Αμίλκας Αλιβιζάτος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αμίλκας Αλιβιζάτος [σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρεται ως Αλεβιζάτος], Χριστιανός πανοικουμενιστής πανεπιστημιακός διδάκτορας, καθηγητής της Θεολογίας στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ακαδημαϊκός που διατέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά και συγγραφέας, γεννήθηκε [1] στις 17 Μαΐου 1887 στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς και πέθανε [2] στις 12 Αυγούστου 1969 στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένος με τη συγγραφέα Ειρήνη Αλιβιζάτου.

Αμίλκας Αλιβιζάτος

Βιογραφία

Κατάγονταν από ιστορική οικογένεια της Κεφαλλονιάς. Πατέρας του ήταν ο Σπυρίδων Αλιβιζάτος και αδέλφια του ο εισαγγελέας Αρμάνδος-Παύλος Αλιβιζάτος, ιδρυτής του Τεκτονισμού στη Λέσβο, όπου δημιούργησε το 1924 την πρώτη Τεκτονική στοά, ο γιατρός και πολιτικός Ανδρέας Αλιβιζάτος, ο καθηγητής της Ιατρικής και πολιτικός Νικόλαος Αλιβιζάτος και ο Διονύσιος Αλιβιζάτος.

Σπουδές

Αποφάσισε να σπουδάσει Θεολογία, παρά την έντονη αντίδραση της οικογένειας του, όμως μετά την εγγραφή του στη Θεολογική Σχολή, οι οικείοι του τον προέτρεψαν να ακολουθήσει το κληρικό στάδιο. Ο Αλιβιζάτος ακολούθησε την προτροπή του αειμνήστου υφηγητού της Θεολογίας και Επισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Πλύσσα, ο οποίος του υπέδειξε να ακολουθήσει σταδιοδρομία Ακαδημαϊκού δασκάλου, αφού περατώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Στη Θεολογική Σχολή είχε καθηγητές τον Ζήκο Ρώση και τον Αναστάσιο Διομήδους Κυριάκου, ενώ στη διάρκεια του εκκλησιασμού του στο ναό της Ριζαρείου σχολής γνώρισε το Διευθυντή της Νεκτάριο Κεφαλά, τον πρώην μητροπολίτου Πενταπόλεως, μετέπειτα «Άγιο Αιγίνης». Ο Αμίλκας σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1908, με τη μονογραφία του για τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, την οποία εξέλιξε αργότερα σε πραγματεία για τις αρχαίες Θεολογικές Σχολές Αλεξανδρείας, Αντιόχειας και Εδέσσης της Συρίας. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές, επί τέσσερα χρόνια στη Λειψία και στο Βερολίνο της Γερμανίας, στην Εκκλησιαστική Ιστορία, το Κανονικό Δίκαιο υπό την επίβλεψη των κανονολόγων Sohm και Friedberg στη Λειψία και Kahl στο Βερολίνο και την ιστορία και τη θεωρία της Εκκλησιαστικής Διακονίας και Κοινωνικής Πρόνοιας, με καθηγητές τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς Albrecht Hauch στη Λειψία και τους Brieger και Karl Hol αλλά και τον Adolf von Harnack, στο Βερολίνο.

Πανεπιστημιακή δράση

Αμίλκας Αλιβιζάτος

Ο Αλιβιζάτος μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση. To 1913, προειδοποιούσε ότι «Ο νέος πολιτισμός, ο Ευρωπαϊκός, τον οποίον συνειδητώς ή ασυνειδήτως απεδέχθημεν ήδη (...) φέρει μεθ’ εαυτού ιδέες, όχι μόνον αντιθρησκευτικάς αλλά και αντεθνικάς και γενικώς αναρχικάς.» [3]. Το 1915 εκλέχθηκε έκτακτος καθηγητής της Βιβλικής Ιστορίας και της Ιστορίας της Ελληνικής εκκλησίας, όμως ο διορισμός του δεν επικυρώθηκε για πολιτικούς λόγους. Από το 1917 έως το 1923, ο Αλιβιζάτος υπηρέτησε ως διευθυντής του τμήματος των Εκκλησιαστικών στο υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαιδεύσεως. Εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντορικής στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 15 Σεπτεμβρίου 1918, όπου διορίστηκε με το διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου 1918, το οποίο του κοινοποιήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1919. Ο διορισμός του ακυρώθηκε την 1η Δεκεμβρίου 1920, όμως η ακύρωση ανακλήθηκε με το διάταγμα της 6ης Δεκεμβρίου 1922. Διατέλεσε τέσσερις φορές Κοσμήτορας [4] της Θεολογικής Σχολής, τα ακαδημαϊκά έτη 1925-26, 1927-28, 1935-36 και 1948-49. Δίδαξε ως καθηγητής και στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, της οποίας το 1924, ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος [5]. Το 1923 όταν κενώθηκε η έδρα της πρακτικής Θεολογίας του ανατέθηκε η διδασκαλία και των μαθημάτων του πρακτικού κλάδου. Στις 23 Φεβρουαρίου 1923, η Σύνοδος πρότεινε για το θρόνο της Αθήνας τον καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας, αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο και τους επίσης αρχιμανδρίτες Γερμανό Βασιλάκη και Κωνσταντίνο Παγώνη. Από τους τρεις η κυβέρνηση επέλεξε τον 55χρονο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ο οποίος χειροτονήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου. Τον Παπαδόπουλο, που δεν είχε εμπλακεί ανοιχτά στις κομματικές διαμάχες, στήριζε σύσσωμη η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πρώτο τον καθηγητή Αλιβιζάτο [6].

Ο Αλιβιζάτος το 1933, γνωμάτευσε [7] [8] ότι ο Τεκτονισμός δεν είναι θρησκεία. Διοργάνωσε στην Αθήνα το 1936 το Α' Πανορθόδοξο Θεολογικό Συνέδριο. Το 1946, ο μητροπολίτης Πάφου και τοποτηρητής τής αρχιεπισκοπής Κύπρου, τότε δεν υπήρχε άλλος μητροπολίτης στην Κύπρο λόγω της Αγγλικής κατοχής στο νησί, Λεόντιος Λεοντίου υπέβαλε επίσημο ερώτημα στον καθηγητή Αλιβιζάτο «...άν επιτρέπηται εις την Εκκλησίαν Κύπρου, όπως αφορίση το Κομμουνιστικόν Κόμμα, ή προβή εις καταδίκην τού Κομμουνισμού δια κανονικής αποφάσεως, εξαπολύουσα και σχετικήν Εγκύκλιον». Ο Αλιβιζάτος απάντησε ότι «..αφορισμός αορίστως και κατ’ αγνώστων είναι αδύνατον να επιβληθή, άρα επιβολή της ποινής του αφορισμού γενικώς και αορίστως κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν χωρεί» ενώ «ουδέ και καθ’ ωρισμένων τυχόν αυτού οπαδών αορίστως και ομαδικώς δύναται να επιβληθή η ποινή του αφορισμού». Το 1947 έγραφε σε σχέση με τα τότε προβλήματα της «εθνικής μας παιδείας» ότι, «..Η δημοτική και μέση εκπαίδευσις απολύτως πανεπιστημιακά προσανατολισμένη προητοίμαζε τη μαθητιώσαν νεολαίαν αποκλειστικώς δια το Πανεπιστήμιον, και τούτο επέμεινεν η μόνη ελπίς (επαγγελματική ελπίς) δια την σπουδάζουσαν νεολαίαν μας επί δημιουργία αφορήτου πληθωρισμού επιστημόνων δευτέρας και τρίτης ποιότητος». Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 είχε προτείνει την απάλειψη των αντιιουδαϊκών φράσεων των ύμνων της Μεγάλης Εβδομάδας [9] [10], ενώ το 1954, μετά την επίσκεψη του στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής ο Αλιβιζάτος εξέδωσε βιβλίο µε τίτλο: «Η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία». Συγκεκριμένα στη σελίδα 7 του βιβλίου του γράφει ότι, «Η γλώσσα των Ελλήνων Αμερικανών είναι σήμερον η Αγγλική και κατά τας αντιλήψεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας επιβάλλεται η χρησιµοποίησίς της εις την Θείαν Λειτουργίαν, το δε κήρυγμα και η λατρεία πρέπει να γίνονται εις την Αγγλική, εφ’ όσον βεβαίως ούτοι θα παύσουν να γνωρίζουν την ελληνικήν γλώσσαν... Έπειτα δεν είναι μόνον η σημερινή και αυριανή γενεά την οποίαν πρέπει να έχει υπ’ όψιν της η διοικούσα εκκλησιαστική αρχή, αλλ’ αι μέλλουσαι γενεαί, αι οποίαι κατά φυσικόν λόγον θα έχουν αποκομμένον πάντα σύνδεσμον μετά παντός ό,τι ελληνικού και δια την πρέπουσαν κατεύθυνσιν των οποίων κυρίως πρέπει να ληφθεί εγκαίρως πρόνοια ακόμη και δια την διατήρησιν ποσοστού τινος αισθήματος προς την των προγόνων πατρίδα, κατά το πρότυπον άλλων, εξ’ άλλων εθνικοτήτων, Αμερικανών» [11]. Το 1957, με τη συνταξιοδότηση του από το Πανεπιστήμιο ανακηρύχθηκε ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής.

Χριστιανική Αδελφότητα Νέων

Το 1918, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, συνδέθηκε με τη «Χριστιανική Αδελφότητα Νέων» [Χ.Α.Ν.] και προσωπικά με τον John Mott, ο οποίος είχε ενεργό δράση στον τομέα της νεολαίας, ήταν ο οργανωτής της «Παγκόσμιας Χριστιανικής Φοιτητικής Ομοσπονδίας» [W.S.C.F.] και συνέχισε το έργο του στον τομέα των ιεραποστολών. Στην Ελλάδα ο Αλιβιζάτος έγινε ένας από τους ιδρυτές της Χ.Α.Ν. στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, και εξελέγη από το Ελληνικό Σωματείο Γενικός Γραμματέας, και έπειτα Πρόεδρος της Χ.Α.Ν. Αθηνών και της Χ.Α.Ν. Ελλάδας έως το θάνατό του.

Κίνηση «Ζωή και Εργασία»

Ήταν μέλος της κινήσεως «Ζωή και Εργασία», η οποία εμφανίστηκε το 1914, πριν εκραγεί ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του «Παγκόσμιου Συνδέσμου Διεθνούς Φιλίας μέσω των Εκκλησιών». Η κίνηση «Ζωή και Εργασία» ήταν μια προσπάθεια των Προτεσταντών για συνεργασία μεταξύ τους σε πρακτικά και κοινωνικά θέματα και ενότητα, ύστερα από την πολυδιάσπασή τους σε εκατοντάδες «εκκλησίες», όμως από το 1917 η κίνηση ήρθε σε επαφή με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο δέχτηκε τη συνεργασία και το 1920, με το λεγόμενο «Πατριαρχικό Διάγγελμα», ζήτησε να συσταθεί «Κοινωνία των Εκκλησιών», κατά το πρότυπο της «Κοινωνίας των Εθνών».

Από το 1920 καλλιεργούσε επισήμως τις διεκκλησιαστικές και θεολογικές συζητήσεις σε οικουμενική βάση και συμμετείχε σε όλες τις συσκέψεις και μάλιστα ως ενεργό και σημαντικό μέλος των παγκόσμιων κινήσεων, προδρόμων του Π.Σ.Ε., «Πίστη και Τάξη» [Faith & Order] και «Ζωή και Εργασία» [Life & Work]. Η Κίνηση συγκάλεσε δύο Συνέδρια. Ένα, στη Στοκχόλμη το 1925, και το άλλο στην Οξφόρδη το 1937, στα οποία συμμετείχαν και Ορθόδοξοι, εκπρόσωποι των Πατριαρχείων και των άλλων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Στο Συνέδριο της Οξφόρδης την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησε ο Αλιβιζάτος, τον οποίο κάποιες εκκλησιαστικές παρατάξεις κατήγγειλαν ως μασόνο και ένθερμο υποστηρικτής του Οικουμενισμού. Ο Αλιβιζάτος υπεστήριξε στις συζητήσεις που έγιναν, ότι εκείνος που εξ ονόματος μιας «ιεράς δήθεν συντηρητικότητος (λέγε αμαθείας και φανατισμού) επιμένει εις την διατήρησιν της διαιρέσεως των χριστιανικών δυνάμεων, εκουσίως ή ακουσίως, συνεργεί και συνεργάζεται μετά των σκοτείων σατανικών δυνάμεων, αι οποίαι απεργάζονται την ματαίωσιν της επικρατήσεως επί της γης της βασιλείας του Θεού».

Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών [12]

Το 1948 στην Α΄ ιδρυτική Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε., το οποίο συγκροτήθηκε από τη συγχώνευση των δύο Παγκοσμίων Κινήσεων «Πίστη και Τάξη» και «Ζωή και Εργασία», ο Αλιβιζάτος συνετέλεσε στην ψήφιση του πρώτου Καταστατικού Χάρτη του Π.Σ.Ε. μαζί με τον μητροπολίτη Θυατείρων Γερμανό (Στρηνόπουλο), τον καθηγητή π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και άλλους ορθόδοξους αντιπροσώπους, μητροπολίτες και καθηγητές. Έκτοτε συμμετείχε σε όλες τις ανά επταετία Γενικές Συνελεύσεις του Π.Σ.Ε. [Β΄ Γ. Σ. στο Έβανστον των Η.Π.Α. 1954, Γ΄ Γ.Σ. στο Νέο Δελχί 1961, Δ΄ Γ.Σ. στην Ουψάλα 1968] ως επίσημος εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδας ή της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου ή και άλλων ορθοδόξων Πατριαρχείων. Από το 1948 συμμετείχε και σε υποεπιτροπές του Π.Σ.Ε., ιδιαίτερα στις εργασίες και τα Συνέδρια της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη». Συμμετείχε σε όλες τις Πανορθόδοξες Διασκέψεις που συγκάλεσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στη Ρόδο [Α΄ 1961, Β΄ 1962, Γ΄ 1963], οι οποίες ενίσχυσαν τόσο τη λειτουργία των διορθοδόξων σχέσεων όσο και τη συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών για την κοινή αντιμετώπιση των ποικίλων προκλήσεων των καιρών και τον καθορισμό των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στην Οικουμενική Κίνηση.

Σε άρθρα του στον ημερήσιο Αθηναϊκό ημερήσιο Τύπο, εν όψει της 1ης Πανορθοδόξου διασκέψεως στη Ρόδο, σημείωνε ότι, «..Η είδησις της συγκλήσεως οικουμενικής συνόδου, ως ακούεται, τόσας ανοίγει ελπίδας δια την ηνωμένην κατεύθυνσην ολοκλήρου τού χριστιανικού κόσμου έν τώ μέσω της σημερινής κακοδαιμονίας τής ανθρωπότητος» [13]. Σε άλλο δημοσίευμα έγραφε πως «...Η αγγελθείσα Β΄Βατικανή Σύνοδος, η οποία είναι το συμαντικότερον ιστορικόν και θρησκευτικόν γεγονός της συγχρόνου εποχής όχι μόνον δια τον χριστιανισμόν, αλλά δι΄ ολόκληρον τον κόσμον, έδωκεν εις όλους ελπίδας προς επίλυσιν του ενωτικού προβλήματος. Τα φιλενωτικά κηρύγματα του Ιωάννου ΚΓ΄ εξήγειραν εις συναγερμόν όλον τον κόσμον, αδιακρίτως θρησκεύνατος και πολιτεύματος και κοινωνικών απόψεων.» [14].

Κοινωνική δράση

Διορίστηκε τρεις φορές κυβερνητικός επίτροπος στην Ιερή Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, την οποία αντιπροσώπευσε σε πολλές εκκλησιαστικές αποστολές και συνέδρια. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απεστάλη από την ελληνική κυβέρνηση στην Αμερική με σκοπό να ενημερώσει την κοινή γνώμη για τις ανάγκες και την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα. Καρπός της αποστολής του ήταν οι δωρεές και η υλική ενίσχυση που προσφέρθηκε διαμέσου των προγραμμάτων της διεκκλησιαστικής βοήθειας του Π.Σ.Ε., όπως η ίδρυση του Θεολογικού Φοιτητικού Οικοτροφείου, του Εκκλησιαστικού Τυπογραφείου της Αποστολικής Διακονίας, η ανέγερση του κτιρίου της «Σχολής Διακονισσών» και ο «Οίκος Φοιτητρίας» της Αγίας Βαρβάρας στο Δαφνί. Ο Αλιβιζάτος ήταν πρόεδρος στην «Πολυκλινική Αθηνών», δημιούργημα ακαταπονήτων και διαρκών μόχθων των αδελφών του Νικολάου και Ανδρέου Αλιβιζάτου, στην περιοχή της Ομόνοιας στην Αθήνα. Όταν γνώρισε τον τότε τριαντατετράχρονο Γέροντα Πορφύριο, εξεπλάγη και ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο να τον τοποθετήσει -αυτόν που είχε πάει μόνο στην πρώτη Δημοτικού- εφημέριο στην «Πολυκλινική Αθηνών», όπου έμεινε από το 1940 έως το 1973, για 33 ολόκληρα χρόνια.

Το 1945 εκλέχθηκε μέλος του φιλολογικού ομίλου «Παρνασσός» [15]. Το 1952, μετά το θάνατο του αδελφού του Ανδρέα Αλιβιζάτου, ανέλαβε Πρόεδρος στο Μαντζαβινάτειο Νοσοκομείο Ληξουρίου και λόγω της θέσεως του στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών συνεργάστηκε με πολλούς φορείς και διεθνή σωματεία για την δωρεά και παραχώρηση νοσοκομειακού υλικού, όμως η μεγάλη επιτυχία του ήταν η ανάληψη του Νοσοκομείου υπό την προστασία της «Σουηδικής Εκκλησιαστικής Αλληλοβοήθειας», της ευρύτερα γνωστής ως «Σβεσκα Χιρκουγιέλπεν». Η στενή σχέση του Αμίλκα με τον Πρόεδρό της Επίσκοπο Γκούλμπεργ και τον Γενικό Γραμματέα της Γιόχανσον του επέτρεψε να εκθέσει όλη την πορεία της προσπάθειας σε ένα κατ' αρχήν ευνοϊκά διατεθημένο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο. Ύστερα από την επίσκεψη του Προέδρου του και Γραμματέα του στο Ληξούρι όπου τιμήθηκαν και με τον τίτλο του επίτιμου δημότη αποφάσισαν οικονομική χορηγία 2.500.000 δραχμών και συγχρόνως δωρεά ακτινολογικού μηχανήματος, ηλεκτρογεννήτριας, συσκευών μικροβιολογικού εργαστηρίου, χειρουργικών εργαλείων και σκευών νοσηλευτικής. Αυτές οι δωρεές και η αποστολή των υλικών που πραγματοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από το 1957 μέχρι το 1960 επέτρεψαν την έναρξη της λειτουργίας του Νοσοκομείου την 1η Ιανουαρίου 1961. Ο Αλιβιζάτος το 1962, εκλέχθηκε μέλος [16] της Ακαδημίας Αθηνών, στην οποία, το 1969, διατέλεσε Πρόεδρος [17]. Κατοικούσε στην Αθήνα σε οικία επί της οδού Κουμπάρη και Βασιλίσσης Σοφίας, απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη.

Το 1968 ο Αλιβιζάτος κληροδότησε το σύνολο της περιουσίας του στην Ακαδημία Αθηνών. Στα περιουσιακά του στοιχεία περιλαμβάνονταν και το μικρό γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Ειρήνης, γνωστό, λόγω του μεγέθους του, ως «Ρηνάκι» ή «Αγία Ρηνούλα» στην περιοχή της Πλάκας στην Αθήνα. Ο ναός βρίσκεται ανάμεσα στα ψηλά σύγχρονα κτήρια της οδού Ναυάρχου Νικοδήμου, δίπλα στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών κι έχει κτιστεί στον χώρο λουτρού της ρωμαϊκής εποχής και επάνω σε παλαιότερο χριστιανικό ναό, πιθανότατα του 7ου αιώνα όπως δείχνουν γλυπτά που σώζονται στο εσωτερικό του. Στις αρχές του 20ού αιώνα ανήκε στην οικογένεια του Άγγελου Κυπριάδου και υπάρχουν μαρτυρίες ότι εδώ κατέφευγαν οι μαθήτριες για να προσευχηθούν πριν από τις εξετάσεις τους. Αργότερα περιήλθε στην ιδιοκτησία του Αμίλκα Αλιβιζάτου, ο οποίος το 1968 το κληροδότησε στην Ακαδημία Αθηνών, που με τη σειρά της, το 2002, το παραχώρησε μαζί με το παρακείμενο κτίσμα στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Το όνομα του Αλιβιζάτου, όπως κι εκείνο της συζύγου του Ειρήνης Αλιβιζάτου περιλαμβάνονται στον κατάλογο των ευεργετών της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1992, η Ακαδημία Αθηνών αναγνωρίζοντας την πολιτιστική προσφορά του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης του παραχώρησε με τη μορφή δανεισμού 196 αντικείμενα από τη Συλλογή Αμίλκα και Ειρήνης Αλιβιζάτου. Η συλλογή περιλαμβάνει κυκλαδικά ειδώλια, εξαιρετικά κορινθιακά και μια μοναδική σειρά μελαμβαφών αγγείων και μεγάλο αριθμό ειδωλίων με εξαίρετη χρωματική διακόσμηση [18]. Με κληροδότημα του Αλιβιζάτου παρέχονται υποτροφίες -κατόπιν διαγωνισμού- για επιμόρφωση στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό σε διδασκάλους και άλλους επιστήμονες, κατά την κρίση της Ακαδημίας Αθηνών [19]. Οι υποψήφιοι μπορεί να προέρχονται από οποιαδήποτε περιοχή της Ελλάδος, με προτίμηση των καταγομένων από τα νησιά Κύθνο, Κάλυμνο, Κεφαλληνία, άλλως των περιφερειών των Νομών Κυκλάδων, Δωδεκανήσου και Επτανήσου. Πρέπει να είναι πτυχιούχοι Σχολών/Τμημάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 5, Ελληνικών Πανεπιστημίων ή ισοτίμων Πανεπιστημίων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με βαθμό πτυχίου τουλάχιστον «Λίαν Καλώς», και να μην έχουν υπερβεί το 36ο έτος της ηλικίας τους.

Η Συλλογή βιβλίων Αμίλκα Αλιβιζάτου, που αποτελεί μια συλλογή χιλιάδων βιβλίων θεολογικού περιεχομένου, περιλαμβάνει περί τους 8.500 τίτλους βιβλίων που κληροδότησε ο Καθηγητής στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ληξουρίου Τυπάλδων Ιακωβάτων. Αν και η πλειονότητα των βιβλίων είναι θεολογικού περιεχομένου, επίσης μεγάλο μέρος αφορά στην αρχαία ελληνική γραμματεία και τη μεταγενέστερη εκκλησιαστική ιστορία. Για την εξυπηρέτηση των αναγνωστών υπάρχει ο κατάλογος που έχει εκδώσει το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών «Βιβλιοθήκη Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου Κατάλογος, επιμέλεια Δήμητρα Σκ. Πικραμένου, Αθήναι 1973».

Εργογραφία

Ο Αλιβιζάτος δημοσίευσε στα περιοδικά «Νέα Σιών» των Ιεροσολύμων και «Εκκλησιαστικός Φάρος» της Αλεξανδρείας. Σε ειδική μελέτη του [20] έχει συνοψίσει τις καθιερωμένες στην πράξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας προϋποθέσεις αναγνωρίσεως των Αγίων, οι οποίες είναι:

  • «Η ιδιότητα τού μέλους της Εκκλησίας, «διά τού αγίου βαπτίσματος»,
  • «Το μαρτύριον υπέρ της χριστιανικής πίστεως»,
  • «Ο άγιος κατά πάντα βίος»,
  • «Εξέχουσαι όλως υπηρεσίαι προς την χριστιανικήν θρησκείαν και την Εκκλησίαν» (π.χ. ο Μ. Κωνσταντίνος) και
  • «Η μαρτυρία διενεργηθέντων και διενεργουμένων θαυμάτων υπό τού Θεού τή μεσιτεία τού αγίου προσώπου, είτε εν ζωή, είτε μετά θάνατον».

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στο σκεπτικό όλων των περιπτώσεων αναγνωρίσεως Αγίων στις τελευταίες δεκαετίες.

Συγγραφικό έργο

Έγραψε δεκάδες πραγματείες και εκατοντάδες άρθρα τα οποία δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά σε πολλές γλώσσες. Έγραψε και δημοσίευσε τα έργα

  • «Η νομική θέσις των χριστιανών κατά την απολογίαν του Ιουστίνου», το 1910,
  • «Το αίτιον των περί το Πάσχα ερίδων του β’ αιώνος», το 1911,
  • «Περί χάριτος και ποινής των κληρικών», το 1920,
  • «Οι Ιεροί Κανόνες μετά προεισαγωγικών σημειώσεων , παραπομπών και πινάκων», στα 1923 και 1949,
  • «Εκκλησία και Πολιτεία εξ απόψεως Ορθοδόξου», το 1937,
  • «Η κοινωνική αποστολή και θέσις της Εκκλησίας», το 1938,
  • «Το κύρος της ιερωσύνης της Αγγλικανικής Εκκλησίας», το 1939,
  • «Η οικονομία κατά το κανονικόν δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας», το 1949,
  • «Η συνείδησις της Εκκλησίας», το 1950,
  • «Η Ελληνικὴ Ορθόδοξος Εκκλησία», το 1955,
  • «Το έθιμον ως πηγή του Δικαίου κατά τε την παλαιοτέραν και νεωτέραν αντίληψιν», το 1958.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η χρονολογία της γεννήσεως του Αμίλκα Αλιβιζάτου υπάρχει καταχωρημένη από το 1914, στο Θεολογικό Λεξικό «Die Religion in Geschichte und Gegenwart». Στα μητρώα του Δήμου Ληξουρίου είναι καταχωρημένη ως χρονολογία γεννήσεως του το έτος 1891, έτσι ο Αλιβιζάτος αποχώρησε από την έδρα του στο Πανεπιστήμιο 31 Αυγούστου 1956, δηλαδή στην ηλικία των 69 ετών.]
  2. Απεβίωσεν ο καθηγητής Αλεβιζάτος Εφημερίδα «Μακεδονία», 14 Αυγούστου 1969, σελίδα 3.
  3. [Ρένα Σταυρίδου-Πατρικίου, «Οι φόβοι ενός αιώνα», Αθήνα 2007, εκδόσεις «Μεταίχμιο», σελίδα 185.]
  4. Διατελέσαντες Κοσμήτορες Θεολογική Σχολή-Κοσμητεία.
  5. Ιστορία της Ε.Α.Ρ.Ε.Σ. Ένωση Αποφοίτων Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής.
  6. [Γιώργος Καραγιάννης, «Εκκλησία και κράτος, 1833-1997. Ιστορική επισκόπηση», εκδόσεις «Το Ποντίκι», σελίδα 41.]
  7. [Η τότε Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ζήτησε δια του υπ’ αριθμ. 2530/1933 εγγράφου της, επί του από Ιουλίου 1933 σχετικού ερωτήματος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, έγγραφη απάντηση καθηγητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εις την γνωμάτευση αυτή μεταξύ άλλων εκτίθενται και τα εξής:
    (1)Αι Αρχαί του Ελληνικού μασσωνισμού διατυπούνται εις το «Σύνταγμα» (ήδη Καταστατικό Χάρτη) και τον «Γενικόν Κανονισμόν της γαληνοτάτης Μεγάλης Ανατολής της Ελλάδος, (ήδη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος» (συνεξεδόθησαν εν Αθήναις, εν β’ εκδόσει το 1930) και εις τα «τυπικά των τεκτονικών λειτουργιών και τελετών» (Αθήναι 1924) και, συμφώνως προς τα επίσημα ταύτα κείμενα, δύναται οπωσδήποτε να μορφωθή «επιστημονική» γνώμη περί του Μασσωνισμού παρ’ ημίν, εφόσον υπό το φερόμενον ως «μυστικόν» του Μασσωνισμού ουδέν υποκρύπτεται κατά τας διαβεβαιώσεις επιφανών και αξιοπίστων Μασσώνων. Ατοπον δε είναι να εξάγωνται θετικά συμπεράσματα περί του Μασσωνισμού εκ συγγραμμάτων ατόμων, φιλικώς ή εχθρικώς προς αυτόν διακειμένων, καθόσον η αυθεντική διδασκαλία μόνον εξ επισήμων κειμένων δύναται να εξαχθή και ουχί εκ μονομερών και υποκειμενικών αντιλήψεων ατόμων. Γνωρίζομε δε εκ της Ιστορίας πόσαι άδικοι κρίσεις και διωγμοί εγένοντο εν τω παρελθόντι κατά θρησκειών, οργανώσεων και ατόμων εξ αφορμής πεπλανημένων προκαταλήψεων και αστηρίκτων κρίσεων.
    (2)Ο Μασσωνισμός δεν είναι θρησκευτική οργάνωσις ουδέ σωματείον επιδιώκον θρησκευτικούς σκοπούς. Τούτο καταφαίνεται εκ των εξής. (α) Κατά το άρθρον 1 του ισχύοντος συντάγματος του Μασσωνισμού «ο ελευθεροτεκτονισμός ίδρυμα φιλοσοφικόν, προοδευτικόν και φιλανθρωπικόν, σκοπόν έχει την έρευναν της αρετής και την αλληλεγγύην», β) διότι εν αυτώ απαγορεύεται «ρητώς πάσα θρησκευτική συζήτησις ή ομιλία επί καθαρώς δογματικών θεμάτων ή περί της προσωπικότητος των ιδρυτών των διαφόρων θρησκευμάτων (Γεν. κανονισμός άρθρον 168), γ) διότι αποκλείονται των τάξεων αυτού γυναίκες, παιδία, οι μη έχοντες ανεπίληπτον και αγαθήν υπόληψιν ή και επάρκειαν έννομον των πόρων του βίου, ως και οι αμόρφωτοι και οι καταδικασθέντες. (Σύνταγμα, άρθρα 11 και 14), δ) διότι ελλείπουσιν από του Μασσωνισμού ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας της θρησκείας και δεν κέκτηται ούτος ιδίαν δογματικήν διδασκαλίαν, ε) διότι, τέλος, από λογικής απόψεως θα ήτο παράλογον να εθεώρει τις ως θρησκευτικήν οργάνωσιν σωματείον, ού τα μέλη και αυτά των ανωτάτων βαθμών μένουσιν αναποσπάστως συνδεδεμένα προς την θρησκείαν, εις ήν ανήκουσιν.
    (3) Ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Τουναντίον ρητώς τονίζει την πίστιν εις Θεόν και εις αθανασίαν της ψυχής και αιωνίαν ζωήν «το σώμα ημών μεταβάλλεται, αλλ’ η ψυχή διαφεύγει την εξουδένωσιν» (Τυπικά, σ.72) «ο θάνατος είναι η μετάβασις εις την αιωνίαν ζωήν» (Τυπικά, σ. 69) και ουδείς δύναται να γίνη δεκτός εν τη στοά αν δεν δηλώση αποδοχήν των αρχών τούτων.
    (4)Ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Το ότι εν αυτώ δεν γίνεται λόγος περί ειδικών χριστιανικών δογμάτων είναι αυτονόητον, εφόσον εν τοις κόλποις αυτού δεν περιλαμβάνονται μόνον χριστιανοί αλλά και αλλόθρησκοι. Και αι τελεταί δε του Μασσωνισμού, παρ’ όλον τον ως εκ των χρονικών συνθηκών, υφ’ άς προέκυψαν, μυστικίζοντα και συμβολικόν χαρακτήρα των, ουδόλως δύνανται να θεωρηθώσιν ως μυστήρια, εν τη εννοία του χριστιανικού μυστηρίου, εφόσον ού μόνον δεν είναι υποχρεωτικαί διά τα μέλη του αλλά και δεν διδάσκεται ότι μεταδίδεται δι’ αυτών θεία χάρις. Ο ελευθεροτεκτονισμός ου μόνον ουδόλως συντελεί , αμέσως ή εμμέσως, εις μείωσιν της πίστεως του χριστιανού, αλλά σέβεται απολύτως τον Χριστιανισμόν, τα δε μέλη του και αυτών των ανωτάτων βαθμών δύνανται να είναι πιστότατα μέλη της εκκλησίας, εις ήν ανήκουσιν. Δυνατόν βεβαίως να υπάρχωσι και Μασσώνοι αδιαφόρως ή και ασυμπαθώς ή ίσως και εχθρικώς διακείμενοι προς την εκκλησίαν, αλλά διά τούτο δεν ευθύνεται η Μασσωνία, ως δεν ευθύνεται η εκκλησία εάν μεταξύ των μελών της καταλέγωνται και μη ακολουθούντες και εφαρμόζοντες τας αρχάς αυτής αν και μη Μασσώνοι.
    (5)Και αι ηθικαί αρχαί του Μασσωνισμού δεν δύνανται να θεωρηθώσιν αντιστρατευόμεναι προς τας του Χριστιανισμού. Ου μόνον αύται δεν είναι ανεξάρτητοι της ιδέας του Θεού, αλλά τουναντίον παρίστανται ως επιτάγματα του ανωτάτου όντος, ως φωνή Θεού (Πρβλ. Τυπικά, σ. 31 « ο Τέκτων οφείλει να διδάξη την θείαν ηθικήν, ήτις συνοψίζεται εις το «ό σύ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» και σ. 35 «Ανοιγήτωσαν τα ώτα σου όπως ακούσωσι της φωνής του Θεού, εντέλλοντος αγαπάτε αλλήλους». κ.π.α.)). Θεμελιώδης ηθική αρχή του Μασσωνισμού, εξ ής απορρέουσι πάσαι αι λοιπαί, διακηρύσσεται η εξής: «Πράττε εις τους άλλους ό,τι θέλεις και οι άλλοι να πράττωσιν εις σε» (Τυπικά σ. 74). Η αρχή αύτη είναι ως γνωστόν η εξαγγελθείσα υπό του Κυρίου: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς, ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. 7, 12). Οτι δε ο θεσμός της αγάπης δεν περιορίζεται εν τω Μασσωνισμώ μεταξύ των της Στοάς αλλ’ επεκτείνεται επί πάντας, μαρτυρεί ου μόνον ή διαρρήδην δήλωσις, καθ΄ ήν «θεωρούμεν πάντας τους ανθρώπους αδιακρίτως τάξεως και φυλής ίσους προς ημάς αδελφούς ημών» (Τυπικ. Σελ. 32), αλλά και η φιλανθρωπία, ήν εξασκεί ο Μασσωνισμός ου μόνον προς τα μέλη του αλλά ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας. Ούτως ο Μασσωνισμός ου μόνον συντηρεί συσσίτια, νυκτερινάς σχολάς και ορφανοτροφεία, άνευ οιασδήποτε προπαγανδιστικής ενεργείας, αλλά και ενεργόν επεδείξατο ενδιαφέρον κατά τε το παρελθόν και κατά τας ημέρας ημών εις πάσας τα εθνικάς ανάγκας και εις πάσας τας συμφοράς, αίτινες έπληξαν την Πατρίδα και την Κοινωνίαν.
    (6) Χαρακτηριστικόν στοιχείον της Μασσωνικής ηθικής είναι και ο πόλεμος κατά του υλισμού (πρβ. Τυπικ. σελ. 28, «αφαιρεθήτω ενώπιον του φωτοβόλου αστέρος του Τεκτονισμού ο υλικός πέπλος, διά του οποίου ο βέβηλος κόσμος σε περιβάλλει». Και σ. 31: «Οι Τέκτονες συνέρχονται ίνα επικρατήση επί της Γης η βασιλεία του αγαθού». Και σ. 34 - 35 : Ο υιοθετούμενος πρέπει «να καταγίνηται διαρκώς να κατανικά τα πάθη του», και να είναι «πάντα πρόθυμος να θυσιάζη το ατομικόν συμφέρον υπέρ του γενικού». Και σ. 36. «Ηδοναί σου έστωσαν αι της ψυχής και του πνεύματος». Και σ. 37 «Αγάπα την εργασίαν, ήτις είναι φύλαξ των ηθών» κ.π.α).
    (7)Και η ελευθερία της ερεύνης, ήν ζητεί ο Μασσωνισμός, έχει και αυτή τα όριά της, εφόσον δεν ανέχεται αθεϊαν – ο εν τω Μασσωνισμώ μυούμενος οφείλει να δηλώση εγγράφως και επί τω λόγω της τιμής του ότι πιστεύει εις τον Θεόν – και επιβάλλει την τήρησιν του ηθικού νόμου.
    (8)Εν Ελλάδι δε τουλάχιστον ο Μασσωνισμός ου μόνον δεν υπέθαλψεν αλλ’ ουδέ και ηνέχθη επαναστατικάς , ανατρεπτικάς, αντιθρησκευτικάς και αντικοινωνικάς ή κι απλώς υπεραριστεριζούσας τάσεις, αλλά απεδείχθη , ως όλον σωματείον συντηρητικών τάσεων και αρχών. Οτι ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικάς, αντιχριστιανικάς, και αντικαθεστωτικάς αρχάς δύναται να συναχθή ου μόνον εκ των επισήμων κειμένων αυτού αλλά και εκ του ότι, εν τοις κόλποις αυτού καταλέγονται άνδρες ευσεβέστατοι και συντηρητικωτάτων αρχών, ών πολλοί ου μόνον κατέσχον και κατέχουσιν ανώτατα αξιώματα αλλά και προσέφερον και προσφέρουσι πολυτιμοτάτας υπηρεσίας προς την εκκλησίαν, ήν τινες και πιστότατα υπηρετούσιν».
    Οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι συμμετείχαν εις την σύνταξη του άνω υπομνήματος και το οποίο, απέστειλαν προς την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Ελλάδος, ήταν οκτώ (8) εκ των πλέον εγκρίτων του Πανεπιστημίου, είναι οι ακόλουθοι : 1) Αμίλκας Αλεβιζάτος, καθηγητής του Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής και Ακαδημαϊκός, 2) Κωνσταντίνος Διοβουνιώτης, καθηγητής της Δογματικής και Χριστιανικής Ηθικής, 3) Νικόλαος Λούβαρις, καθηγητής της Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης και Ακαδημαϊκός, 4) Δημήτριος Μπαλάνος, καθηγητής της Πατρολογίας και Ακαδημαϊκός, 5) Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, καθηγητής της Απολογητικής και της Εγκλυκλοπαιδείας της Θεολογίας, 6) Βασίλειος Στεφανιδης, Αρχιμανδρίτης, καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, 7) Γεώργιος Σωτηρίου, καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και 8) Παναγιώτης Μπρατσιώτης, καθηγητής της Εισαγωγής εις την Παλαιά Διαθήκη και της Ερμηνείας εκ των Ο και Ακαδημαϊκός.]
  8. Η "καραμέλα" των Ταλιμπάν (και μια απάντηση)
  9. [Αμίλκα Αλιβιζάτου, «Ανάγκη διορθώσεως λειτουργικών κειμένων», περιοδικό «Ορθόδοξος Σκέψις», σελίδες 5-7.
  10. [Ιωάννης Καραβιδόπουλος, «Διάλογος μεταξύ Ορθοδοξία και Ιουδαϊσμού», Περιοδικό «Χρονικά», τεύχος 164, τόμος ΚΒ, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1999, σελίδα 6.]
  11. [«Υπερασπιστής της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικότητας ο Μιχαήλ», Εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ», Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008, σελίδα 4.]
  12. [Tον Ιούνιο του 2006, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας στην έδρα του Π.Σ.Ε. στη Γενεύη. Αν και η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του Συμβουλίου, μεγάλος αριθμός αρχιερέων, κληρικών και λαϊκών αντιτίθενται δημόσια στην συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών [World Council of Churches] είναι οικουμενική χριστιανική οργάνωση. Σκοπός της είναι η προώθηση της χριστιανικής ενότητας. Αποτελεί κοινωνία 340 εκκλησιών, από τις οποίες οι 157 είναι μέλη του, και αντιπροσωπεύει πάνω από 550 εκατομμύρια Χριστιανούς, σε περισσότερες από 100 χώρες. Ιδρύθηκε τις 23 Αυγούστου 1948, και στα ιδρυτικά μέλη του συμπεριλαμβάνονταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, η Εκκλησία της Ελλάδος και η Εκκλησία της Κύπρου. Σήμερα συγκεντρώνει τις περισσότερες Ορθόδοξες, και έναν αριθμό Προτεσταντικών εκκλησιών, όπως την Αγγλικανική Εκκλησία, πολλές Λουθηρανικές, Μεθοδικές και Μεταρυθμισμένες, και μερικές Βαπτιστικές και Πεντηκοστιανές εκκλησίες. Επίσης συμμετέχουν Παλαιοκαθολικές, καθώς και ένα ευρύ φάσμα ενωμένων και ανεξάρτητων εκκλησιών. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν και δεν είναι εκκλησία-μέλος, συνεργάζεται στενά με το Συμβούλιο, στο οποίο αποστέλλει παρατηρητές και εκπροσώπους. Από την Ελλάδα, εκτός από την Εκκλησία της Ελλάδος, συμμετέχει και η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία. Το ανώτατο διοικητικό σώμα του Συμβουλίου είναι η Γενική Συνέλευση, η οποία συνέρχεται ανά επτά χρόνια. Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου είναι από το 2010 ο Όλαβ Φίξε Τβάιτ, από την Εκκλησία της Νορβηγίας η οποία ανήκει στις Λουθηρανικές εκκλησίες. Σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950, 1960 και 1970 συμμετείχαν στο Συμβούλιο Ορθόδοξοι θεολόγοι και νομικοί όπως ο Σάββας Αγουρίδης, ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, ο Βασίλειος Βέλλας, ο Βασίλειος Ιωαννίδης, Ιωάννης Καλογήρου, ο Ιωάννης Καρμίρης, ο Γεράσιμος Κονιδάρης, ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, ο Δημήτρης Μωραΐτης, ο Νίκος Νησιώτης, ο Μάρκος Σιώτης και ο Παναγιώτης Τρεμπέλας αλλά και κληρικοί όπως ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και ο Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος. Πολλοί απ' αυτούς κατηγορήθηκαν ως «δυτικίζοντες» ή «αιρετικοί», μεταξύ τους ο Νίκος Νησιώτης, ο οποίος έπειτα από σημαντική εισήγησή που παρουσίασε το 1961 ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης στο Νέο Δελχί, έγινε αντικείμενο επιθέσεων από υπέρμαχους της παραδόσεως και του αφαιρέθηκε το χρίσμα του εκπροσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο Νησιώτης συνέχισε το έργο του αναφορικά με τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών και το 2006 ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος ανακοίνωσε τη θεσμοθέτηση υποτροφίας στο όνομα του Νησιώτη για νέους θεολόγους στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Μποσέ της Ελβετίας, η οποία χρηματοδοτείται από την Εκκλησία της Ελλάδος. Το 1968 ξέσπασε κρίση ανάμεσα στο Π.Σ.Ε. και στην Εκκλησία της Ελλάδος, όταν η ολομέλεια του Συμβουλίου τάχθηκε κατά του καθεστώτος της 21ης Απριλίου που υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο κυβερνούσε την Ελλάδα. Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση τού τότε Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη, που μίλησε για υπέρβαση του ρόλου των Εκκλησιών. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε καθώς ο ίδιος ο Ιερώνυμος, όντας καθηγητής Πανεπιστημίου, συμμετείχε στο Συμβούλιο και αναγνώρισε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος όφειλε να συμμετέχει στον παγκόσμιο διάλογο των διαφορετικών χριστιανικών εκκλησιών. Τα χρόνια που ακολούθησαν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες εντάχθηκαν στο Συμβούλιο, όμως ορισμένες αποχώρησαν στην συνέχεια, ενώ άλλες απείλησαν με αποχώρηση, ανάμεσα στις οποίες και η Εκκλησία της Ελλάδος. Οι εκπρόσωποι της Ελλαδικής εκκλησίας, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εξέφραζαν την έντονη αντίθεσή τους προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου και ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Τίκας θεωρούσε ότι τέτοιου είδους οργανισμοί δεν προσέφεραν στην Εκκλησία. Έτσι η εκπροσώπηση της Ελλαδικής Εκκλησίας ανατέθηκε σε καθηγητές της Θεολογικών Σχολών και ιεράρχες. Το 2005, έπειτα από προσπάθειες του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Πέτρου Βασιλειάδη η Εκκλησία της Ελλάδος φιλοξένησε την παγκόσμια συνέλευση του τμήματος ιεραποστολής του Π.Σ.Ε., όμως οι επισκέπτες βρέθηκαν αντιμέτωποι έξω από τις εγκαταστάσεις του Αγίου Ανδρέα όπου διεξαγόταν η συνέλευση, με μαύρες σημαίες με το σύνθημα «Ορθοδοξία ή θάνατος», ενώ ενημερώθηκαν ότι οι Διαμαρτυρόμενες -Προτεσταντικές- Εκκλησίες θεωρούνται αίρεση από τους Ορθόδοξους.]
  13. [Εφημερίδα «Το Βήμα», 1η Φεβρουαρίου 1959.]
  14. [Εφημερίδα «Καθημερινή», 1η Φεβρουαρίου 1960.]
  15. Μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού
  16. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής.
  17. Πρόεδροι της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυση της.
  18. Συλλογή Ακαδημίας Αθηνών (πρώην Συλλογή Αμίλκα και Ειρήνης Αλιβιζάτου) (1992) Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης-Δωρητές.
  19. Κληροδότημα Αλιβιζάτου Αμίλκα
  20. [Αμίλκας Αλιβιζάτος, «Η αναγνώρισις των Αγίων εν τή Ορθοδόξω Εκκλησία», περιοδικό «Θεολογία» τόμος ΙΘʹ 1941-48, σελίδα 45.]