Πόντος

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πόντος είναι η ονομασία περιοχής της Μικράς Ασίας που εκτείνεται κατά μήκος των παραλίων του Ευξείνου Πόντου, στον οποίο οφείλει και την ονομασία της, με σχήμα τόξου από το Βατούμ (Βαθύ) μέχρι τις εκβολές του ποταμού Άλυος. Το όνομά του αρχικά ήταν Άξενος Πόντος, διότι η θάλασσά του είναι διάσπαρτη με μακρινές και απροσπέλαστες παραλίες, έχει μεγάλο βάθος ενώ οι θαλασσοταραχές είναι καθημερινό φαινόμενο, γι’ αυτό και ονομάζεται και Μαύρη Θάλασσα, εκτός αυτού ονομαζόταν Άξενος και εξ αιτίας της αγριότητας των περιοικούντων εθνών και μάλιστα των Σκυθικών όπως μας πληροφορεί ο Απολλόδωρος.

Η ονομασία Άξενος (αφιλόξενος) αντικαταστάθηκε από το Εύξεινος (φιλόξενος) Πόντος (θάλασσα), για αυτή την μετονομασία υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις, σημαντικότερη είναι αυτή του Στράβωνoς, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει : «Ύστερον δε Εύξεινον κεκλήσθαι των Ιώνων εν τη παραλία αποικίας κτισάντων». Ο Πόντος είναι μία Ιωνική περιοχή την οποία διασχίζει η οροσειρά του Παρυάνδρου η οποία είναι η συνέχεια του όρους Καυκάσου. Κυριότεροι ποταμοί που τον διαρρέουν είναι ο Άλυς, ο Ίρις, ο Λύκος καθώς και πάρα πολλοί παραπόταμοι όπως είναι ο Φάσις προς την Κολχίδα, και ο γνωστός από τον «μύθο» των Αμαζόνων Θερμοδόντας.
Χάρτης του Πόντου.

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορία

Από την αρχαιότητα ο Εύξεινος Πόντος υπήρξε μία καθαρά Ελληνική θάλασσα. Οι πρώτες αναφορές που τη θέλουν συνδεδεμένη με την αρχαία Ελλάδα είναι στην Ελληνική μυθολογία ξεκινώντας από τον μύθο του Φρίξου και τη Έλλης. O Φρίξος και η Έλλη ήταν παιδιά του Αθάμαντα και της πρώτης του γυναίκας της Νεφέλης. Αργότερα πατέρας τους παντρεύτηκε την Ινώ η οποία δεν συμπαθούσε καθόλου τα παιδιά του άντρα της από τον πρώτο του γάμο και γι’ αυτό έκανε τα πάντα για να τα συκοφαντεί και να τα αποπαίρνει. Στο τέλος σκαρφίστηκε ένα δόλιο τέχνασμα ώστε να πέσει λοιμός στην πόλη, και δωροδόκησε τους αγγελιοφόρους που έστειλαν στο Μαντείο των Δελφών για να πάρουν χρησμό ώστε να ζητήσουν να θυσιαστούν τα παιδιά της Νεφέλης για να πάψει ο λιμός. Ο Αθάμας με βαριά καρδιά το δέχθηκε εφ’ όσον το ερμήνευσε έτσι το Μαντείο.

Την ημέρα της θυσίας, ο Δίας που ήξερε τι είχε συμβεί, έστειλε τη μητέρα των παιδιών στον τόπο της θυσίας πάνω σ’ ένα χρυσόμαλλο φτερωτό κριάρι για να τα πάρει. Το κριάρι αυτό ήταν ιερό κριάρι του Διός και είχε την ικανότητα να μιλάει με ανθρώπινη φωνή και τους πήγαινε πάνω από το Αιγαίο. Καθώς περνούσαν πάνω από το στενό της θάλασσας, που ενώνει την Προποντίδα με το Αιγαίο, τα παιδιά χαίρονταν, απολαμβάνοντας τα ωραία τοπία που έβλεπαν. Η χαρά τους όμως δεν κράτησε πολύ γιατί το κορίτσι σε μια στιγμή έχασε την ισορροπία του, έπεσε στη θάλασσα και εκεί άφησε την τελευταία του πνοή. Η θάλασσα, που πριν από λίγο απολάμβανε με πάθος, έγινε ο υγρός τάφος του. Γι' αυτό το στενό αυτό της θάλασσας, όπου έπεσε η Έλλη, ονομάστηκε Ελλήσποντος, δηλαδή πόντος, θάλασσα της Έλλης. Ο Φρίξος ένιωσε βαθιά θλίψη για τον άτυχο χαμό της αδερφής του. Συνεχίζει όμως το ταξίδι του και φτάνει στην Κολχίδα όπου και θυσιάζει το κριάρι, προσφέροντάς το ως θυσία στον Δία για να τον ευχαριστήσει που τον έσωσε, ενώ το δέρμα του το χαρίζει στον βασιλιά της Κολχίδος Αιήτη. Ο Αιήτης το κρέμασε σε μια βελανιδιά και έβαλε προς φύλαξή του έναν δράκοντα.

Πολλά χρόνια αργότερα ο Πελίας, ένας άνδρας που άδικα είχε πάρει τον θρόνο της Ιωλκού από τον αδερφό του, είχε πάρει χρησμό να φοβάται αυτόν που θα εμφανιστεί ενώπιόν του μονοσάνδαλος. Εμφανίστηκε δε μονοσάνδαλος ενώπιον του ο Ιάσων, ανιψιός του, και γιος του Αίσωνα, ο οποίος είχε μόλις επιστρέψει στην Ιωλκό, μετά από μεγάλη παραμονή στο Πήλιο στον Κένταυρο Χείρωνα και από ένα τυχαίο γεγονός έχασε το ένα σανδάλι του. Έτσι, ο Πελίας αποφάσισε προς έπρεπε να απαλλαγεί από την ανεπιθύμητη παρουσία του ανιψιού του, γιατί σε αυτόν έβλεπε έναν μόνιμο κίνδυνο για τον θρόνο του. Για να το επιτύχει αυτό του ανέθεσε την πολύ επικίνδυνη αποστολή να μεταβεί στην Αία της Κολχίδος και να πάρει από εκεί το Χρυσόμαλλο δέρας, και του υποσχέθηκε ότι αν καταφέρει αυτό θα του παρέδιδε τον θρόνο.

Ο Ιάσονας, δέχτηκε την εντολή, έστειλε κήρυκες σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και κάλεσε του καλύτερους των Ελλήνων να συμμετέχουν μαζί του στην επικίνδυνη αυτή εκστρατεία. Πλήθος νέων, που διψούσε για περιπέτειες και επικίνδυνα έργα, παιδιά θεών και ημίθεων οι περισσότεροι, έσπευσαν προθύμως στην πρόσκληση του Ιάσονα και έτσι βρέθηκε το εκλεκτό πλήρωμα της Αργούς. Αυτό το πλήρωμα απαρτιζόταν από πενήντα άνδρες ανάμεσά του ήταν ο Ηρακλής, ο Πηλέας –πατέρας του Αχιλλέα-, ο Θησέας, ο Ορφέας, ο Τελαμώνας –πατέρας του Αίαντα-, οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, ο Λαέρτης –πατέρας του Οδυσσέα-, η Αταλάντη –μοναδική γυναίκα του πληρώματος- κ.α. Μετά από ένα επικό ταξίδι, ο Ιάσων έφτασε στην Κολχίδα και με την βοήθεια της Μήδειας, κόρη του βασιλιά Αιήτη, υιό του Ηλίου, καταφέρνει να επιτύχει τον άθλο που ο Αιήτης του έθεσε για να του δώσει το Χρυσόμαλλο δέρας και με ένα τέχνασμα καταφέρνει να πάρει το δέρας.

Αρχαιότητα

Μιθριδάτης ΣΤ' ο Ευπάτωρ. Kατά το ήμισυ Έλληνας. Βασιλέας του Πόντου. Νόμισμα επί της βασιλείας του.
Μία άλλη σημαντική αναφορά για τα παράλια του Πόντου και την κατάσταση των εκεί Ελληνικών αποικιών (οι οποίες ζούσαν εχθρικά μεταξύ τους) μας γίνεται γνωστή από τον Ξενοφώντα στο έργο του «Κύρου Ανάβαση»:«Και έφτασαν την Πέμπτη ημέρα (οι Μύριοι) στο βουνό που το λένε Θήχης. Και όταν οι πρώτοι ανέβηκαν στην κορυφή του, έβγαλαν μεγάλες κραυγές...». Τρέχοντας τότε ο Ξενοφώντας και οι άλλοι νομίζοντας πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί, άκουσε τους πρώτους να φωνάζουν «θάλαττα, θάλαττα» και να παρακινούν και τους πίσω να πλησιάσουν. «Τότε πια έσπευσαν όλοι και χτυπούσαν τα υποζύγια και τα άλογα για να τρέξουν. Αφού δε, έφθαναν στην κορυφή οι στρατιώτες αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και με τους στρατηγούς δακρύζοντας...», Καθώς αντίκριζαν τα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Και μετά από περιπέτειες μερικών ακόμα ημερών: «Από εδώ προχώρησαν στην θάλασσα, στην Τραπεζούντα, που ήταν πόλη Ελληνική, στον Εύξεινο Πόντο, αποικία των Σινωπέων στην χώρα των Κόλχων. Εδώ μείνανε τριάντα περίπου μέρες σε χωριά των Κόλχων και λεηλατούσαν την Κολχίδα. Τρόφιμα πρόσφεραν στον στρατό οι Τραπεζούντιοι και δέχτηκαν τους Έλληνες στην πόλη τους, έδωσαν ακόμη δώρα φιλοξενίας, βόδια, κριθαρένιο αλεύρι και κρασί..».

Ακολούθησε, όμως η υποταγή των αποικιών στους Πέρσες κατά την εποχή της Περσικής δυναστείας των Αχαιμενιδών, αλλά με το αρκετά ελαφρυντικό στοιχείο, ότι οι πόλεις αυτές διατηρούσαν την εσωτερική τους αυτονομία. Ο Πόντος κατά τους πρώτους ιστορικούς χρόνους, εμφανίζει μία έντονη κινητικότητα λόγω του πλούτου των περιοχών των παραλίων του ιδίως σε μεταλλεύματα και προσήλκυσε το ενδιαφέρον των Ελλήνων αποίκων, οι οποίοι και άρχισαν να ιδρύουν τις πρώτες αποικίες. Πρώτη, ιδρύεται τον 8ο αιώνα στην παραλία της Παφλαγονίας από την Ιωνική Μίλητο, η αποικία της Σινώπης ενώ αργότερα δημιουργήθηκαν κι άλλες πολλές και σημαντικές αποικίες. Oι αποικίες του Εύξεινου Πόντου εξελίχτηκαν κύρια σε σταθμούς εκμεταλλεύσεως και έγιναν –παρά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, όπως φανερώνει ο Ξενοφώντας- σημαντικά κέντρα εμπορίου και πολιτισμού ανάμεσα στους βαρβάρους.

Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι μέχρι τότε υποταγμένενες στους Πέρσες Ελληνικές αποικίες απελευθερώνονται από τον ίδιο τον Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος καταλύοντας την Περσική Αυτοκρατορία, ιδρύει την δική του. Δυστυχώς όμως μετά τον θάνατό του το κράτος κατακερματίζεται διότι οι επίγονοί του πολεμούν μεταξύ τους για το ποιος τελικά θα κυριαρχήσει και θα κρατήσει το μεγαλύτερο τμήμα της τεράστιας εκτάσεως που κάλυπτε το κράτος αυτό. Εκμεταλλευόμενος τους πολέμους μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Μιθριδάτης ο Κτίστης καταφέρνει να ιδρύσει τη Σατραπεία του Πόντου το 301 π.Χ. Ακολουθεί η δυναστεία των Μιθριδατών με κορυφή τον πιο γνωστό από αυτούς, τον Μιθριδάτη Μέγα τον Ευπάτορα. Επί του Μιθριδάτη του Ευπάτορα το κράτος του Πόντου είχε έκταση από την Βιθυνία μέχρι τον Κιμμέριο Βόσπορο (κερτς) και είχε πληθυσμό κατά ένα μεγάλο μέρος βαρβαρικό, που το αποτελούσαν διάφορα φύλα, τα οποία μιλούσαν 22 γλώσσες.

Ρωμαϊκοί Χρόνοι

Χάρτης της Μικράς Ασίας κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους.
Οι Ρωμαίοι μετά από μακροχρόνιους αγώνες κατάφεραν να καταλύσουν το κράτος του Μιθριδάτη και να το μετατρέψουν σε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφού παραχωρήθηκαν μερικά τμήματα σε ντόπιους ηγεμόνες. Το κράτος του Πόντου μοιράστηκε ενώ στο τέλος όλα τα τμήματα του Πόντου προσαρτήθηκαν στο Ρωμαϊκό Κράτος αποτελώντας μέρος της Γαλατίας. Κατά τους πρώτους Αποστολικούς χρόνους αρχίζει να διαδίδεται στον Πόντο ο Χριστιανισμός -όπως μαρτυρεί η «προς Γαλάτας» Επιστολή του Απ. Παύλου- και αρχίζει να απλώνεται σημαντικά, με αποκορύφωμα την εποχή που διοικητής της Επαρχίας ήταν ο Πλίνιος ο Νεώτερος.

Αλλά ο Χριστιανισμός συναντά σημαντικές δυσκολίες στην τελική επικράτησή του εξαιτίας της ισχυρής συνδέσεως των κατοίκων με τις συνήθειες της Εθνικής Θρησκείας και τις αρχαιοελληνικές παραδόσεις. Αυτός είναι και ο λόγος, που οδήγησε την εκκλησία στους Βυζαντινούς χρόνους να υιοθετήσει ορισμένες «ακραίες» λύσεις (όπως να απαγορεύσει στους Χριστιανούς να παρακολουθούν παραστάσεις αρχαίου θεάτρου κ.λ.π.), λύσεις όμως που δεν ωφέλησαν σε τίποτα και τελικά αναγκάστηκε να τις ανακαλέσει και να φανεί ελαστική μετά από προτροπή των Αγίων Πατέρων της. Ο εκχριστιανισμός των εσωτερικών περιοχών του Πόντου άρχισε μόλις τον 3ο αιώνα, κυρίως χάρις στον ζήλο του αγίου Γρηγορίου, του θαυματουργού Επισκόπου Νεοκαισάρειας, που πέθανε το 270 μ.Χ.

Βυζάντιο

Μονοκέφαλος αετός που χρησιμοποιήθηκε ως έμβλημα των Κομνηνών της Τραπεζούντας. Τον φέρουν στη μία όψη τους τα νομίσματα της Σινώπης, κοπής 4 αιώνων προ Χριστού. Είναι από νόμισμα του 4ου αιώνα π.Χ. και φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο. Ο αετός κοιτάζει προς τη δεξιά φτερούγα του, γεγονός συμβολικής σημασίας.
Κατά τον 8ο μ.Χ. αιώνα, τον Πόντο αποτελούσαν τα θέματα της Κολωνίας με έδρα την Νικόπολη του Αρμενικού Πόντου και της Μικρής Αρμενίας, καθώς και της Χαλδίας με έδρα την Τραπεζούντα, που είχε οριστεί πρωτεύουσα όλου του Πόντου επί Ιουστινιανού. Εξ' αιτίας της σπουδαιότητας των περιοχών αυτών του Πόντου, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες τους παραχώρησαν μεγάλη διοικητική αυτονομία. Οι διοικητές του Πόντου είχαν τον τίτλο του Δουκός. Στην Β' Βυζαντινή περίοδο ξεχωρίζουν με την παρουσία του οι αυτοκράτορες της Δυναστείας των Κομνηνών. Η δυναστεία των Κομνηνών καταγόταν από την Κασταμώνα της Παφλαγονίας του Πόντου και είχε ιδρυτή τον Μιχαήλ Κομνηνό ενώ τελευταίος υπήρξε ο Δαβίδ Κομνηνός, μεταξύ του υπήρξε και μια γυναίκα η Άννα Κομνηνή.

Κατά την Β' Βυζαντινή περίοδο και συγκεκριμένα το 961 ανακτάται η Κρήτη- η οποία είχε καταληφθεί από τους Σαρακηνούς το 823- μετά από εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά. Κατά την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα επί Κομνηνών, ξεκινά η σύνδεση της Κρήτης με τον Πόντο. Η σύνδεση αυτή αφορούσε τον εποικισμό του νησιού από Ποντιακό πληθυσμό, επειδή ο λαός της Κρήτης είχε υποστεί σημαντική μείωση από τις σφαγές που έκαναν οι Σαρακηνοί κατακτητές. Ο κύριος αποικισμός της Κρήτης έγινε επί Αλεξίου Β΄ Κομνηνού το 1182 και Ισαλακίου Αγγέλου το 1185. Το 1204 η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Λατίνων. Ήταν τότε η στιγμή που ο Πόντος με κορυφή την Τραπεζούντα κλήθηκε να παίξει τον σημαντικό του ρόλο σαν στυλοβάτης του Βυζαντινού Κράτους. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, και ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διαμελιζόταν, ο Αλέξιος Κομνηνός ίδρυσε στην Τραπεζούντα την ομώνυμη αυτοκρατορία, φιλοδοξώντας να ξεκινήσει από εκεί αγώνα για την απελευθέρωση της Πόλεως από τους Σταυροφόρους.

Οι Κομνηνοί είχαν ως έμβλημά τους τον δικέφαλο αετό. Μετά όμως την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης υπό των Παλαιολόγων και την ανασυγκρότηση της Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, από το 1282, εις ένδειξη υπεροχής της Αυτοκρατορίας της Κων/πολης, ως έμβλημα αναδείχτηκε ο μονοκέφαλος αετός και ο δικέφαλος παραμερίστηκε. Άλλωστε ο μονοκέφαλος αετός φέρεται ως έμβλημα Ποντικόν από του Γ’ π.Χ. αιώνα, όπως φαίνεται στα αρχαία νομίσματα της Σινώπης. Η Αυτοκρατορία αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1461 όπου και καταλύθηκε από τον Μωάμεθ. «Ο Δαβίδ Κομνηνός, ο τελευταίος Αυτοκράτορας, της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας παρέδωσε με συνθηκολόγηση την δοξασμένη πρωτεύουσά του –για να μη γίνει μάταιη κι άδικη σφαγή- κι έφυγε με όλους τους δικούς του προς την Θράκη, προστατευόμενος απ' τις συνθήκες του Μωάμεθ, αργότερα όμως τον προσκάλεσαν πάλι πίσω στην σκλαβωμένη βασιλεύουσα και προσπάθησαν να τον εκτουρκίσουν. Ο ίδιος αρνήθηκε και έτσι τον έσφαξαν και αυτόν και τους υιούς του και κυνήγησαν όλο το βασιλικό του σόι για να μη μείνει ίχνος απ' το σπέρμα των Κομνηνών.» [1].

Τουρκοκρατία

Μετά την άλωση της Τραπεζούντας και την κατάκτηση του Πόντου από τους Τούρκους άρχισε η φυγή των κατοίκων από τα παράλια της χώρας. Άλλοι κατευθύνθηκαν προς τη Νότιο Ρωσία ενώ άλλοι μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας ο πληθυσμός είχε ελαττωθεί μετά τις σφαγές και τις λεηλασίες των Τούρκων. Ήταν τότε που ο Σουλτάνος Μωάμεθ ζητούσε να προσελκύσει εποίκους από τις Επαρχίες για να αυξήσει τον πληθυσμό της τότε πρωτεύουσας της Τουρκίας. Ο μεγαλύτερος εχθρός όμως των Ποντίων ήταν ο εξισλαμισμός, ο οποίος γινόταν είτε με τη θέλησή τους, αλλά δυστυχώς τις περισσότερες φορές, παρά τη θέλησή τους. Έτσι, προκειμένου, οι κάτοικοι του Πόντου να σταματήσουν να διώκονται από τους ισλαμιστές, να καταφέρουν να διασφαλίσουν τις ζωές τους μα και τις ζωές των παιδιών τους και για να σώσουν τις περιουσίες τους από τις απάνθρωπες διαθέσεις των Τούρκων άλλαξαν –οι περισσότεροι μόνο στα λόγια- την θρησκεία τους.

Οι Τούρκοι όμως γρήγορα κατάλαβαν πως είχαν συμφέρον να «ανέχονται» τους Έλληνες επειδή έτσι θα είχαν φορολογήσιμο υλικό από την μία, αλλά και την εργασία καλών τεχνιτών και επαγγελματιών από την άλλη. Έτσι, άρχισε να παρατηρείται άνθιση στο εμπόριο, τις τέχνες και τα επαγγέλματα. Η σχετική αυτή όμως ευημερία των Χριστιανών δεν ήταν δυνατόν να μην προκαλέσει διωγμούς από τους Τούρκους, που είναι γνωστοί για την πλεονεξία και τις κατακτητικές τους διαθέσεις. Η κατάσταση μάλιστα έφτασε στο χειρότερό της σημείο τον 17ο αιώνα με την εμφάνιση των «δερεβέηδων», ανυπότακτων Τιμαριούχων, που όχι μόνο εναντίων του σουλτάνου πολεμούσαν, αλλά πίεζαν και τους Χριστιανούς. Έτσι, άρχισε για πολλούς Έλληνες μία ακόμα περίοδος μεταναστεύσεως στην Ρωσία και την Μολδοβλαχία. Άλλοι πάλι προτίμησαν να εξισλαμισθούν. Το μεγαλύτερο όμως μέρος των Ελλήνων παρέμενε καρτερικά στην θρησκεία των πατέρων του. Έκτός όμως από τους φανερούς Έλληνες Χριστιανούς υπήρχαν και οι λεγόμενοι «Κρυπτοχριστιανοί». Αυτοί στα χωριά με μικτό ή αμιγή πληθυσμό ήταν γνωστοί στους περίοικους ομόθρησκούς τους. Στις πόλεις όμως έκρυβαν την θρησκεία τους και από τους Χριστιανούς. Μόνον ο αρχιερέας τους γνώριζε και εκτός από αυτόν μερικοί ακόμα έμπιστοι ιερείς, οι οποίοι τους βοηθούσαν να τελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Μετά όμως από πιέσεις των Χριστιανικών Ευρωπαϊκών δυνάμεων η τουρκική κυβέρνηση αναγκάστηκε να κηρύξει την ανεξιθρησκεία. Τότε οι περισσότεροι Κρυπτοχριστιανοί επωφελήθηκαν από την ευκαιρία για να διακηρύξουν την αληθινή τους πίστη. Αυτό όμως τόνωσε τον τουρκικό φανατισμό και έκανε την Τουρκική κυβέρνηση να υπαναχωρήσει στο θέμα της ανεξιθρησκείας το 1856. Έτσι χωρίς να αναγνωρίσει τους κρυπτοχριστιανούς σαν Έλληνες, τους κατέγραψε σε διπλούς καταλόγους με τον χαρακτηρισμό «τενεσούρ» δηλ. αρνησίθρησκους μουσουλμάνους μεν, Τούρκους στην εθνικότητα δε, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους υποχρεώσει σε στρατιωτική θητεία. Το ζήτημα των Κρυπτοχριστιανών έπαψε να υφίσταται μετά από διαπραγματεύσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την καθιέρωση της στρατιωτικής θητείας σε όλους τους Χριστιανούς.

Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα αυτό οι Ελληνικοί πληθυσμοί του Πόντου άρχισαν να προοδεύουν μετά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που εξαγγέλθηκαν στα 1839 και 1856 με το «Χάττι Χουμαγιούν». Ιδιαίτερα μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1854-1856) αφότου αναπτύχθηκε η ατμοπλοΐα στον Εύξεινο Πόντο, η Τραπεζούντα έγινε και πάλι κέντρο εμπορίου προς το Ιράκ και την Περσία. Δεύτερη ερχόταν η Αμισός (Σαμψούντα) επίνειο της Καππαδοκίας, και τρίτη η Κερασούντα, λιμάνι της επαρχίας Κολωνίας. Αξιοσημείωτη ήταν επίσης και η πνευματική ανάπτυξη των Ελληνικών πληθυσμών του Πόντου κατά την εποχή αυτή. Από τον 18ο ήδη αιώνα παρουσίαζε μεγάλη αίγλη το «Φροντιστήριο» της Τραπεζούντας έχοντας εξελιχθεί σε ένα τέλειο γυμνάσιο. Ένα όμοιο γυμνάσιο με τρεις γυμνασιακές τάξεις ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα στην Αργυρούπολη Χαλδίας, ενώ πλήρες Γυμνάσιο υπήρχε ήδη στην Αμισό και ημιγυμνάσια στις Κερασούντα, Κοτύωρα και Σινώπη. Αυτή η πρόοδος συνεχίστηκε και κατά την πρώτη οκταετία του 20ου αιώνος μέχρι το 1909, οπότε αφού επικράτησε το νεοτουρκικό καθεστώς, άρχισε τις διώξεις κατά του Ελληνικού στοιχείου σε ολόκληρη την Τουρκία, αλλά ειδικότερα στον Πόντο.

Α' Περίοδος Διωγμών (1904-1914)

Πόντιοι ένοπλοι αντάρτες µε τον καπετάνιο τους. (1906)
Στα 1909 το απολυταρχικό καθεστώς του Σουλτάνου και των λεγόμενων «Παλαιότουρκων» δίνει την θέση του στο καθεστώς των Νεότουρκων, οι οποίοι μετά την τελική επικράτησή τους ανακηρύσσουν το «Σύνταγμα» της Τουρκίας. Σε αυτό το «σύνταγμα», ενώ θα περιμέναμε να εφαρμοστούν διακηρύξεις περί ισότητας, ελευθερίας, δικαιοσύνης και αδελφοσύνης [όπως αναφέρονται συνήθως τα «συντάγματα» του κόσμου (άσχετα εάν αυτό εφαρμόζεται ποτέ)], οι Νεότουρκοι ρίχνονται με φανατισμό, μισαλλοδοξία και λύσσα εναντίων των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Έτσι ξεκίνησε μία εποχή βίας και πιέσεων που έκανε πολλούς να νοσταλγούν ακόμα και εκείνο το απολυταρχικό καθεστώς του Σουλτάνου.

Με την σωβινιστική και σκληρή τους πολιτική οι Νεότουρκοι προκάλεσαν την δυσπιστία και αντιπάθεια των γειτονικών προς την Τουρκία κρατών, της Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας και Μαυροβουνίου, τα οποία τον Οκτώβριο του 1912 κήρυξαν πόλεμο εναντίων της, που ως αποτέλεσμα είχαν τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο. Οι Τούρκοι, φανερά θορυβημένοι από τις συνεχείς νίκες του Ελληνικού στρατού (απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, νίκη στον 2ο Βαλκανικό πόλεμο) ξέσπασαν με φοβερά καταπιεστικά μέτρα και έντονη ανθελληνική προπαγάνδα εναντίον των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας. Χαρακτηριστικά της Τουρκικής βαρβαρότητας οι εγκληματικές πράξεις όπως: λεηλασίες, βεβηλώσεις ιερών, εμπρησμοί, ξυλοδαρμοί, μαστιγώσεις, βιασμοί και φόνοι. Ακολούθησαν εξορίες και διωγμοί των Ελλήνων, μέτρο που εφαρμόστηκε μετά από εισήγηση των Γερμανών και παρουσιάστηκε εντονότερο κατά την τελευταία περίοδο του διωγμού (1921-22).

Οι διωγμοί αυτοί δεν ήταν απλώς διωγμοί. Οι Τουρκικές αρχές μάζευαν τους κατοίκους των Ελληνικών χωριών του Πόντου, χωρίς να τους αφήνουν να πάρουν τίποτα μαζί τους, ή να πουλήσουν την περιουσία τους για να έχουν χρήματα για το ταξίδι, αφού δώριζαν τα σπίτια τους σε διαφόρων ειδών εγκληματίες ή σε φτωχούς Τούρκους τους ανάγκαζαν να περπατούν χιλιόμετρα ολόκληρα χωρίς στάσεις, χωρίς να τους παρέχουν τροφή ή νερό, μέσα από πυκνό χιόνι ή στον καυτερό ήλιο. Όποιος σταματούσε για να ξεκουραστεί μαστιγωνόταν για να αναγκαστεί να προχωρήσει. Γυναίκες βιάζονταν ανελέητα, γέροι όπως και παιδιά πέθαιναν στον ατελείωτο δρόμο και ετοιμόγεννες γυναίκες γεννούσαν στον δρόμο χωρίς ιατρική περίθαλψη. Τα βράδια τους στοιβάζανε όλους μαζί σε χάνια ή σε διάφορα «χαμάμ» όπου ο πιο τυχερός έβρισκε ένα σκληρό μέρος να κοιμηθεί.

Στα «χαμάμ» ανάγκαζαν όλον τον κόσμο να κάνει μπάνιο στον καυτό αέρα-καπνό και μετά τον έβγαζαν έξω στο χιόνι και την παγωνιά, με αποτέλεσμα ο κόσμος να πεθαίνει από πνευμονίες και παντός είδους αρρώστιες. Δεν είναι λίγες οι αναφορές που λένε ότι μανάδες παρακαλούσαν άλλες μανάδες (εκτός των καραβανιών) να κρατήσουν τα παιδιά τους για να τα μεγαλώσουν, για να τα κρατήσουν στη ζωή. Αυτοί οι «Τραντέλληνες» (ποντιακή λέξη), οι γενναίοι, πέθαιναν στους δρόμους του αλύτρωτου μα όχι χαμένου Πόντου και έμειναν άθαφτοι έρμαια στα νύχια των σκυλιών και των άγριων πουλιών, αλλά και στα νύχια των άλλων σκυλιών (όχι των τετράποδων, των δίποδων) που ακόμα και νεκρούς δεν τους άφησαν σε ηρεμία, αντιθέτως τους κατέκλεβαν, και φωτογραφίζονταν μαζί τους για να δείξουν στον κόσμο την βαρβαρότητα τους.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Πολυάριθμη ομάδα Ελλήνων παιδιών από το Χαρπούτ βαδίζοντες προς την εξορία και κατόπιν τον θάνατο. (φωτ.: National Geographic Magazine 11/25)
Δεν θα τελείωνε όμως τόσο εύκολα η κτηνωδία, υπήρξε και δεύτερη περίοδος διωγμών (1914 - 1922). Οι Τούρκοι έχοντας εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και θέλοντας να εξοντώσουν τους «γκιαούρηδες» (άπιστους), κήρυξαν επιστράτευση σε αυτόν για 30 ηλικίες (20 - 50 ετών). Σκοπός τους δεν ήταν να ρίξουν τους αγύμναστους και απειροπόλεμους Χριστιανούς στον πόλεμο, αλλά να επιφέρουν τον αφανισμό και την φθορά τους, όπως δυστυχώς έδειξε η πραγματικότητα αργότερα. Έτσι ιδρύθηκαν τα λεγόμενα εργατικά τάγματα, τα οποία αποτελούνταν από 250.000 Έλληνες και ισάριθμοι περίπου Αρμένιοι. Οι άντρες των ταγμάτων αυτών συστεγάζονταν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο. Οι άθλιες αυτές συνθήκες έφεραν με τη σειρά τους τις ψείρες και τον τύφο. Οι Πόντιοι Έλληνες, άρχισαν να λιποτακτούν από τα τάγματα και να συσπειρώνονται στα πρώτα αντάρτικα σώματα. Είναι η εποχή του οργανώνεται το αντάρτικο στον Πόντο, αντίστοιχο με αυτό του 1821. Οι Τούρκοι απάντησαν με ακόμα σκληρότερα μέτρα, ιδιαίτερα εναντίον των συγγενών των ανταρτών.

Σχημάτισαν καταδιωκτικά αποσπάσματα που προέβησαν σε φοβερές αγριότητες: σφαγές και λεηλασίες περιουσιών, καύσιμο σπιτιών και εκκλησιών για εκδίκηση. Με την συνεχή όμως προέλαση των Ρωσικών στρατευμάτων (Ρωσοτουρκικός πόλεμος), τη νίκη των Ρώσων στον Καύκασο, οι αντάρτες άρχισαν να προμηθεύονται όπλα, με το αζημίωτο βέβαια. Έτσι οι Τούρκοι μπροστά στον αυξανόμενο κίνδυνο να γενικευθεί η αντίσταση, προχώρησαν στη μετακίνηση των πληθυσμών (1916 - 1917). Η εκδικητική μανία των Τούρκων, μετά την αποχώρηση των Ρώσων (εξαιτίας της επανάστασης των Μπολσεβίκων) ξέσπασε άγρια στον Ελληνισμό του Καυκάσου. Τα αποτελέσματα της εκδίκησης; Νέοι διωγμοί, καμιά κοινωνική πρόνοια, εκτοπίσεις, εξορίες. Τις πενήντα χιλιάδες φτάνουν οι εκτοπισμένοι Έλληνες των περιοχών Τριπόλεως, Κερασούντος, Κοτυώρων ή Ορδού ή Ορντού και Αμισού, οι περισσότεροι από τους οποίους άφησαν την τελευταία τους πνοή στα ιερά εκείνα χώματα της Ανατολίας, και όσοι ελάχιστοι επέστρεψαν ξανά-κυνηγήθηκαν από το καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ.

Συνθήκη των Σεβρών / Κίνημα του Κεμάλ / Β' Περίοδος Διωγμών (1914 - 1922)

Η πρόταση για την σημαία τής Δημοκρατίας τού Πόντου, το 1919.
Μετά την συνθήκη των Σεβρών και την αποκοπή μεγάλων τμημάτων από την Τουρκία και απόδοσή τους στα γειτονικά κράτη, δημιουργείται κλίμα έντονης δυσφορίας για την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης, έρχεται σαν επακόλουθο η ανταρσία του Κεμάλ, ο οποίος σχηματίζοντας κυβέρνηση το 1919, κηρύσσει τον αγώνα ενάντια στις Ελληνικές και Αρμένικες οργανώσεις. Οι βασικότεροι λόγοι της επιτυχίας του κινήματος του Κεμάλ –και κατά συνέπεια του ανθελληνικού έργου- ήταν η δυσμενής για την Ελλάδα στάση των Γάλλων και Ιταλών, σε συνδυασμό με τη χλιαρή στάση Άγγλων και Αμερικάνων (όπου έβλεπαν τις θηριωδίες και δεν έκαναν τίποτα, ενώ οι Άγγλοι μετά από λίγο καιρό άρχισαν να χρηματοδοτούν τον Κεμάλ), την εχθρική στάση των Μπολσεβίκων και την εξ αρχής υποστήριξη των Γερμανών, όσον αφορά τον διεθνή χώρο. Μάλιστα οι Μπολσεβίκοι σε αντίθεση με τον Τσάρο άρχισαν να χρηματοδοτούν και να προσφέρουν όπλα στον Κεμάλ και στο κίνημά του, επίσης άφηναν τον άτακτο στρατό τους να λεηλατεί τα μαγαζιά των Ποντίων που είχαν απομείνει.

Παρόλα αυτά, ένα γεγονός που δεν μαθαίνουμε στα ελληνικά σχολεία, είναι ότι ένα μέρος του Πόντου κατάφερε να ελευθερωθεί από τους τυράννους με το αίμα και τις ζωές των ανταρτών όμως η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν υπέγραψε αυτή την ανεξαρτησία, και δεν βοήθησε τον Ποντιακό ελληνισμό στις ενέργειές του με αποτέλεσμα ο Πόντος να ξαναπέσει σε χέρια τουρκικά. Με την εγκατάσταση του Κεμάλ, όμως, στην εξουσία ξεκίνησε το έργο της εξοντώσεως των Ποντίων. Ίδρυσε αρχικά άτακτα σώματα, τους «Τσέτες» από εγκληματίες και φυλακισμένους, τα οποία με αρχηγό τον Τοπάλ Οσμάν έσφαζαν, έκαιγαν και κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, από άκρη σ’ άκρη του Πόντου. Υπάρχουν βέβαια και φωτογραφίες απανθρακωμένων πτωμάτων και κατεστραμμένων περιουσιών, αδιάψευστα δείγματα των «έργων» θηρίων - εγκληματιών οργάνων του Κεμάλ, ενός από τους μεγαλύτερους ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ, τον οποίο λατρεύουν ως εθνικό ήρωα σήμερα οι Τούρκοι δείχνοντας έτσι τις «καλές» και «ειρηνικές» τους προθέσεις απέναντι των Ελλήνων. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι Τούρκοι ισχυρίζονται ότι Πόντος δεν υπήρξε ποτέ, ότι αυτός ο πολιτισμός που αναφέρουμε είναι το τουρκικό φύλλο «Λάζοι» ή «Λαζοί», πως ποτέ δεν έβλαψαν ούτε τους Αρμένιους, ούτε τους Πόντιους, ούτε τους Κούρδους πράττοντας 3 γενοκτονίες μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνια.

Βιβλιογραφία

  • «Πόντος» του Δημήτρη Ν. Εφραιμίδη, εκδόσεις Πελασγός
  • «Γη του Πόντου» του Δημήτρη Ψαθά, εκδόσεις Ψαθά
  • «Ακριτική Γενιά, στον Φλεγόμενο Πόντο» του Χρίστου Σαμουηλίδη, εκδόσεις Νέα Σύνορα- Λιβάνη
  • Η Μαύρη Εθνική συμφορά του Πόντου 1914-1922» του Αντωνίου Ι. Γαβριηλίδη, εκδόσεις Ελεύθερη σκέψις
  • «Εδεσματολόγιον Πόντου» της Έφης Γρηγοριάδου, εκδόσεις Κοχλίας
  • CD «Μνήμη Γενοκτονίας Πόντου» του Γεωργίου Αμαραντίδη (Σιμούλις)
  • «ΜΕΓΑΛΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΠΑΙΔΕΙΑ» τόμος 3
  • «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ» τόμοι 1 και 2

Σημαίες Πόντου

Παραπομπές

  1. Δημήτρης Ψαθάς «Γη Του Πόντου» εκδόσεις Μαρία Δ. Ψαθά σελίδα 133-134.