Μιχαήλ Βυζάς

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μιχάλης Βυζάς, Έλληνας ανώτερος αξιωματικός του στρατού Ξηράς με το βαθμό του Συνταγματάρχη σε πολεμική διαθεσιμότητα, πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής, Γενικός Διευθυντής της «Ελληνικής Εταιρείας Εναερίων Συγκοινωνιών» και επιχειρηματίας που εργάστηκε ως αντιπρόσωπος εταιρειών κατασκευής κινητήρων αεροπλάνων, γεννήθηκε το 1888 στο Δερβένι Κορινθίας και πέθανε το 1972 στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένος από το 1937, με την Αργυρώ [Ηρώ] Παπαβασιλείου, κόρη του Ιπποκράτη Παπαβασιλείου -υφυπουργού Ναυτικών στις κυβερνήσεις της 4ης Αυγούστου υπό τον Ιωάννη Μεταξά και τον Αλέξανδρο Κορυζή. Από το γάμο τους, στον οποίο ήταν κουμπάρος ο Ιωάννης Μεταξάς, γεννήθηκαν δύο παιδιά, ένα αγόρι που πέθανε το 1942 στη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, κι ένα κορίτσι που γεννήθηκε μετά την απελευθέρωση.

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο δικαστικός Παναγιώτης Βυζάς και είχε δύο αδέλφια, τον Γεώργιο και τον Σπυρίδωνα και μία αδελφή, την Ευφροσύνη. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων [Σ.Σ.Ε.] με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πεζικού. Συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους της περιόδου 1912-1913 και στο Β΄ Βαλκανικό τραυματίστηκε και συνελήφθη αιχμάλωτος. Το 1920 ήταν υπασπιστής του αρχιστράτηγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου. Την περίοδο από το 1923 έως το 1925 διατέλεσε βουλευτής Πυλίας στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, ενώ συμμετείχε και στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926, ως υποψήφιος βουλευτής Μεσσηνίας με την Ένωση Φιλελευθέρων και έλαβε 810 ψήφους δίχως να εκλεγεί. Το 1946 τέθηκε σε διαθεσιμότητα ως ανάπηρος πολέμου και συνταξιοδοτήθηκε.

Επιχειρηματική δραστηριότητα

Από τον Ιανουάριο του 1935, είχε αποδεχθεί, με την έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, πρόταση του γαλλικού αεροπορικού κατασκευαστικού οίκου «Gnôme et Rhône» για να αναλάβει την αντιπροσώπευσή του στην Ελλάδα έναντι προμήθειας 5%. Το Νοέμβριο του 1946, το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε 46 κινητήρες Κ14 και για την αγορά αυτή ο Βυζάς έλαβε τη σχετική προμήθεια. Τον ίδιο χρόνο γνωρίστηκε με τη μετέπειτα σύζυγο του Ηρώ Παπαβασιλείου, γραμματέα του Θεόδωρου Μποζώνη, που ήταν εντεταλμένος σύμβουλος του Μετοχικού Ταμείου Στρατού [Μ.Τ.Σ.] στην «Ελληνική Εταιρεία Εναερίων Συγκοινωνιών» [Ε.Ε.Ε.Σ.]. Η «Gnôme et Rhône» έστειλε επιστολή με την οποία ενημέρωνε ότι έπαυε να την εκπροσωπεί ο Βυζάς από τον Ιούλιο του 1936, όμως ο ίδιος παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1936, όταν ανέλαβε Γενικός Διευθυντής της «Ελληνικής Εταιρείας Εναερίων Συγκοινωνιών», καθώς υπήρχε ασυμβίβαστο.

Τον Οκτώβριο του 1936, μετά από εισήγηση του Θεόδωρου Μποζώνη η οποία υποβλήθηκε το Σεπτέμβριο, ανέλαβε Γενικός Διευθυντής της «Ελληνικής Εταιρείας Εναερίων Συγκοινωνιών» [Ε.Ε.Ε.Σ.], θέση στην οποία αντικατέστησε τον Νικόλαο Καμπάνη, με οκταετές συμβόλαιο και μισθό 20.000 δραχμές το μήνα. Παρέμεινε στη θέση μέχρι το 1941 και την κατάληψη της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα.

Το 1938 το Ελληνικό Δημόσιο παράγγειλε στην «Gnôme et Rhône», με τη διαμεσολάβηση της εταιρείας «Oldavia» που ήταν γενικός αντιπρόσωπος της στην Ευρώπη, 62 κινητήρες Μ14, όμως παρέλαβε μόνο 24 καθώς τον Σεπτέμβριο του 1939, ξέσπασε ο πόλεμος. Ο Βυζάς για την αγορά αυτή δεν πήρε προμήθεια, γεγονός που μετά την Κατοχή, τον οδήγησε σε νομική διένεξη με την «Oldavia» [1]. Τον Ιούνιο του 1941 μετά από καταγγελίες του πρώην υφυπουργού Αεροπορίας Μιχαήλ Πάσσαρη, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Ακρόπολις» [2], και στο πλαίσιο της εξέτασης οικονομικών ατασθαλιών στη διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση 50.050 μάρκων στην αγορά τριών αεροσκαφών «Junkers 52» 3/m την 21ην Δεκεμβρίου 1937 [3]. Τα αεροσκάφη, μετά την κατάληψη της Ελλάδος, κατασχέθηκαν από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής ως λεία πολέμου.

Στις 4 Μαΐου 1941, ο Βυζάς αν και βάσει του νόμου 4809 η πώληση μετοχών της εθνικής εταιρείας σε αλλοδαπούς απαγορευόταν ενώ κάτι αντίστοιχο πρόβλεπε και το καταστατικό Ε.Ε.Ε.Σ., πούλησε στη Lufthansa το 51% των μετοχών της εταιρείας, δηλαδή 9.690 μερίδια. Η σχετική πράξη υπογράφηκε από τους Βυζά και Ρύσσελ, το διευθυντή της γερμανικής εταιρείας.

Δικαστικές διενέξεις

Το Σεπτέμβριο του 1941, με το Νομοθετικό Διάταγμα 32/1941 που εκδόθηκε από την κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου, συγκροτήθηκε ανακριτική επιτροπή με σκοπό τον «...έλεγχον πασών των διοικητικών συμβάσεων και διαχειριστικής φύσεως πράξεων και ενεργειών των εκάστοτε από της 4ης Αυγούστου 1936 και εντεύθεν Διοικητικών Συμβουλίων...». Ο Βυζάς υπέβαλε απολογητικό υπόμνημα στην ανακριτική επιτροπή στις 18 Δεκεμβρίου 1941, επισυνάπτοντας αντίγραφα των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, αποσπάσματα της αλληλογραφίας του με το υπουργείο Αεροπορίας, τη σύμβαση αγοράς των αεροσκαφών και τις επιστολές -απαντήσεις του προς την εφημερίδα «Ακρόπολις»[4] σχετικά με τις καταγγελίες του Πάσσαρη, καθώς και το Φ.Ε.Κ. της 20ης Ιανουαρίου 1936, στο οποίο δημοσιεύθηκε ο νόμος 1322/1937 που κύρωνε τη σύμβαση αγοράς των αεροσκαφών. Η ανακριτική επιτροπή τον Μάιο του 1942, εξέδωσε αθωωτική απόφαση.

Μετά την κατοχή

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος δημοσιεύθηκαν καταγγελίες στον Τύπο της εποχής που σχολίαζαν το ρόλο του στις αγορές της Εταιρείας πριν τον πόλεμο, καθώς και τις σχέσεις του με τους Γερμανούς στη διάρκεια της Κατοχής και κατηγορούσαν το Βυζά, ότι κατά προσωπική διαβεβαίωση του Γερμανού συνταγματάρχη Φος, τα εταιρικά αεροπλάνα υπό την διεύθυνση του αντισυνταγματάρχη Ράσσελ έλαβαν μέρος στην επιχείρηση καταλήψεως της Κρήτης. Το 1947, ο Βυζάς μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμιση τον συνταγματάρχη αεροπορίας Κωνσταντίνο Ιωαννίδη, ο οποίος είχε δώσει επιστολές που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Έθνος» [5].

Ο Βυζάς αντέταξε ότι η εταιρεία δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια διασώσεως του υλικού της από τις αρπακτικές διαθέσεις των παροικούντων κατά την παραμονή της εισόδου των Γερμανών, ενώ όλο το διάστημα των επιχειρήσεων κατά της Κρήτης έως τις 2 Ιουνίου 1941, τρία Ju-52 βρίσκονταν ακινητοποιημένα στο Τατόι υπό την επίβλεψη του τεχνικού προσωπικού και με αρκετές βλάβες. Στα πλαίσια των ερευνών για όσους συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, όπως διέταξε με το έγγραφο υπ' αριθμόν 218 της 23ης Ιουνίου 1945 το υπουργείο Αεροπορίας, ο Βυζάς απέστειλε την 1η Ιουλίου 1945 σχετική απαντητική επιστολή, στην οποία διευκρίνιζε το καθεστώς συνεργασίας κάποιων υπαλλήλων με τα στρατεύματα κατοχής.

Αρχείο Μιχαήλ Βυζά

Μέρος από το αρχείο του, δωρεά της συζύγου του Ηρώς Παπαβασιλείου-Βυζά το 1992, σώζεται και φυλάσσεται στο «Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο» [Ε.Λ.Ι.Α.]. Καλύπτει περιόδους των ετών 1941, σχετικά με την υπεράσπιση του ενώπιον της ανακριτικής επιτροπής και από το 1947 έως το 1950, για τις νομικές διενέξεις του με την Oldavia και τον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη. Περιλαμβάνει, επίσης, υπηρεσιακή και προσωπική αλληλογραφία, αποσπάσματα πρακτικών Διοικητικού Συμβουλίου, ισολογισμούς, εκθέσεις, οικονομοτεχνικές μελέτες, υπηρεσιακά και προσωπικά σημειώματα, σχέδια συμβάσεων, αποκόμματα και φύλλα εφημερίδων, έντυπα και άλλο υλικό σχετικά με την υπηρεσία του ως γενικού διευθυντή της «Ελληνικής Εταιρείας Εναερίων Συγκοινωνιών» [Ε.Ε.Ε.Σ.] καθώς και για τις δικαστικές διώξεις και νομικές διενέξεις του. Στο αρχείο του σώζεται το ημερολόγιο πτήσεων πολέμου με λεπτομερείς αναφορές των κυβερνητών αεροσκαφών προς την γενική διεύθυνση της εταιρείας.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το 1938 το Ελληνικό Δημόσιο παρήγγειλε 62 κινητήρες 14Μ για τα αεροσκάφη Potez-63. Η αγορά έγινε μέσω της εταιρείας «Oldavia» που ήταν αντιπρόσωπος της «Gnôme et Rhône» στην Ευρώπη, χωρίς ο Βυζάς να χάνει δικαιώματα προμήθειας. Η σύμβαση εκτελέστηκε για 24 κινητήρες, λόγω του πολέμου, δίχως να δοθεί στον Βυζά η αναλογούσα προμήθεια. Μετά τον πόλεμο ο Βυζάς διεκδίκησε την προμήθεια και ανέθεσε την υπόθεση στο δικηγόρο Κωνσταντίνο Δαμβέργη στη Γαλλία. Στην απόφασή του έπαιξε ρόλο η οικονομική του ανέχεια, όπως αναφέρει στην επιστολή του της 17ης Σεπτεμβρίου 1945, προς τον Wladimir Labedeff, μηχανικό της «Gnôme et Rhône». Η υπόθεση συμβιβαστικά στις 6 Ιουνίου 1950, όπως προκύπτει από την αίτηση του Βυζά στο υπουργείο Οικονομικών, με την οποία ζητά να ενημερωθεί σχετικά με τον φόρο που οφείλει να καταβάλλει.]
  2. [Εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλα της 22ας, 25ης, 27ης και 29ης Ιουνίου, καθώς και τα φύλλα της 1ης, 2ας, 12ης, 26ης, 28ης και 29ης Ιουλίου 1941.]
  3. [Tα 50.050 μάρκα για τα οποία κατηγορήθηκε αφορούσαν το κόστος των εργασιών στα «Junkers 52» για την μετατροπή τους σε βομβαρδιστικά σε περίοδο πολέμου. Τα αεροσκάφη δεν χρησιμοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις βομβαρδισμού και θεωρήθηκε ότι οι μετατροπές δεν είχαν πραγματοποιηθεί, καθώς και ότι ο Βυζάς με τον Μποζώνη υπεξαίρεσαν τα χρήματα. Το αρχικό κόστος αγοράς των αεροσκαφών ήταν 683.013 μάρκα ενώ οι μετατροπές κόστισαν 55.050, σύνολο 738.063 μάρκα=30.629.616 δραχμές της εποχής.]
  4. [Εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλα της 22ας, 25ης, 27ης και 29ης Ιουνίου, καθώς και τα φύλλα της 1ης, 2ας, 12ης, 26ης, 28ης και 29ης Ιουλίου 1941.]
  5. [Εφημερίδα «Έθνος», φύλλα της 13ης, 16ης, 24ης Ιουνίου, καθώς και της 3ης Ιουλίου 1947]