Κωνσταντίνος Α'

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Α' ή ΙΒ΄ όπως ο ίδιος προτιμούσε, Έλληνας βασιλιάς του βασιλικού οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταϊν-Σόντερμπουργκ-Γλύξμπουργκ, που υπήρξε Ανώτατος Άρχοντας τις περιόδους από τις 18 Μαρτίου 1913 έως τις 11 Ιουνίου 1917 και από τις 19 Δεκεμβρίου 1920 έως τις 27 Σεπτεμβρίου 1922, 2ος στη σειρά βασιλιάς του βασιλικού του οίκου, που το όνομα του είναι συνδεδεμένο με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους στη διάρκεια των οποίων ήταν Αρχιστράτηγος των Ελληνικών στρατευμάτων, ο οποίος είναι γνωστός με το προσωνύμιο «Στρατηλάτης», γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου 1868 στην οικία της βασιλικής οικογένειας στο Τατόι στην περιοχή της Δεκέλειας, κοντά στην Αθήνα, και πέθανε στις 11 Ιανουαρίου 1923 στο ξενοδοχείο Villa «Igica» όπου διέμενε, στην πόλη του Παλέρμο στη Σικελία της Ιταλίας, από εγκεφαλική αιμορραγία. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της Ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία και το 1935, τα οστά του μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και ενταφιάστηκαν σε τάφους της Βασιλικής οικογένειας στο λόφο «Παλαιόκαστρο» στο Τατόι [1].

Στις 15/27 Οκτωβρίου του 1889, την 22η επέτειο των γάμων των γονέων του, ο Κωνσταντίνος νυμφεύτηκε στην Αθήνα με την πριγκίπισσα Σοφία της Πρωσίας, αδελφή του αυτοκράτορα της Γερμανίας Γουλιέλμου Β΄, με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τον μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο Β', τον μετέπειτα βασιλιά Αλέξανδρο Α', την Πριγκίπισσα Ελένη, μετέπειτα βασίλισσα μητέρα της Ρουμανίας, τον μετέπειτα Βασιλιά Παύλο Α', την Πριγκίπισσα Ειρήνη, Δούκισσα της Αόστης και την Πριγκίπισσα Αικατερίνη, μετέπειτα Λαίδη Μπράντραμ.
Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α'
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* Βασιλιάς της Ελλάδος*
Έναρξη εξουσίας : 18 Μαρτίου 1913
Λήξη εξουσίας : 11 Ιουνίου 1917
Προκάτοχος
Διάδοχος
Έναρξη εξουσίας : 19 Δεκεμβρίου 1920
Λήξη εξουσίας : 27 Σεπτεμβρίου 1922
Προκάτοχος
Διάδοχος

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος Α' και μητέρα του η Βασίλισσα Όλγα, των οποίων ήταν το πρώτο από τα οκτώ παιδιά τους. Στον Κωνσταντίνο δόθηκε το όνομα του παππού του από την πλευρά της οικογένειας της μητέρας του, του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου της Ρωσίας. Όταν γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος ο πατέρας του, ο βασιλιάς Γεώργιος Α' τον ονόμασε «Δούκα της Σπάρτης». Τελικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την απόφαση, μετά από έντονη διαμάχη που ξέσπασε στη Βουλή, καθώς το Σύνταγμα απαγόρευε την απονομή ή την αναγνώριση τίτλων ευγενείας σε Έλληνες.

Ο Κωνσταντίνος είχε επτά μικρότερα αδέλφια, τον Πρίγκιπα Γεώργιο, την Πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, τον Πρίγκιπα Νικόλαο, πατέρα της Πριγκίπισσας Μαρίνας του Κεντ, την Πριγκίπισσα Μαρία, σύζυγο του Μεγάλου Δούκα Γεωργίου Μιχαήλοβιτς της Ρωσίας που δολοφονήθηκε από τους Μπολσεβίκους το 1919, η οποία παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο το 1922, τον Ναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη, την Πριγκίπισσα Όλγα, η οποία πέθανε σε νηπιακή ηλικία, τον Πρίγκιπα Ανδρέα, πατέρα του Πρίγκιπα Φιλίππου, Δούκα του Εδιμβούργου, και τον Πρίγκιπα Χριστόφορο.

Σπουδές

Ο διάδοχος Κωνσταντίνος Α' έλαβε εξαιρετική παιδεία και μεταξύ των καθηγητών του ήταν ο ελληνιστής Ιωάννης Πανταζίδης, ο μαθηματικός Βασίλειος Λάκων, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο συνταγματολόγος Στέφανος Στρέιτ και ο μετέπειτα πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Το 1884 αναχώρησε για το Βερολίνο, όπου έως το 1887, φοίτησε στη στρατιωτική σχολή της Ακαδημίας Πολέμου και παρακολούθησε μαθήματα Πολιτικών Επιστημών στην Λειψία και την Χαϊδελβέργη.

Αρχιστράτηγος

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εντάχθηκε στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού και στον άτυχο, για την Ελλάδα, πόλεμο του 1897 ανέλαβε την αρχιστρατηγία του Ελληνικού στρατού, μετά από πίεση που του ασκήθηκε από τον τότε πρωθυπουργό Θεόδωρο Δηλιγιάννη και αντίθετα με την δική του θέληση. Η αποτυχία της πολεμικής αναμετρήσεως με την Τουρκία μετέτρεψε τον Κωνσταντίνο σε κύριο υπαίτιο της ήττας, όμως αμέσως μετά τον πόλεμο η κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη του ανέθεσε την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Ο Κωνσταντίνος συγκέντρωσε γύρω του έναν κύκλο ικανών αξιωματικών όπως ο Βίκτωρ Δούσμανης, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Ξενοφών Στρατηγός, ο Ιπποκράτης Παπαβασιλείου και άλλοι, τους οποίους απέστειλε να τελειοποιηθούν και αυτοί στη Γερµανία, πράξη που είχε σαν αποτέλεσμα την εχθρότητα άλλων αξιωματικών που εποφθαλμιούσαν τις αντίστοιχες θέσεις. Τον Αύγουστο του 1909, αξιωματικοί που συμμετείχαν στην παραστρατιωτική οργάνωση «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» οργάνωσαν επιτυχές στρατιωτικό κίνημα, με στόχο την εξουσία του βασιλιά. Ένα από τα στοιχεία που επικαλέστηκαν ήταν η, κατά τη γνώμη τους, μεροληπτική μεταχείριση των αξιωματικών που περιέβαλαν τον Διάδοχο και τους Πρίγκιπες, γεγονός που προκάλεσε την παραίτηση του Διαδόχου και των αδελφών του από το στράτευμα, για να μην αναγκαστεί ο Βασιλιάς Γεώργιος Α' να τους αποπέμψει. Όταν ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση του μετά την κατάρρευση του Στρατιωτικού Συνδέσμου, εξέφρασε θαυμασμό για το Διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος διορίστηκε Γενικός Επιθεωρητής του Ελληνικού στρατού.

1ος Βαλκανικός πόλεμος

Το 1912, όταν τα Ορθόδοξα χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής χερσονήσου κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Ελληνικός στρατός, με ηγέτη τον τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο, νίκησε τους Τούρκους στις μάχες του Σαρανταπόρου και των Γιαννιτσών και απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος μετέβη στο μέτωπο της Ηπείρου, όπου ολοκλήρωσε την πολιορκία του Μπιζανίου, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα και απελευθερώνοντας την Ήπειρο. Εκεί, στις 5 Μαρτίου 1913 το βράδυ, ενημερώθηκε για την δολοφονία του πατέρα του Βασιλιά Γεωργίου Α' από τον Αλέξανδρο Σχινά στη Θεσσαλονίκη.

Βασιλιάς της Ελλάδος

Ο έως τότε διάδοχος Κωνσταντίνος από τα Ιωάννινα όπου βρισκόταν και ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για το Αργυρόκαστρο, πληροφορήθηκε τη δολοφονία από τον αρχηγό του επιτελείου Βίκτωρα Δούσμανη και «Συνεκινήθη πολύ, έκλαυσε και έμεινε σιωπηλός», όπως γράφει ο Δούσμανης. Στη συνέχεια, αφού παρέδωσε τη διοίκηση του στρατού στον υποστράτηγο Παναγιώτη Δαγκλή, «συγκινημένος και ωχρός», αναχώρησε για την Αθήνα, όπου ορκίστηκε βασιλιάς σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής το πρωί της 8ης Μαρτίου. Αμέσως μετά ο Κωνσταντίνος αναχώρησε για τη Θεσσαλονίκη, με τη βασιλική θαλαμηγό «Αμφιτρίτη», με τη συνοδεία πλοίων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων, προκειμένου να παραλάβει τη σορό του πατέρα του, η οποία λίγες ημέρες αργότερα μεταφέρθηκε στον Πειραιά με την «Αμφιτρίτη», συνοδευόμενη από τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α', τη βασιλική οικογένεια και άλλους κρατικούς αξιωματούχους.

Για τη δολοφονία του Γεωργίου Α' ουδέποτε συντάχθηκε επίσημη έκθεση ενώ ο Κωνσταντίνος Α' υποδείκνυε τον τρόπο της ανακρίσεως, μια επέμβαση που «εφάνη εις μερικούς κύκλους ως εντελώς ανάρμοστος» [2]. Κατά τη διάρκεια του 2ου Βαλκανικού πολέμου, με αντίπαλο της Ελλάδος την πρώην σύμμαχο Βουλγαρία, ο Κωνσταντίνος διατήρησε το αξίωμα του Αρχιστρατήγου και σημείωσε νίκες εναντίον των Βουλγάρων.

1ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Τον Αύγουστο του 1914 ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος θεωρούσε ότι τα ελληνικά συμφέροντα βρίσκονταν με την πλευρά των Αγγλογάλλων, όμως ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' υποστήριζε την πλευρά της Γερμανίας. Άλλωστε ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα εδάφη ως την Καβάλα στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και το Φθινόπωρο του 1913 είχε εξασφαλίσει γερμανικό δάνειο για τις ανάγκες της Ελλάδος. Όμως με την έναρξη του πολέμου η Βουλγαρία και η Τουρκία τέθηκαν στο πλευρό της Γερμανίας και ο Κωνσταντίνος που έκρινε ότι δεν μπορούσε να ζητήσει από τους Έλληνες σύμπραξη με την Τουρκία και τη Βουλγαρία, προωθούσε την ουδετερότητα, όπως ήταν η παρότρυνση του Γουλιέλμου. Ο Γερμανός αυτοκράτορας απηύθυνε έκκληση στον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικρατήσεως στα Βαλκάνια».

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1914 ο Κωνσταντίνος γράφει στον Ελευθέριο Βενιζέλο: «...∆εν ζητώ παρά το συµφέρον του τόπου και του λαού, του οποίου η Θεία Πρόνοια µέ έταξεν άρχοντα, και προσπαθώ κατά δύναµιν να µετέλθω µόνον Ελληνικήν πολιτικήν...». Αντίθετα ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος διαπραγματευόταν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ που υποσχόταν την Κύπρο και άλλα εδάφη. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε την πρόταση του Βενιζέλου να παραχωρηθεί η Ανατολική Μακεδονία στην Βουλγαρία έναντι ίσου μεγέθους μελλοντικού ανταλλάγματος στην Μικρά Ασία και πρότεινε την δημιουργία ανεξαρτήτου κράτους στην Κωνσταντινούπολη και την προστασία Ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία. Απέσπασε στη συγκατάθεση του Βενιζέλου για να συνδράμει η Ελλάδα την Αγγλία στην εκστρατεία των Δαρδανελίων, την περίοδο από το Φεβρουάριο ως το Μάρτιο του 1915, την οποία απέτρεψε ο Ιωάννης Μεταξάς, εκτελών χρέη αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, προειδοποιώντας τον Κωνσταντίνο να μην εμπλακεί σε να μην εμπλακεί πόλεμο. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και επικράτησε στις εκλογές του Μαΐου του 1915.

Τον Ιούνιο του 1915, η υγεία του Βασιλέως Κωνσταντίνου κλονίστηκε. Έπαθε πνευμονία και πλευρίτιδα, και βρέθηκε κοντά στο θάνατο. Μάλιστα, τον είχε εξομολογήσει ιερέας όταν έφεραν κοντά του την ιερή εικόνα της Παναγίας από την εκκλησία της Ευαγγελιστρίας στην Τήνο. Τον Σεπτέμβριο του 1915 ο Βενιζέλος, δίχως την έγκριση του Κωνσταντίνου Α', κάλεσε Βρετανικά και Γαλλικά στρατεύματα τα οποία αποβιβάστικαν στη Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος εν όψει Βουλγαρικής επιθέσεως αναγκάστηκε να κηρύξει επιστράτευση και παρ' ότι ο Βενιζέλος κατάφερε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ο Κωνσταντίνος τον παρέκαμψε κι έδωσε εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ο οποίος απέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

Στη συνέχεια ο Κωνσταντίνος έδωσε εντολή στον Στέφανο Σκουλούδη να διαλύσει τη βουλή και να προχωρήσει σε εκλογές, από τις οποίες απείχε ο Βενιζέλος με το κόμμα του. Η κυβέρνηση Σκουλούδη παρέμεινε στην εξουσία για διάστημα έξι μηνών, κατά τους οποίους η Ελλάδα βρισκόταν ταυτόχρονα σε ουδετερότητα και επιστράτευση, ενώ οι δυνάμεις της Αντάντ, υπό τον Γάλλο στρατηγό Μωρίς Σαρράιγ, [Maurice Sarrail], επέκτειναν την κυριαρχία τους στη Βόρεια Ελλάδα και το Αιγαίο, αγνοώντας την ελληνική κυβέρνηση. Στις 27 Μαΐου 1916 με έγκριση του Κωνσταντίνου δόθηκε σε δύναμη Γερμανών και Βουλγάρων το οχυρό του Ρούπελ, και οι σύμμαχοι της Αντάντ κατάργησαν την Ελληνική κυριαρχία στις περιοχές που ήλεγχαν. Ο Σαρράιγ κήρυξε στρατιωτικό νόμο, καταργώντας ουσιαστικά την ελληνική κυριαρχία στις υπό συμμαχικό έλεγχο περιοχές, απαίτησε την αποστράτευση του ελληνικού στρατού, ενώ τον Αύγουστο του 1916 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στη Μακεδονία. Στη Θεσσαλονίκη αξιωματικοί φιλικοί προς τον Βενιζέλο οργάνωσαν το κίνημα της Εθνικής Άμυνας και ο Βενιζέλος συγκρότησε δική του κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, ενώ Αγγλικά και Γαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά, προχώρησαν προς την Αθήνα και βομβάρδισαν τα Ανάκτορα. Παράλληλα, επικαλέστηκαν το καθεστώς των Προστάτιδων Δυνάμεων, το οποίο σύμφωνα με την άποψή τους διατηρούσαν από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, κι έτσι ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε στα μάτια των Ελλήνων ως ο προστάτης της ελληνικής ανεξαρτησίας, αυξάνοντας τη δημοφιλία του.

Οι οπαδοί του Κωνσταντίνου υπό την αφανή καθοδήγηση του Ιωάννη Μεταξά, συγκρότησαν τις ομάδες των «Επιστράτων» και στα γεγονότα που αποκλήθηκαν «Νοεμβριανά» κατατρόπωσαν, έτρεψαν σε φυγή και απομάκρυναν τους Αγγλογάλλους από την Αττική και τους περιόρισαν στα πλοία τους. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος ο Α' αναθεμάτισε τον Βενιζέλο και δημιουργήθηκε σωρός από πέτρες αναθέματος. Οι δυνάμεις της Αντάντ, [Entente, Εγκάρδια Συμμαχία], επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στην Αττική και ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει τον θρόνο.

1η παραίτηση από το θρόνο

Το βράδυ της 29ης Μαΐου του 1917 ο Αλέξανδρος Α' τηλεφώνησε από τα Ανάκτορα στον στενό του φίλο Χρήστο Ζαλοκώστα και του ζήτησε να συναντηθούν στο σπίτι της Ασπασίας Μάνου, όπου θα πήγαινε και ο ίδιος. Εκεί τους διηγήθηκε ότι ο Ύπατος Αρμοστής Ζοννάρ είχε επιδώσει διακοίνωση της Αντάντ στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη, με την οποία οι Σύμμαχοι απαιτούσαν την παραίτηση του Κωνσταντίνου Α' και την αναχώρησή του από την Ελλάδα μαζί με τον διάδοχο Γεώργιο. Παράλληλα γνωστοποίησαν ότι σε περίπτωση αρνήσεως του Κωνσταντίνου, ο γαλλικός στόλος θα βομβάρδιζε την Αθήνα. Οι δυνάμεις των συμμάχων της Αντάνt, για να εμποδίσουν την άνοδο από την Πελοπόννησο στην Αθήνα των εκεί φιλοβασιλικών στρατευμάτων, κι είχαν καταλάβει τον Ισθμό της Κορίνθου και είχαν επιβάλει αποκλεισμό από θαλάσσης στον Πειραιά, τον οποίο βομβάρδισαν, αλλά και την Αθήνα. Ο Ζαΐμης έσπευσε στον βασιλιά που συγκάλεσε άμεσα Συμβούλιο του Στέμματος. Μετά από διεξοδική συζήτηση ο Κωνσταντίνος Α' ανακοίνωσε την απόφαση του να απομακρυνθεί από την Ελλάδα, την οποία ο Αλέξανδρος αποδέχθηκε «κλαμένος». Αιτία ήταν η εμμονή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' στην ουδετερότητα της Ελλάδας κατά τον Α’ Παγκόσμια Πόλεμο.

Αν και ο Κωνσταντίνος Α' αρνήθηκε να παραιτηθεί, ωστόσο δέχθηκε να αντικατασταθεί στη θέση του βασιλιά από τον δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο Α', καθώς ο Διάδοχος Γεώργιος θεωρήθηκε από την Αντάντ ακατάλληλος για τη διαδοχή, λόγω της υπηρεσίας του στον γερμανικό στρατό. Ο Κωνσταντίνος στις 11 Ιουνίου 1917 αναχώρησε από τον Ωρωπό για την Ιταλία, με τη θαλαμηγό «Σφακτηρία», ενώ λίγες ημέρες αργότερα η Ελλάδα εισήλθε επισήμως στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος έληξε νικηφόρα για τους συμμάχους της Αντάντ ένα χρόνο αργότερα.

Επάνοδος στο Θρόνο

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, επικράτησε το Λαϊκό Κόμμα και ηττήθηκε το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος εγκατέλειψε την Ελλάδα. Μετά από δημοψήφισμα που προκήρυξε η κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη «περί επανόδου της Α.Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου εις την Πατρίδαν» στις 11 Νοεμβρίου 1920. Η ψηφοφορία διεξήχθη 22 Νοεμβρίου και το ψηφοδέλτιο που ανέγραφε «Κωνσταντίνος» συγκέντρωσε το 98,97% των έγκυρων ψήφων και το «ΟΧΙ» το 1,03%. Ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα στις 19 Δεκεμβρίου του 1920, την ίδια ώρα που οι σύμμαχοι παρέδιδαν διακοινώσεις προς την κυβέρνηση με τις οποίες δεν αναγνώριζαν τον Κωνσταντίνο ως αρχηγό του Κράτους κι έπαψαν να στηρίζουν την Ελλάδα τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά. Ανάλογη ήταν η στάση της Ιταλίας, της Γαλλίας αλλά και της Σοβιετικής Ενώσεως, που ενίσχυσαν τους Τούρκους και τον Κεμάλ. Παράλληλα διάφορες διεθνείς πρωτοβουλίες για την ειρηνική απεμπλοκή της Ελλάδος δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα και απέτυχε η διαπραγμάτευση που είχε ο Δημήτριος Γούναρης με τους Συμμάχους στην Ευρώπη, ο Κωνσταντίνος και η κυβέρνηση αποφάσισαν τη συνέχιση του πολέμου με την Τουρκία, παρά τις αντιρρήσεις του Ιωάννη Μεταξά.

Ο Κωνσταντίνος στις 29 Μαΐου του 1921 ανέλαβε την αρχιστρατηγία των στρατευμάτων στη Μικρά Ασία επί 4 μήνες. Ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος απευθυνόμενος προς τον Βασιλέα τον Μάιο του 1921, τις παραμονές της μεγάλης μας επίθεσης προς την Άγκυρα, έγραφε τα εξής: «Μεγαλειότατε, Απερχόμενος σήμερα εις το Μικρασιατικόν Μέτωπον, ίνα ενισχύσης τον ιερό αγώνα υπέρ της Πίστεως και της Πατρίδος, τον οποίον ενεκαινίασεν ο ηρωικός θάνατος του τελετευταίου ημών αυτοκράτορος προ της πύλης του Ρωμανού, σε συνοδεύουν αι ευχαί της Εκκλησίας της Ελλάδος και σύμπαντος του πιστού και αφοσιωμένου λαού Σου. Απαύστως δέομαι εις τον Υψιστον, όπως κατευθύνη βήματά σου προς την Νίκην και την Βασιλίδα των πόλεων. Το ουρανόπεμπτον σύμβολον της νίκης κατά των βαρβάρων, ήτο πάντοτε βαθέως χαραγμένον εις την καρδίαν του Έθνους. Ολοψύχως ευχόμεθα υπέρ της εκπληρώσεως της αποστολής σου ως διαδόχου του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εις τον θρόνον του οποίου προωρίσθης υπό της Θείας Προνοίας. Περίζωσε την ρομφαίαν σου επί των μηρών σου Δυνατέ και κατευόδου και βασίλευε νικητής και τροπαιούχος.» Ο Κωνσταντίνος επικεφαλής του Ελληνικού στρατού έφτασε κοντά στην Άγκυρα και πολέμησε στη μάχη στον ποταμό Σαγγάριο, όμως τον Σεπτέμβριο του 1921 η υγεία του επιδεινώθηκε και επέστρεψε στην Αθήνα.

Το οικονομικό κόστος της Μικρασιατικής εκστρατείας ήταν τεράστιο και οι πιστώσεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου από τους συμμάχους καθυστερούσαν, ενώ κάποιες ανακαλούνταν λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Το 1922 η δραχμή κλονίστηκε και το κράτος, αναζητώντας χρήματα για να καλύψει τις ανάγκες του, κατέφυγε στον αναγκαστικό δανεισμό του 1922, όταν όλα τα Χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν κόπηκαν στη μέση. Το ένα κομμάτι παρέμεινε στον κάτοχο του, αντιπροσωπεύοντας τη μισή αναγραφόμενn ονομαστική του αξία. Το δεύτερο δόθηκε στο κράτος μ’ αντάλλαγμα ομολογίες του αναγκαστικού δανείου τnς 25ης Μαρτίου του 1922 που θα εξοφλούνταν από το δημόσιο μέσα στα επόμενα 20 χρόνια με επιτόκιο 6,5 %. Έτσι το κράτος δανείσθηκε απ' όλους το μισό ποσό των χρημάτων τους σε χαρτονομίσματα εξασφαλίζοντας ένα δισεκατομμύριο πεντακόσια εβδομήντα εκατομμύρια δραχμές. Για το σύνολο του χαρτονομίσματος που αποσύρθnκε, το κράτος κυκλοφόρησε ολόκληρο χαρτονόμισμα με τnν επισήμανση Νέον, δηλώνοντας μ αυτόν τον τρόπο ότι η πραγματική του αξία συμφωνούσε με τnν ονομαστική του. Τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ επιτέθηκε και το μέτωπο κατέρρευσε στις 21 Αυγούστου/9 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου.

2η παραίτηση από τον Θρόνο

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία και την επικράτηση του κινήματος των Συνταγματαρχών Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά, καθώς και του αντιπλοιάρχου Δημητρίου Φωκά, που ξέσπασε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έλαβε τελεσίγραφο να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει την Ελλάδα, για δεύτερη φορά. Η κατάσταση της υγείας του Κωνσταντίνου ήταν κακή και, αφού συμβουλεύτηκε τον παλαιό του φίλο Συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά, παραιτήθηκε προκειμένου να αποτρέψει τον κίνδυνο εμφυλίου πολέμου. Ο Μεταξάς αποκάλυψε τι του είπε ο Κωνσταντίνος στην τελευταία τους συνάντηση: «...Θα φύγω αφού νομίζουν ότι η παρουσία μου εις μίαν μικράν γωνίαν του δάσους ενοχλεί... Και αφού εσιώπησε πάλι με εφώναξε με δακρυσμένα τα μάτια και μου είπε: Εσύ θα ζήσης και θα σταδιοδρομήσης εις τον τόπον μας. Κάποια μέρα θα έλθης στα πράγματα. Είμαι βέβαιος γι΄ αυτό και δια τούτο σε παρακαλώ άμα ανέβης εις την εξουσία να με φέρης πίσω. Είναι το μόνο πράγμα που σου ζητώ. Θέλω να 'ρθώ στο Τατόι και να πεθάνω στην Ελλάδα!..».

Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1922 ο Κωνσταντίνος παραιτήθηκε υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου Β'. Στις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Κωνσταντίνος, τα αδέλφια του και η Βασίλισσα Σοφία προσκύνησαν τους τάφους των Βασιλέων Γεωργίου του Α΄ και Αλεξάνδρου του Α΄ κι αποχαιρέτησαν τους άνδρες της Βασιλικής Φρουράς. Το ίδιο βράδυ ο Κωνσταντίνος αναχώρησε οικογενειακώς με το πλοίο «Πατρίς» για το Παλέρμο της Σικελίας στην Ιταλία.

Ο θάνατος του

Ο Κωνσταντίνος έπασχε από χρόνια νεφρίτιδα, ενώ το καλοκαίρι του 1921 όταν βρισκόταν στην Κιουτάχεια, στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, υπέστη καρδιακή επεισόδιο που τον είχε αφήσει αναίσθητο για κάποιο χρονικό διάστημα. Μαζί του στο Παλέρμο εγκαταστάθηκε και ο ιατρός Ιωάννης Πόντος, που σε επιστολή του προς τον Ανδρέα Αναστασόπουλο, τον ιατρό της βασιλικής οικογενείας, περιγράφει την κατάσταση της υγείας του Κωνσταντίνου τους τελευταίους μήνες της ζωής του, διάστημα που ο έκπτωτος βασιλιάς εμφάνιζε υψηλή αρτηριακή υπέρταση, την οποία ο γιατρός αντιμετώπιζε με δίαιτα και αφαιμάξεις. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε μανιώδης καπνιστής μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο θάνατος του επήλθε από το συνδυασμό νεφρικής ανεπάρκειας μετρίου βαθμού, χρόνιας πνευμονοπάθειας μετρίου βαθμού και σοβαρής αρτηριακής υπερτάσεως που του δημιούργησαν αγγειακή εγκεφαλοπάθεια. Τα αίτια του θανάτου του δεν διερευνήθηκαν καθώς δεν διενεργήθηκε νεκροτομή, όμως όπως ανέφερε ο ιατρός, καθηγητής Ginffrie, πέθανε από μεγάλη εγκεφαλική αιμορραγία, [Starke Hirnblutung].

Με την αναγγελία του θανάτου του ο Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε με τηλεγράφημα που απέστειλε στην οικογένεια του νεκρού, να μεταφερθεί η σορός του Κωνσταντίνου στο Τατόι αφού αποβιβασθεί στον Ωρωπό, χωρίς την τέλεση επίσημης κηδείας. Τελικά η σορός του Κωνσταντίνου ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας στην Ιταλία και το 1935, με την αποκατάσταση της Βασιλείας στην Ελλάδα, τέθηκε θέμα της επιστροφής της σορού του στην Ελλάδα. Η τότε Ελληνική κυβέρνηση απέστειλε το θωρηκτό πλοίο «Αβέρωφ» στο Μπρίντιζι και παρέλαβε τα οστά του Κωνσταντίνου, της συζύγου του Βασίλισσας Σοφίας, καθώς της μητέρας του, Βασίλισσας Όλγας, που κι αυτές είχαν πεθάνει στην εξορία. Το πλοίο κατέπλευσε στον Πειραιά στις 17 Νοεμβρίου 1936, από όπου με επίσημη πομπή οι σοροί μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Αθηνών για λαϊκό προσκύνημα έξι ημερών. Την πομπή προς το Τατόι ακολούθησαν πεζή οι επίσημοι, εκτός από τις πριγκίπισσες, από τη Μητρόπολη ως τη συμβολή της οδού Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από εκεί ως το Τατόι συνόδευαν την πομπή όσοι επρόκειτο να παραστούν στην τελετή της ταφής, δηλαδή ο ΤΌΤΕ διάδοχος Παύλος και οι βασιλόπαιδες Νικόλαος, Ανδρέας και Χριστόφορος, που αποτελούσαν την τιμητική φρουρά των σορών. Τα οστά τους ενταφιάστηκαν σε τάφους της Βασιλικής οικογένειας στο λόφο «Παλιόκαστρο», όπου βρίσκεται το βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.

Μνήμη Κωνσταντίνου Α'

Ο Κωνσταντίνος υπήρξε ο μοναδικός μονάρχης στα Βαλκάνια, που, κατά τη δεύτερη βασιλεία του, διαδέχτηκε στο θρόνο τον δευτερότοκο γιο του τον βασιλιά Αλέξανδρο Α' και, κατά τη δεύτερη εκθρόνισή του, τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του ο βασιλιάς Γεώργιος Β'. Προσωπικότητες, όπως η Πηνελόπη Δέλτα ‐που υπήρξε φανατική οπαδός του Ελευθερίου Βενιζέλου, σε μία συνάντηση με τον βασιλέα Κωνσταντίνο, το 1914, αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, σημειώνει τη λατρεία που έτρεφαν στο πρόσωπο του «...όλοι όσοι είμαστε Ρωμιοί...», περιλαμβάνοντας την οικογένεια και τον εαυτό της. Όπως γράφει τη συγκίνησε ο Κωνσταντίνος όταν μίλησε για τα αγαπημένα του «στρατιωτάκια» και την αντοχή τους στους πολέμους, καθώς επίσης της έκανε εντύπωση ο φλογερός πατριωτισμός του και η ειλικρίνεια που απέπνεαν τα μάτια του.

Ο Ιωάννης Μεταξάς αναφερόμενος στον Κωνσταντίνο Α' γράφει: «....Τίµιος και ειλικρινής, ευθύς χαρακτήρ. ...{...}... Παρατηρητικώτατος, ταχύς την αντίληψιν και ορθός την κρίσιν. Αποφασιστικός, επίµονος, ψύχραιµος και θαρραλέος, έχων γνώσεις πολλάς. ∆υστυχώς, η επιρροή τού πατρός του εις την ανατροφήν του έσχε τρεις κακάς συνεπείας:δεν δεικνύει πολύ σθένος προς τα πρόσωπα, δεν έχει πρωτοβουλίαν, δεν εργάζεται πολύ· ιδίως όµως η έλλειψίς του είναι η της πρωτοβουλίας. Εξετάζει πολύ πάσαν πρότασιν ήτις τω υποβάλλεται αλλά παρασύρεται πολλάκις υπό της γνώµης των περιστοιχούντων αυτόν, όταν έχη εις αυτούς εµπιστοσύνην· την εµπιστοσύνην όµως ταύτην αποκτά πολύ ευκόλως, διότι δεν φαντάζεται ότι θα τον απατήσουν ή θα τον εκµεταλλευθούν. Συχνάκις όµως συζητεί, και δέον να πεισθή όπως παραδεχθή πρότασίν τινα. Άµα αποφασίση τι, θα το εκτελέση ανυπερθέτως...».

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' διπλασίασε την Ελλάδα σε έκταση και πληθυσμό. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Γουλιέλμος του είχε απονείμει τον βαθμό του ονομαστικού Στρατάρχη του γερμανικού στρατού. Η βασιλεία και η συγκεκριμένη δυναστεία απέκτησαν βαθειές ρίζες και γνήσια λαϊκό έρεισμα για πρώτη φορά στην Ελλάδα χάρη στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α' και τις επιτυχίες του στους Βαλκανικούς Πολέμους. Απέσπασε τη λαϊκή λατρεία και αφοσίωση σε βαθμό που δεν γνώρισε άλλος βασιλιάς στη χώρα µας. Στις κινηματογραφημένες σκηνές από την υποδοχή του το 1920, ο Κωνσταντίνος διακρίνεται αμήχανος μέσα στην άμαξα, καθώς το πλήθος τον περισφίγγει και τον αποθεώνει καθώς για τον Ελληνικό λαό δεν ήταν µόνο ο «Δωδέκατος», μετά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και ο «Στρατηλάτης», αλλά και ο «Κουμπάρος», όπως τον αποκαλούσαν, από τον Ιούνιο του 1913, όταν την παραμονή της βαπτίσεως της κόρης του Αικατερίνης, ο Κωνσταντίνος ειδοποιούσε τηλεγραφικά όλες τις μονάδες ότι «...προσκαλώ ως αναδόχους Αυτής τον τροπαιούχον Στρατόν και Στόλον Μου όπως συσφίγξω έτι µάλλον τους μεταξύ αυτών και του Οίκου Μου δεσμούς».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Το Βασιλικό Κοιμητήριο Φίλοι κτήματος Τατοΐου
  2. [«Κωνσταντίνος», σελίδα 42, Γ. Μελάς γραμματέας του Βασιλιά Κωνσταντίνου.]



Κατάλογος Βασιλέων της Ελλάδος
Βασιλεύς Όθων | Βασιλεύς Γεώργιος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α' | Βασιλεύς Αλέξανδρος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Α' | Βασιλεύς Γεώργιος Β' | Βασιλεύς Παύλος Α' | Βασιλεύς Κωνσταντίνος Β' |