Λάμπρος Πορφύρας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λάμπρος Πορφύρας (πραγματικό όνομα: Δημήτριος Σύψωμος) [1], Έλληνας λυρικός ποιητής, από τις πλέον γνήσιες μορφές του νεοελληνικού λυρισμού, μεταφραστής σημαντικών λογοτεχνών στην Ελληνική γλώσσα, γεννήθηκε το ξημέρωμα μιας Ανοιξιάτικης μέρας του 1879 στα Καρδάμυλα της Χίου και πέθανε στις 3 Δεκεμβρίου 1932 στον Πειραιά από γαστρορραγία, συνεπεία έλκους στομάχου. Η κηδεία του έγινε στις 4 Δεκεμβρίου στο ναό της Αγίας Τριάδας Πειραιώς, με την παρουσία του Μιχαήλ Ρινόπουλου, επιχειρηματία και τότε δημάρχου Πειραιά και των λογοτεχνών Παύλου Νιρβάνα και Ιωάννη Γρυπάρη [2]. Τάφηκε στο νεκροταφείο της Αναστάσεως σε τάφο που παραχώρησε γι' αυτό το σκοπό, ο Δήμος Πειραιώς.

Ήταν άγαμος και δεν απέκτησε απογόνους.

Λάμπρος Πορφύρας

Βιογραφία

Ο Δημήτριος Σύψωμος γεννήθηκε στο σπίτι του θείου του Γιάννη Συριώτη στην ενορία Παναγία Ευρετή. Η οικογένεια του κατάγονταν από τη Σύρο και το 1881 έως το 1884, εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου, ενώ στη συνέχεια μετακόμισε στον Πειραιά. Είχε ένα αδελφό, το Θεόδωρο που εργάζονταν ως υπάλληλος των Επιχειρήσεων Ράλλη στην Καλκούτα των Ινδιών και μία αδελφή, τη Σμαράγδα. Μέλη της οικογένειας Συριώτη, όπως και ο αδελφός του ποιητή, είχαν εγκατασταθεί στην Ινδία.

Η μητέρα του Ζηνοβία Συριώτη, ήταν αδελφή της Μαρίας Συριώτη, και πρώτα του ξαδέλφια ήταν ο εθνικιστής αρχιτέκτονας και Ακαδημαϊκός Δημήτριος Πικιώνης, γιος της Μαρίας Συριώτη, και ο Γεώργιος Συριώτης, δημοσιογράφος και συνιδρυτής της εφημερίδος «Eλεύθερον Βήμα» ο οποίος στις 26 Iανουαρίου 1930, ανέλαβε διευθυντής [3] της εφημερίδας. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Μέσης εκπαιδεύσεως στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο «Ελληνικό Σχολείο» στην Πλάκα αλλά το 1891 γράφτηκε στο 1ο Γυμνάσιο Πειραιώς, από το οποίο αποφοίτησε το 1895, ενώ στη συνέχεια γράφηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία παρακολούθησε μαθήματα έως το 1899, χωρίς να ολοκληρώσει τη φοίτηση του, καθώς νόσησε από τύφο.

Ενήλικη ζωή

Το 1900 ταξίδεψε σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους με τη μεσολάβηση του Ζαν Μορεάς, τη Ρώμη και το Λονδίνο, μελέτησε την ξένη λογοτεχνία κυρίως τους Γάλλους και Άγγλους λυρικούς, τα έργα των οποίων διάβαζε από το πρωτότυπο. Αγνόησε τις υποδείξεις του πατέρα του να ακολουθήσει υπαλληλική σταδιοδρομία στα καταστήματα Ράλλη στην Καλκούτα, όμως του στάθηκε πολύτιμος αρωγός ο αδερφός του Θεόδωρος, που τον βοηθούσε οικονομικά από τις Ινδίες. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε, ως το θάνατο του στη Φρεαττύδα [4], κοντά στην ομώνυμη πλατεία στον Πειραιά, όπου ζούσε στο οικογενειακό του σπίτι μαζί με την μητέρα και την αδελφή του. Επιστρατεύτηκε και συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους, αλλά και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Ο Λάμπρος Πορφύρας την περίοδο από το 1898 έως τον τον Οκτώβριο του 1889, που ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος εξέδωσε το περιοδικό «Τέχνη» με συνεργάτη τον Γιάννη Καμπύση, με το οποίο επιδίωξε να ενισχύσει τη δημοτική γλώσσα και να συστήσει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και θεωρείται σταθμός στην πορεία της λυρικής ποίησης και τη διαμόρφωση της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής», ήταν μεταξύ των συνεργατών του. Συνεπίκουροι στην προσπάθεια ήταν ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Μποέμ, ο Παύλος Νιρβάνας και ο Κωνσταντίνος Παλαμάς. Το περιοδικό αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην ελληνική λογοτεχνία και κατά τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, «...Αν ήθελε κανείς να ορίσει μιαν ημερομηνία για την απαρχή της νεώτερης ελληνικής κουλτούρας, του σύγχρονου πνευματικού μας πολιτισμού, θα μπορούσε χωρίς ενδοιασμό να την τοποθετήσει στη χρονιά της έκδοσης της «Τέχνης» του Χατζόπουλου..». Στο τελευταίο του άρθρο, σημείωσε «..Αν η νίκη δε στεφανώνει κάθε αγώνα, η αντίσταση κι ο πόλεμος εναντίο σε αμαρτωλό καθεστώς είναι καθήκον, που για την Τέχνη είναι και Ζωή..»

Έγραψε στη Δημοτική γλώσσα, την οποία υπερασπίστηκε, δίχως να συμμερίζεται τις ακραίες απόψεις του Ιωάννη Ψυχάρη, ενώ το 1911 έγινε μέλος «Εκπαιδευτικού Ομίλου» και νωρίτερα, το 1904, μαζί με τους Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και Μιλτιάδη Μαλακάση, ήταν οι ιδρυτές του σωματείου «Εθνική Γλώσσα», για την προβολή και την καθιέρωση της Δημοτικής. Ήρθε σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες και συνυπέγραψε το καταστατικό της «Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ενώσεως», ενώ το 1907 εκφράστηκε θετικά για το βιβλίο «Το Κοινωνικόν μας Ζήτημα», του σοσιαλιστή Σκληρού. Από την απουσία κάθε είδους, ακόμη και της παραμικρής νύξεως, πολιτικών ή κοινωνικών αναζητήσεων στο έργο του, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο ποιητής είχε απογοητευθεί από την πορεία του σοσιαλιστικού κινήματος και είχε αποστασιοποιηθεί από τις αρχικές του αναζητήσεις.

Εργογραφία

Ο Λάμπρος Πορφύρας με στολή στρατιώτη

Χαρακτηρίστηκε λυρικός ποιητής που εντάσσεται στη μεσοπολεμική γενιά του 1920-30, όπως οι Ιωάννης Γρυπάρης, Κώστας Χατζόπουλος, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Φώτος Γιοφύλλης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ρώμος Φιλύρας, Ρήγας Γκόλφης, Απόστολος Μελαχρινός, Κώστας Ουράνης, Κώστας Καρυωτάκης, Κ.Καθραίος, Αχιλλέας Παράσχος, Τέλλος Άγρας και η Μαρία Πολυδούρη.

Έζησε μοναχική ζωή μακριά από τους κοινωνικούς κύκλους, και ήταν θαμώνας της απλής λαϊκής ταβέρνας, ενώ στους στίχους του τραγούδησε τον έρωτα, τη θάλασσα και την ελληνική φύση, τα ταπεινά πράγματα και τα θλιμμένα ειδύλλια. Το ποιητικό του έργο υπήρξε περιορισμένο. Ο Πορφύρας ανήκει στους συμβολιστές ποιητές και επηρεάστηκε από τους Ευρωπαίους συμβολιστές, αλλά και από την ποίηση του Διονυσίου Σολωμού, του Μιλτιάδη Μαλακάση και του Κωστή Παλαμά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στη Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία.

Εμπνεύστηκε το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο από τα δύο ομώνυμα ποιήματα του Διονυσίου Σολωμού. Συνεργάστηκε και δημοσίευσε ποιήματα του στα σημαντικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής. Αν και η ποίηση του είναι πηγαία, κελαρυστή, με ζωηρούς χρωματικούς τόνους και αποπνέει μια αίσθηση εσωτερικής μοναξιάς, το έργο του βρήκε αρκετούς αρνητές. Συμμετείχε στη «Συντροφιά των Εννέα», όπως και οι Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μάρκος Ζαβιτζιάνος, Λυκούργος Κογεβίνας, Πέτρος Σταματόπουλος, Αντώνιος Μουσούρης, Νικόλαος Λευτεριώτης και ο Κώστας Χατζόπουλος. Παλαιότεροι, όπως ο Αντίοχος Ευαγγελάτος αλλά και σύγχρονοι συνθέτες μελοποίησαν ορισμένους από τους στίχους του.

Εμφανίστηκε στα Ελληνικά γράμματα με το ποίημα

  • «Η θλίψη του μαρμάρου» στο Πειραϊκό περιοδικό «Στάδιον» της 16ης Σεπτεμβρίου 1894 και με τη μεσολάβηση του, συμπατριώτη και πιθανόν συγγενούς του, Παύλου Νιρβάνα στην εφημερίδα «Άστυ» στο φύλλο της 18ης Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου, ενώ ήταν ακόμη μαθητής της 4ης τάξεως του Γυμνασίου, δημοσίευση που τον κατέστησε δημοφιλή στους λογοτεχνικούς κύκλους των Αθηνών.

Το ποίημα προκάλεσε το ενδιαφέρον του Παλαμά και αποτέλεσε την αφορμή να συνδεθεί με το φιλολογικό περιοδικό «Τέχνη», ήταν τα ιδρυτικά μέλη του και το στήριξε οικονομικά και τα περιοδικά «Διόνυσος», «Παναθήναια», όπου συνδέθηκε με τον Κίμωνα Μιχαηλίδη και τον κύκλο των διανοουμένων του περιοδικού, όπως οι Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Φρ. Aριστέας, Περικλής Γιαννόπουλος, Παύλος Νιρβάνας, ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης, ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, καθώς και τα περιοδικά «Μούσα», «Νέα Ζωή», «Καλλιτέχνης», «Το Περιοδικόν μας», καθώς και τον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και τον Γιάννη Καμπύση.

Δημοσίευσε ένα από τα πιο ωραία ποιήματά του με τίτλο

  • «Lacrymae Rerum» το 1897, εμπνευσμένο από τον ξενιτεμό της αδελφής του Σμαράγδας.

Το 1923 δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» το ποίημα

  • «Πιες του γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου» για το οποίο τον ίδιο χρόνο, του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών μετά διπλώματος από τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Έγραψε και δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές:

  • «Σκιές», το 1920, βιβλίο που του χάρισε το Αριστείο του δήμου Πειραιά.
  • «Μουσικές Φωνές», το 1934, η οποία δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του και εκδόθηκε με την επιμέλεια του αδελφού του
  • Άπαντα, το 1956, εκδόθηκαν με επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα και περιλαμβάνουν διάφορα άλλα κείμενά του, καθώς και την αλληλογραφία του με διάφορους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του.
  • «Τα ποιήματα (1894-1932)», το 1993,
  • «Μια χώρα πάντα σιωπηλή», το 1999.

Μεταφράσεις

Μετέφρασε έργα των

  • Γκιστάβ Φλωμπέρ, [«Μαντάμ Μποβαρύ», «Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου»],
  • Ονόρε ντε Μπαλζάκ, [«Ανθρώπινη κωμωδία», «Εγκαταλειμμένη γυναίκα»],
  • Βίκτωρος Ουγκό, [«Η Παναγία των Παρισίων», «Λουκρητία Βοργία», «Τελευταία μέρα ενός κατάδικου», «Ρουί Μπλάς» και «Πρόλογος στον Κρόμγουελ»],
  • Μποντλαίρ, [«Φανφαρλό», «Κρασί και χασίς», «Τα άνθη του κακού», «Σάλονς», «Η ρομαντική τέχνη», «Τεχνητοί παράδεισοι»],
  • Προύστ [«Ηδονές και ημέρες», «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», «Ζάν Σαντούιλ»],
  • Σαίξπηρ [«Βασιλιάς Λήρ», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Το ημέρωμα της στρίγγλας», «Ιούλιος Καίσαρας»],
  • Ντεφόε [«Ροβινσώνας Κρούσος», «Ημερολόγιο της χρονιάς της πανούκλας», «Συνταγματάρχης Τζάκ»],
  • Καρόλου Ντίκενς [«Οι περιπέτειες του Όλιβερ Τουίστ», «Οι περιπέτειες του Νίκλας Νίκλμπυ», «Το παλαιοπωλείο», «Τα μεταθανάτια χαρτιά του Πίκουικ κλάμπ»,
  • Μάρλοου [«Ταμερλάνος ο μέγας», «Η τραγική ιστορία του δόκτορα Φάουστους», «Η πολυτάραχη βασιλεία», «Ο οικτρός θάνατος του Εδουάρδου Β' βασιλιά της Αγγλίας»].

Το τέλος του

Πραγματοποίησε την τελευταία δημόσια εμφάνιση του στην ταβέρνα του Αναστασίου Πετρόπουλου, στην οδό Χαριλάου Τρικούπη, απάναντι από τη Γαλλική Σχολή του Αγίου Παύλου και δίπλα από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς. Η κηδεία του έγινε στις 3 το απόγευμα από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά και παρευρέθηκαν ο λογογράφος Παύλος Νιρβάνας και οι ποιητές Ιωάννης Γρυπάρης, Νίκος Χαντζάρας, και Γεράσιμος Σπαταλάς, επίσης το προεδρείο και τα μέλη της Φιλολογικής Στέγης, ο πρόεδρος της οποίας Γρηγόρης Θεοχάρης αποχαιρέτησε τον νεκρό.

Μνήμη Λάμπρου Πορφύρα

Το 1918 τιμήθηκε με τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών του Τάγματος και του Σωτήρος από τον βασιλιά Αλέξανδρο και με μετάλλιο από τον Δήμαρχο του Πειραιά Τάκη Παναγιωτόπουλο, ο οποίος το 1931 του απένειμε το τιμητικό μετάλλιο της πόλεως και ανέφερε ότι, «...Ο Λάμπρος Πορφύρας, πολίτης Πειραιεύς, εν τοις γράμμασι τον τε Πειραιά και το ελληνικό ετίμησεν όνομα...», ενώ λίγα χρόνια αργότερα, την Κυριακή 22 Μαΐου 1938, με πρωτοβουλία του Δήμου Πειραιώς, έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του στην πλατεία της Φρεαττύδας, η οποία πήρε το όνομά του. Η προτομή φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Γρηγόρη Ζευγώλη, ενώ στην τελετή μίλησαν ο τότε Δήμαρχος Πειραιώς Σωτήριος Στρατήγης, αδελφός του ποιητή Γεωργίου Στρατήγη, και ποιήματα αφιερωμένα στον Πορφύρα απάγγειλαν οι Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Αιμίλιος Βεάκης. Το 1979 ανακηρύχθηκε έτος του Λάμπρου Πορφύρα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η ονομασία Σύψωμος προήλθε από το καθεστώς σιτηρεσίου για τους εργάτες και το 19ο αιώνα αφορούσε τον εργάτη που έφερνε στη δουλειά και το φαγητό του, με δαπάνες που κάλυπτε ο ίδιος, σε αντίθεση με τον ταϊστό, αυτό στον οποίον, πέραν της αμοιβής του, ο εργοδότης παρείχε και τα αντίστοιχα γεύματα. Ο σύψωμος αμειβόταν με περισσότερα μετρητά από τον ταϊστό.]
  2. [Εφημερίδα «Νέοι Καιροί», Γεώργιος και Δημήτριος Ζ. Πιτσάκης, έτος 4ο, αριθμός φύλλου 357ο, 5 Δεκεμβρίου 1932, σελίδα 1η.]
  3. «Eλεύθερον Bήμα, μεγάλη καθημερινή πολιτική και οικονομική εφημερίς»
  4. [«....Εδώ στη Φρεαττύδα κατοικούν οι θεοί μου. Εδώ στον Πειραιά θα αφήσω τα κόκκαλα μου και μη μου μιλάς για ταξίδια και περιπέτειες. Εδώ γνώρισα τη ζωή και καλοδέχτηκα τη μούσα, τη μικρή αλλά δική μου μούσα....»] Απόσπασμα από επιστολή του Λάμπρου Πορφύρα στον Κώστα Χατζόπουλο, που τον καλούσε κοντά του στην Γερμανία.