Κωστής Παλαμάς

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωστής Παλαμάς, Έλληνας εθνικιστής [1] ποιητής και πεζογράφος, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της λογοτεχνίας και εθνικός ποιητής της Ελλάδος, γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1859 σε διώροφο σπίτι στην οδό Κορίνθου 241 στην Πάτρα, όπου στις 7 Μαρτίου 1856 γεννήθηκε και η Ματίλντε Σεράο, Ιταλίδα συγγραφέας, και πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου 1943 [2] στην Αθήνα.

Παντρεύτηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1887 [3] [4], τη Μαρία Αποστόλου Βάλβη με κουμπάρο τον Βλάση Γαβριηλίδη, και από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά, τη Ναυσικά μετέπειτα μουσικό το 1886, τον μετέπειτα ποιητή Λέανδρο το 1891, και το 1893 τον Άλκη, ο οποίος πέθανε πρόωρα στις 24 Φεβρουαρίου του 1898 από καρκινικό εγκεφαλικό όγκο, και ο ποιητής εικάζεται ότι έγραψε για το θάνατό του το ποιητικό αριστούργημα «Τάφος» [5] και τους «Παραδείσους».
Ο Κωστής Παλαμάς στο σπίτι του

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Προέρχονταν από οικογένεια με μακρά παράδοση στα γράμματα και ο προπάππους του Παναγιώτης Παλαμάς ήταν ο ιδρυτής της περίφημης Παλαμαίας σχολής και σοφός δάσκαλος του Γένους. Γονείς του ήταν ο δικαστικός Μιχαήλ Παλαμάς και η Πηνελόπη Πεταλά, οι οποίοι πέθαναν, η μητέρα του τον Δεκέμβριο του 1864 σε πρόωρο τοκετό και ο πατέρας του τον Φεβρουάριο του 1865, πριν ο ίδιος συμπληρώσει τα επτά του χρόνια και είχε άλλα δύο αδέλφια, το Χρήστο και το Νίκο. Στην ποιητική συλλογή του «Τα τραγούδια της πατρίδας μου» υπάρχει κι ένα μικρό ποίημα, με τίτλο «Η υστερνή ματιά της», στο οποίο περιγράφει τι ένιωσε σε ηλικία μόλις πέντε ετών, όταν αντίκρισε τη νεκρή μητέρα του,
«Όταν η δόλια μάνα μου
τον κόσμο παρατούσε,
με πήγαν κι εγονάτισα
μικρό, πουλί, μπροστά της,
την τελευταία της πνοή
ο Χάρος ερροφούσε...».

Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από το Μεσολόγγι όπου έζησε κοντά στην οικογένεια του θείου του Δημητρίου Παλαμά, μεγαλύτερου αδελφού του πατέρα του και τελείωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, από το 1865 μέχρι το 1875, συγκατοικώντας μαζί τους, όπως και ο αδελφός του Χρήστος, ενώ ο άλλος τους αδελφός ο Νίκος, έζησε κοντά στην αδελφή της μητέρας τους στην Τεργέστη.

Εγκατάσταση στην Αθήνα

Το φθινόπωρο του 1875 άρχισε μαθήματα στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, όμως γρήγορα τον κέρδισε η λογοτεχνία και η ποίηση, καθώς από την ηλικία των εννέα χρόνων του έγραφε στίχους και διάβαζε με πάθος τον Βίκτορα Ουγκό, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και τους ρομαντικούς της λόγιας παράδοσης. Είχε δημοσιεύει στίχους από το 1875 στο «Αττικόν Ημερολόγιον» και είχε επίσης υποβάλει τη συλλογή «Ερώτων έπη» στο «Βουτσιναίο» ποιητικό διαγωνισμό. Η πρώτη έκδοση έργου του πραγματοποιήθηκε με τη συλλογή «Τα τραγούδια της πατρίδος μου» το 1886 όταν ο ποιητής ήταν ήδη γνωστός στους ποιητικούς κύκλους. Ήταν πολυγραφότατος, συνεργάστηκε με λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «Μη χάνεσαι» του Βλάση Γαβριηλίδη και το «Άστυ» του Θέμη Άννινου, η «Τέχνη», τα «Παναθήναια», ο «Νουμάς», και εφημερίδες όπως η «Ακρόπολις», η «Εστία», η «Εφημερίς» το «Εμπρός», όπου δημοσίευε άρθρα, μελέτες, κριτικά δοκίμια και χρονογραφήματα. Δημοσίευσε έργα με το όνομά του ή με διάφορα ψευδώνυμα όπως «Κώστας», «Διαγόρας», «Ονολούλου», «Φλόρα Μυράμπελη»

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 εντάχθηκε ως μέλος στην «Εθνική Εταιρεία» [6]. Περί τα 1900, προκλήθηκε μια αντιπαράθεση του Παλαμά με το λαογράφο Νικόλαο Πολίτη, διότι ο Παλαμάς είχε γράψει για τη λέξη «ρωμιοσύνη» ότι είναι ωραία λέξη και πρότεινε να τη βάλουμε στη θέση της λέξης «ελληνισμός», αφού η «ρωμιοσύνη» είναι δεμένη με τη ζωή μας, ενώ ο Πολίτης πίστευε ότι έχουμε μια παράδοση από την αρχαία Ελλάδα κι ότι η «ρωμιοσύνη» είναι επωνυμία που θυμίζει κουρέλια, σκλαβιά, και πρότεινε τη λέξη «ελληνισμός».

Ο Παλαμάς διορίστηκε στις 15 Οκτωβρίου 1897, γραμματέας του πανεπιστημίου της Αθήνας, από τον τότε υπουργό Παιδείας Ανδρέα Παναγιωτόπουλο και το 1911 ονομάστηκε γενικός γραμματέας και ανέλαβε τη διοικητική ευθύνη του Ιδρύματος και το 1923, προήχθη ομόφωνα από τη Σύγκλητο, εις τον βαθμό του Υπουργικού Διευθυντού Πρώτης Τάξεως. Το Μάρτιο του 1928 αποχώρησε οριστικά ύστερα από αίτηση του, από την πανεπιστημιακή υπηρεσία με πολλές τιμητικές διακρίσεις και το 1930 έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο, από το οποίο συνήλθε, χωρίς ποτέ να φτάσει στο παλαιό επίπεδο αποδόσεως. Από τότε μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε αποτραβηγμένος στο ασκητικό του γραφείο, αφοσιωμένος πάντα στην ποίηση και στην κριτική, τακτοποιώντας και συμμαζεύοντας το απέραντο έργο του.

Στερνά χρόνια

Η γνωριμία του με την Ελένη Κορτζά, κόρη του στρατηγού Γεωργίου Κορτζά, άρχισε σε μια κοσμική συνάντηση, στο σπίτι του ανιψιού του Χρήστου Ξανθόπουλου, τα Χριστούγεννα του 1921, όπου συζήτησαν για τους Μποντλέρ και Ουγκό, αν κι εκείνη δήλωσε από την αρχή ότι «..Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά..» και οι συναντήσεις τους συνεχίστηκαν κάθε Σάββατο στο ίδιο σπίτι. Ο Παλαμάς αργότερα της ζήτησε να τον επισκέπτεται ιδιαίτερα και αναπτύχθηκε μεταξύ τους ερωτική σχέση. Η Ελένη έπασχε από φυματίωση, γεγονός που την ανάγκαζε να αναζητεί ηπιότερα κλίματα για να περνά το χειμώνα, και στο διάστημα της απουσίας της διατηρούσαν πυκνή αλληλογραφία. Στις επιστολές του ο Παλαμάς την αποκαλούσε «Ραχήλ». Το 1930 ο Παλαμάς υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, από το οποίο συνήλθε, χωρίς ποτέ να φτάσει στο παλαιό επίπεδο αποδόσεως.

Από τότε μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε αποτραβηγμένος στο γραφείο του, αφοσιωμένος στην ποίηση και στην κριτική, τακτοποιώντας και συμμαζεύοντας το τεράστιο έργο του. Έζησε για σχεδόν πενήντα χρόνια σε ένα σπίτι στην οδό Ασκληπιού 3, στην Αθήνα και λίγο μετά το 1930 μετακόμισε σε σπίτι της οδού Περιάνδρου 5 [7] στη συνοικία της Πλάκας. Την 1η Νοεμβρίου 1940, τρεις ημέρες μετά την έναρξη της Ιταλικής επιθέσεως κατά της Ελλάδος, απευθύνθηκε στους Έλληνες νέους με ένα τετράστιχο που έχει τίτλο,
«Στη νεολαία μας».
«Αυτό κρατάει ανάλαφρο μεσ’ την ανεμοζάλη
το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι,
αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα
Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!».
Μαζί με άλλους ανθρώπους των γραμμάτων προσυπέγραψε έκκληση προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, και διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Υπέγραψε τη διαμαρτυρία η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» της 10ης Νοεμβρίου 1940 [8], την οποία προσυπέγραψαν πολλοί Έλληνες διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων, εναντίον της Ιταλικής επιθέσεως σε βάρος της Ελλάδος. Μεταξύ των ονομάτων που υπέγραψαν περιλαμβάνονταν επίσης οι Άριστος Καμπάνης, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς.

Η σχέση του με την Ελένη Κορτζά διατηρήθηκε πιθανότατα ως τον Αύγουστο του 1935, σύμφωνα με το τελευταίο γράμμα τους που διασώθηκε. Στη διάρκεια τους Β΄Παγκοσμίου Πολέμου και της κατοχής, η Ελένη Κορτζά ακολούθησε τον πατέρα της Γεώργιο Κορτζά, στρατηγό του Ελληνικού στρατού, στην Αίγυπτο και κατόπιν στη Νότιο Αφρική, ενώ όταν το 1944, η Ελένη Κορτζά επέστρεψε στην Ελλάδα, ο Παλαμάς είχε πεθάνει [9].

Το τέλος του

Πέθανε στις 3.20’ πρωί Σαββάτου, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου πολέμου όταν η Ελλάδα ήταν υπό τριπλή κατοχή. Ο θάνατός του αποτέλεσμα σοβαρής ασθένειας, συνέβη 18 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του στις 9 Φεβρουαρίου 1943, τον οποίο δεν έμαθε ποτέ του, καθώς η υγεία του δεν το επέτρεπε. Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών εξέδωσε ψήφισμα για το θάνατό του και ο Ερρίκος Σκάσσης τότε πρύτανης του Ιδρύματος, έστειλε επιστολή προς το γιο του Λέανδρο Παλαμά, εκφράζοντας τη θλίψη του.

Η κηδεία του που έγινε στις 28 Φεβρουαρίου 1943 στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας, μετατράπηκε σε αντικατοχική διαδήλωση και την ακολούθησαν [10] χιλιάδες κόσμου, οι οποίοι τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο. Παρόντες ήταν επίσης, ο κατοχικός Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και εκπρόσωποι των Γερμανικών και Ιταλικών αρχών κατοχής, ενώ ο Αδόλφος Χίτλερ έστειλε αεροπορικά από το Βερολίνο, προσωπικό στεφάνι.

Την ώρα που το φέρετρό του κατέβαινε στον τάφο, ο Άγγελος Σικελιανός, τιμούσε τον εθνικό ποιητή των Ελλήνων απαγγέλοντας τους στίχους
«...Ηχήστε οι σάλπιγγες...
καμπάνες βροντερές
δονήστε σύγκορμη τη χώρα
πέρα ως πέρα...
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!
.................................
Σημαίες της λευτεριάς, ξεδιπλωθείτε!»

Πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, με πρωτοβουλία του Γιώργου Κατσίμπαλη, δημιουργήθηκε το «Ίδρυμα Κωστή Παλαμά», το οποίο έχει έδρα και στεγάζεται στην οδό Ασκληπιού 3, όπου ήταν η πρώτη του κατοικία στην Αθήνα.

Διακρίσεις

Διορίστηκε μέλος [11] της νεοσύστατης Ακαδημίας Αθηνών, το 1929 ήταν αντιπρόεδρος και το 1930 διατέλεσε μετά την εκλογή του [12], πρόεδρός της και το 1934 υποδείχθηκε ως ένας από τους διεκδικητές του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Τιμήθηκε με

  • βραβείο στο «Φιλαδέλφειο» ποιητικό διαγωνισμό, δύο φορές το 1889, για τη συλλογή ποιημάτων «Ύμνος εις την Αθηνάν» και το 1890 για τη συλλογή «Τα μάτια της ψυχής μου». Εισηγητής του διαγωνισμού ήταν ο Νικόλαος Πολίτης,
  • τον Αργυρό Σταυρό Ιπποτών Τάγματος Σωτηρίας το 1911,
  • το Βασιλικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών το 1915,
  • το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση το 1924,
  • με το βραβείο «Goethe» το 1933,
  • με το Οικονόμειο βραβείο της Ελληνικής Κοινότητας Τεργέστης
  • το παράσημο «De la plaque de l’ Ordre de la Republique» από την ισπανική κυβέρνηση το 1934,
  • με το Παράσημο του Φοίνικος το 1936, το οποίο του απένειμε ο βασιλιάς Γεώργιος.

Εργογραφία

Το έργο του είναι τεράστιο σε όγκο, καλύπτοντας όλα σχεδόν τα είδη του Λόγου. Στο πλουσιότατο ποιητικό έργο του πρέπει να προσθέσουμε ένα εξίσου πλούσιο έργο δοκιμιογραφικό, μερικά διηγήματα και το πολύ σημαντικό θεατρικό του. Ίσως είναι ο πιο τιμημένος ποιητής στην Ελλάδα, όσο ζούσε ακόμη. Ολόκληρο το έργο του έχει εκδοθεί σε 16 τόμους με τον τίτλο «Άπαντα». Υπήρξε πολύμορφη προσωπικότητα της λογοτεχνίας, κεντρική μορφή των ελληνικών γραμμάτων επί μισό αιώνα, όπως γράφει ο Γεώργιος Σεφέρης, «Ο Παλαμάς υπήρξε ο τελευταίος Δάσκαλος του Γένους» και τα «Άπαντα» του εκδόθηκαν σε δεκαέξι τόμους, συνολικά 8.986 σελίδες, από το «Ίδρυμα Κωστή Παλαμά».

Δημοτικισμός

Ο Παλαμάς μέχρι το 1890, περίπου, δούλευε το στίχο στη δημοτική και τα γραπτά του στην καθαρεύουσα. Συγκινημένος από τον αγώνα του Εμμανουήλ Ροΐδη το 1877 αλλά και από το «Ταξίδι» του Γιάννη Ψυχάρη και εργάστηκε για τη γλωσσική μεταρρύθμιση και αναγέννηση, ενώ το γλωσσικό ζήτημα τον απασχόλησε όσο η ποίηση, έχοντας ως τίμημα την προσωρινή απομάκρυνσή του το 1912, από τη θέση του στο πανεπιστήμιο. Χαρακτηριστικά για την ταραγμένη εκείνη περίοδο γράφει ο Φάνης Μιχαλόπουλος.

«...Κι όταν ο Ψυχάρης ησύχαζε στο Παρίσι κι ο Πάλλης, ο Εφταλιώτης κι ο Βλαστός ζούσαν πλούσια στις Ινδίες κι οι άλλοι δημοτικιστές τα 'στριβαν και κρύβονταν, μόνος ο Παλαμάς δέχτηκε όλα τα χτυπήματα και του Κράτους και της Πολιτείας και δυστυχώς και της κοινωνίας, μ'ελάχιστες εξαιρέσεις. Ήταν πεπρωμένο αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος... να σταθεί αλύγιστος και να υψωθεί σε πραγματικό ήρωα της ίδέας του δημοτικισμού, κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή. Ο Παλαμάς κατά την εποχή εκείνη ανέβηκε στό ψηλότερο βάθρο του ήρωα και του μάρτυρα, μόνος αυτός».

Μόνος έμεινε σταθερός στις απόψεις του, παρά τις απειλές και τις καταδιώξεις. Διακήρυξε μεγαλόφωνα, όταν τον σταμάτησε ο όχλος της Αθήνας, το πολυσήμαντο και επικό εκείνο «...Είμαι δημοτικιστής και τo καυχώμαι!». Σύμφωνα με όσα γράφει ο Μάρκος Αυγέρης «..Κατάλαβε βαθιά την αποστολή του και δείχτηκε πνευματικός ήρωας και οδηγός παράξιος, αποφασιστικός μ' όλη τη φυσική του οσθενικότητα, αδίστακτος μ' όλη την κοινωνική του συστολή, άφοβος μπροστά στην αλήθεια και στο χρέος..».

Ποίηση

  • «Τραγούδια της πατρίδας μου» το 1886,
  • «Ύμνος εις την Αθηνάν» το 1888,
  • «Τα μάτια της ψυχής μου» το 1892,
  • «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι» το 1897,
  • «Τάφος» το 1898,
  • Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης, 1900
  • «Ασάλευτη Ζωή» το 1904,
  • «Ο δωδεκάλογος του γύφτου» [13] το 1907.
  • «Η φλογέρα του βασιλιά» το 1910.

Ο Παλαμάς, σύμφωνα με όσα μαρτυρεί ο Φάνης Μιχαλόπουλος, εργάστηκε πρώτα με τη «Φλογέρα του βασιλιά», ενώ τον «Δωδεκάλογο του γύφτου» τον άρχισε μόλις το 1899 και γράφει, «...Η φλογέρα του Βασιλιά» είναι ένα τραγούδι επικό, με σκοπό το ξύπνημα του ηρωικού πνεύματος στην αποκαρωμένη Ελλάδα, ένας απέραντος ύμνος προς τον πόλεμο για τα μεγάλα ιδανικά μας...{..}....είναι τόσος ο λυρικός φόρτος του ποιήματος, ώστε η ενότητα αυτή διασπάται και χαλαρώνεται σε βαθμό που να μην κατορθώνουμε πολλές φορές να παρακολουθήσουμε τη δράση των προσώπων και την ψυχολογία τους» [14].

  • «Οι καημοί της λιμνοθάλασσας»,
  • «Σατιρικά γυμνάσματα» το 1912,
  • «Η πολιτεία και η μοναξιά» το 1912,
  • Βωμοί, 1915
  • Τα παράκαιρα, 1919
  • Τα δεκατετράστιχα, 1919
  • Οι Πεντασύλλαβοι-Τα παθητικά Κρυφομιλήματα-Οι Λύκοι-Δυο λουλούδια από τα ξένα, 1925
  • Η Δόξα στο Μισολόγγι, 1926
  • «Δειλοί και σκληροί στίχοι» το 1928, στο Σικάγο,
  • Ο κύκλος των τετράστιχων, 1929
  • Περάσματα και χαιρετισμοί, 1931,
  • «Οι νύχτες του Φήμιου» το 1935,
  • Εκλογή, (ανθολογία), 1937.

Πεζογραφία

  • «Ο θάνατος του παλικαριού» το 1901,
  • «Διηγήματα» το 1920.

Κριτικά

  • «Το έργο του Κρυστάλλη» το 1894,
  • «Διονυσίου Σολωμού Άπαντα τα ευρισκόμενα» το 1901,
  • «Ηρωικά πρόσωπα και κείμενα» το 1911,
  • «Τα πρώτα κριτικά» το 1913,
  • «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης» το 1914,
  • «20 Διαλέξεις φιλολογικού συλλόγου "Παρνασσός"», το 1917
  • «Πεζοί δρόμοι» το 1928.

Αυτοκριτικά

  • «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου» τόμος Α, το 1933 και τόμος Β το 1940.

Θεατρικά

  • «Η τρισεύγενη», [το 1903, έργο που έγραψε για τη «Νέα Σκηνή» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, όμως το απέσυρε πριν την παράστασή του όταν ο Χρηστομάνος θέλησε να επέμβει στην τελική μορφή του.]

Κριτική

Σταθμοί στην ποιητική δημιουργία του αποτέλεσαν «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» και «Η Φλογέρα του βασιλιά», γραμμένα στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Στο ποιητικό του έργο κυριαρχεί η Ελλάδα ως ιδανικό και αντικείμενο αγάπης, η πορεία του ελληνικού έθνους μέσα στους αιώνες, η προσπάθεια δημιουργικής αφομοίωσης του αρχαιοελληνικού πνεύματος και της λαϊκής παράδοσης, το πνεύμα της οικουμενικότητας του Ελληνικού πολιτισμού.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Σύμφωνα με δική του ρήση, «...Ο Πατριωτισμός είναι έμφυτος, και εγώ είμαι εθνικιστής!»]
  2. Πέθανε ο Κωστής Παλαμάς Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 378, 1η Μαρτίου 1943, σελ.301
  3. Ο γάμος του Περιοδικό Ιστορία
  4. Στεφανώθηκαν του Αγίου Στεφάνου
  5. [«....Μήτε με το σίδερο,
    Μήτε με το χρυσάφι,
    Μήτε με τα χρώματα,
    Που σπέρνουν οι ζωγράφοι.
    Μόνο με του πνεύματος,
    Τα μάγια! Σου το υψώνω,
    Σ’ ένα τόπον άυλον,
    Απείραχτο απ’ το χρόνο»]
  6. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  7. Στο σφυρί το σπίτι του Κωστή Παλαμά
  8. [«..Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος..»]
  9. Κωστής Παλαμάς-Ραχήλ (Ελένη Κορτζά) «Όταν ο έρωτας κρατά ... χαρτί και μολύβι», Εφημερίδα «Το Βήμα», 16 Αυγούστου 1998
  10. Το συλλαλητήριο στην κηδεία του Κωστή Παλαμά
  11. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  12. Πρόεδροι της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της
  13. Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, μονοτονική γραφή
  14. [«Κωστής Παλαμάς-Αφιέρωμα», Φάνης Μιχαλόπουλος, Περιοδικό «Νέα Εστία», Χριστούγεννα 1943, σελίδα 162.]