Βόρειος Ήπειρος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Βόρειος Ήπειρος αποτελεί το νότιο τμήμα του σημερινού αλβανικού κράτους. Το τμήμα αυτό, που αποτελεί το βόρειο τμήμα του ενιαίου χώρου της Ηπείρου και κατοικούνταν από αρχαιοτάτων χρόνων από Έλληνες, αφαιρέθηκε από την Ελλάδα και παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Αλβανικό κράτος το 1913 από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, κατόπιν απαιτήσεως της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας.

Χάρτης της ενιαίας Ηπείρου [1]

Eλληνικότητα της Ηπείρου

“Ήπειρος” στην ελληνική γλώσσα σημαίνει “ξηρά”. Το όνομα αυτό δόθηκε στο τμήμα της χερσονήσου του Αίμου το οποίο ευρίσκεται μεταξύ του Ιονίου Πελάγους, του Αμβρακικού κόλπου, της Πίνδου, της λίμνης Οχρίδος, των Ακροκεραυνίων ορέων και του Γενούσου ποταμού. Προς Βοράν εσυνόρευε με την Ιλλυρία, η οποία κατοικείτο από φύλα που ομιλούν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, είχαν ένα βαθμό συγγενείας με τους Έλληνες, αλλά ζούσαν ημιβάρβαρο ζωή και ήσαν άξεστα. Ο πολιτισμός της περιοχής ήτο καθαρώς ελληνικός, ως διαβεβαιούν τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι επιγραφές η γλώσσα, τα μνημεία, τα ήθη και έθιμα και ο ιδιωτικός βίος τω Ηπειρωτών. Ο διαχωρισμός σε Βόρειο και Νότιο Ήπειρο ουδεμία ιστορικογεωγραφική αιτιολογία έχει και οφείλεται στη διπλωματική σκοπιμότητα των τελευταίων ετών. Σε ουδεμία ιστορική εποχή, προ του 1913, υπήρξε διάκρισις μεταξύ νοτίου και βορείου Ηπείρου, αλλά πάντοτε αντιμετωπίζετο ως ενιαίος χώρος, με ενιαία πληθυσμιακή ομάδα και πολιτισμό, από τον Αμβρακικό έως τα Ακροκεραύνια.

Στο πέρασμα των αιώνων ολόκληρος η Ήπειρος διατήρησε τον ελληνικό της χαρακτήρα, ακόμη και κατά την διάρκεια των διαδοχικών κατακτήσεων του ελλαδικού χώρου από διάφορους κατακτητές, αρχής γενομένης από τους Λατίνους. Ο πληθυσμός της παρέμεινε ελληνικός στη συντριπτική του πλειοψηφία, ακόμη και κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, όπου σημειώθηκαν αραιές εγκαταστάσεις εξισλαμισθέντων Αλβανών, οι οποίοι ως συνεργάτες των Οθωμανών, άρπαξαν γαίες Ελλήνων και δρούσαν ληστρικώς κατά των ελληνικών χωριών, ενώ υπήρξε και κάποιος αριθμός ελληνικών χωριών, που υποφέροντας από τον οθωμανικό ζυγό -κυρίως κατόπιν των συχνών εξεγέρσεων των Ηπειρωτών-, εξισλαμίσθη και σταδιακώς απέκτησαν οθωμανική συνείδηση και συνεχρωτίσθησαν με τους Αλβανούς. Έτσι όταν κατά τον Α' Βαλκανικό πόλεμο τα ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν και πολλές βορειοηπειρωτικές επαρχίες, οι Έλληνες κάτοικοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, άνω του 70%, αυτών των περιοχών.

Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας

Οι σκοπιμότητες των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης παρεχώρησαν το βόρειο τμήμα της ενιαίας Ηπείρου στο νεοσυσταθέν Αλβανικό κράτος. Με προτροπή της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας υπεγράφη στη Φλωρεντία, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, πρωτόκολλο διχοτομήσεως της Ηπείρου που προέβλεπε την προσάρτηση των βορείων περιοχών της στην Αλβανία. Επακολούθησε, στις 31 Ιανουαρίου 1914, επίδοση διακοινώσεως εκ μέρους των τότε μεγάλων δυνάμεων (Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ρωσίας, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας) στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, βάσει της οποίας η οριστική απόδοση των νήσων του Αιγαίου στην Ελλάδα ήτο πλέον εξηρτημένη εκ της παραχωρήσεως της Βορείου Ηπείρου στο αλβανικό κράτος. Η υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο Ελληνική κυβέρνηση ενέδωσε στον εκβιασμό των "Μεγάλων Δυνάμεων" και ο ελληνικός στρατός απεσύρθη από τις απελευθερωθείσες περιοχές που θα εδίδοντο στο νεοϊδρυθέν αλβανικό κράτος.

Αργυρόκαστρο, 1η Μαρτίου 1914, Ανακήρυξη Αυτονομίας [2]

Ίδρυση Βορειοηπειρωτικού κράτους

Στις 9 Φεβρουαρίου 1914 ο Ταγματάρχης Χωροφυλακής Σπύρος Σπυρομήλιος ανακηρύσσει την αυτονομία της Χειμάρας και τις 17 Φεβρουαρίου στο Αργυρόκαστρο ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος κηρύσσει την αυτονομία ολοκλήρου της Βορείου Ηπείρου και ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών, Γεώργιος Χριστάκης Ζωγράφος, αναλαμβάνει την ηγεσία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος των Βορειοηπειρωτών και σχηματίζει την Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου. Οι Αλβανοί επέδραμαν στην περιοχή του Αργυροκάστρου, ηττήθησαν όμως υπό των Ελλήνων και άρχισαν να υποχωρούν προς τα βόρεια. Παραλλήλως οι αυτονομιστές επεβλήθησαν ταχέως και στην περιοχή της Κορυτσάς, την οποία από τα τέλη Απριλίου επολιόρκησαν ασφυκτικώς.

Το πρωτόκολλο της Κερκύρας

Στις 23 Απριλίου 1914, η Επιτροπή Διεθνούς Ελέγχου, κατόπιν αιτήματος της αλβανικής κυβερνήσεως, η οποία είδε τις ένοπλες δυνάμεις της να ηττώνται υπό των Βορειοηπειρωτών, ζητά την σύναψη ανακωχής από τον Πρόεδρο της Αυτονόμου Ηπείρου. Η ανακωχή θα καταλήξει σε διάσκεψη μεταξύ του Ηπειρώτου Πρωθυπουργού και των μελών της Διεθνούς Επιτροπής η οποία, κατόπιν μαραθωνίων συζητήσεων, θα καταλήξει σε υπογραφή συμφωνίας στην Κέρκυρα, στις 17 Μαΐου 1914. Η συμφωνία αυτή είναι γνωστή ως Πρωτόκολλο της Κερκύρας και αποτελείται από 13 άρθρα. Το πρωτόκολλο αναγνωρίστηκε υπό της αλβανικής κυβερνήσεως, υπό του ηγεμόνος της Αλβανίας, αλλά και υπό των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες το γνωστοποίησαν και στην Ελληνική κυβέρνηση. Το Πρωτόκολλο της Κερκύρας προέβλεπε ειδική διοικητική οργάνωση των επαρχιών Κορυτσάς και Αργυροκάστρου με επίσημη γλώσσα την ελληνική και εκπαιδευτική ελευθερία, καθώς και οργάνωση αυτονόμου τμήματος Χωροφυλακής.

Το Πρωτόκολλο της Κερκύρας, αποτέλεσμα του αυτονομιστικού αγώνος του 1914, αποτελεί συλλογική διεθνή σύμβαση και μάλιστα με εγγυημένη την εφαρμογή και εκτέλεση της από τις "μεγάλες δυνάμεις" οι οποίες την υπέγραψαν, συνεχίζει να ισχύει και σήμερον και συνιστά το ισχύον συμβατικό νομικό πλαίσιο της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου και τούτο διότι:
α) δεν υπήρξε νεωτέρα συμφωνία μεταξύ των υπογραψάντων μερών για την κατάργηση του
β) δεν επήλθε η πλήρωση ουδενός όρου ή προθεσμίας για την λήξη του
γ) δεν υπήρξε νόμιμος καταγγελία του, προς ένα έκαστο των υπογραψάντων μερών
δ) δεν προβλέπεται σε αυτό ημερομηνία λήξεως
ε) δεν υπήρξε νεωτέρα συμφωνία μεταξύ των υπογραψάντων μερών, η οποία να έχει αντίθετο περιεχόμενο, ή ρητή διάταξη περί ακυρώσεώς του, ή νεωτέρα συνθήκη που να τροποποιεί το Πρωτόκολλο.

Βόρειος Ήπειρος & Παγκόσμιοι Πόλεμοι

Τον Αύγουστο του 1914 άρχισε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Στην Αλβανία πάλι επικρατεί αναταραχή και ο μονάρχης της χώρας την εγκαταλείπει, τον Σεπτέμβριο του 1914, προς μεγάλη χαρά των Ιταλών, οι οποίοι εγκαθίστανται στον λιμένα Αυλώνος. Στις 24 Οκτωβρίου 1914, η κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου παραδίδει την εξουσία στις ελληνικές στρατιωτικές αρχές σε ένδειξη ενώσεως της Βορείου Ηπείρου μετά της Ελλάδος. Στις 25 Οκτωβρίου, ο Ελληνικός Στρατός, με την συγκατάθεση της Τριπλής Συμμαχίας, εισέρχεται στη Βόρειο Ήπειρο. Στις 20 Μαρτίου 1916, με διάταγμα της Ελληνικής κυβερνήσεως κηρύσσεται επισήμως η προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα. Το διάταγμα τούτο ουδέποτε ανεκλήθη και ουδέποτε ανεκλήθη διά νεωτέρου διατάγματος.

Και μόνον από την ύπαρξη αυτού του διατάγματος του 1916, αλλά και του προγενεστέρου Πρωτοκόλλου της Κερκύρας, η όποια σημερινή Ελληνική κυβέρνησις, καλύπτεται διπλωματικώς και από απόψεως διεθνούς δικαίου για την στρατιωτική ανακατάληψη και απελευθέρωση του κατεχομένου τμήματος της Ηπείρου. Η ρήξη η οποία επήλθε μεταξύ του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α' της Ελλάδος και του Ελευθερίου Βενιζέλου ματαίωσε την προοπτική ενσωματώσεως της Βορείου Ηπείρου στην υπόλοιπο μητέρα Ελλάδα. Στα τέλη του 1916 οι Δυνάμεις της Συνεννοήσεως είχαν εκδιώξει από την Βόρειο Ήπειρο τον Ελληνικό Στρατό και είχαν καταλάβει οι μεν Ιταλοί την περιφέρεια Αργυροκάστρου, οι δε Γάλλοι εκείνη της Κορυτσάς.

Κατόπιν της λήξεως του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι Μεγάλες Δυνάμεις επεδίκασαν, με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας της 27ης Ιανουαρίου 1925, την Βόρειο Ήπειρο στην Αλβανία και ενώ το 1920 ματαιώθηκε κίνηση του Ελληνικού Στρατού να ανακαταλάβει την περιοχή της Κορυτσάς, την οποία εξεκένωσαν οι Γάλλοι, κατόπιν αφορήτων πιέσεων των Συμμάχων προς την Ελληνική κυβέρνηση, η οποία πρόβαλε την δικαιολογία ότι, λόγω της εμπλοκής στην Μικρά Ασία, δεν ήθελε να ανοίξει και δεύτερο μέτωπο στα Βαλκάνια. Το 1939 η Ιταλία καταλαμβάνει και προσαρτά την Αλβανία στην Ιταλική επικράτεια και τον Οκτώβριο του 1940, Ιταλία και Αλβανία επιτίθενται εναντίον της Ελλάδος. Οι εισβολείς ηττώνται και ο ηρωικός Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει μεγάλο μέρος της Βορείου Ηπείρου, προκαλώντας φρενήρη ενθουσιασμό στους Έλληνες κατοίκους της, όπως και κατά την πρώτη απελευθέρωση των το 1912–13. Κατόπιν της γερμανικής εμπλοκής και της καταρρεύσεως του μετώπου οι Ιταλοί ανακαταλαμβάνουν την Βόρειο Ήπειρο. Κατόπιν της αποχωρήσεως των γερμανικών δυνάμεων από την Αλβανία, το 1944, στην Βόρειο Ήπειρο επικρατούν οι κομμουνιστές του Εμβέρ Χότζα, οι οποίοι με τη συνεργασία Ελλήνων κομμουνιστών συντρίβουν την αντίσταση των Ελλήνων εθνικιστών του “Μετώπου Απελευθερώσεως Βορείου Ηπείρου”, ενώ για άλλη μια φορά οι Σύμμαχοι νικητές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στων οποίων το πλευρό στάθηκε αποφασιστικώς η Ελλάς, της αρνήθηκαν την εκπλήρωση των δικαίων διεκδικήσεών της.

Περίοδος κομμουνιστικής τυραννίας

Το κομμουνιστικό καθεστώς του Εμβέρ Χόντζα, ενώ προχώρησε σε έναν αυθαίρετο γεωγραφικό περιορισμό του ελληνικού στοιχείου, περιορίζοντας σκοπίμως τον ελληνικό πληθυσμό στις επαρχίες Πωγωνίου, Δρυϊνουπόλεως και σε μερικές κοινότητες της επαρχίας Δελβίνου και αποφεύγοντας να αναγνωρίση την ύπαρξη Ελλήνων και στους νομούς Κορυτσάς, Βερατίου και Αυλώνος, έδωκε βάρος στον βαθμιαίο εκφυλισμό της ιδιαιτέρας εθνικής ταυτότητος, προς όφελος της εννοίας του Αλβανού πολίτου, προβαίνοντας σε αλλεπάλληλα κύματα διώξεων κατά των ανθισταμένων Ελλήνων. Κατά παράβαση των συμπεφωνημένων, το κομμουνιστικό καθεστώς έδωκε περιορισμένα μόνον δικαιώματα στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσης και στην έκδοση εφημερίδος και εντύπων άλλων, τα οποία προπαγάνδιζαν την “γραμμή” του Αλβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Πέραν των αναγνωρισθέντων μειονοτικών περιοχών, ουδείς είχε το δικαίωμα να καταγραφή ως Ελληνικής καταγωγής και δεν είχε το δικαίωμα να ομιλεί την μητρική του γλώσσα.

Το κομμουνιστικό καθεστώς προχώρησε επίσης σε αλλοίωση στατιστικών στοιχείων, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να καταγράψει το 1988 ως Έλληνες της Αλβανίας μόνον 59.000 άτομα. Το καθεστώς εκτόπισε και σκόρπισε στα κεντρικά και τα βόρεια της χώρας Ελληνικούς πληθυσμούς, ενώ μετακίνησε σημαντικούς πληθυσμούς Τσάμηδων και Γκέγκηδων και εποίκισε μ' αυτούς χωριά και ολόκληρες μειονοτικές περιοχές, προκειμένου να αλλοιωθεί ο Ελληνικός τους χαρακτήρας. Ακόμη προώθησε συστηματικώς τους μεικτούς γάμους, υποκατέστησε τα Ελληνικά τοπωνύμια στην περιοχή της Κορυτσάς και των Αγίων Σαράντα με αλβανικά και κατήργησε τα θρησκευτικά ονόματα και επέβαλε ονόματα από την αρχαία ιλλυρική παράδοση. Λόγω των ανωτέρω, πολλοί Έλληνες, κυρίως νέοι, της Βορείου Ηπείρου, με ελληνική καταγωγή αλλά και συνείδηση, γνώριζαν ελάχιστα Ελληνικά και τα ονόματά των ήταν αλβανοποιημένα.

Σημαία Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου και βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Συνέχιση αφελληνισμού μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού

Η κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1991, προσέθεσε ένα ακόμη όπλο στα χέρια των Αλβανών για την εξαφάνιση του Ελληνισμού εκ των πατρικών του εστιών: φυγή προς την Ελλάδα. Δεν ήτο δύσκολο. Η διαφορά του επιπέδου ζωής ήτο το πρόσθετο κίνητρο για να υπάρξει μαζική έξοδος. Άλλωστε στην Ελλάδα διήλθαν παρανόμως και εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί. Όσοι Έλληνες, παρά ταύτα, δεν αποφασίζουν να επιλέξουν ζωή προσφυγική και προτιμούν να παραμείνουν στις εστίες των, έστω και πένητες, αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία, τόσο των αλβανικών κρατικών αρχών όσο και των αλβανικών εθνικιστικών συμμοριών, την έλλειψη σχολείων και κάθε άλλη στοιχειώδη υποδομή (ύδρευση, οδούς κλπ). Ουδείς γνωρίζει τους αριθμούς όσων απέμειναν στην Βόρειο Ήπειρο και ολιγότερο ακόμη, των όσων σκέπτονται πάντα να επιστρέψουν. Στο υπογραφέν, τον Μάρτιο του 1996, μεταξύ των υπουργών εξωτερικών Ελλάδος και Αλβανίας, Σύμφωνο Φιλίας, το οποίο επεκυρώθη και από την αλβανική βουλή, γίνεται μνεία στο άρθρο 13 στην υποστήριξη των μειονοτήτων χωρίς να αναφέρεται ρητώς η, μόνη διεθνώς αναγνωρισμένη, ελληνική μειονότης στην Αλβανία (προσοχή: Οι Έλληνες της Αλβανίας είναι μειονότητα όσον αφορά ολόκληρο την αλβανική επικράτεια και όχι στο χώρο της Βορείου Ηπείρου), ενώ η διατύπωση του άρθρου υπαινίσσεται ότι υπάρχει αλβανική μειονότητα στην Ελλάδα!

Παραπομπές

  1. [Μαύρο: Σημερινά κρατικά όρια Ελλάδος-Αλβανίας. Μπλε: Όρια Πρωτοκόλλου Κερκύρας (Αυτόνομη Ήπειρος-1914). Κόκκινο: Όρια της Ηπείρου κατά τις αρχαίες αναφορές.]
  2. [Πηγή: Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.]