Παναΐτ Ιστράτι

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Παναΐτ Ιστράτι, [Panait Istrate], Ρουμάνος συγγραφέας ελληνικής καταγωγής, που το ελληνικό όνομα του ήταν Γεράσιμος Βαλσαμής, γεννήθηκε στις 11 Αυγούστου 1884 [1] στη Βραΐλα και πέθανε από φυματίωση, στις 16 Απριλίου 1935 στο Βουκουρέστι. Τάφηκε δίχως θρησκευτική τελετή στο νεκροταφείο Μπέλλυ στη Ρουμανική πρωτεύουσα. Το 1924 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο με την Άννα Μουβέξ και το 1932 σε τρίτο γάμο τη Μάργκα.

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο Γεώργιος Βαλσαμής, γεννημένος στα Φαρακλάτα της Κεφαλονιάς, και η Ζόιτα Στόικα Ιστράτι, [Joica Stoica Istrate], των οποίων ήταν ο δευτερότοκος γιος. Ο πατέρας του εγκατέλειψε τη γενέτειρά του αναζητώντας καλλίτερη τύχη και η ασχολία του με το παράνομο εμπόριο καπνού, τον οδήγησε στη Ρουμανία, όπου γνώρισε τη μητέρα του, όμως απομακρύνθηκε από την οικογένεια όταν ο Παναϊτ ήταν 9 μηνών, γεγονός που οφείλεται είτε στο θάνατό του, είτε την επιστροφή του στην Ελλάδα. Ο μεγάλος αδερφός του που είχε το όνομα Παναγιώτης πέθανε μικρός και ο Γεράσιμος άρχισε να αποκαλείται και Παναγιώτης ή Παναΐτ, όπως έγινε γνωστός. Η μητέρα του που εργάζονταν ως παραδουλεύτρα και πλύστρα αναγκαζόταν να τον αφήνει πολλές ώρες μόνο του ή με τους θείους του, αδελφούς του πατέρα του, Δήμο και Άγγελο. Με τη μητέρα του και τους θείους του ζούσαν στη συνοικία Καράκιοϊ της Βραϊλας, όπου η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων ήταν Ελληνικής καταγωγής.

Κοινωνική δράση

Ο Παναΐτ φοίτησε έως την τετάρτη τάξη δημοτικού νυχτερινού σχολείου, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Υποχρεώθηκε να εργαστεί σε διάφορα επαγγέλματα, όπως κλειδαράς, ζαχαροπλάστης, χαλκωματής, χαμάλης, φορτοεκφορτωτής, γυρολόγος, χτίστης, φωτογράφος, δημοσιογράφος και ταχυδρόμος, τα οποία περιγράφει σε μεταγενέστερα αφηγήματα του. Περιπλανήθηκε ως λαθρεπιβάτης στις χώρες της Μέσης Ανατολής, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε τρεις φορές, το 1907, το 1909 και το 1910, όμως την εγκατέλειψε καθώς δεν μπορούσε να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες, στην Τουρκία και στην Ελβετία, ενώ παράλληλα το ίδιο χρονικό διάστημα έγραφε αριστερά κοινωνικοπολιτικά ρεπορτάζ και άρθρα που δημοσιεύθηκαν στις Ρουμανικές εφημερίδες «România Muncitoare», «Dimineața», «Adevărul» και άλλες, καθώς και για τα ευρωπαϊκά έντυπα «La Feuille», «L’Humanité» και «L´Humanité Dimanche». Το 1904 ήρθε σε επαφή με το σοσιαλιστικό κίνημα, στο Βουκουρέστι και το 1909 έγινε γραμματέας του συνδικάτου των λιμενεργατών στη Βράιλα, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα μπολσεβίκο Κριστιάν Ρακόβσκι που το 1927 τον έφερε στη Σοβιετική Ένωση.

Το 1920 πέθανε η μητέρα του και ο συγγραφέας συγκλονισμένος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει την 1η Ιανουαρίου 1921, σε ένα δημόσιο κήπο στη Νίκαια της Γαλλίας, κόβοντας το λαιμό του μ' ένα ξυράφι, ενώ δίπλα του βρέθηκε επιστολή που απηύθυνε στην εφημερίδα «L’Humanité», χαιρετισμός στη Ρωσική επανάσταση. Λίγο νωρίτερα είχε γράψει μια επιστολή είκοσι σελίδων στον Ρομέν Ρολάν, [Romain Rolland], Γάλλο αστό φιλελεύθερο ποιητή και ένθερμο υποστηρικτή του σταλινισμού, όπου του περιγράφει το δράμα της ζωής του, όμως του επιστράφηκε με την ένδειξη «Αναχώρησε χωρίς να αφήσει διεύθυνση». Με τη μεσολάβηση του Φορμάν Ντεσπρέ το γράμμα έφτασε στον παραλήπτη του, που του απάντησε, «Δεν ενδιαφέρομαι επειδή είστε δυστυχής, μα γιατί λάμπει μέσα σας η θεία φλόγα της ψυχής… Μη μου γράψετε πια άλλο γράμμα, γράψτε μου βιβλία». Στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον Κώστα Βάρναλη και το 1927 στη Ρωσία, γνωρίστηκε και για κάποια χρόνια ήταν φίλος με τον Νίκο Καζαντζάκη, ενώ όπως υποστήριζε, «..Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα, είμαι απλώς ειρηνιστής και από αυτή την άποψη προσβλέπω προς τη σημερινή Ρωσία..».

Διάλεξη στην Ελλάδα

Το 1928 επισκέφθηκε την Ελλάδα με πρόσκληση της εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα», επισκέφτηκε το σανατόριο «Σωτηρία», και σύμφωνα με τον Ασημάκη Πανσέληνο, τότε φοιτητή της Νομικής, «..έφριξε με την αθλιότητα που συνάντησε, τη βρωμιά, την πείνα, την εγκατάλειψη, όπου οι άνθρωποι στιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο ξερνούσαν αίμα και πέθαιναν αβοήθητοι- και τους προέτρεψε να κατέβουν και να εγκατασταθούν στα μέγαρα της Αθήνας, οι εφημερίδες φρυάξανε...» Στις 11 Ιανουαρίου ήταν ομιλητής στο θέατρο «Αλάμπρα» της οδού Χαλκοκονδύλη, την οποία διοργάνωσε ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος» και αναφέρθηκε στις εντυπώσεις του από τη Σοβιετική Ένωση. Σύμφωνα με μαρτυρία του Εμμανουήλ Κριαρά, πανεπιστημιακού καθηγητή, που ήταν παρών στη διάλεξη, μίλησε στα Γαλλικά και μεταφραστής του ήταν ο Παντελής Πρεβελάκης. Ομιλητές ήταν επίσης ο Δημήτρης Γληνός και ο Νίκος Kαζαντζάκης.

Ο συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος έγραψε για τη διάλεξη του Ιστράτι, «..Πατείς με πατώ έτρεξε ο κόσμος...{...}... γέμισαν φίσκα οι διάδρομοι και κρέμονταν σαν τσαμπιά από τα θεωρία να ακούσουν τους ομιλητές, ...{...}... . Και τώρα θυμάμαι τον Ιστράτι, με την βασανισμένη μορφή του να μιλάει…Τον άκουγα σαν Υπνωτισμένος…Κι ένιωσα τότε πως πέρα από τα βιβλία του Μαρξ και του Ένγκελς, αυτό που συντάραζε από καιρό την συνείδηση μου ήταν αυτή η ίδια η Οχτωβριανή Επανάσταση…». Μετά το τέλος της ομιλίας του ακολούθησε διαδήλωση στην Πλατεία Kάνιγγος, γεγονός που προκάλεσε την αστυνομική επέμβαση και την απέλαση του, με πρόταση του αρχηγού της Χωροφυλακής Πέτσα, ενώ την επόμενη ημέρα η εφημερίδα «Ριζοσπάστης» χαρακτήρισε την διάλεξη ως «...Επαναστατικό χαιρετισμό για τη Σοβιετική Ρωσία».

Το τέλος του

Μετά την επίσκεψή του αυτή στη Σοβιετική Ένωση, αποκήρυξε τις κομμουνιστικές ιδέες, ενώ η διαφωνία του με το Σοβιετικό καθεστώς έστρεψε εναντίον του την αριστερά, που τον κατηγόρησε ως Τροτσκιστή, ενώ αποτέλεσε την αιτία για τη διάρρηξη των σχέσεων του με τον Καζαντζάκη, που απέφυγε να πάρει θέση. Σταδιακά μετατράπηκε σε στόχο των πολιτικών αντιπαραθέσεων που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη την εποχή του Μεσοπολέμου και ειδικότερα από το 1929 που δημοσίευσε το βιβλίο σχετικά με το ταξίδι του στην Σοβιετική Ρωσία.

Έκτοτε δέχθηκε επιθέσεις και συκοφαντίες αριστερών συγγραφέων, πολιτικών κομμάτων και εντύπων και σταδιακά απομονώθηκε από τον κοινωνικό του περίγυρο. Απογοητευμένος επέστρεψε, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, στη Ρουμανία, όπου άρχισε να δημοσιεύει κείμενα και να γράφει άρθρα στο δεξιό ρουμανικό έντυπο «Cruciada Românismului», [«The Crusade of Romanianism»], το οποίο στήριζε τις θέσεις της εθνικιστικής οργανώσεως «Σιδηρά Φρουρά» και συνδέθηκε με τον Mihai Stelescu, ο οποίος είχε εκλεγεί βουλευτής το 1933 με τη Σιδηρά Φρουρά. Μετά τη δολοφονία του Mihai Stelescu ο Ιστράτι έγινε στόχος επιθέσεων από ομάδες της Φρουράς και απογοητευμένος κι απομονωμένος πέθανε σε σανατόριο στο Βουκουρέστι.

Λίγο πριν το τέλος της ζωής του έγραψε, «..Πίστεψα τυφλά στο ιδεώδες, πίστεψα στην Πίστη μου και σ' εκείνη των Άλλων και για καιρό δε γελάστηκα. Το να ονειρεύεται κανείς δεν αρκεί. Ακόμη και το να ζει κανείς δεν αρκεί. Να δημιουργεί κανείς σημαίνει να τιθασεύει τα όνειρά του και να κυριαρχεί στη ζωή του..». Μετά τις εργασίες του 20ου Συνεδρίου του Κ.Κ.Σ.Ε., τον ιστορικό συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μαζί με την ανάπτυξη του Ευρωκομουνισμού και το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν ο συγγραφέας επανήλθε στην επικαιρότητα και τη λογοτεχνική επανεμφάνισή του συνόδευσαν επίθετα όπως «ο Βαλκάνιος Γκόρκι», «ο ανένταχτος», ο «Ρουμάνος αφηγητής–Γάλλος συγγραφέας» και «ο σκαπανέας».

Το 1968 ιδρύθηκε στη Γαλλία ο σύνδεσμος «Οι Φίλοι του Παναϊτ Ιστράτι» και στο έργο του αφιερώθηκαν μια σειρά από άρθρα, εκδόσεις βιβλίων, συνέδρια και ραδιοφωνικές εκπομπές που ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα του. Στους σεισμούς του 1953 το σπίτι που γεννήθηκε ο πατέρας του στα Φαρακλάτα της Κεφαλλονιάς, γκρεμίστηκε και διασώθηκαν μόνο βοηθητικά κτίρια, όπως οι αποθήκες, ο λινός και οι στάβλοι των αλόγων. Στις 16 Δεκεμβρίου 1984 οργανώθηκαν σειρά εκδηλώσεων και εντοιχίστηκε μαρμάρινη επιγραφή σ' ένα από τα σωζόμενα βοηθητικά κτίρια, από το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών σε συνεργασία με τη Ρουμανική πρεσβεία, την κοινότητα Φαρακλάτων και το σύλλογο Φαρακλάδων «Η Εύγερος» Αθήνας, στη διάρκεια των οποίων αποκαλύφθηκαν μαρμάρινες πλάκες από την τρίτη γυναίκα του στο σπίτι που γεννήθηκε ο πατέρας του και στο Πολιτιστικό Κέντρο Φαρακλάτων που έκτοτε φέρει το όνομα του.

Εργογραφία

Έγραψε στα Γαλλικά και τα Ρουμανικά και στα έργα του περιγράφει τύπους ανθρώπων, κυρίως αλητών, που τους γνώρισε στις περιπλανήσεις του. Τον διακρίνουν η γλαφυρότητα του λόγου και η απαράμιλλη παρουσίαση των φτωχών και κατατρεγμένων ανθρώπων, ο ιδεαλισμός, καθώς αποστράφηκε τον υλισμό και καταφέρθηκε πολλές φορές κατά του μαρξισμού και της Σοβιετικής Ενώσεως, που κατέληξε σε ένα συνειδητά ουτοπικό ιδανισμό, ενώ στο έργο του κατέχουν σημαντική θέση οι γυναικείοι χαρακτήρες. Στην Ελλάδα κείμενά του αρχικά μετάφρασαν ο Αιμίλιος Χουρμούζιος και η Γαλάτεια Καζαντζάκη στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όμως μετά το 1936 κάποια περιοδικά αναφέρονταν σε αυτόν και δημοσίευαν φωτογραφίες του, ενώ μόλις το 1978 εκδόθηκαν ορισμένα βιβλία του μεταφρασμένα στα ελληνικά.

Από τα έργα του, που είναι γραμμένα στα γαλλικά και τα Ρουμανικά και έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες, ξεχωρίζουν:

  • «Κυρά Κυραλίνα», [«Chira Chiralina»], το 1923,
  • «Η ταβέρνα του κυρ-Λεωνίδα»,
  • «Θείος Άγγελος», το 1924,
  • «Κυρ-Νικόλας»,
  • «Σατίς»,
  • «Οι Χαϊντούκοι», το 1924,
  • «Παρελθόν και μέλλον (Αυτοβιογραφικές σελίδες)», το 1925,
  • «Μιχαήλ», το 1926,
  • «Η Δομνίτσα του Σναγκόβ», το 1926,
  • «Νεραντζούλα», το 1926,
  • «Κοντίν», το 1926,
  • «Σταύρος»,
  • «ο Κοσμάς», το 1927,
  • «Μπακάρ», το 1927,
  • «Ντιρεττίσσιμο», το 1927,
  • «Τα γαϊδουράγκαθα του Μπαραγκάν», το 1928,
  • «Μπάρμπας Αγγελής», το 1929,
  • «Οίκος Θούριγκερ», το 1929,
  • «Προς την άλλη φλόγα», το 1929, στο οποίο ασκεί κριτική στη σταλινική Σοβιετική Ένωση,
  • «Γραφείο εργασίας», το 1931,
  • «Ο σφουγγαράς», το 1931,
  • «Τσάτσα Μίνκα», το 1931.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές