Μάχη της Κρήτης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η μάχη της Κρήτης, (Γερμανικά «Luftlandeschlacht um Kreta»), ονομάζεται το σύνολο των επιχειρήσεων του Γερμανικού στρατού στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που άρχισε στις 20 και ολοκληρώθηκε στις 29 Mαΐου 1941, με την κατάληψη του νησιού από τις δυνάμεις του Αδόλφου Χίτλερ, επιχείρηση στην οποία δόθηκε η κωδική ονομασία «Επιχείρηση Ερμής», «Unternehmen Merkur». Η μάχη αυτή αποτέλεσε την αναγκαία κατάληξη της επιθέσεως των Γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων εναντίον της Ελλάδος και θεωρείται η πρώτη μεγάλη από αέρος αποβατική επιχείρηση, ενώ παραμένει μοναδική στο ότι ο αντικειμενικός σκοπός και στόχος πραγματοποιήθηκε και κατελήφθη στο σύνολο του από αέρος. Η μάχη θεωρείται πολύ σημαντική για τους Κρητικούς λόγω της σθεναρής αντιστάσεως των κατοίκων απέναντι σε αριθμητικά ισχυρότερο στρατό αλλά και για το τίμημα που η επίθεση και η κατοχή είχαν στον πληθυσμό του νησιού.

Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Προετοιμασία

Τον Απρίλιο του 1940 οι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων του Ελληνικού Στρατού εξέτασαν το ενδεχόμενο καταλήψεως της Κρήτης σε περίπτωση εισόδου στον πόλεμο της Ιταλίας, που ως τότε τηρούσε ουδέτερη στάση. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους με την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, οι Βρετανοί καθόρισαν ως στρατηγικό τους στόχο και απόφαση στην ανατολική Μεσόγειο να μην πέσει η Κρήτη στα χέρια των Ιταλών και να εξουδετερωθούν οι Ιταλικές δυνάμεις στα Δωδεκάνησα. Έτσι εξασφάλισαν τη συγκατάθεση της Ελληνικής κυβερνήσεως να εγκαταστήσουν στρατεύματα στην Κρήτη και τη Μήλο. Στις 25 Οκτωβρίου 1940 ο αντιστράτηγος Φραντς Χάλντερ, αρχηγός του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου Στρατού Ξηράς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Γερμανική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο εξαρτόνταν από την κατάληψη της Κρήτης. Ως καλλίτερο τρόπο για την επίτευξη της καταλήψεως του νησιού πρότεινε την αεροπορική επίθεση και την εισβολή από αέρος, ενώ ο Άλφρεντ Γιοντλ, αρχηγός του Επιτελείου Επιχειρήσεων της Ανώτατης Διοικήσεως των Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, πρότεινε την κατάληψη της Κρήτης από τους Ιταλούς και στις 28 Οκτωβρίου 1940, ο Αδόλφος Χίτλερ, στη διάρκεια της συναντήσεως τους στην Φλωρεντία, πρόσφερε στον Μπενίτο Μουσολίνι μια αερομεταφερόμενη μεραρχία και μια μεραρχία αλεξιπτωτιστών για αυτό ο σκοπό.

Η Ελληνική κυβέρνηση έλαβε μέτρα για την απόκρουση πιθανής Ιταλικής εισβολής στο νησί και ανέθεσε την άμυνα της Κρήτης, από κοινού, στην 5η Μεραρχίας Πεζικού και στην Μεραρχία Κρητών, δυνάμεως 22.000 ανδρών. Τη δύναμη αυτή συγκροτούσαν 3 συντάγματα Πεζικού, το 14ο, το 43ο και το 44ο που βρίσκονταν στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, καθώς και το 5ο Σύνταγμα Πυροβολικού που ήταν εγκατεστημένο στον όρμο της Σούδας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου η Ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε στους Βρετανούς την άμυνα της Κρήτης και μετέφερε την 5η Μεραρχία στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου. Την αμυντική ευθύνη της Κρήτης ανέλαβε το Βρετανικό Αρχηγείο Μέσης Ανατολής με έδρα το Κάιρο και επικεφαλής το στρατηγό Άρτσιμπαλντ Ουέηβελ. Σε σύσκεψη επιτελών, η οποία πραγμαρτοποιήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1940 στο Λονδίνο, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ ζήτησε να σταλούν στην Κρήτη 2 Ταξιαρχίες, να κατασκευαστούν αεροδρόμια και να μετατραπεί ο όρμος της Σούδας σε βάση ανεφοδιασμού του Βρετανικού στόλου της Μεσογείου και στις 31 Οκτωβρίου στάλθηκαν στο νησί ένα τάγμα Πεζικού στον κόλπο της Σούδας, ενώ 2.500 άνδρες αφίχθησαν στις 6 Νοεμβρίου, εξοπλισμένοι με αντιαεροπορικά πυροβόλα. Πρώτος διοικητής των Βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη ήταν ο ταξίαρχος Ορντ Τίντμπουρι.

Η επίθεση

Πρόταση

Ο Γερμανός Πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, δημιουργός της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και διοικητής του 11ου Αεροπορικού Σώματος, πρότεινε στον Χέρμαν Γκαίρινγκ, τον αρχηγό της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας, την από αέρος εισβολή στην Κρήτη. Στις 21 Απριλίου 1941 επισκέφθηκαν τον Αδόλφο Χίτλερ, ο οποίος παρά τις σοβαρές ενστάσεις του έδωσε την έγκρισή του για την επιχείρηση με διαταγή που υπέγραψε στις 25 Απριλίου. Την ευθύνη για το σχεδιασμό και τη διεξαγωγή της επιχειρήσεως ανάθεσε στον Πτέραρχο Αλεξάντερ Λερ, διοικητή του 4ου Αεροπορικού Στόλου, που περιλάμβανε το 11ο και το 8ο Αεροπορικό Σώμα. Το 11ο Αεροπορικό Σώμα αποτελούνταν από την 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών και την 22η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, ενώ το 8ο Αεροπορικό Σώμα περιλάμβανε 550 βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά αεροσκάφη κι είχε στη διάθεσή του δέκα σμηναρχίες μεταγωγικών αεροσκαφών, εννέα που θα μετέφεραν τους αλεξιπτωτιστές και μία που θα ρυμουλκούσε ανεμοπλάνα των μονάδων εφόδου. Η «Επιχείρηση Ερμής», «Unternehmen Merkur», ήταν η πρώτη που επρόκειτο να φέρει σε πέρας από την αρχή ως το τέλος η Γερμανική πολεμική αεροπορία.

Προετοιμασία

Η προετοιμασία της «Επιχειρήσεως Ερμής», «Unternehmen Merkur», συνάντησε σημαντικές δυσκολίες εξα αιτίας του ελλειπούς οδικού και σιδηροδρομικού δίκτυο των Βαλκανίων αλλά και λόγω του ελαχίστου διαθέσιμου χρόνου προετοιμασίας λόγω της επικείμενης Γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος αντικαταστάθηκε από την 5η Ορεινή Μεραρχία η οποία είχε πάρει μέρος στην κατάληψη της Ελλάδος και στρατοπέδευε στη Χαλκίδα. Εξαιτίας των σοβαρών απωλειών της στις μάχες στη στενωπό του Ρούπελ, η 5η Ορεινή Μεραρχία ενισχύθηκε με ένα τμήμα ορεινού συντάγματος από άλλη μεραρχία. Για τον εφοδιασμό με καύσιμα των μεταγωγικών αεροσκαφών έπρεπε να μεταφερθούν από την Ιταλία με δύο ατμόπλοια 12.000.000 λίτρα καυσίμων. Καθώς για λόγους ασφαλείας έπρεπε να διέλθουν από τη διώρυγα της Κορίνθου, κλήθηκαν βατραχάνθρωποι του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού από το Κίελο και η καθυστέρηση αυτή συνετέλεσε στη χρονική μεταφορά της επιχειρήσεως από τις 17 στις 20 Μαΐου.

Υλοποίηση

Ο σχεδιασμός προέβλεπε επίθεση σε τέσσερα σημεία της Κρήτης, στο Μάλεμε, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε σε δύο κύματα, καθώς δεν επαρκούσαν τα μεταγωγικά αεροσκάφη. Το πρώτο κύμα εξαπολύθηκε στις 07:15 το πρωί της 20ης Μαΐου από δύο ομάδες. Η ομάδα Κομήτης είχε αναλάβει την κατάληψη του διαδρόμου προσγειώσεως στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και την ευθύνη να τον διατηρήσει ανοικτό, μετά την κατάληψη, ώστε να είναι ομαλή η προσγείωση των Γερμανικών αεροπλάνων. Το πρώτο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε την πόλη των Χανίων και το λιμάνι της Σούδας. Το δεύτερο κύμα θα εξαπολυόταν στις 15:15 το απόγευμα, αποτελούμενο επίσης από δύο ομάδες. Το δεύτερο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε το Ρέθυμνο και τον διάδρομο προσγειώσεως στην περιοχή, ενώ η ομάδα Ωρίων θα καταλάμβανε την πόλη και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Θα ακολουθούσε προσγείωση αερομεταφερόμενων μονάδων οι οποίες απο κοινού με τους αλεξιπτωτιστές θα κινούνταν προς τα Χανιά. Το 8ο Αεροπορικό Σώμα θα παρείχε αεροπορική υποστήριξη στην επιχείρηση. Μετά από επιμονή του Αδόλφου Χίτλερ είχε αποφασιστεί, την δεύτερη μέρα, να ξεκινήσουν δύο στολίσκοι αποτελούμενοι από εξήντα τρία μηχανοκίνητα καΐκια και επτά μικρά φορτηγά, όλα επιταγμένα, που θα απέπλεαν από τα Μέγαρα και τη Χαλκίδα μεταφέροντας ενισχύσεις, εφόδια και υποζύγια. Ο πρώτος στολίσκος είχε κατεύθυνση τον κόλπο της Σούδας ή τα Χανιά και ο δεύτερος το Ηράκλειο. Μετά την κατάληψη του Ηρακλείου, θα αναχωρούσε από τον Πειραιά ένας τρίτος στολίσκος από μεγαλύτερα ακτοπλοϊκά σκάφη που θα μετέφερε ελαφρά τεθωρακισμένα και μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς. Το Ιταλικό πολεμικό ναυτικό διέθεσε δύο παλαιές τορπιλακάτους. Στην αρχή της μάχης οι σύμμαχοι είχαν το πλεονέκτημα της αριθμητικής ανωτερότητας και της ναυτικής υπεροχής. Οι Γερμανοί είχαν αεροπορική υπεροχή και μεγαλύτερη κινητικότητα, κάτι που τους επέτρεπε να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους πιο αποτελεσματικά. Το κύριο μέρος της επιθέσεως εναντίον της Κρήτης ανέλαβε το Σώμα των Γερμανών Αλεξιπτωτιστών υπό το στρατηγό Στούντεντ και οι αερομεταφερόμενες μονάδες της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί πραγματοποίησαν επιχειρήσεις με συνεχείς βομβαρδισμούς του νησιού, κάτι που τελικά ανάγκασε τη βρετανική Βασιλική Αεροπορία να μεταφέρει τα αεροσκάφη της στην Αλεξάνδρεια, δίνοντας έτσι στην Γερμανική Αεροπορία (Luftwaffe) την αεροπορική υπεροχή.

Η άμυνα

Η άμυνα του νησιού στηριζόταν σε Ελληνικές, Αυστραλιανές και Νεοζηλανδικές δυνάμεις υπό τη διοίκηση του στρατηγού Φράιμπεργκ. Τον Μάιο του 1941 την αποτελούσαν περίπου 9.000 Έλληνες, δηλαδή τα τρία τάγματα της V Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού, (τα οποία είχαν παραμείνει στο νησί όταν η υπόλοιπη μονάδα είχε μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την γερμανική εισβολή, διοικητής του ενός τάγματος ήταν ο Αναστάσιος Νταλίπης, την Κρητική Χωροφυλακή (με δύναμη μεγέθους Τάγματος), τη Φρουρά Ηρακλείου (ένα Τάγμα που αποτελούνταν από προσωπικό για μεταφορικές και διοικητική μέριμνα) και υπολείμματα του 12ου και του 20ου ελληνικού τμήματος στρατού, που είχαν καταφύγει στην Κρήτη. Μαζί τους οι μαθητές της Ακαδημίας της Χωροφυλακής, νεοσύλλεκτοι από τα κέντρα εκπαιδεύσεως νεοσυλλέκτων στην Πελοπόννησο, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί στην Κρήτη για να αντικαταστήσουν τους εκπαιδευμένους στρατιώτες που είχαν σταλεί για να πολεμήσουν στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το στρατιωτικό απόσπασμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αποτελούνταν από την αρχική φρουρά και επιπλέον 25.000 στρατιώτες που είχαν εγκαταλείψει την ηπειρωτική Ελλάδα. Παρτούσες ήταν η 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία, εκτός από την 6η ταξιαρχία και την διοίκηση του τμήματος, που είχε σταλεί στην Αίγυπτο, η Αυστραλιανή 19η ταξιαρχία και η Βρετανική 14η Ταξιαρχία Πεζικού. Οι συμμαχικές δυνάμεις διέθεταν 16 άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk I ΚΑΙ 85 πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων. Στις 30 Απριλίου διορίστηκε διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ.

«Επιχείρηση Ερμής»

Το πρωί της 20ής Μαΐου, η Κρήτη δέχθηκε σφοδρό βομβαρδισμό και πολυβολισμό από αεροσκάφη της Λουφτβάφφε και στη συνέχεια άρχισε η ρίψη αλεξιπτωτιστών και η προσγείωση ανεμοπλάνων στην Δυτική Κρήτη. Οι Ελληνοβρετανικές δυνάμεις άρχισαν να βάλλουν με αντιαεροπορικά πυρά, ενώ οι μονάδες πεζικού προσέβαλαν τους αλεξιπτωτιστές. Στο Μάλεμε η ομάδα Κομήτης, υπό τον Υποστράτηγο Μάιντλ, κατέλαβε την γέφυρα του ποταμού Ταυρωνίτη και το στρατόπεδο της ΡΑΦ, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει το αεροδρόμιο. Μέχρι τις απογευματινές ώρες η μάχη για το ύψωμα 107, που δεσπόζει του αεροδρομίου, ήταν σκληρή, με τους Νεοζηλανδούς να αμύνονται με σθένος. Η φθορά των αμυνομένων στο ύψωμα 107 ανάγκασε τον διοικητή τους να διατάξει την απόσυρση τους από το ύψωμα. Στο Κολυμπάρι, οι δόκιμοι Ευέλπιδες της Στρατιωτικής Σχολής απέκρουσαν με τους Γερμανούς αλλά οι απώλειες τους και η έλλειψη πυρομαχικών τους ανάγκασαν σε σύμπτυξη. Στην περιοχή της Αγυιάς, το 6ο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού, που κατείχε τα υψώματα νότια του χωριού Γαλατά και βρέθηκε μέσα στην ζώνη προσγείωσης του όγκου των Γερμανών αλεξιπτωτιστών της ομάδας Άρης, δέχθηκε αλλεπάλληλες επιθέσεις. Ο διοικητής, ο υποδιοικητής, ένας διοικητής λόχου και πολλοί διμοιρίτες του Συντάγματος ήταν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Το Σύνταγμα υποχρεώθηκε σε σύμπτυξη προς τον Γαλατά, ενώ οι Γερμανοί παρά τις απώλειες τους κατάφεραν να σταθεροποιηθούν στην περιοχή των φυλακών της Αγυιάς. Η επίθεση για την κατάληψη της Σούδας και των Χανίων απέτυχε, αναγκάζοντας τους Γερμανούς να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να οργανωθούν αμυντικά στην περιοχή των φυλακών Αγυιάς.

Τις απογευματινές ώρες 161 μεταφορικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν ρίψη αλεξιπτωτιστών και στρατιωτικού υλικού στην περιοχή του Ρεθύμνου. Ένα τμήμα αλεξιπτωτιστών κατέλαβε τα χωριά Περιβόλια και Καστελάκια, ενώ στη συνέχεια στράφηκε προς το Ρέθυμνο, όπου αποκρούστηκε από το Τάγμα Οπλιτών Χωροφυλακής. Έλληνες και Αυστραλοί απέκρουσαν με επιτυχία την επίθεση σε ένα λόφο δυτικά του αεροδρομίου του Ρεθύμνου συλλαμβάνοντας 80 αιχμαλώτους, όμως οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το χωριό Αμπελάκια και έναν λόφο ανατολικά του αεροδρομίου. Στο Ηράκλειο η επίθεση της ομάδας Ωρίων ξεκίνησε στις 15:00, με την πόλη του Ηρακλείου να δέχεται για μία ώρα σφοδρό βομβαρδισμό. Ακολούθησε ρίψη αλεξιπτωτιστών στις 16:00, χωρίς αεροπορική υποστήριξη, με στόχο την κατάληψη του αεροδρομίου, όμως εξοντώθηκε από Βρετανικές και Αυστραλιανές δυνάμεις, ενώ δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών υποχρεώθηκαν σε αμυντική στάση από τις προσβολές που δέχτηκαν από ένοπλους πολίτες, χωροφύλακες και οπλίτες του 7ου Ελληνικού Συντάγματος Πεζικού. Στην επίθεση των Γερμανών αντιστάθηκαν και οι κάτοικοι, οι οποίοι γι' αυτήν τη συμπεριφορά τους υπέστησαν αργότερα τα Γερμανικά αντίποινα. Η κατάρρευση της άμυνας του νησιού οφείλεται στην κατάληψη του στρατηγικής σημασίας αεροδρομίου Μάλεμε, η κατοχή του οποίου επέτρεψε στους Γερμανούς να μεταφέρουν ενισχύσεις από την ηπειρωτική Ελλάδα. Οι συμμαχικές δυνάμεις μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν και να διαφύγουν στην Αίγυπτο.

Απώλειες

Η στρατιωτική δύναμη της Κρήτης, μαζί με τις δυνάμεις που μεταφέρθηκαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, ανερχόταν σε 43.000 άνδρες, 11.500 Έλληνες και 31.500 Βρετανούς και Νεοζηλανδούς. Οι απώλειες τους ανήλθαν, σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, σε Έλληνες 426 νεκρούς και μεγάλο αριθμό τραυματιών και αιχμαλώτων ο οποίος δεν αναφέρεται, ενώ οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν 1.742 νεκρούς, 1.737 τραυματίες και 11.835 αιχμαλώτους. Βυθίστηκαν 2 καταδρομικά, 6 αντιτορπιλικά και χαθηκνα περισσότεροι από 2.000 αξιωματικοί και ναύτες.

Η συνολική δύναμη των Γερμανών που πήρε μέρος στην επιχείρηση Ερμής ανερχόταν σε 22.750 άνδρες, οι 14.000 ήταν αλεξιπτωτιστές, 1.370 αεροπλάνα και ανεμόπτερα και 70 πλοία. Οι απώλειες τους ανέρχονται, σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, σε 1.990 νεκρούς, 1.995 αγνοούμενους και ικανό αριθμό τραυματιών. Οι απώλειες σε αεροσκάφη ανήλθαν σε 220 τελείως κατεστραμμένα και 150 περίπου με σοβαρές ζημιές. Σύμφωνα όμως με τον Κουρτ Στούντεντ, ο οποίος είχε και την ευθύνη της επιχειρήσεως οι απώλειες ανέρχονταν σε 4.000 νεκρούς και αγνοούμενους αλεξιπτωτιστές και στρατιώτες της 5ης Ορεινής Μεραρχίας. Στο Γερμανικό νεκροταφείο Μάλεμε βρίσκονται, συνολικά, 4.465 τάφοι Γερμανών στρατιωτών της μάχης της Κρήτης και της κατοχικής περιόδου.

Βιβλιογραφία

  • «Η Μάχη της Κρήτης», περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», συγγραφείς: Γεδεών Δημήτριος, Νικολάου Χαράλαμπος, εκδόσεις «Περισκόπιο», Αθήνα 2002
  • «Αναμνήσεις από τη Μάχη της Κρήτης και τη Μάχη των Αθηνών 1940-44», συγγραφέας: Γ. Μπερδέκλης, έκδοση: «Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι