Ιωάννης Τσαρούχης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Γιάννης Τσαρούχης, Έλληνας εθνικιστής και βασιλόφρονας, ο κορυφαίος Έλληνας ζωγράφος του 20ου αιώνα, χαράκτης, σκηνογράφος, σκηνοθέτης, ενδυματολόγος, συγγραφέας και μεταφραστής αρχαίων τραγωδιών, γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1909, [παλαιό ημερολόγιο], δηλαδή στις 13 Ιανουαρίου 1910, [σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο], στον Πειραιά και πέθανε στις 20 Ιουλίου 1989 στην Αθήνα.
Γιάννης Τσαρούχης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Hταν δευτερότοκο παιδί του εμπόρου Θανάση Τσαρούχη με καταγωγή από την Αρκαδία και της Mαρίας Mοναρχίδη, η οποία κατάγονταν από τα Ψαρά, όμως οι προγονοί της είχαν εγκατασταθεί στη Σύρο, μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους. Η οικογένεια του κατοικούσε στην οδό Λουκά Ράλλη και Βασιλέως Γεωργίου Β΄στον Πειραιά και είχε δύο ακόμη μικρότερα αδέλφια, μία αδελφή και έναν αδελφό, το Μάριο. Οι γονείς του από το 1920 έως το 1925 έλειψαν στην Ελβετία για λόγους υγείας της αδελφής του, ενώ ο Γιάννης και ο Μάριος έζησαν στο σπίτι της Δέσποινας Μεταξά, της αδελφής της μητέρας τους. Το 1927 η οικογένεια εγκαταστάθηκε σε σπίτι της οδού Ερμού στη συνοικία Μοναστηράκι στην Αθήνα.

Καλλιτεχνική δημιουργία

Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, από το 1928 έως το 1934 και είχε δασκάλους τους Δημήτριο Μπισκίνη, Δημήτριο Γερανιώτη, Σπύρο Βικάτο, Γεώργιο Ιακωβίδη, Θωμά Θωμόπουλο, Γιάννη Κεφαλληνό και στο εργαστήρι του Κωνσταντίνου Παρθένη, ενώ από το 1930 έως το 1934 παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής ζωγραφικής και μουσικής με δάσκαλο το Φώτη Κόντογλου. Παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του το 1929, όταν ήταν ακόμη σπουδαστής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 1935 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου μυήθηκε την τεχνική της χαλκογραφίας, μελέτησε τη ζωγραφική της Αναγέννησης, τον Ιμπρεσιονισμό αλλά και το έργο του Θεόφιλου, ενώ συνάντησε και γνώρισε τους Matisse, τον Laurens και Giacometti. Το 1936 επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1938 οργάνωσε την πρώτη ατομική του έκθεση στο κατάστημα του Θ. Αλεξόπουλου στην Αθήνα. Το σύνολο της καλλιτεχνικής του παραγωγής της δεκαετίας του 1950, διατέθηκε μετά από συμβόλαιο που υπέγραψε στο τέλος του 1953, στον Αλέξανδρο Ιόλα, συλλέκτη και έμπορο έργων τέχνης.

Παρουσίασε έργα του σε εκθέσεις στην Αθήνα το 1938, στο Παρίσι το 1951, στο Λονδίνο το 1951, στη Βενετία το 1958 και πήρε μέρος σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1928 εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως σκηνογράφος στο έργο «Πριγκίπισσα Μαλένα» του Μέτερλινκ, όμως μετά το 1941 άρχισε να σκηνογραφεί συστηματικά. Συνεργάστηκε ως σκηνογράφος και ενδυματολόγος με τα θέατρα των Μαρίκας Κοτοπούλη και Κατερίνας, με το Εθνικό Θέατρο, την Ε.Λ.Σ. και το Θέατρο Τέχνης. Υπήρξε σκηνογράφος της «Μήδειας» του Κερουμπίνι σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και σύμπραξη Μαρίας Κάλλας στην Όπερα του Ντάλας το 1958, και στο Τέξας με τον Zefirelli και την Denise Duvall, καθώς και στο Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου το 1959, στο θέατρο της Επιδαύρου με σύμπραξη της Μαρίας Κάλλας το 1960, και το 1964 της «Μήδειας» του Ευριπίδη στο Ολυμπιακό Θέατρο της Βιτσέντσας με σκηνοθέτη τον Αλέξη Μινωτή.

Στη συλλογή έργων τέχνης της Ελληνικής Βουλής [1] υπάρχουν πολλά και σημαντικά έργα του διαφόρων κατηγοριών, όπως ελαιογραφίες, υδατογραφίες και μεταξοτυπίες. Μεταξύ τους τρεις προσωπογραφίες του λοχαγού Δ. Γεωργόπουλου, μία σε σχέδιο με μολύβι, μία σε υδατογραφία και μία σε ελαιογραφία, μία προσωπογραφία της Τζένης Καρέζη, το έργο του 1956 «Το λιμάνι του Πειραιά από το σπίτι του Γκιώνη», το έργο του «Το μανάβικο» και επίσης η ελαιογραφία «Ευγένιος Σπαθάρης, ο καλλιτέχνης του Θεάτρου των Σκιών», σε χαρτόνι. Διάχυτη ήταν, και μέσα στο έργο του, η ομοφυλοφιλική σεξουαλικότητα του [2], αν και ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ για την προσωπική του ζωή, καθώς και η ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, ενώ η δουλειά του, συχνά, προκαλούσε αντιδράσεις και λογοκρισία, δύο από τα κύρια και αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία της καθημερινότητας του.

Συνεργάστηκε το 1927 και το 1930 με τον Άγγελο Σικελιανό και την Εύα Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών και βοήθησε την Αγγελική Χατζημιχάλη στη διοργάνωση εκθέσεως λαϊκής τέχνης στους Δελφούς, χρησιμοποιώντας σπίτια κατοίκων της περιοχής σε συνεργασία με τον Αθηνά Ταρσούλη. Ανήκε στο άτυπο κίνημα εθνικής πνευματικής αυτογνωσίας και δημιουργίας το οποίο αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1930, που συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο, στο οποίο εντάσσονται και οι Άριστος Καμπάνης, Φώτος Πολίτης, Παντελής Πρεβελάκης, Αγγελική Χατζημιχάλη, Αθηνά Ταρσούλη, Νίκη Πέρδικα, Δώρα Στράτου, Άγγελος και Εύα Σικελιανού, Λίνος Καρζής, Δημήτριος Πικιώνης, Δημήτριος Βεζανής, Σίμων Καρράς, Κωνσταντίνος Παρθένης, Φώτης Κόντογλου, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, και άλλοι καλλιτέχνες και συγγραφείς. Μοιράστηκε το όραμα της πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης της Ελλάδος με τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Κωστή Παλαμά.

Το 1963, συμμετείχε στην κίνηση για την Ελληνική πνευματική αναγέννηση που οργάνωσε, με δική του έμπνευση και πρωτοβουλία, ο Μάνος Φαλτάιτς, κηρύσσοντας το έτος Περικλή Γιαννόπουλου, σε συνεργασία με κορυφαίους εκπροσώπους της Ελληνικής διανοήσεως, μεταξύ τους ο εθνικιστής αρχιτέκτονας και ακαδημαϊκός Δημήτριος Πικιώνης, ο συγγραφέας Γιάννης Χατζηφώτης, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών, ποιητής Νίκος Σταμπολής, ο Λίνος Καρζής, εθνικιστής διανοούμενος και από τους αναβιωτές του Αρχαίου Ελληνικού Θεάτρου, ο κοινοτιστής Κωνσταντίνος Καραβίδας και άλλοι.

Συγγραφικό έργο

Έχει γράψει και δημοσιεύσει κείμενα για διάφορα θέματα καλλιτεχνικής δημιουργίας, προλόγους σε καταλόγους εκθέσεων. Το 1958 τιμήθηκε με το βραβείο Γκούγκενχάιμ, ενώ το 1964 κυκλοφόρησε ένα λεύκωμα με αντίγραφα έργων του με τίτλο «Τσαρούχης», ενώ έγραψε μεταξύ άλλων και τα βιβλία,

  • «Αγαθόν το εξομολογείσθαι», εκδόσεις «Καστανιώτης»,
  • «Το πρόσωπο της Ελλάδος», εκδόσεις Μίλητος»,
  • «Μάτην ωνείδισαν την ψυχή μου», εκδόσεις «Καστανιώτης»
  • «Θεόφιλος», τρίγλωσσο, Εκδόσεις Εμπορικής Τράπεζας,
  • «Λίον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες», εκδόσεις «Καστανιώτης»,
  • «Το μαγικό τετράδιο και οι ζωγραφιές του», εκδόσεις «Πατάκης»,
  • «Ποιήματα 1934-1937», εκδόσεις «Άγρας»,
  • «Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση», εκδόσεις «Άγρας»,
  • «Εγώ ειμί πτωχός και πένης», εκδόσεις «Καστανιώτης».

Ίδρυμα Τσαρούχη

Με τη διαθήκη του διέθεσε διώροφο ιδιόκτητο διατηρητέο κτίριο στην οδό Πλουτάρχου 28 στο Μαρούσι, όπου από το 1982 παρουσιάζονταν το έργο του. Στο χώρο φυλάσσονταν 4.000 περίπου έργα του δημιουργού, μεταξύ τους έργα ζωγραφικής, σχέδια και σκηνικά, καθώς και καθώς και έργα άλλων καλλιτεχνών που ο ίδιος είχε επιλέξει, καθώς και η δουλειά του πάνω στο θέατρο. Παράλληλα λειτουργούσε μόνιμη έκθεση των έργων του, που ήταν ταξινομημένα σε θεματικές ενότητες όπως ναύτες, μήνες και εποχές, φανταστικά και πραγματικά τοπία, καφενεία, χοροί, πορτρέτα, ενώ οργανώνονταν περιοδικές εκθέσεις. Το 2012 στο κτίριο κρίθηκαν απαραίτητες επισκευών για τις οποίες δεν υπήρχαν τα απαραίτητα χρηματικά κονδύλια [3] και οι συλλογές καθώς και τα αρχεία του ιδρύματος μεταφέρθηκαν στο Μουσείο Μπενάκη [4], όπου στο δεύτερο όροφο φιλοξενούνται όλες οι θεματικές εκθέσεις του Ιδρύματος Τσαρούχη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Έργα τέχνης της Βουλής των Ελλήνων
  2. [Σύμφωνα με δήλωση του «Θα 'ταν πολύ πιο σώφρον να δεχτούμε ότι η έλξη μεταξύ δυο αντρών δεν βασίζεται απλοϊκά στα εξωτερικά γνωρίσματα γυναίκα - άντρας, αλλά σε βαθύτερα αίτια και αντιθέσεις απαραίτητες πάντα στον έρωτα. Οι σχέσεις δε αυτές είναι χιαστί συμπληρωματικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μόνον η ελευθερία στον ομοφυλοφιλικό έρωτα θα κατεβάσει στα επιθυμητά όρια το ποσοστό της ομοφυλοφιλίας, το τόσο απαραίτητο για την ανώτερη και πνευματική ζωή»]
  3. Κλείνει το Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη Σύμφωνα με τη Νίκη Γρυπάρη, ανιψιά του ιδρυτή και πρόεδρο του Ιδρύματος «Γιάννης Τσαρούχης», «…Το πρόβλημα της επισκευής του κτιρίου μας έφερε σε πολύ δύσκολη θέση. Σε αντίθεση με την δυσμενή συγκυρία, η συνεργασία μας με το Μπενάκη μας γεμίζει αισιοδοξία»
  4. Το Μουσείο Μπενάκη και το Ίδρυμα Τσαρούχη ενώνονται κόντρα στην κρίση Εφημερίδα «Το Βήμα», 5 Δεκεμβρίου 2012