Κλέμενς φον Γκάλεν

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κλέμενς Άουγκουστ φον Γκάλεν, [το πλήρες όνομα του ήταν Clemens Augustinus Joseph Emmanuel Pius Antonius Hubertus Marie Graf von Galen], Γερμανός κόμης που θεωρείται πρότυπο εθνικιστή, μακαριστός καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, θέση στην οποία διορίστηκε το 1946 από τον Πάπα Πίο ΧΙΙ, και Επίσκοπος του Münster, ο οποίος στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οργάνωσε και καθοδήγησε την διαμαρτυρία της Καθολικής Εκκλησίας εναντίον της ευθανασίας και κατήγγειλε την μυστική αστυνομία, την Γκεστάπο, για ανομία και καταδίωξη της εκκλησίας, Άγιος της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου 1878 στο Burg Dinklage, στο Καθολικό νότιο τμήμα του Μεγάλου Δουκάτου του Oldenburg, [Oldenburger Münsterland], κοντά στα γερμανικά σύνορα με την Ολλανδία, το οποίο ανήκει σήμερα στην πολιτεία της Κάτω Σαξονίας και πέθανε στις 22 Μαρτίου 1946 στο σπίτι του στην πόλη του Μίνστερ, [Münster] της επαρχίας της Βεστφαλίας στην περιοχή του Allied της κατεχόμενης από τους συμμάχους Γερμανίας, μετά από νοσηλεία ενός μήνα σε νοσοκομείο, εξ αιτίας φλεγμονής της σκωληκοειδούς αποφύσεως. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 28 Μαρτίου 1946, ενώ η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο παρεκκλήσι Ludgerus του καθεδρικού ναού στο Munster.

Καρδινάλιος Κλέμενς φον Γκάλεν

Βιογραφία

Ο Κλέμενς Γκάλεν ήταν μέλος μιας από τις παλαιότερες και πλέον διακεκριμένες οικογένειες ευγενών της επαρχίας της Βεστφαλίας στη Γερμανία. Το επώνυμο της οικογένειας φον Γκάλεν έχει καταγραφεί στην Βεστφαλία ήδη από το 1667, όταν ένας από τους προγόνους του ο Christoph Bernhard von Galen χειροτονήθηκε πρώτος επίσκοπος της πόλεως του Μίνστερ, [Münster]. Πατέρας του Κλέμενς ήταν ο Κόμης Φέρντιναντ φον Heribert Γκάλεν, βουλευτής του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Κοινοβουλίου, [Reichstag], με το Κεντρώο Κόμμα των Καθολικών και μητέρα του ήταν η κοντέσα Elisabeth von Spee, των οποίων ήταν το ενδέκατο από τα δεκατρία παιδιά τους.

Σπουδές

Μέχρι το 1890, ο Κλέμενς και ο αδελφός του Φραντς παρακολούθησαν μαθήματα στο σπίτι και στη συνέχεια στη Σχολή των Ιησουιτών «Stella Matutina» στην πόλη της Feldkirch, στα σύνορα της Αυστρίας με την Ελβετία και το Λιχτενστάιν, την εποχή που η παρουσία Ιησουιτών δεν επιτρέπονταν στο Μίνστερ, [Münster]. Εκεί, ο Κλέμενς, ο αδελφός του και ο ξαδελφός τους Emanuel von Galen διδάχθηκαν και έμαθαν να μιλούν την Λατινική γλώσσα. Ο Κλέμενς επέστρεψε στη Βεστφαλία το 1894 και παρακολούθησε μαθήματα σε δημόσιο σχολείο στην Vechta, διότι δεν αναγνωρίζονταν η Σχολή των Ιησουιτών στην Γερμανία, και το 1896, μετά από εξετάσεις, εισήχθη στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ στην Ελβετία, το οποίο ιδρύθηκε το 1886 από τους Δομινικανούς, όπου εντρύφησε στα γραπτά του Θωμά Ακινάτη, ενώ μετά τον Μάιο οτυ 1897, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα λογοτεχνίας, ιστορίας και φιλοσοφίας. Μετά το πρώτο χειμερινό εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ ο Κλέμενς επισκέφθηκε τη Ρώμη για τρεις μήνες. Στο τέλος της επισκέψεως του είχε αποφασίσει να χειροτονηθεί ιερέας κι απόμεινε να σκεφθεί αν θα ακολουθούσε τους Βενεδικτίνους ή τους Ιησουίτες.

Εκκλησιαστική σταδιοδρομία

Το 1899 συνάντησε ο Κλέμενς συνάντησε τον Πάπα Λέοντα ΙΓ' σε μια ιδιωτική διάλεξη. Ακολούθως σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Canisianum στο μοναστήρι στο Ίνσμπρουκ, που ιδρύθηκε το 1669 από τους Ιησουΐτες. Το 1903 έγινε δεκτός στην ιερατική σχολή του Μίνστερ, [Münster], και στις 28 Μαΐου 1904 χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο Hermann Dingelstadt και εργάστηκε ως εφημέριος στην πόλη του Μίνστερ, [Münster]. Μετά την χειροτονία του ο Κλέμενς Γκάλεν εργάστηκε στο Βερολίνο στο ναό του Αγίου Ματθαίου, [Saint Matthias], και σε άλλους ναούς από το 1906 έως το 1929. Μετά το θάνατο του επισκόπου Johannes Poggenburg Clemens τον Αύγουστο του 1933, ο Κλέμενς στις 5 Σεπτεμβρίου 1933, μετά από ααπόφαση του Πάπα Πίου XIΙ διορίστηκε επίσκοπος του Munster, ενώ στις 28 Οκτωβρίου του 1933, χειροτονήθηκε Επίσκοπος στον ναό του Αγίου Λαμβέρτου, από τον Καρδινάλιο Karl Josef Schulte.

Στις 10 Ιουλίου 1956 ζητήθηκε από τον Επίσκοπο Michael Keller, τον διάδοχο του Κλέμενς φον Γκάλεν, να κινήσει τη διαδικασία αγιοποιήσεως του. Η διαδικασία κινήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1956 στο Munster, ενώ το Νοέμβριο του 1959 διαβιβάστηκε στην αρμόδια Σύνοδο της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2004. Η πράξη της αναγνωρίσεως του πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 2005 στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη, από τον Πορτογάλο Καρδινάλιο José Saraiva Martins, υπεύθυνο των Αγιοποιήσεων της Συνόδου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Βατικανό, με την παρουσία του Πάπα Βενέδικτου XVI.

Ιδεολογικές απόψεις

Ο Γκάλεν πίστευε ότι η στρατιωτική ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο προήλθε μόνο και μόνο επειδή είχε υπονομευθεί το εσωτερικό μέτωπο από ηττοπαθή στοιχεία. Μισούσε με ένταση τις φιλελεύθερες απόψεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης κι ήταν αντίθετος με τον ατομικισμό, τον σοσιαλισμό και τη δημοκρατία. Υπήρξε πιστός Γερμανός εθνικιστής, θεωρούσε άδικη για τη Γερμανία τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και πίστευε ότι ο Μπολσεβικισμός αποτελούσε σημαντική απειλή για την Γερμανία αλλά και την Καθολική Εκκλησία. Αρχικά υποστήριξε με θέρμη τους στόχους και την πολιτική της Εθνικοσοσιαλιστικής κυβερνήσεως του Αδόλφου Χίτλερ, καθώς θεωρούσε ότι αυτός θα κατόρθωνε να αποκαταστήσει τη Γερμανία στη θέση του σεβασμού που είχε χάσει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως στις 29 Ιανουαρίου 1934, σε ποιμαντική εγκύκλιο του επέκρινε την άποψη του Χίτλερ και καταδίκασε τη λατρεία της Φυλής. Παράλληλα ανέλαβε την ευθύνη για τη δημοσίευση της συλλογής δοκιμίων «Μελέτες για το Μύθο του 20ου αιώνα», με τα οποία επέκρινε τις απόψεις του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, [Alfred Rosenberg], και υπερασπίστηκε τις διδασκαλίες της Καθολικής Εκκλησίας. Το 1936, ο Κλέμενς Γκάλεν τάχθηκε υπέρ της Γερμανικής εισβολής και της καταλήψεως της Ρηνανίας, που ήταν αποστρατιωτικοποιημένη περιοχή σύμφωνα με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Θεωρείται ότι βοήθησε τον Πάπα Πίο ΧΙ να συντάξει το 1937, την εγκύκλιο «Mit brennender Sorge», η οποία στρέφονταν κατά του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.

Το καλοκαίρι του 1941, ο Γκάλεν εκφώνησε τρία κηρύγματα με τα οποία κατήγγειλε τη σύλληψη των Ιησουιτών, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τις επιθέσεις κατά της Εκκλησίας. Στις 13 Ιουλίου στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λαμβέρτου στην πόλη του Μίνστερ, [Münster], στις 20 Ιουλίου στον ενοριακό ναός της Παναγίας στο Münster και στις 3 Αυγούστου 1941 στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Λαμβέρτου εκφώνησε τα τρία κήρυγματα του με τα οποία επιτέθηκε στο πρόγραμμα Ευθανασίας «Τ-4», [Aktion T-4] [1], το οποίο χαρακτήρισε ως «καθαρή δολοφονία». Τα κηρύγματα αυτά τυπώθηκαν σε παράνομο φυλλάδιο από την Καθολική Εκκλησία και αντίτυπα του διανεμήθηκαν σε όλη τη Γερμανία, καθώς και στους στρατιώτες που πολεμούσαν στο μέτωπο, εμπνέοντας κάποιες γερμανικές ομάδες αντιστάσεως, μεταξύ τους και η οργάνωση «White Rose». Πολλοί από τους ιθύνοντες του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος ζήτησαν να απαγχονιστεί ο Επίσκοπος Κλέμενς Γκάλεν, ενώ ο Μάρτιν Μπόρμαν, που είχε διορισθεί επικεφαλής της καγκελαρίας μετά την πτήση του Ρούντολφ Ες στη Σκωτία, επέμεινε ότι για τη στάση του Γκάλεν άξιζε η ποινή του θανάτου. Μαζί τους διαφώνησε ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ο υπουργός Προπαγάνδας του Γ' Ράιχ του Αδόλφου Χίτλερ, διατυπώνοντας την άποψη ότι «....ο πληθυσμός του Μίνστερ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απολεσθείς για την πολεμική προσπάθεια εάν κάτι γινόταν κατά του επισκόπου του, και το ίδιο μπορούσε με ασφάλεια να ειπωθεί για ολόκληρη τη Βεστφαλία», άποψη την οποία συμμερίστηκε και ο Αδόλφος Χίτλερ ο οποίος στις 24 Αυγούστου του ίδιου χρόνου διέταξε τη διακοπή του προγράμματος «Τ-4», [Aktion T-4]. Ο Επίσκοπος Κλέμενς Άουγκουστ φον Γκάλεν ενώ απειλήθηκε με απέλαση ή φυλάκιση τελικά τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό. Το 1945, μετά τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Ποέμου, ο καρδινάλιος Γκάλεν αντιτάχθηκε στην αυθαιρεσία των δυνάμεων κατοχής της Γερμανίας και κάλεσε τις νικήτριες δυνάμεις να συμπεριφερθούν με ανθρωπιά στον πληθυσμό της Γερμανίας και στους αιχμαλώτους πολέμου, εκφράζοντας την διαφωνία του με την άποψη περί συλλογικής ευθύνης των Γερμανών, θέση που τον έφερε σε αντιπαράθεση με τις κατοχικές στρατιωτικές διοικήσεις.

Εργογραφία

Έγραψε και δημοσίευσε το βιβλίο

  • «Die Pest des Laizismus und Ihre Erscheinungsformen», [«Η πανούκλα του λαϊκισμού και οι μορφές της εκφράσεως του»], το 1932.

Εξωτερικοί συνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το πρόγραμμα ευθανασίας T-4, το επίσημο όνομα του προγράμματος μελετών ευγονικής της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, πήρε το όνομα του από την οδό Tiergartenstraße, [Tiergartenstrasse], αριθμός 4 του Βερολίνου όπου βρισκόταν η έδρα της υπηρεσίας που ήταν υπεύθυνη για την εφαρμογή του. Επικεφαλής της υπηρεσίας ήταν ο Philipp Bouhler. Εμπνευστής του προγράμματος θεωρείται ο Δόκτορας Karl Brandt, προσωπικός γιατρός του Αδόλφου Χίτλερ, όμως ο κύριος οργανωτής του ήταν ο Βίκτορ Μπρακ, [Viktor Brack], που δεν ήταν γιατρός, ενώ σ' αυτό συμμετείχαν εξέχουσες προσωπικότητες του ιατρικού δυναμικού της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.]