Μπάμπης Μπακάλης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χαράλαμπος Μπακάλης γνωστός ως Κουβάς ή Τρικαλινός, Έλληνας εθνικιστής, πολέμιος του υλισμού και του κομμουνισμού, δεξιοτέχνης του μπαγλαμά και του μπουζουκιού, συνθέτης και στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού των δεκαετιών του 1950 και 1960 με πολλές και σημαντικές επιτυχίες, γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1920 στο χωριό Κανάλια στο Νομό Καρδίτσας και πέθανε [1] στις 10 το πρωί της Δευτέρας 26 Μαρτίου 2007, στο σπίτι του μετά από πολύμηνη νοσηλεία στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο στη Νίκαια του Πειραιά. Η νεκρώσιμος ακολουθία του τελέστηκε την Τετάρτη 28 Μαρτίου στις 14:30 μετά το μεσημέρι στο Ναό της Παναγίας Ευαγγελίστριας στο Περιστέρι και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο του Αγίου Βασιλείου Περιστερίου.

Ήταν παντρεμένος σε πρώτο γάμο με την ρεμπέτισσα τραγουδίστρια Νίτσα Γκρέζη, με σημαντική καριέρα και ιδιαίτερα γνωστή στον Ελληνισμό της Αμερικής, από την οποία είχε πάρει διαζύγιο.

Μπάμπης Μπακάλης

Βιογραφία

Ο πατέρας του, που καταγόταν από τα Κανάλια, ήταν καπνεργάτης, ψάλτης στην εκκλησία του χωριού και ασχολιόταν ερασιτεχνικά με το μπουζούκι, ενώ η μητέρα του κατάγονταν από την Ήπειρο. Η οικογένεια του είχε συγγενική σχέση με το Στρατηγό και πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα. Παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού στη γενέτειρα του, όμως έπαιζε μπουζούκι, που είχε διδαχθεί από τον πατέρα του, τον οποίο έχασε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Η οικογένεια του μετακόμισε στην Καβάλα και ο ίδιος εργάστηκε ως υδραυλικός, λευκοσιδηρουργός και πλακάς, για να βοηθήσει την μητέρα του και την αδελφή του, ενώ έπαιζε μπαγλαμά σε κουτούκια της πόλεως.

Σύντομα στράφηκε αποκλειστικά στη μουσική και το 1941, ξεκίνησε να εργάζεται ως επαγγελματίας μουσικός, παίζοντας μπαγλαμά στα Τρίκαλα στο πλευρό του Απόστολου Καλδάρα και του Μήτσου Παπασίκα. Στη συνέχεια, τα πρώτα χρόνια της κατοχής εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη, στη Λάρισα και σε άλλες πόλεις. Το 1944, με τη βοήθεια του Γιάννη Παπαϊωάννου, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα κι εργάστηκε στο μαγαζί του Γιγουρτόπουλου στον Πειραιά, καθώς και σε μικρά κεντράκια στη Φιλαδέλφεια, στο Νέο Ηράκλειο και στο Μενίδι, όπου συνεργάστηκε με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Μιχάλη Γενίτσαρη και άλλους. Μετά το τέλος της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο «Ελ Ντάμπα» στην Αίγυπτο, καθώς την περίοδο της Γερμανικής κατοχής αναζητούνταν από τις κατοχικές αρχές με την κατηγορία, ότι έσωσε κι έστειλε στο βουνό μια Εβραιοπούλα με την οποία ήταν ερωτευμένος.

Το 1958 εμφανίστηκε στο Μενίδι, στο μαγαζί του Γκίκα, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Μιχάλη Μενιδιάτη, τον Σπύρο Ζαγοραίο και τον Γιώργο Λαύκα, κι αυτή ήταν η τελευταία του παρουσία ως μουσικός σκηνής. Το 1960, με συνεργάτη τον Δημήτρη Γκούτη άνοιξαν το μαγαζί «Πεντάγραμμο» στην οδό Ψαρών, στον Άγιο Παύλο, όμως ένας τραυματισμός του Μπακάλη, τον ανάγκασε να αποσυρθεί από τη νύχτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από ασθένειες που η αντιμετώπιση τους επέβαλε την μακρόχρονη παραμονή του σε νοσοκομειακά ιδρύματα. Πραγματοποίησε την τελευταία δημόσια εμφάνιση του στις 14 Μαΐου 2005 στην τηλεοπτική εκπομπή «Στην υγειά μας», που παρουσίαζε ο ηθοποιός Σπύρος Παπαδόπουλος και στη συνέχεια, για σημαντικό χρονικό διάστημα πριν το θάνατό του, νοσηλεύτηκε για τέσσερις μήνες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στο Γενικό Κρατικό νοσοκομείο στο Δήμο Νίκαιας, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, από εγκεφαλικό επεισόδιο

Εργογραφία

Αν και εργάστηκε ως μπουζουξής, δραστηριοποιήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως επιχειρηματίας στο χώρο των νυκτερινών κέντρων και διατηρούσε διεθνές καλλιτεχνικό γραφείο, όμως καταξιώθηκε κυρίως ως συνθέτης. Υπήρξε από τους πλέον σημαντικούς και εμπορικούς συνθέτες του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού κι έγραψε περί τα 1.500 τραγούδια, τα περισσότερα με διαχρονική επιτυχία, ενώ πάνω από διακόσια είναι τα τραγούδια του στη δισκογραφία 78 στροφών.

Ήταν από τους πρώτους συνθέτες που εργάστηκαν για τη μετεξέλιξη του Ρεμπέτικου Τραγουδιού σε Λαϊκό, όμως και τα δικά του πρώτα τραγούδια υπήρξαν Κλασικά Ρεμπέτικα. Στήριξε το κοινωνικό λαϊκό τραγούδι και συνεργάστηκε με στιχουργούς όπως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, ο Κώστας Βίρβος, που έγραψε στην αυτοβιογραφία του, ότι «.....Ο Μπακάλης έγραφε κυρίως σε βυζαντινούς δρόμους, δεν είχε το τσιτσανέικο. Ήταν άλλης σχολής μαζί με τον Κλουβάτο κ.ά. Αλλά αυτή ήταν και η αντιπροσωπευτική σχολή του ’50-’60...», ο Δημήτρης Γκούτης και άλλοι. Υπέγραφε πολλές από τις δημιουργίες του με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Τρικαλινός».

Δημιούργησε μουσικές επιτυχίες που ερμήνευσαν καλλιτέχνες τους οποίους ανέδειξε. Μεταξύ τους οι Στέλιος Καζαντζίδης, στον οποίο έδωσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της καριέρας του, το «Θέλω να πεθάνω», Σωτηρία Μπέλλου, Τάκης Μπίνης, Στέλλα Χασκίλ, Γιώτα Λύδια, η οποία καταξιώθηκε με το «Βαδίζει μέσ' στην ερημιά μια μάνα πικραμένη», Καίτη Γκρέυ, που αναδείχθηκε με το «Χτύπα καμπάνα θλιβερά τον κόσμο να ξυπνήσεις», Πόλυ Πάνου, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Μανώλης Αγγελόπουλος, Βαγγέλης Περπινιάδης, Στράτος Διονυσίου, Σπύρος Ζαγοραίος, Φωτεινή Μαυράκη, Χρηστάκης, Μανώλης Τοπάλης, Χάρης Καραγιάννης, Πέτρος Αναγνωστάκης, Πάνος Γαβαλάς και ο Αντώνης Ρεπάνης, που τραγούδησε το «Όλος ο κόσμος με μισεί», η Μαρίκα Νίνου και η Βίκυ Μοσχολιού.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία τvn Τάσου Καραΐσκου και Κώστα Μπαλαχούτη, όπως καταγράφεται στα βιβλία που κυκλοφόρησαν, «...Ο Μπακάλης ήταν ίσως ο μοναδικός δημιουργός που την ίδια περίοδο διατηρούσε συνεργασία και με τις δύο μεγάλες ανταγωνίστριες εταιρείες: «Columbia» και «Odeon». Τόσο πολύ μέτραγε το όνομά του στο χώρο του τραγουδιού...» [2] [3].

Δισκογραφία

Πρώτος του δίσκος ήταν το

  • «Κάποια μάνα αναστενάζει» το 1948, όπου συνεργάστηκε με το Βασίλη Τσιτσάνη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Η πρώτη εκδοχή του τραγουδιού ήταν το «Ζητά να μάθει αν ζει ο γιος της», που το κυκλοφόρησε ο Μπακάλης το 1949-50 με ερμηνευτές τη Στέλλα Χασκίλ και τον Τάκη Μπίνη. Το τραγούδι «Κάποια μάνα αναστενάζει», κυκλοφόρησε αρχικά μόνο με το όνομα του Τσιτσάνη που προσπάθησε να το οικειοποιηθεί, σε δύο εκτελέσεις. Η πρώτη με τη Στέλλα Χασκίλ, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη και η δεύτερη με το «Ντούο Χάρμα», που το αποτελούσαν ο Τόλης και η Λίτσα Χαρμαντά. Το τραγούδι απαγορεύτηκε ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του, με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης, γιατί το συνέδεσαν με τον ανταρτοπόλεμο. Ο δίσκος αποτέλεσε την αιτία να ψυχραθούν οι σχέσεις των δύο δημιουργών και να προσφύγει ο Μπακάλης στη Δικαιοσύνη, η οποία το 1964 αποφάσισε ότι είχε συμβάλλει στη δημιουργία και του παραχώρησε το 25% από τα δικαιώματα του τραγουδιού, ενώ το όνομα του αναγράφηκε στις επανεκδόσεις του δίσκου.

  • «Για στάσου Χάρε να σου μιλήσω» το 1949, σε συνεργασία με τον Κώστα Βίρβο,
  • «Ο τραυματίας» το 1949, ερμηνεία «Ντούο Χάρμα» και Μπάμπης Μπακάλης.

Τραγούδι με τον ίδιο τίτλο, όμως με διαφορετικό μουσικό περιεχόμενο, είχε γράψει και ο Βασίλης Τσιτσάνης. Οι δύο συνθέτες απευθύνθηκαν στην ίδια φωνογραφική εταιρεία, την «Odeon–Parlophone» του Μίνωα Μάτσα, που επέλεξε το τραγούδι του Μπακάλη. Ο Τσιτσάνης χολώθηκε και απαίτησε να γραμμοφωνηθεί το δικό του τραγούδι, ενώ η αντίρρηση του Μάτσα προκάλεσε τη διακοπή της συνεργασία τους.

  • «Ο ανταρτόπληκτος» [4], ερμηνεία «Ντούο Χάρμα» και Μπάμπης Μπακάλης,
  • «Θέλω να πεθάνω», το οποίο ερμήνευσε ο Στέλιος Καζαντζίδης και ήταν η πρώτη του επιτυχία,
  • «Ο μελλοθάνατος»,
  • «Βαδίζει μέσ' στην ερημιά μια μάνα πικραμένη», η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Γιώτας Λύδια,
  • «Χτύπα καμπάνα θλιβερά τον κόσμο να ξυπνήσεις», που καταξίωσε την Καίτη Γκρέυ,
  • «Πικραγκουριά», το οποίο ερμηνεύει ο ίδιος,
  • «Αγωνία»,
  • «Το κουρασμένο βήμα σου»,
  • «Ο τρελλός»,
  • «Συρματοπλέγματα βαριά»,
  • «Η γαλιάντρα»,
  • «Αδικημένη μάνα»,
  • «Χωρίσαμε ένα Δειλινό»,
  • «Για να μη μας τυραννάνε»,
  • «Δεν έχω βγάλει το σχολείο»,
  • «Δεν έχω πλούτη να σου χαρίσω»,
  • «Δεν με πόνεσε κανείς»,
  • «Με ξυπνάς χαράματα»,
  • «Έκαψα την καλύβα μου»,
  • «Πληγωμένοι κι οι δυο»,
  • «Πριν χαράξει θα φύγω»,
  • «Συρματοπλέγματα βαριά»,
  • «Η Κύπρος λευτερώθηκε» το 1959,
  • «Τα χείλη σου όσα κι αν πουν»,
  • «Στο σκαλί το τελευταίο»,
  • «Μεσ' τα γλυκοχαράματα»,
  • «Ξύπνα καημένε Περικλή»,
  • «Αναστενάξτε σήμαντρα»,
  • «Για στάσου Χάρε να σου μιλήσω»,
  • «Γράμμα πικραμένο»,
  • «Δεν ζωντανεύουν οι νεκροί»,
  • «Ένας λεβέντης ξαγρυπνά»,
  • «Θα κλάψω σήμερα»,
  • «Καρδιά μου καημένη»,
  • «Ο μελλοθάνατος»,
  • «Όταν μεθάει ο άνθρωπος»,
  • «Ούτε τα λεφτά σου ούτε τα καλά σου»,
  • «Ποτέ δεν είναι αργά»,
  • «Σαν την καλαμιά»,
  • «Χτυπούν καμπάνες θλιβερά».

Το 1982 κυκλοφόρησε ο δίσκος

  • «Ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδά Μπάμπη Μπακάλη», που περιλαμβάνει δεκαέξι πολύ γνωστά τραγούδια του συνθέτη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

Παραπομπές

  1. Άφησε κληρονομιά 1.500 τραγούδια Εφημερίδα «Έθνος», 29 Μαρτίου 2007
  2. [Τάσος Καραΐσκος, «Μανώλης Αγγελόπουλος. Ο Μεγάλος Τσιγγάνος… Όπως τον γνώρισα», εκδόσεις «Ατραπός»]
  3. [Κώστας Μπαλαχούτης, «Τα μαγικά 45άρια και η εποχή τους»]
  4. [Σε ξένους τόπους, Ανταρτόπληκτος, γυρίζω,
    γιατί μια μέρα μου γκρεμίσαν την φωληά.
    Πήραν το βιός μου και τα παιδιά μου
    Και στο σπιτάκι μου εβάλανε φωτιά.
    Τέτοια λαχτάρα δεν την πέρασε κανένας.
    Είναι μεγάλη η συμφορά που με έχει βρεί.
    Μα όλοι μου λένε : «Κάνε κουράγιο.
    Γιατί είναι κι άλλοι που υποφέρουν πιό πολύ».
    Τα βάσανα μας τελειώσαν μιά για πάντα
    Και τις καρδιές μας πλημμυρίζει η χαρά
    Γιατί η Ελλάδα έχει νικήσει
    και τα σπιτάκια μας θα φτιάξουμε ξανά.