Εθνικός δρυμός

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την ονομασία Εθνικός δρυμός αναφέρονται φυσικές περιοχές, νομικά προστατευμένες από τον ανθρώπινο παράγοντα, με σπάνια ποικιλομορφία χλωρίδας και πανίδας, γεωμορφολογικών σχηματισμών, υπεδάφους, νερών και ατμόσφαιρας. Τις περισσότερες φορές αποτελούν ολοκληρωμένα παρθένα οικοσυστήματα που κινδυνεύουν μάλιστα με εξαφάνιση. Η προστασία αυτών των πυρήνων είναι εξαιρετικά ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της περιβαλλοντικής ισορροπίας, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Περιλαμβάνουν δασικές περιοχές, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη διατήρησης της αυτοφυούς χλωρίδας και της άγριας πανίδας, των γεωμορφολογικών σχηματισμών, του υπεδάφους, της ατμόσφαιρας, των νερών και γενικά του φυσικού περιβάλλοντος. Αποτελούνται συνήθως από μία περιοχή απόλυτης προστασίας, τον πυρήνα, και από μία προστατευτική περιφερειακή ζώνη.

Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικοί Εθνικοί Δρυμοί

Ο όρος «Δρυμός» χρησιμοποιείται όχι μόνο για δασικές περιοχές αλλά και για υγρότοπους, όπως αυτός των Πρεσπών που είναι και ο μεγαλύτερος σε έκταση Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας, καθώς και αυτός με την υψηλότερη βιοποικιλότητα. Οι Εθνικοί δρυμοί αποτελούν τα μόνα καταφύγια σωτηρίας για την άγρια πανίδα που κινδυνεύει με εξαφάνιση όπως ο Λύκος, η Αρκούδα, κάποια είδη Αετού, και σπάνιων πτηνών. Οι κίνδυνοι που τους απειλούν είναι οι ανθρώπινες επεμβάσεις, όπως πυρκαγιές, ανεξέλεγκτο κυνήγι και βόσκηση, εξόρυξη ορυκτών, δασική εκμετάλλευση, κατασκευή δρόμων και υδροηλεκτρικών έργων, βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη. Η ευθύνη για την προστασία και τη διαχείριση των εθνικών δρυμών ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του υπουργείου Γεωργίας.

Στην Ελλάδα σήμερα υπάρχουν δέκα δρυμοί με συνολική έκταση 68.732 εκταρίων, από τα οποία τα 34.378 εκτάρια είναι οι πυρήνες. Δημιουργήθηκαν με βασικό σκοπό να μπορέσει εκεί να ακολουθεί η φύση, ελεύθερη, τις δικές της διεργασίες, ανεπηρέαστη από εξωτερικές επιδράσεις και να διατηρηθούν οι θύλακες αυτοί ως βιογενετικά αποθέματα και ζωντανά μουσεία φυσικής ιστορίας. Η πρώτη κίνηση, στην Ελλάδα, η οποία στόχευε θέματα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος έγινε το 1937, με την έκδοση του Α.Ν. 856/1937, που προέβλεπε την ίδρυση σε ολόκληρη τη χώρα, εκτός από τα νησιά, μέχρι πέντε «Εθνικών Δρυμών», ως περιοχών με ειδικό καθεστώς προστασίας και αποσκοπούσε στην «προστασία της χλωρίδας, στη βελτίωση και την αύξηση της πανίδας, στη διατήρηση των γεωμορφολογικών σχηματισμών, στην προστασία των φυσικών καλλονών, στην ανάπτυξη του τουρισμού και στη διενέργεια επιστημονικών (κυρίως φυτογεωγραφικών) και δασικών ερευνών».

Ο πρώτος Εθνικός Δρυμός ιδρύθηκε το 1938 στον Όλυμπο και τον ίδιο χρόνο θεσμοθετήθηκε ο Εθνικός Δρυμός Παρνασσού. Σήμερα ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα θέσπισης δύο ακόμη κατηγοριών προστατευμένων περιοχών: των «Αισθητικών Δασών» και των «Διατηρητέων Μνημείων της Φύσεως», όπως αυτό του απολιθωμένου δάσους. Το σημερινό νομοθετικό διάταγμα προβλέπει επίσης ότι «...οι Εθνικοί Δρυμοί αποτελούνται από τον πυρήνα, έκτασης τουλάχιστον 1.500 εκταρίων, και την περιφερειακή ζώνη έκτασης τουλάχιστον ίσης με τον πυρήνα». Στον πυρήνα επιβάλλονται αυστηρές απαγορεύσεις σε δραστηριότητες όπως: ανασκαφές, εκμετάλλευση λατομείων, βιομηχανία, γεωργική και δασοπονική εκμετάλλευση, δόμηση, βοσκή, κυνήγι, ψάρεμα, τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων. Στην περιφερειακή ζώνη όλες οι δραστηριότητες ελέγχονται από τις αρμόδιες δασικές υπηρεσίες, ώστε να μην έχουν αρνητική επίδραση στον πυρήνα.

Δρυμός Αίνου

Ιδρύθηκε το 1962, κυρίως για να προστατευθεί ότι είχε απομείνει από το άλλοτε ακμαίο και μεγαλόπρεπο δάσος του, το οποίο συνίσταται σχεδόν αποκλειστικά από ένα από τα ωραιότερα δασικά δένδρα, δηλαδή από την κεφαλληνιακή Ελάτη [Abies cephalonica], η οποία αποτελεί, κατά τον Διεθνή Κώδικα Βοτανικής, την κλασσική θέση του ενδημικού για την Ελλάδα είδους.

Δρυμός Βίκου–Αώου

Ιδρύθηκε στις 20 Αυγούστου 1973, με το Προεδρικό Διάταγμα 213, με σκοπό την προστασία της άγριας φύσεως που απλώνεται από το φαράγγι του Βίκου μέχρι τη χαράδρα του ποταμού Αώου και την ορεινή περιοχή του βουνού Τύμφη. Στα όρια του υπάρχουν τα κυριότερα χωριά του Ζαγορίου, όπως το Μονοδένδρι, ο Βίκος και τα Μεγάλο και Μικρό Πάπιγκο. Χαρακτηρίζεται πέντε σπηλαιοβάραθρα, κάθετα τα περισσότερα, με μεγαλύτερο και δεύτερο στον κόσμο το βάραθρο της Προβατίνας, με βάθος 407 μέτρα. Η πανίδα του περιλαμβάνει δέκα είδη αμφιβίων, εικοσιένα είδη ερπετών, εκατόν τριάντα είδη πουλιών και εικοσιτέσσερα είδη θηλαστικών, με σημαντικότερο την αρκούδα [Ursus Arctos], το αγριογούρουνο [Sus Scrofa], το ζαρκάδι [Apreolus Capreolus], το λύκο [Canis Lupus], το αγριόγιδο [Rupicarpa Balanika] και τη βίδρα [Lutra Lutra].

Στο Δρυμό έχουν αριθμηθεί περισσότερα από 1.700 είδη και υποείδη φυτικών ειδών, μεταξύ τους πέντε ενδημικά είδη, 19 ενδημικά είδη της Ελλάδος καθώς και αριθμός των φυτών που είναι σπάνια, προστατευόμενα ή με ιδιάζουσα επιστημονική σημασία. Υπάρχουν τα φαράγγια του Βίκου, μήκους δώδεκα χιλιομέτρων που σε μερικά σημεία το κάθετο ύψος του φτάνει τα 900 μέτρα, το φαράγγι του Βικάκι και η χαράδρα του Αώου, που βρίσκεται μεταξύ των βουνών Τραπεζίτσα και Γκαμήλα, μήκους δέκα χιλιομέτρων.

Δρυμός Λευκών Ορέων

Το Φαράγγι της Σαμαριάς ανακηρύχθηκε ως Εθνικός Δρυμός το 1962 και καλύπτει έκταση 48.500 στρεμμάτων, όμως γίνονται προσπάθειες για την επέκταση του σε 250.000 στρέμματα. Το ένα του άκρο βρίσκεται στη νότια πλευρά του οροπεδίου του Ομαλού στη θέση Ξυλόσκαλο και σε υψόμετρο 1200 μέτρων, ενώ το άλλο, σε απόσταση 16 περίπου χιλιομέτρων, είναι στις νότιες ακτές της Κρήτης στο Λυβικό πέλαγος. Ο Δρυμός βραβεύθηκε:

  • Το 1971 με το Εθνικό δίπλωμα προστασία της Φύσεως.
  • Το 1973 ανακηρύχθηκε ως τόπος ιδιαιτέρου Φυσικού κάλους.
  • Το 1979 του απονεμήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το Ευρωπαϊκό Δίπλωμα, Α' κατηγορίας, προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, που ανανεώνεται κάθε πέντε χρόνια.

Δρυμός Οίτης

Το όρος της Οίτης βρίσκεται στα όρια της Φθιώτιδας και της Φωκίδας και η ψηλότερη κορυφή της είναι ο Πύργος στα 2.152 μέτρα. Ο Βοιωτικός Κηφισός, φυσικό όριο με τη Γκιώνα και ο Μόρνος, φυσικό όριο με τα Βαρδούσια, ορίζουν την περιοχή του βουνού με τα απέραντα ελατοδάση. Το μισό περίπου της εκτάσεως του βουνού χαρακτηρίστηκε Εθνικός Δρυμός, από το 1966, με σκοπό τη διατήρηση της βιοποικιλότητος του και τη διαφύλαξη των ιδιαίτερων γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών.

Δρυμός Ολύμπου

Η έκταση του ανέρχεται σε 238.411 στρέμματα με πυρήνα 40.000 στρεμμάτων. Είναι η πρώτη περιοχή, για την οποία εφαρμόστηκε το 1938, βάσει του νόμου 856/37, ειδικό καθεστώς προστασίας στην Ελλάδα με την κήρυξη της ως Εθνικού Δρυμού. Σκοπός ήταν «… η διατήρηση στο διηνεκές του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής, δηλαδή της άγριας χλωρίδας, της πανίδας και του φυσικού τοπίου, καθώς και των πολιτιστικών και άλλων αξιών της…». Ακόμα η ανακήρυξη του Δρυμού έγινε με σκοπό την ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας παράλληλα με την περιβαλλοντική εκπαίδευση του κοινού και την ανάπτυξη του τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή. Έχει απαγορευτεί κάθε είδους εκμετάλλευση στην ανατολική πλευρά του βουνού σε έκταση 40.000 στρεμμάτων περίπου που αντιπροσωπεύει τον πυρήνα του, ενώ μια περιοχή γύρω από τον πυρήνα, χαρακτηρίστηκε «περιφερειακή ζώνη», ώστε η διαχείριση και εκμετάλλευση της να γίνεται έτσι ώστε να μην επηρεάζει αρνητικά την προστασία του πυρήνα.

Δρυμός Παρνασσού

Ιδρύθηκε το 1938 κι έχει έκταση πυρήνα 3.513 εκτάρια. Βρίσκεται στα όρια των Νομών Φωκίδας και Βοιωτίας, ανάμεσα στην Αράχωβα, τους Δελφούς και τον Επτάλοφο. Η βλάστηση είναι ομοιόμορφη με κυρίαρχη την κεφαλληνιακή ελάτη σε έκταση 3.000 εκταρίων. Στα ελατοδάση συναντώνται και πολλά είδη αγριοκορομηλιάς, ενώ στη βορειοανατολική πλευρά του βουνού υπάρχουν συστάδες μαύρης πεύκης. Η πανίδα περιλαμβάνει ζώα κοινά στον ελλαδικό χώρο, όπως η αλεπού, ο ασβός, ο λαγός, είδη τρωκτικών και εντομοφάγα. Το τσακάλι και το κουνάβι είναι σπάνια και ακόμη σπανιότερος ο λύκος. Δασόβια είδη περιλαμβάνονται στην ορνιθοπανίδα, ενώ έξω από τα πυκνά δάση υπάρχουν γύπες, αετοί και άλλα μικρότερα αρπακτικά. Η πρόσβαση στο δρυμό γίνεται από τους επαρχιακούς δρόμους που ενώνουν την Αράχοβα με τα γύρω χωριά. Στον άμεσο περίγυρο του δρυμού υπάρχουν τα χιονοδρομικά κέντρα του Ε.Ο.Τ. [Φτερόλακκα, Κοντόκερδο, Γεροντόβραχος και Κελλάρια] και στη θέση «Σαραντάρι».

Δρυμός Πάρνηθας

Δημιουργήθηκε το 1961, όταν μεγάλο τμήμα της Πάρνηθας με το Βασιλικό Διάταγμα 644/1961 (115/Τ.Α΄/13.09.1961) «Περί ιδρύσεως Εθνικού Δρυμού Πάρνηθος» κηρύχθηκε ως Εθνικός Δρυμός στα πλαίσια εφαρμογής του Α.Ν. 856/1937 και ορίστηκαν ο πυρήνας και η περιφερειακή ζώνη του. Από τα όρια του πυρήνα σύμφωνα με την 2η παράγραφο του άρθρου 2α του προαναφερόμενου Βασιλικού Διατάγματος, στο οποίο περιγράφονται αναλυτικά τα όρια του πυρήνα, εξαιρέθησαν του πυρήνος «..αι εμπίπτουσαι εντός των ανωτέρω ορίων και χρησιμοποιούμεναι υπό τρίτων εκτάσεις εις τας δασικάς θέσεις Αγία Τριάς, Καραμπόλα, Όρνιο, Καταφύγιον Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου, Καραούλι, Μάλια ζώνη, Φλαμούρι, Μαυροβούνι, Σανατόριον, Πηγή Κανταλίδι, η έκτασις και τα όρια των οποίων καθορισθήσονται δι΄ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας...».

Δρυμός Πίνδου

Αποτελεί μια απομονωμένη περιοχή στο Βόρειο τμήμα της Πίνδου, με έκταση 68.990 στρέμματα και αποτελείται από τον πυρήνα με έκταση 33.490 στρεμμάτων και την περιφερειακή ζώνη προστασίας με έκταση 35.500 στρέμματα. Από την συνολική έκταση τα 48.718 στρέμματα, ποσοστό 70,62% ανήκουν στο Νομό Γρεβενών και τα υπόλοιπα 20.272 στρέμματα, ποσοστό 29,38% ανήκουν στον Νομό Ιωαννίνων. Ο Δρυμό περιλαμβάνει την κοιλάδα της Βάλια–Κάλντα, που σημαίνει «Ζεστή κοιλάδα», περιοχή που ονομάστηκε έτσι καθώς εμφανίζει σημαντικές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας στη διάρκεια του 24ώρου, με πολύ υψηλές θερμοκρασίες κατά την διάρκεια της ημέρας χωρίς νέφωση και πολύ χαμηλές κατά τη διάρκεια της νύχτας, του Αρκουδορέματος, τα βουνά Λύγκος και Μαυροβούνι, με υψηλότερη κορυφή τη Φλέγκα στα 2.159 μέτρα, έως τις κορυφές του βουνού Αυγό, στα 2.177 μέτρα.

Δρυμός Πρεσπών

Ιδρύθηκε το 1974, με πυρήνα τη Μικρή Πρέσπα κι είναι ο μεγαλύτερος από τους 10 Ελληνικούς Εθνικούς Δρυμούς. Έχει έκταση πυρήνα 49,3 τετραγωνικά χιλιόμετρα, που αποτελεί ζώνη απόλυτης προστασίας, και περιφερειακής ζώνης 256 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βρίσκεται στη βορειοδυτική Μακεδονία, στις λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα και στις πλευρές των βουνών Τρικλάρι και Βαρνούντα. Ο πυρήνας του εκτείνεται σε ολόκληρη τη Μικρή Πρέσπα και περιλαμβάνεται στους ελληνικούς υγρότοπους που προστατεύονται από τη Συνθήκη Ραμσάρ. Ο δρυμός ξεκινά από το υψόμετρο των 850 μέτρων και φτάνει στα 2.120 μέτρα, κοντά στην κορυφή του όρους Βαρνούντα. Σε χαμηλότερο υψόμετρο κυριαρχούν δάση δρυός και φυλλοβόλα δένδρα, όπως γαύροι, σφένδαμοι και άλλα, ενώ ψηλότερα εκτείνονται δάση οξιάς και σε μικρότερο ποσοστό έλατα και κέδροι.

Στην περιοχή του φωλιάζουν τα δύο ευρωπαϊκά είδη πελεκάνων, ο αργυροπελεκάνος και ο ροδοπελεκάνος, καθώς και η σταχτόχηνα και ο χηνοπρίστης, αρκετά είδη πάπιας, γλαρόνια, ενώ στα γειτονικά δάση και στις ορεινές περιοχές ενδημούν αρπακτικά, δρυοκολάπτες, αρκούδες και λύκοι, καθώς και σημαντικοί πληθυσμοί αμφιβίων και ερπετών. Συνολικά υπάρχουν περισσότερα από 1400 είδη φυτών, 46 είδη θηλαστικών, από τα οποία 26 είδη νυχτερίδων, 11 αμφίβιων, 22 ερπετών και 270 πτηνών και ένας μεγάλος αριθμός σε είδη ψαριών και εντόμων. Οι λίμνες, φιλοξενούν την μεγαλύτερη στον κόσμο αποικία αναπαραγωγής αργυροπελεκάνων, που μαζί με τους ροδοπελεκάνους, τους ερωδιούς, τις λαγγόνες και τους κορμοράνους κάνουν την περιοχή έναν από τους σπουδαιότερους διεθνούς σημασίας υδροβιότοπους της Ευρώπης.

Δρυμός Σουνίου

Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Αττικής, στην περιοχή που λέγεται Λαυρεωτική και καταλήγει στο ακρωτήριο του Σουνίου. Ιδρύθηκε το 1971 και περιλαμβάνει περίπου 4.000 εκτάρια, από τα οποία τα 500 είναι ο πυρήνας του δρυμού. Για την ανακήρυξη του συνεκτιμήθηκε η οικολογική, ιστορική, γεωλογική και παλαιοντολογική αξία της περιοχής, στην οποία υπάρχει το πευκοδάσος χαλεπίου πεύκης, που ήταν το πιο εκτεταμένο και καλοδιατηρημένο πευκοδάσος της ανατολικής Αττικής. Το χερσαίο τμήμα αποτελεί παράδειγμα μεσογειακού τοπίου. Διακρίνονται τα Μεσογειακά πευκοδάση, η μακκία, ηπειρωτική και παράλια και οι φρυγανότοποι. Στη δενδρώδη μακκία επικρατεί το πουρνάρι [Querqus coccifera] που υπόκειται σε έντονη βόσκηση. Στην περιοχή υπάρχουν μεταλλεία και μέρη αρχαιολογικού και παλαιοντολογικού ενδιαφέροντος.

Βιβλιογραφία

  • «Εθνικοί δρυμοί και άλλες προστατευόμενες φυσικές περιοχές», το 1999, Γεώργιος Σφήκας, έκδοση «Πατάκης».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές