σκοπούς επιδιώκων διά λόγου του εκφωνηθέντος την 9ην Νοεμβρίου π.ε. και δι' ιδιαιτέρων ομιλιών και δημοσιογραφικών συνεντεύξεων προκάλεσεν εξέγερσιν εις τα πνεύματα των φοιτητών επί αφορμή του γλωσσικού ζητήματος (...). Διά ταύτα παραπέμπει εις το ακροατήριον των εν Αθήναις Πλημμελειοδικών του (11 φοιτητές) ίνα δικασθώσιν ως υπαίτιοι».

Η «Εστία», η οποία από τις 17 Νοεμβρίου 1903 αποκαλούσε τον Μιστριώτη «πρωταίτιο», «αρχιυποκινητή του εκτροχιασμού», «γέροντα πατέρα της φοιτητικής νεολαίας», δημοσιεύει το δικαστικό βούλευμα: «....Ο Μιστριώτης διέδωκε ψευδείς φήμας περί υπάρξεως εταιρίας αντεθνικής (...) επιρρίψας όμως αναληθείς και ανυπόστατους αντιπατριωτικάς και αυτόχρημα προδοτικάς ενεργείας καθ' υψηλών προσώπων (...) προσκληθείς υπό της Αρχής να δηλώση σαφώς και ωρισμένως τα υπ' αυτού επιπολαίως προς εξέγερσιν σπερμολογηθέντα (...) ο κατηγορούμενος ούτος εις τας ανωτέρω πράξεις του προέβη εκ δολίας προαιρέσεως και κατά συνέπειαν δέον, κατά την κρίσιν του συμβουλίου, να παύση η κατ' αυτού καταδίωξις ως αρχηγού της στάσεως....». Στα επεισόδια αποδόθηκαν πολιτικές διαστάσεις, καθώς ο Μιστριώτης ήταν συνδεδεμένος φιλικά με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη.

Κοινωνική δράση

Υπήρξε τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας της ελληνικής παροικίας της Τεργέστης «Κλειώ». Διατέλεσε πρόεδρος πολλών συλλόγων, μεταξύ των οποίων και η ιδρυθείσα το 1895 «Εταιρεία προς διδασκαλίαν των Αρχαίων Ελληνικών Δραμάτων». Διατέλεσε πρόεδρος της «Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας», της «Εταιρείας των φίλων του Λαού», του «Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου» καθώς και της «Αρχαιολογικής Εταιρείας» της οποίας υπήρξε αντιπρόεδρος ως το θάνατο του. Ο Μιστριώτης το 1899 εκλέχθηκε –παμψηφεί- αντιπρόσωπος των «Φιλοπροόδων» στη Γενική Συνέλευση του Συνδέσμου Γυμναστικών και Αθλητικών Ελληνικών Συλλόγων, ενώ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του «Μαντινικοῦ Συλλόγου», στον οποίο συμμετείχαν μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες που κατάγονταν από τη Μαντινεία και ήταν εγκατεστημένοι στην Αθήνα. Το 1901 συμμετείχε στην επιτροπή επιλογής Πανελλήνιου ποιητικού διαγωνισμού, μαζί με τον Νικόλαο Καζάζη και τον Αριστομένη Προβελέγγιο. Στο διαγωνισμό που είχε ως αντικείμενο τη συγγραφή του ύμνου του νεοσύστατου «Πανιώνιου» Γυμναστικού Συλλόγου, βραβεύτηκε ο Στέλιος Σπεράντζας [10]. Ο Μιστριώτης διατηρούσε στενούς φιλικούς και κοινωνικούς δεμσούς με πολλούς πολιτικούς της εποχής του, μεταξύ τους ο Δημήτριος Βούλγαρης, ο Δημήτριος Κουμουνδούρος και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης.

Θεατρική δραστηριότητα

Ο Μιστριώτης ήταν από τους τελευταίους εκπροσώπους του κινήματος του διαφωτισμού. Ήταν ενεργός υποστηρικτής της ανασυστάσεως του ελληνικού θεάτρου και ανήκε στους ανθρώπους που πίστευαν ότι είναι δυνατόν να ανασυσταθεί το αρχαιοελληνικό πνεύμα, και να εμφανιστούν νέοι δραματουργοί σαν τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή, που με τα έργα τους θα διαπαιδαγωγούσαν τον λαό. Αγωνίστηκε για την ανάδειξη του καθοριστικού ρόλο του θεάτρου στην προσπάθεια ανόρθωσης του νέου Ελληνισμού και σκηνοθέτησε ερασιτεχνικές παραστάσεις τραγωδιών με το πρωτότυπο, αρχαίο κείμενο με ηθοποιούς φοιτητές του.

«Μιστριώτειο Διδακτήριο» [11] Τριπόλεως

Ο Μιστριώτης πέθανε [12] λίγους μήνες μετά την οδυνηρή απώλεια του ενός από τους δύο γιους του, ο άλλος είχε πεθάνει λίγα χρόνια πριν στο Λονδίνο. Μετά τον θάνατο τους οι δύο κόρες του Μιστριώτη έμειναν κληρονόμοι, εξ αδιαιρέτου, μιας τεράστιας περιουσίας που την αποτελούσαν κεντρικά ακίνητα στην Αθήνα, μετοχές Τραπεζών, ομολογιακά δάνεια, κοσμήματα μεγάλης αξίας, μετρητά, καταθέσεις αλλά και δικαιώματα από τα συγγράμματα του πατέρα τους.

Η Φωτεινή Μιστριώτη με διαθήκη που συνέταξε στις 23 Απριλίου 1929 κληροδότησε στην αδελφή της Αριάδνη το μερίδιο της με τον όρο μετά το θάνατο και της αδελφής της να ιδρυθεί κληροδότημα με σκοπό «...την αγορά μεγάλου γηπέδου εις ενάερον μέρος της Τριπόλεως και ανοικοδόμησιν κτιρίου, όπερ θα χρησιμεύση προς στέγασιν των δύο κλασσικών Γυμνασίων αρρένων Τριπόλεως». Στη διαθήκη της καθόριζε λεπτομέρειες όπως, να περιλαμβάνει αίθουσες διδασκαλίας, γραφεία, βιβλιοθήκη για τα σχολεία και να τοποθετηθεί η βιβλιοθήκη του πατέρα της στο Α' Γυμνάσιο Τριπόλεως, επίσης να περιλαμβάνει αίθουσα εκδηλώσεων για διαλέξεις και γιορτές, κλειστό εξοπλισμένο γυμναστήριο και να σχηματισθεί και κεφάλαιο για την συντήρηση και φύλαξη του συγκροτήματος. Τα σχέδια να ανατεθούν σε Αρχιτέκτονα που έχει σπουδάσει στην Ευρώπη και γνωρίζει σχετικά από αντίστοιχα κτίρια της Γερμανίας και Ελβετίας. Εκτελεστές της διαθήκης όρισε τον εκάστοτε Μητροπολίτη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Τρίπολης, Γυμνασιάρχες Τριπόλεως και 3 φιλικά ή συγγενικά της πρόσωπα ώστε να αποτελέσουν το διοικητικό συμβούλιο του κληροδοτήματος.

Η Αριάδνη Μιστριώτη που απεβίωσε το 1949 αφήκε το μερίδιο της για την ίδρυση Παθολογικού και Χειρουργικού Νοσοκομείου, ενώ ως διαχειριστές της διαθήκης της άφησε διαφορετικά πρόσωπα από την αδελφή της. Οι δύο «επιτροπές» απέτυχαν να βρουν λύση καθώς σύντομα διαφώνησαν, ενώ η παρέμβαση του Υπουργείου Οικονομικών έκανε δυσκολότερα τα πράγματα. Με την παρέμβαση του αεροπαγίτη Εμμανουήλ Δ. Μιστριώτη, ανεψιού του Γεωργίου Μιστριώτη, πρώτου εξαδέλφου της Φωτεινής και της Αριάδνης, του Μητροπολίτη Μαντινείας Γερμανού [Ρουμπάνη] και του αντιπροέδρου του ιδρύματος καθηγητή Γεωργίου Ράμμου, θεμελιώθηκε το 1959 το «Μιστριώτειο Διδακτήριο» στο λόφο Γεωργίτσα, όπου στεγάζονται το 1ο Γυμνάσιο και το 1ο Λύκειο Τριπόλεως, ενώ εκεί φυλάσσονται τα βιβλία του και τα συγγράμματα του Μιστριώτη.

Εργογραφία

Ο Μιστριώτης θεωρείται πρύτανης των ελληνικών γραμμάτων και τα έργα του για τον Πλάτωνα και τις τραγωδίες των τριών τραγικών παραμένουν κορυφαία και υποδειγματικά. Ήταν μεγάλη μορφή των γραμμάτων, πολυγραφότατος και υπέρμαχος της καθαρεύουσας που θεωρούσε τη δημοτική γλώσσα «χυδαία» και τους δημοτικιστές «χυδαϊστές». Πίστευε ότι η καθαρεύουσα αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής και πνευματικής συνέχειας του ελληνισμού. Η επιμονή και η συνέπεια που επέδειξε στην υπεράσπιση της καθαρεύουσας προκάλεσε τον χαρακτηρισμό του ως αντιδραστικού, σε βαθμό που οι γλωσσικοί κι όχι μόνο αντίπαλοι του, έπλασαν τον όρο «μιστριωτισμός», προκειμένου να χαρακτηρίζουν τον ακραίο, μέχρι το σημείο της αντίδρασης, συντηρητισμό, με αποτέλεσμα να επιτύχουν την υποτίμηση του επιστημονικού του έργου.

Ήρθε αντιμέτωπος με τους δημοτικιστές Πάλλη και Ψυχάρη, ενώ και ο ποιητής Μικέλης Άβλιχος, φίλος του πατριάρχη του δημοτικισμού Γιάννη Ψυχάρη, που χρησιμοποιούσε ως γλώσσα του έργου τη δημοτική, την οποία ο Άβλιχος θεωρούσε προάγγελο της εθνικής αναγεννήσεως, παρουσιάζεται ως αντίπαλος και σατυρίζει τον Μιστριώτη, για τον οποίο έγραψε το σονέτο «Εις Μιστριώτην τον πάνυ». Ήταν εισηγητής σε πολλούς ποιητικούς και λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως το 1874 όταν εισηγήθηκε τη βράβευση της συλλογής «Η φωνή της καρδιάς μου» του Δημήτριου Καμπούρογλου, η οποία ήταν γραμμένη στη δημοτική, ενώ μετέφρασε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο Μιστριώτης έλκει τις ιδεολογικές καταβολές του από τον γερμανικό ιδεαλισμό επισημαίνοντας ότι ο τελευταίος αποδίδει την ευγένεια της ελληνικής φυλής στη μουσική της και στη φιλοσοφία της.

Συγγραφικό έργο

Ο Μιστριώτης έγραψε και δημοσίευσε τα έργα:

  • «Η ιστορία των ομηρικών επών», το 1867,
  • «Απάντησις Γεωργίου Μιστριώτου προς τον Ιωάννην Πανταζίδην: επικρίναντα την έκδοσιν του Γοργίου του Πλάτωνος», το 1877,
  • «Τα αίτια του αρχαίου και του νεώτερου ελληνικού πολιτισμού», το 1891,
  • «Η Ελληνική Γραμματολογία μέχρι της υπό των Τούρκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως», 1ος τόμος το 1894, 2ος τόμος το 1897.

Το έργο αποτελεί την ιστορία της αρχαίας και μεσαιωνικής λογοτεχνίας που αν και βασίζεται επί το πλείστον σε γερμανικά κυρίως έργα, είναι μέχρι σήμερα από τις ελάχιστες που γράφηκαν από Έλληνα φιλόλογο.

  • «Εισαγωγαί εις τας τραγωδίας του Σοφοκλέους», το 1904.

Μεταφράσεις [13] αρχαίων συγγραφέων

Μετέφρασε και δημοσίευσε έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Μεταξύ τους περιλαμβάνονται τα:

  • Πρωταγόρας, το 1877,
  • «Ομήρου Ιλιάς», το 1880,
  • «Γοργίας», το 1883,
  • «Λάχης», το 1884,
  • «Αίας», το 1888,
  • «Απολογία Σωκράτους», το 1889,
  • «Οιδίπους επί Κολωνώ», το 1893,
  • «Ομήρου Ιλιάς», το 1886,
  • «Ομήρου Ιλιάς», το 1895,
  • «Οιδίπους τύραννος», το 1896,
  • «Φαίδων», το 1898,
  • «Χαρμίδης», το 1899,
  • «Μενεξένος», το 1899,
  • «Μήδεια» του Ευριπίδη, μια από τις τραγωδίες του μεγάλου δραματουργού που εκδόθηκε το 1902 σε δεύτερη έκδοση.

Η μετάφραση περιλαμβάνει εισαγωγή, κείμενο και σχόλια. Στην εκτενή εισαγωγή του ο Μιστριώτης επισημαίνει τον παραλληλισμό των τριών μεγάλων τραγικών της αρχαιότητας Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη με τους τρεις στρατηγούς Μιλτιάδη, Περικλή και Αλκιβιάδη, υπογραμμίζοντας ως γνήσιους εκπροσώπους της εποχής τους τον Αλκιβιάδη και τον Ευριπίδη.

  • «Ηλέκτρα», το 1906,
  • «Πρωταγόρας», το 1906,
  • «Ρητορικοί λόγοι», το 1906,
  • «Ελληνικά», το 1909,
  • «Ελληνικά», το 1910,
  • «Κρίτων», το 1910,
  • «Ρητορικοί λόγοι», το 1910,
  • «Ρητορικοί λόγοι», το 1911,
  • «Ρητορικοί λόγοι», το 1915.

Μνήμη Γεωργίου Μιστριώτη

Οι απόψεις του Μιστριώτη για το γλωσσικό τον κατέστησαν στόχο βάναυσων έως και κακοηθών επιθέσεων. Ο κομμουνιστής λογοτέχνης Κώστας Βάρναλης γράφει για τον Μιστριώτη: «...Ένας σφαιρικός όγκος από σάρκες με ψηλό καπέλο, με φράκο, με κομπολόγι στο χέρι και με μια ομπρέλα στην αμασκάλη. … Μορφή και γενειάδα Σειληνού του Ρούμπενς με γυαλιά! Όταν μιλούσε ή δίδασκε άρχιζε και τέλειωνε τις φράσεις του με ένα γρύλλισμα...», ενώ άλλοι δημοτικιστές χαρακτηρίζουν τον Μιστριώτη «γοριλόμορφο» ή «δασύτριχο σαν γορίλα».

Για τον Μιστριώτη γράφηκαν πειραχτικά επιγράμματα και στιχουργήματα, όπως αυτό που έγραψε ο Νικόλαος Ποριώτης, λόγιος, ποιητής και μεταφραστής θεατρικών έργων και λιμπρέτων, που έγραψε σε αττική διάλεκτο ένα εγκώμιο του Μιστριώτη, όμως διάλεξε λέξεις που ακούγονται άσεμνες, υβριστικές, χλευαστικές και το κυκλοφόρησε, χέρι με χέρι, στους καθηγητές του πανεπιστημίου. Οι στίχοι του αναφέρουν:

Γεωργίω τω Μιστριώτη,/ [Στον Γεώργιο Μιστριώτη,]
ανδρί φρενήρει και ευήθει, / [άνδρα συνετό και αγαθό,]
την τε ιδέαν αστείω / [στην όψη ωραίο]
και την πνοήν βρομείω, /[και στην αναπνοή βροντερό,]
κολερών ακέστορι / [τον προστάτη των κουρεμένων]
και λασίων πύκτη, / [και διώκτη των μαλλιαρών,]
Ανθ’ ων / [επειδή ]
της γλωσσικής κατοργάδος, / [της γλωσσικής εύφορης γης]
τους κατώρυχας εξεκαύλωσε / [τα φυντάνια ξεβλαστάρωσε]
και της ποιητικής οινάδος / [και του ποιητικού αμπελώνα]
τα καυλία και τα βλαστήματα έκλασε, / [τους βλαστούς και τις παραφυάδες έσπασε]
δια ξοάνων δε και κουράδων / [και αφού με ξόανα και τοιχογραφίες]
τους πολυψόφους / [τους πολυθόρυβους όχλους]
των λόγων κολοσυρτούς / [οδήγησε σαν κεραυνός]
ψολόεις κατουρίσας / [σε αίσιο πέρας]
και πάντας κατακυλήσας [και τους πάντες γοήτευσε]
κατ’ αξίαν ει και αϊδώς φυσά, / [κατ’ αξίαν, αν και μετριοφρόνως κορδώνεται,]
Ανάθεμα. / [αφιέρωμα] [14].

Η εμμονή του Μιστριώτη στις απόψεις του αποτέλεσαν στόχο της κριτικής του εθνικιστή διανοούμενου Περικλή Γιαννόπουλου, ο οποίος εκείνη την περίοδο κατακεραυνώνει με τα γραπτά του τόσο τον αρχαϊστικὸ σχολαστικισμὸ όσο και τον δημοτικισμό γράφοντας: «...Μιστριώτης Ψυχάρης, μὲ τὴν μίαν ὄψιν, ἀπολίθωμα Βλακοδιδασκαλικοῦ Μπαμπούλα, μὲ τὴν ἄλλην, ἀποκρυστάλλωμα μειδιάματος Αὐταρέσκου Βλακοκατεργάρη. ...{...}... Ἕνα Θανατικὸν κάθε Ἀνθρώπου καὶ μία ἀπελπιστικὴ ἐπιδημία μακροβιότητος κάθε Μηδενικοῦ. Κάθε Γύζης πεθαίνων κάθε Μιστριώτης κορακιάζων...» [15].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας, σελίδα 94, εφημερίδα «Το Βήμα», επιμέλεια Βαγγέλης Δρακόπουλος-Γεωργία Ευθυμίου, Αθήνα 2004.]
  2. Γεώργιος Μιστριώτης Εφημερίδα «Σκρίπ», 11 Ιουνίου 1916, σελίδα 1η.
  3. [Ο Νικόλαος Μιστριώτης αφού αρίστευσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μετέβη σε Λειψία, Βερολίνο και Μόναχο όπου διακρίθηκε ως οικονομολόγος. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο όπου έχασε τη ζωή του από διαρροή αερίου.]
  4. [Ελαιογραφία του Ε. Μπούκα.]
  5. Φιλοσοφική Σχολή-Διατελέσαντες Κοσμήτορες
  6. Γεώργιος Μιστριώτης Φιλοσοφική σχολή-Στιγμές από την ιστορία των 100 πρώτων χρόνων λειτουργίας της- Διατελέσαντες πρυτάνεις, σελίδα 24η.
  7. Η πρώτη παραβίαση πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα
  8. [Λαϊκός στιχοπλόκος τον Ιανουάριο του 1897 με αφορμή την κατάληψη του Πανεπιστημίου, έγραψε για τον τύπο του φοιτητή που είχε πρωταγωνιστήσει στην κατάληψη,
    «Με ρεβόλβερ στη μέση και κάμα
    σαν ιππότης κι' εγώ αληθής
    εις την αίθουσαν μπαίνω γενναίως
    και το μάθημα κόβω ευθύς.
    Αστυφύλαξ αν έρθη εμπρός μου
    κι' αστυνόμος κοντά μου σταθή
    του αλλάζω την πίστι στο ξύλο
    και του παίρνω ευθύς το σπαθί.
    Στο προαύλιο μέσα γυρίζω
    και γλυτώνω αλόγου κλωτσιές
    κι' αν ο πρύτανις κάπου προβάλλη
    ελευθέρως του δίνω βρισιές.
    Μες την αίθουσαν μπαίνω την νύχτα
    και προχώματα στήνω γερά
    και κοιμούμαι στο ένα μου πόδι
    ροκανώντας κουλούρια ξερά.
    Του πολέμου η ώρ' ανατέλλει
    και παιάνων ακούω σκοπό
    θέλω πρόβες πολέμου να κάνω
    τους αστυφύλακας των Αθηνών κτυπώ!»] Εφημερίδα «Ακρόπολις», αριθμός φύλλου 5334, 16 Ιανουαρίου 1897
  9. Oλόκληρο το κείμενο της διαλέξεως Μιστριώτη από την εφημερίδα «Αθήναι». Νίκος Σαραντάκος blog
  10. [Ο διαγωνισμός προκηρύχθηκε το 1900, για να τιμηθούν τα δεκάχρονα της λειτουργίας του συλλόγου «Πανιώνιος» Γ.Σ., με τίτλο «Α΄ Πανιώνιος Ποιητικός Διαγωνισμός», και βασικό όρο της προκηρύξεως «..ο ύμνος να γραφεί στην αρχαΐζουσα». Ο Στέλιος Σπεράντζας ήταν τότε μόλις 14 ετών και συμμετείχε στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο «Απηλιώτης». Οι στίχοι, «Φαιδραὶ διαλάμπουν καὶ αὖθις ἡμέραι,/Εἰκόνες τῶν πάλαι ποτὲ ἡμερῶν,/Τὸ μῆκος παρῆλθε τῶν χαύνων αἰώνων,/Παρῆλθον τὰ σκότη νυκτῶν παγερῶν./... ... ... ... ... ... ... ... .../Ευσταλής και θερμή συνελθούσα εις αμίλλης τον θείον βρασμόν,/ομοφρόνως στερρόν καταρτίζει/Πανιώνιον αύθις δεσμόν.», μελοποιήθηκαν από τον μουσικό Δημοσθένη Μιλανάκη.]
  11. Γεώργιος Μιστριώτης Βόλτα στην Τρίπολη
  12. Γεώργιος Μιστριώτης Εφημερίδα «Σκρίπ», 11 Ιουνίου 1916, σελίδα 1η.
  13. Μιστριώτης, Γεώργιος Ψηφιακή βιβλιοθήκη Σερρών
  14. [Μετάφραση του Νίκου Σαραντάκου. Διαβάστε τη στο blog του μεταφραστή.]
  15. [«Νέον Πνεῦμα», Περικλής Γιαννόπουλος, «Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου», Αθήναι 1906, σελίδες 48.]