Νικόλαος Σκαλκώτας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νίκος Σκαλκώτας, Έλληνας παγκοσμίου φήμης μουσικός και συνθέτης, ο κορυφαίος της λεγόμενης «κλασικής» μουσικής, πνευματικό παιδί του Άρνολντ Σένμπεργκ ki ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ου αιώνος, βιρτουόζος βιολονίστας και δημιουργική μεγαλοφυΐα, γεννήθηκε στις 8 Μαρτίου 1904 στην περιοχή Κριπίδωμα στην πόλη της Χαλκίδας και πέθανε τη νύχτα της Κυριακής προς τη Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 1949, μέσα στο χειρουργείο Αθηναϊκού νοσοκομείου από περίσφιξη κήλης.

Το 1926 γνωρίστηκε με τη Ουκρανή βιολονίστρια Ματίλντε Τέμκο [Mathilde (Matla) Temko], από τη Ρίγα της Λετονίας, και πριν χωρίσουν το 1931, απέκτησαν εκτός γάμου, την Άρτεμη και μία ακόμη κόρη που χάθηκε στη γέννα. Η σύντροφος του μετά το χωρισμό τους το 1931 εγκαταστάθηκε με την κόρη τους μόνιμα στη Στοκχόλμη. Το 1946 ο Σκαλκώτας παντρεύτηκε με την πιανίστρια Μαρία Παγκαλή και από το γάμο τους απέκτησε δύο γιους, το 1947 τον Αλέκο, μετέπειτα γνωστό ζωγράφο, και το 1949, δύο μέρες μετά το θάνατο του, τον Νίκο, μετέπειτα πρωταθλητή στο σκάκι.

Νίκος Σκαλκώτας

Βιογραφία

Η οικογένεια του είχε στις τάξεις της αυτοδίδακτους μουσικούς, όπως ο προπάππος του, Αλέξανδρος Σκαλκώτος από τον Πύργο, [Πάνορμος], της Τήνου, που ήταν γνωστός τραγουδιστής, λαουτιέρης, βιολιστής και συνθέτης δημοτικής μουσικής, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα.

Οικογένεια Σκαλκώτα

Ο πατέρας του Αλέξανδρος Ν. Σκαλκώτος που άλλαξε το οικογενειακό επίθετο σε Σκαλκώτας για λόγους ευφωνίας, ήταν αυτοδίδακτος μουσικός, που έπαιζε φλάουτο και άλλα όργανα στην Αντώνειο Φιλαρμονική της Χαλκίδας, ενώ παρέδιδε ιδιωτικά μαθήματα σε πλούσιες οικογένειες της πόλεως. Η μητέρα του Ιωάννα Παπαϊωάννου κατάγονταν από το χωριό Χώστια Βοιωτίας, τον σημερινό Πρόδρομο, 60 χιλιόμετρα δυτικά από την πόλη της Θήβας και αδελφή του ήταν η πιανίστρια Κική Βερδεσοπούλου.

Ο θείος του Κώστας Σκαλκώτος, βιολιστής που ανέλαβε μια περίοδο και τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής, ήταν εκείνος πού έδωσε τα πρώτα μαθήματα σολφέζ και βιολιού στον ανιψιό του, στο οποίο ο Νίκος Σκαλκώτας έδειξε από την ηλικία των πέντε ετών ιδιαίτερο ταλέντο. Το 1906 η οικογένεια Σκαλκώτα μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στο Μεταξουργείο, αρχικά στην οδό Θερμοπυλών 35 και τελικά στην οδό Ιάσονος 34α, όμως έκτοτε συχνά επέστρεφε στη Χαλκίδα για να συναντήσει την γιαγιά του Μαριγώ Κωνσταντάρα και να περάσει κάποιο καιρό μαζί της, ενώ η τελευταία καταγραμμένη επίσκεψη του στην πόλη είναι το 1944.

Μουσικές σπουδές

Ο Νίκος από το 1914 σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη του βιολιού του Τόνι Σούλτσε. Αποφοίτησε το 1918, παίρνοντας το Πρώτο Βραβείο για την ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για βιολί» του Μπετόβεν καθώς και χρυσό Μετάλλιο «Ιφιγενείας και Ανδρέου Συγγρού». Στις 27 Σεπτεμβρίου 1920 έδωσε ρεσιτάλ στο Θέατρο «Roi Georges» της Θεσσαλονίκης, προσκεκλημένος του Απόστολου Κονταράτου, ενώ έπαιζε βιολί σε διάφορες εκδηλώσεις και δημοσίευσε ποιήματα του στο περιοδικό «Νουμάς». Στη συνέχεια εξασφάλισε υποτροφία από το «Ίδρυμα Αβέρωφ» για σπουδές βιολιού με τον Βίλλυ Ες, [Willy Hess] και μετέβη στο Βερολίνο όπου εγκαταστάθηκε το Σεπτέμβριο του 1921. Στη Γερμανία σπούδασε αρχικά βιολί στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής της Ακαδημίας των Τεχνών, [Akademie der Künste], στην τάξη του περίφημου Γερμανού βιολονίστα Willy Hess και συγκατοικούσε με τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που βρίσκεται επίσης για σπουδές εκείνο το διάστημα στο Βερολίνο, σε ένα διαμέρισμα στην περιοχή Lankwitz.

Από το 1925 και έπειτα σπούδασε σύνθεση μέχρι το 1933, τον πρώτο χρόνο με δάσκαλο τον Paul Robert Kahn και συνέχισε με τους Κουρτ Βάιλ, [Kurt Weill], Paul Juon, Philipp Jarnach, από το 1924 έως το 1925, ενώ τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως τις Βρυξέλλες, τη Βιέννη, το Σάλτσμπουργκ καθώς και σε άλλες περιοχές στη νότια Γερμανία. Από το 1926 έως το 1927 συνέχισε παρακολουθώντας μαθήματα με τον Φίλιπ Γιάρναχ, [Philipp Jarnach], ενώ το Σεπτέμβριο του 1927 παρακολούθησε μαθήματα στον Άρνολντ Σένμπεργκ, [Arnold Schoenberg], τον «πάπα της πρωτοπορίας», που τον εκτιμούσε ιδιαίτερα και τον κατέτασσε μέσα στους δέκα καλύτερους μαθητές του, με τον οποίο το 1931, θα ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Την εποχή των σπουδών του με τον Άρνολντ Σένμπεργκ η εφημερίδα «Deutsche Allgemeine Zeitung» -η οποία μαζί με τη «Vössische Zeitung», τη «Berliner Tageblatt» και τη «Frankfurter Zeitung» συγκαταλέγονταν στις σοβαρότερες εφημερίδες του Γ' Ράιχ- σε μια κριτική για ένα κονσέρτο που έδωσε στις 29 Ιουνίου 1929, ανέφερε, «...Ο 25χρονος Έλληνας έγραψε ένα πολύ καλό κομμάτι, ένα κομμάτι με φρεσκάδα και αποφασιστικότητα, στιλιστικά ως μουσική δωματίου εντελώς ενιαίο. Και τα τρία του θέματα μαρτυρούν την εσωτερική λογική ενός ατόμου που έχει διαπαιδαγωγηθεί να σκέφτεται μουσικά, η ροή της επινοήσεως δε διακόπτεται πουθενά και η φόρμα είναι πολύ καθαρή....».

Καλλιτεχνική δημιουργία

Από τα πρώτα έργα του Νίκου Σκαλκώτα ήταν η ενορχήστρωση της «Κρητικής Γιορτής» του Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος ήταν στενός του φίλος από τα χρόνια των σπουδών τους στη Μουσική Ακαδημία του Βερολίνου. Χάρη σε μία υποτροφία του Εμμανουήλ Μπενάκη, έμεινε στη Γερμανία έως το 1931, όπου έπαιζε βιολί σε ελαφρές ορχήστρες για να συμπληρώνει το εισόδημά του, ενώ παίχτηκαν και οι πρώτες συνθέσεις του, οι οποίες απέσπασαν εξαιρετικά ευνοϊκές κριτικές. Την εποχή αυτή δέχτηκε την επίδραση του Σαίνμπεργκ. Το 1930 στη διάρκεια μιας σύντομης παραμονής του στην Αθήνα, παρουσίασε μέρος της εργασίας του σε δύο συναυλίες στις 23 και 27 Νοεμβρίου. Στην πρώτη συναυλία που έδωσε στα Ολύμπια, διευθύνοντας την Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών συμπεριέλαβε στο πρόγραμμα το πρωτοποριακό Κοντσέρτο του για Ορχήστρα Πνευστών και το 2ο Κοντσέρτο για πιάνο του Liszt με σολίστ την Πολυξένη Ρουσσοπούλου-Ματέϋ, ενώ στη δεύτερη συναυλία στο Ωδείο Αθηνών, που περιλάμβανε δικά του έργα μουσικής δωματίου, βιολί έπαιξε η Νέλλη Ασκητοπούλου και πιάνο ο Σπύρος Φαραντάτος, στον οποίον είχε ήδη αφιερώσει το 1927 στο Βερολίνο τις «15 Παραλλαγές για πιάνο». Σύμφωνα με το Γιάννη Μπελώνη, διδάκτορα μουσικολογίας, οι πρώτες κριτικές ήταν αρνητικές, ενώ οι αναφορές στη συνθετική ικανότητά του ήταν απαξιωτικές και προσβλητικές. Ο Σκαλκώτας απάντησε στα ειρωνικά σχόλια με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 31 Μαρτίου 1931 στο περιοδικό «Μουσική Ζωή» και χαρακτήρισε τους κριτικούς αποτυχημένους μουσικούς, ανίκανους να διαβάσουν ακόμα και μια εύκολη σελίδα παρτιτούρας έργου του, εκφραστές επιπόλαιων και επιφανειακών εντυπώσεων.

Το Μάιο του 1933 αναχώρησε από το Βερολίνο και επέστρεψε στην Αθήνα όμως εγκατέλειψε, ως ενέχυρο για τα απλήρωτα ενοίκια του στην οδό Nürnberger Str. 19 στο δημοτικό διαμέρισμα Wilmersdorf, όλα τα μουσικά του χειρόγραφα, την πλούσια βιβλιοθήκη του και τα υπάρχοντα του, με την ελπίδα να επιστρέψει. Στην Ελλάδα του καλλιτεχνικού συντηρητισμού ο Σκαλκώτας εργάστηκε ως βιολιστής στο τελευταίο αναλόγιο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και στις Ορχήστρες της Λυρικής και της Ραδιοφωνίας, ενώ παράλληλα συνέχισε να συνθέτει. Η αποκαλούμενη «Εθνική Σχολή» αντιμετώπισε με δυσπιστία την άφιξή του και φρόντισε να τον περιορίσει σ’ ένα πλαίσιο ανωνυμίας και αποκλεισμού. Η μουσική του, παραλλαγή του δωδεκαφθογγικού συστήματος του Σένμπεργκ, θορύβησε τους Έλληνες ομοτέχνους του, οι οποίοι τον αποκήρυξαν ως παράφρονα.

Εργογραφία

Ο Σκαλκώτας, που λογίζεται ως μέλος της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής, είχε επιρροές τόσο από την κλασική μουσική όσο και από την Ελληνική παραδοσιακή μουσική. Αν και πέθανε νέος [1] άφησε έργο τεράστιο σε όγκο και έγινε ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που γράφοντας σε σύγχρονο ιδίωμα καταξιώθηκε σε μια από τις κυρίαρχες θέσεις στο διεθνές στερέωμα δίπλα στους μεγαλύτερους σύγχρονους συνθέτες. Η ατονική μουσική μονοπώλησε σχεδόν το δημιουργικό του ενδιαφέρον αν και δημιούργησε και τονικά έργα. Τα περισσότερα έργα του πρωτοπαρουσιάστηκαν μετά το θάνατό του και εκτός το καθαρά μουσικό του έργο, συνέταξε ένα σημαντικό θεωρητικό έργο, που το αποτελούσαν αρκετά μουσικά άρθρα, μια πραγματεία ενορχηστρώσεως, καθώς και μουσικές αναλύσεις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βερολίνο έγραψε πάνω από 70 έργα, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν.

Οι περί τις 110 συνθέσεις του περιλαμβάνουν κάθε μουσικό είδος -εκτός της όπερας- όπως συμφωνικά έργα, έργα για έγχορδα και για πνευστά, μπαλέτα, μουσική δωματίου, έργα για σόλο όργανα, φωνητικά έργα, σκηνική μουσική. Άκουσε ελάχιστες από τις συνθέσεις του να παίζονται και δεν έζησε να ακούσει την δισκογραφική κυκλοφορία των έργων του καθώς ο πρώτος δίσκος κυκλοφόρησε το 1954, πέντε χρόνια μετά το θάνατό του. Το σύνολο του έργου του χαρακτηρίζεται από εκφραστική ποικιλία, βάθος και ηχητική και τεχνική τελειότητα καθώς και μουσικό χιούμορ. Η καταξίωση του στο στερέωμα της συνθέσεως ήλθε πέντε δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν ένα μεγάλο αφιέρωμα από το Konzerthaus του Βερολίνου καθώς και το πρώτο διεθνές επιστημονικό μουσικολογικό συνέδριο για το έργο του, τον κατέστησαν μουσική προσωπικότητα παγκόσμιου κύρους και βεληνεκούς. Τότε ο διεθνής τύπος τον χαρακτήρισε «...Μεγάλο Έλληνα» και το περιοδικό «American Record Guide» έγραψε ότι παρήγε «...μουσική μεγάλης δεξιοτεχνίας που συνδυάζει την εύφορη έμπνευση με την έντονη αμεσότητα και την αδρή δύναμη με τη ρητορική και στωική ευγλωττία».

Ακολούθησε η

  • «Έκδοση Σκαλκώτα» που περιέχει πρώτες παγκόσμιες εκτελέσεις των συνθέσεών του από τη δισκογραφική εταιρεία BIS.

Έγραψε 150 έργα για ορχήστρα όπως:

  • «Χωστιανός Χορός» [2],
  • «Επιστροφή του Οδυσσέα»,
  • «36 ελληνικοί χοροί» [3] [4] [5].

Η χειρόγραφη παρτιτούρα των 36 Ελληνικών Χορών, την οποία είχε εμπιστευθεί στον φιλόμουσο Μανώλη Α. Μπενάκη, γιο του ιδρυτή του Μουσείου, φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη και περιλαμβάνει τις παρτιτούρες:

«Ένα καράβι από την Κρήτη»,
«Κηρετσχανέ»,
«Ζωναράδικος Θράκης»,
«Εωθινός ή Των πουλιών»,
«Καστελλοριζιώτικος»,
«Γονατιστός Καρπάθου»,
«Βουρλιώτικος»,
«Αλατσατιανός χορός»,
«Συνασιώτικος»,
«Ανατολίτικος χορός»,
«Συνασιώτικος»,
«Ανατολίτικος χορός»,
«Αντικριστός Ικονίου»,
«Ο χορός των θεριστών»,
«Διπλός χορός»,
«Κυπριακός»,
«Εσπερινός»,
«Ο χορός των παιδικών αναμνήσεων»,
«Κάτω Ιταλία»,
«Λεβαντίνικος»,
«Νυχτερινός»,
«Ευρωπαϊκός»,
«Νοσταλγικός»,
«Ζεϊμπέκικος»,
«Χατζιδακικός»,
«Συρτοχασάπικος».

Έγραψε επίσης έργα για μπαλέτο όπως τα

  • «Η λυγερή κι ο Χάρος»,
  • «Η θάλασσα» [6], στο οποίο αφομοίωσε με αξιοθαύμαστη πρωτοτυπία στοιχεία της Ελληνικής δημοτικής μουσικής,
  • «4 φθινοπωρινές εικόνες»,

αλλά και κονσέρτα, μουσική δωματίου, τραγούδια. Έγραψε επίσης και διάφορα άρθρα πάνω σε μουσικά θέματα.

Έως το 2004 είχαν εκδοθεί μόνο τα μισά από τα έργα του, από την αυστριακή εταιρεία Oniversal που εξέδωσε 25 μουσικά έργα από το 1953 έως το 1980 και την αμερικανική εταιρεία Margon, που το 1999 συγχωνεύτηκε με τον μουσικό εκδοτικό οίκο G. Schirmer των ΗΠΑ, και έχει εκδώσει λιγότερα από 15 έργα. Σύμφωνα με το μουσικολόγο Γιάννη Παπαϊωάννου, «...Το εικαζόμενο σύνολο των 170 έργων του αντιπροσωπεύει 571 μέρη έργων ή 6.500 σελίδες ή περίπου 60.000 μέτρα. Αυτοί οι αριθμοί επιβεβαιώνουν ότι το έργο του Σκαλκώτα υπερβαίνει σε έκταση το άθροισμα της εργογραφίας των τριών μεγάλων Βιενέζων, Schoenberg, Webern, Berg. Εντυπωσιακό αν αναλογιστούμε ότι είχε στη διάθεσή του μόνο 25 χρόνια δημιουργικής σταδιοδρομίας, ενώ οι τρεις Βιενέζοι συνολικά 120 χρόνια,...{...}... πλησιάζει σε όγκο το έργο των μεγάλων κλασικών. Οι 6.500 σελίδες παρτιτούρας του μπορούν να συγκριθούν με τις 7.700 σελίδες του Μπετόβεν».

Το όνομα του, «Νίκος Σκαλκώτας», έχει δοθεί σε αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών [7], η οποία διαθέτει 400 θέσεις, με υπερσύγχρονο εξοπλισμό και τη δυνατότητα ταυτόχρονης μεταφράσεως 6 γλωσσών, σκηνή με πολλές δυνατότητες προσαρμογής σε πολλαπλές χρήσεις, φουαγιέ, μπαρ, καμαρίνια, αποθήκες, τεχνικές υποδομές, όπου φιλοξενούνται διεθνή επιστημονικά συνέδρια, διαλέξεις, λυρικές και θεατρικές εκδηλώσεις. Διαθέτει επίσης συμπληρωματικό εξοπλισμό για υπερτιτλισμό, και δυνατότητα προβολής και λήψης βίντεο από μαθήματα ή παραστάσεις. Ο αυστροβρετανός μουσικολόγος και κριτικός Χανς Κέλερ, σε ένα κείμενό του τον αναφέρει ως έναν από τους κορυφαίους συνθέτες του 20ου αιώνα και τον περιλαμβάνει στα τέσσερα «Σ»: Σένμπεργκ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Σκαλκώτας και Σοστακόβιτς.

Το 2009, στην επέτειο των εξήντα χρόνων από το θάνατο του το 2009 παρουσιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη η έκδοση «Νίκος Σκαλκώτας-Ένας Έλληνας Ευρωπαίος», την οποία εξέδωσε το μουσείο ως φόρο τιμής στο συνθέτη. Στον τόμο συνεργάστηκαν 14 Έλληνες και ξένοι μουσικολόγοι, συνθέτες, μαέστροι, ιστορικοί, κριτικοί και μεταφραστές, υπό την εποπτεία του συνθέτη Χάρη Βρόντου, ο οποίος είχε και την καλλιτεχνική επιμέλεια της έκδοσης. Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο του Γιώργου Χατζινίκου με τίτλο «Νίκος Σκαλκώτας: Μια ανανέωση στη προσέγγιση της μουσικής σκέψης και ερμηνείας».

Το τέλος του

Μαρία & Υιοί Σκαλκώτα

Στην εποχή του οι κριτικές των έργων του ήταν γενικά κακές και η αντίληψη των συγχρόνων του γι' αυτό ήταν επηρεασμένη από την ιδιάζουσα προσωπικότητα του συνθέτη, η τάση του για απομόνωση και το γεγονός ότι ήταν ιδιαίτερα λιγομίλητος. Παράλληλα οι κακουχίες της ζωής και η οικονομική πενία τον οδήγησαν σε αδιέξοδο και σε ψυχολογικά του κυρίως προβλήματα. Έπασχε από βουβωνική κήλη και σύμφωνα με τον Γιώργο Χατζηνίκο, πιανίστα και μαέστρο, κατέφυγε για εξετάσεις κήλης από την οποία έπασχε, στο Δημοτικό Νοσοκομείο του Δήμου Αθηναίων και περίμενε στην ουρά έως ότου το ιατρείο έκλεισε, οπότε έφυγε για να επιστρέψει την επομένη μέρα. Αναμένοντας τη γέννηση του γιου του, για την ετοιμόγεννη γυναίκα του είχε κλείσει θέση σε κλινική, και αντιμετωπίζοντας οξύ οικονομικό πρόβλημα οδηγήθηκε στην ανάγκη να τυλίξει το στόμα του με πετσέτα όταν τον έπιασαν οξείς πόνοι, προκειμένου για να μην τον ακούσει η γυναίκα του και κινδυνέψει η ζωή της καθώς και του αγέννητου. Το πρωί της επόμενης μέρα διαμετακομίστηκε από το σπίτι του στην οδό Καλλιδρομίου 45 στην κλινική Πέρρα όπου ξεψύχησε στο χειρουργείο, δύο μέρες πριν γεννηθεί ο γιος του, αργότερα πρωταθλητής Ελλάδας στο σκάκι.

Αρχείο Σκαλκώτα

Ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης, Mουσικολόγος-επιμελητής μουσικών εκδόσεων και διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών, δημοσίευσε μελέτη για την τύχη και το περιεχόμενο του Αρχείο Σκαλκώτα [8] σύμφωνα με την οποία, αμέσως μετά το θάνατο του συστάθηκε μια άτυπη τριμελής «Επιτροπή Σκαλκώτα» που απαρτιζόταν από τον Μίνω Δούνια, μουσικολόγο και μουσικοκριτικό που ανέλαβε χρέη προέδρου, το Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, τη Μαρίκα Παπαϊωάννου-Χουρμουζίου και τη Νέλλη Ευελπίδη, σολίστ βιολιού, που είχε στόχο τη διαχείριση του έργου του. Το 1961 αναγνωρίστηκε ως σωματείο και μετονομάστηκε σε «Εταιρεία Φίλων Σκαλκώτα», με επικεφαλής τα ίδια πρόσωπα, ενώ μετά το θάνατο του Δούνια, την προεδρία ανέλαβε η Νέλλη Ευελπίδη και ο συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης. Μετά τον θάνατο τους, την προεδρία ανέλαβε ο Γιάννης Παπαϊωάννου, μετά το θάνατο του οποίου το 2000 ανέλαβε ο συνθέτης Στέφανος Βασιλειάδης, έως τον Μάιο του 2004 που απεβίωσε.

Στο Αρχείο Σκαλκώτα περιλαμβάνονται περισσότερα από 100 χειρόγραφα που βρέθηκαν στα σπίτια του συνθέτη και της αδελφής του, της πιανίστριας Κικής Βερδεσοπούλου, ενώ περιλαμβάνει και 15 από τα περίπου 70 έργα της εποχής του Βερολίνου Σημαντικό μέρος του έργου του βρίσκεται διάσπαρτο σε διάφορα ιδιωτικά αλλά και δημόσια αρχεία [9], όπως τα Μοτσενίγειο Ιστορικό Αρχείο Νεοελληνικής Μουσικής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, βιβλιοθήκη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη, Ιστορικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη, αρχείο της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας (Παλαιά Φιλαρμονική), Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, αρχείο του Λυκείου Ελληνίδων, βιβλιοθήκες των Ωδείων Αθηνών και Α. Τουρνάισεν, αρχεία των χορογράφων Πολυξένης Ματέυ, Κούλας Πράτσικα, Κώστα Νίκολς και Ραλλούς Μάνου.

Το 2019 με αφορμή τη συμπλήρωση των 70 χρόνων από τον θάνατο του Σκαλκώτα, τέσσερις μεγάλοι φορείς που συστεγάζονται στους χώρους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το ονόμασαν «Έτος Σκαλκώτα» και διοργανώνουν στο Μέγαρο Μουσικής μια σειρά επετειακές εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, συναυλίες, συζητήσεις, έκθεση, διεθνές συνέδριο, διαγωνισμό σύνθεσης και εκπαιδευτικά προγράμματα.

Μνήμη Σκαλκώτα

Στις 22 Οκτωβρίου 1949, περίπου ένα μήνα μετά το θάνατό του, ο μουσικοκριτικός Μίνως Δούνιας έγραφε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», «..Παραμένει εκπληκτικό το γεγονός ότι οι μουσικοί ηγέται και τα καλλιτεχνικά ιδρύματα του τόπου μας τόσο λίγο ενδιαφέρθηκαν να προσφέρουν πνευματική υποστήριξη, θετική, ουσιαστική βοήθεια σ’ ένα ταλέντο τόσο ιδιότυπο, το σπανιώτερο ίσως που έχει αναδείξει ως τώρα ο τόπος μας...». Μετά το θάνατο του οι ξένοι μουσικοκριτικοί ανακάλυψαν το έργο του και τον αναγνώρισαν ως μουσική ιδιοφυΐα. Με πρωτοβουλία του συλλόγου «Εξάντας» του Βερολίνου, αναρτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2010 αναμνηστική πλάκα στην πρόσοψη της κατοικίας του στην οδό Nürnberger Str. 19, με συμπαραστάτες την Ελληνική Πρεσβεία στη Γερμανία και την Ιστορική Επιτροπή Βερολίνου, [Historische Kommission Berlin]. Στην πορσελάνινη πινακίδα αναγράφεται, «Εδώ έζησε και δημιούργησε από το 1929 έως το 1933 ο συνθέτης και βιρτουόζος του βιολιού ΝΙΚΟΣ ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ (21.3.1904-19.9.1949)».

Η προτομή του, φιλοτεχνημένη από τον γλύπτη Αντώνη Καραχάλιο, τοποθετήθηκε στην πλατεία Αθανάτων στη Χαλκίδα μετά από την προτροπή του Ροταριανού Ομίλου με σχετική δωρεά Ταγαρόπουλου, ενώ από το 2014 λειτουργεί στην πόλη το Μουσικό Γυμνάσιο «Νίκος Σκαλκώτας». το σπίτι όπου έζησε ο Σκαλκώτας βρίσκεται σε έναν κακόφημο δρόμο του Μεταξουργείου και ρημάζει αφημένο στο έλεος του χρόνου χωρίς ούτε καν μια αναρτημένη πινακίδα ότι έζησε εκεί ο παγκοσμίως καταξιωμένος συνθέτης. Ο διάσημος μαέστρος και πιανίστας Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ αποκαλεί τον Σκαλκώτα «μείζονα εκπρόσωπο του ευρωπαϊκού πολιτισμού» και αφιερώνει στο έργο του σειρά συναυλιών, μεταξύ άλλων με την Philharmonie ορχήστρα του Βερολίνου, πρωτοβουλία που υλοποιήθηκε με τη σύμπραξη κορυφαίων της μουσικής μεταξύ τους και ο Έλληνας Λεωνίδας Καβάκος.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Νίκος Σκαλκώτας Αντώνης Σκόκος, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 548o, σελίδες 598h-599h.]
  2. Skalkottas - Greek Dances (Hostianos Dance)
  3. N.Skalkottas - 36 Greek Dances - Series I - 4. Peloponnisiakos (1931)
  4. Ν.Skalkottas - 36 Greek Dances - Series II - 1.Syrtos (1936)
  5. Το έργο ζωής του Νίκου Σκαλκώτα Εφημερίδα «Το Βήμα», 9 Μαρτίου 2003
  6. «Η θάλασσα» Ολόκληρο το έργο
  7. Αίθουσα Νίκος Σκαλκώτας Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
  8. [Εφημερίδα «Η Καθημερινή», 19 Σεπτεμβρίου 2004]
  9. Βρέθηκαν δύο χαμένα έργα του Σκαλκώτα «Εφημερίδα των Συντακτών», 16 Μαρτίου 2013