Νικόλαος Καζαντζάκης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νίκος Καζαντζάκης, Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, που τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες, γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 [1] στο Ηράκλειο Κρήτης, πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας και τάφηκε στις 5 Νοεμβρίου 1957 [2] στον προμαχώνα Martinego του ενετικού τείχους του Ηρακλείου στην Κρήτη.

Στις 11 Οκτωβρίου 1911 παντρεύτηκε στο νεκροταφειακό ναό του Άγιου Κωνσταντίνου στο Ηράκλειο, από το φόβο του πατέρα του που δεν ήθελε για νύφη του τη Γαλάτεια, με κουμπάρο τον παλιό συμμαθητή και συμφοιτητή του Γεώργιο Φανουράκη, με την λογοτέχνη Γαλάτεια Καζαντζάκη, με την οποία χώρισαν στις 28 Απριλίου 1926, σύμφωνα με απόφαση που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών. Στις 11 Νοέμβριου 1945 [3] παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο στον Ιερό Ναό τού Αγίου Γεωργίου Καρύτση, με κουμπάρους τον Άγγελο Σικελιανό και τη σύζυγό του Άννα Σικελιανού, την Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη, την οποία είχε γνωρίσει στις 18 Μαΐου 1924, και μαζί έζησαν ως το τέλος της ζωής του.
Νίκος Καζαντζάκης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Καζαντζάκης, έμπορος γεωργικών προϊόντων και κρασιού που καταγόταν από το χωριό Βαρβάροι, σημερινή Μυρτιά, της επαρχίας Πεδιάδος τού νομού Ηρακλείου, όπου βρίσκεται σήμερα το Mουσείο Kαζαντζάκη, μητέρα του ήταν η Μαρία Χριστοδουλάκη, που καταγόταν από το χωριό Ασυρώτοι, το σημερινό Κρυονέρι του Δήμου Κουλούκωνα, της επαρχίας Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνης, με την οποία είχαν στεφανωθεί στις 23 Απριλίου 1882. Ο Νίκος είχε δύο αδελφές την Αναστασία, που γεννήθηκε στις στις 6 Οκτωβρίου 1884, μετέπειτα σύζυγο Μιχαήλ Σακλαμπάνη, την Ελένη που γεννήθηκε στις 13 Απριλίου 1887, μετέπειτα σύζυγο Αριστείδη Θεοδοσιάδη, η οποία πέθανε άτεκνη σε ηλικία 104 ετών, και το Γιώργο που γεννήθηκε το 1890 και πέθανε σε βρεφική ηλικία. Μεγάλωσε σε αυστηρό θρησκευτικό, σε βαθμό που άγγιζε τη θρησκοληψία, και πατριωτικό περιβάλλον [4], που το ενέπνεε το όραμα της απελευθερώσεως της Κρήτης, που ήταν ακόμη υπό την κατοχή των Τούρκων.

Στα έξι του χρόνια εξαιτίας της επανάστασης του 1889, η οικογένειά του κατέφυγε για έξι μήνες στον Πειραιά και όταν επέστρεψαν στο Ηράκλειο, φοίτησε στο δημοτικό σχολείο. Το 1897, με την έκρηξη της τελευταίας κρητικής επανάστασης, η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στη Νάξο, όπου παρέμειναν για δύο χρόνια και ξεκίνησε, ως ημισύσσιτος, μαθήματα Γυμνασίου στη γαλλική Εμπορική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, που τη διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί. Εκεί έμαθε τη Γαλλική και Ιταλική γλώσσα, γνώρισε την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και ήρθε σε επαφή με το δυτικό πολιτισμό. Τον Ιανουάριο του 1899 επέστρεψαν στο Ηράκλειο, όπου περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές και το 1902 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο.

Σπουδές

Σπούδασε στη Νομική σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από τις 20 Σεπτεμβρίου 1902 και αποφοίτησε στις 9 Δεκεμβρίου 1906, όταν πήρε με άριστα το πτυχίο του, το οποίο φέρει την υπογραφή του Κωστή Παλαμά ως Γενικού Γραμματέως τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1907 βραβεύτηκε και παίχθηκε το το δράμα «Ξημερώνει», που προκάλεσε συζητήσεις μέσω του οποίου έγινε γνωστός ο Καζαντζάκης. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του καριέρα και παράλληλα μυήθηκε στον τεκτονισμό και έγινε μέλος της Τεκτονικής Στοάς Αθηνών, ενώ τον Οκτώβριο του 1907, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, προκειμένου να συνεχίζει τις σπουδές του στη Νομική. Συγχρόνως έλαβε μαθήματα φιλοσοφίας και παρακολούθησε τις παραδόσεις του φιλοσόφου Ανρί Μπεργκσόν στο «Collège de France».

Εξοικειώθηκε με τη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε [5] και υιοθέτησε την κοσμοθεωρία του σχετικά με την ύπαρξη και την ενσάρκωση του Αντίχριστου. Αυτή του η παραδοχή ενίσχυσε την δυσπιστία του περί της μεταθανάτιας ζωής, και από το τρίπτυχο της Ορθοδοξίας «Πίστη, Ελπίδα, Αγάπη», κατέληξε να αποδέχεται μόνο την αγάπη. Έως το 1909 εκπόνησε και ολοκλήρωσε τη διατριβή του με τίτλο «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας», για να γίνει Υφηγητής και ύστερα Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διατριβή τυπώθηκε το 1909 στο Ηράκλειο και ανατυπώθηκε τον Φεβρουάριο του 1998 στην Αθήνα από τις «Εκδόσεις Καζαντζάκη», ενώ ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, ταξίδεψε για ένα μήνα τη Φλωρεντία και τη Ρώμη, πριν επιστρέψει για λίγο διάστημα στο Ηράκλειο, όμως τελικά αποφάσισε και τον Απρίλιο του 1910 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Την ίδιο χρόνο δημοσίευσε το δοκίμιο με τίτλο «Για τους νέους μας», στο οποίο αναφέρεται στον Ίωνα Δραγούμη, ως τον προφήτη που θα οδηγήσει την Ελλάδα στη δόξα, και θεωρεί ότι η χώρα πρέπει να ξεπεράσει την υποταγή της στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ έγινε ιδρυτικό μέλος στην ομάδα «Εκπαιδευτικός Όμιλος». Στους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 εργάστηκε στο γραφείο του Ελευθέριου Βενιζέλου και το 1914 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Σικελιανό, μαζί με τον οποίο περιηγήθηκαν στην Ελλάδα και για περίπου σαράντα ημέρες έμειναν σε διάφορες μονές στο Άγιον Όρος, όπου το 1915 μαζί με τον Ιωάννη Σκορδίλη, δημιούργησε επιχείρηση ξυλείας, που απέτυχε. Το 1917 προσέλαβε ως εργάτη το Γιώργο Zορμπά και επιχείρησε να εκμεταλλευθεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο. Από το φθινόπωρο του 1917 μέχρι τον Ιανουάριο του 1919, ο Καζαντζάκης ταξίδεψε κι έζησε στην Ελβετία, γνώρισε και έκανε σχέση με την Έλλη Λαμπρίδη, Eλληνίδα διανοούμενη, και φιλοξενήθηκε από το Γιάννη Σταυριδάκη, τον τότε Έλληνα πρόξενο στη Ζυρίχη.

Διευθυντής Υπουργείου

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, την περίοδο 1919-20, γενικός διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για τον επαναπατρισμό των 150.000 χιλιάδων Ελλήνων του Καυκάσου, που διώκονταν από τους Μπολσεβίκους. Τον Ιούλιο του 1919 μαζί με τους Σταυριδάκη και Zορμπά ταξίδεψαν στις Βερσαλλίες, όπου τον Aύγουστο ενημέρωσε τον Ελευθέριο Bενιζέλο, που παρευρίσκονταν στις διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη Eιρήνης, ενώ στη συνέχεια ταξίδεψε στη Mακεδονία και στη Θράκη για να επιβλέψει την εγκατάσταση των προσφύγων. Απομακρύνθηκε από τη θέση του μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, ενώ απογοητευμένος από τη δολοφονία του στενού του φίλου και πολιτικού του μέντορα Ίωνα Δραγούμη, έφυγε για το Παρίσι, απ' όπου τον Ιανουάριο του 1921 ταξίδεψε για ένα μήνα στη Γερμανία. Απογοητευμένος από τη Μικρασιατική καταστροφή επέρριψε τις ευθύνες γι' αυτήν στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το 1922 μυήθηκε στον Σοσιαλισμό και το 1924, ίδρυσε την «Πολιτική Σοσιαλιστική Ομάδα» στο Ηράκλειο, με έμβλημα το τρίπτυχο, «Ελευθερία–Δημοκρατία-Σοσιαλισμός». Συνελήφθη ως κομμουνιστής τον Αύγουστο του 1924 και φυλακίστηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπως αναφέρουν ο Παντελής Πρεβελάκης και η Έλλη Αλεξίου.

Δεκαετίες 1930-1940

Από το Μάιο του 1927 εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, η οποία έκτοτε αποτέλεσε το καταφύγιο του και όπου το 1936 αποπεράτωσε και απέκτησε μόνιμη κατοικία, μαζί με την Ελένη Σαμίου, τη δεύτερη σύζυγό του. Τον Οκτώβριο του 1927 επισκέφθηκε τη Μόσχα, ως επίσημος προσκεκλημένος της Σοβιετικής κυβερνήσεως, προκειμένου να συμμετάσχει στην επέτειο των δέκα χρόνων από την κήρυξη και την επικράτηση της Οκτωβριανής Επαναστάσεως. Στη Μόσχα γνωρίστηκε με τον Ελληνορουμάνο λογοτέχνη, Παναΐτ Ιστράτι, και επέστρεψαν μαζί στην Αθήνα, όπου τον Ιανουάριο του 1928, σε εκδήλωση που έγινε στο θέατρο «Αλάμπρα», μίλησαν και εξύμνησαν τη Σοβιετική Ένωση, ενώ η εκδήλωση εξελίχθηκε σε διαδήλωση, με αποτέλεσμα τόσο ο ίδιος, όσο και ο συνδιοργανωτής, ο Δημήτρης Γληνός, να διωχθούν, χωρίς όμως και να δικαστούν, καθώς η δίκη ορίσθηκε για τις 3 Απριλίου, αναβλήθηκε μερικές φορές και τελικά δεν έγινε ποτέ. Στο διάστημα από το 1929 μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μετατράπηκε σε ώριμο εθνικιστή [6] και μεταξύ των ετών 1924 έως το 1937, εργάστηκε ως δημοσιογράφος-ανταποκριτής μεγάλων εφημερίδων της εποχής. Το 1930 με αφορμή το βιβλίο του «Ασκητική», του αποδόθηκε κατηγορία για αθεϊσμό και η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά δεν έγινε ποτέ. Το 1934 συγγράφει τρία σχολικά βιβλία της Β' και Γ' Δημοτικού και η επιλογή του ενός από το Υπουργείο Παιδείας έλυσε, για κάποιο χρονικό διάστημα, το οξύ οικονομικό του πρόβλημα.

Δημοσίευσε ταξιδιωτικές περιηγήσεις στις εφημερίδες, η «Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος» και «Ελεύθερος Λόγος», ενώ μίλησε με σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του, για πολλές από τις οποίες κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία, καθώς μέσα στο 1926 πήρε συνεντεύξεις, τον Αύγουστο από τον Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, επικεφαλής της πολιτικής και ιδεολογικής οργανώσεως «Ισπανική Φάλαγγα», και τον Οκτώβριο από τον Μπενίτο Μουσολίνι στην Ρώμη. Το 1935 ταξίδεψε στην Ιαπωνία και την Κίνα, και με τις εμπειρίες του εμπλούτισε τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Στις 22 Δεκεμβρίου 1936 με την ιδιότητα του πολεμικού ανταποκριτή συνάντησε και πήρε συνέντευξη από τον Φρανθίσκο Φράνκο, Ισπανό εθνικιστή ηγέτη [7], αλλά και από τον επίσης Ισπανό διανοούμενο και συγγραφέα, Μιγκέλ Ουναμούνο.

Στις 23 Δεκεμβρίου 1936, ο Νίκος Καζαντζάκης σκιαγραφεί το στρατηγό Φράνκο και γράφει: «...Έφυγα από το γραφείο του αρχιστράτηγου Φράνκο, γύριζα τα στενά δρομάκια της Αβίλας, κι΄ ανάπνεα με ταραχή τον αγέρα-σκληρό, αποφασιστικό, φλεγόμενο- που περικυκλώνει τον αρχηγό της εθνικιστικής, θριαμβευούσης σήμερα Ισπανίας. Ένοιωθα πως αυτός είναι ο άνθρωπος που ξέρει να κυβερνάει, το οργανικό μυαλό που ξέρει να συνδυάζει, η αλύγιστη θέληση που ξέρει να τιμωρεί και να επιβάλλεται. Ο άνθρωπος αυτός είναι γεννημένος να νικήσει. Αν δεν μεσολαβήσει κανένα απροσδόκητο, κανένα τρομακτικά απροσδόκητο, σίγουρα θα νικήσει. Τι θα γίνει μετά τη νίκη: Όταν οι εθνικιστές πάρουν την Μαδρίτη τι καθεστώς θα επικρατήσει; Μοναρχία, φασισμός, συνδικαλισμός, συντηρητική δημοκρατία;...{...}...Τι σκέπτεται ο Φράνκο κανένας δεν ξέρει καθαρά. Έχει διατυπώσει βέβαια το πρόγραμμά του τώρα και μήνες, μα τι μεταβολές έχουν γίνει ωστόσο στη σκέψη του; Ο Φράνκο, αφιερωμένος όλος στη δύσκολη στρατιωτική πλευρά της ισπανικής κοσμογονίας, δε μιλάει, δε γράφει, δεν ανακοινώνει τις προθέσεις του. Σκυμμένος επάνω στον επιτελικό χάρτη, ένα μονάχα σημείο κοιτάζει άπληστα και με αγωνία: τη Μαδρίτη. Κατά τη συνήθειά του προχωρά οχυρώνοντας κάθε σημείο που κατακτά, ποτέ δεν προτρέχει. Ξέρει να περιμένει. Έχει σύστημα και υπομονή. Άμα πάρει τη Μαδρίτη, άμα κυριέψει την Καταλωνία, άμα όλη η Ισπανία πέσει στα χέρια του, τι θα αποφασίσει; Πώς θα αντικρύσει τα οδυνηρά, πολύπλοκα πολιτειακά, οικονομικά, κοινωνικά προβλήματα της Ισπανίας;...».

Ο Καζαντζάκης το 1944 διορίστηκε στην UNESCO με σκοπό τις μεταφράσεις κλασικών λογοτεχνικών έργων, ώστε να γεφυρωθούν οι πολιτισμικές διαφορές. Παραιτήθηκε από τη θέση αυτή το 1948, εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας και αφοσιώθηκε στο λογοτεχνικό του έργο και ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του.

Δεκαετία 1950

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και τη λήξη του Β΄Παγκοσμίου πολέμου, ανέλαβε την προεδρία της οργανώσεως «Σοσιαλιστική Εργατική Κίνηση», ως εκπρόσωπος της οποίας ανέλαβε υφυπουργός Παιδείας άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Θεμιστοκλή Σοφούλη στις 26 Νοεμβρίου 1945, αξίωμα από το οποίο παραιτήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1946, η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20 Ιανουαρίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την ένωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Διατέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Τέλος το 1956 στη Βιέννη του απονεμήθηκε το μετάλλιο του Βραβείου Ειρήνης, το οποίο εκπροσωπούσε το σύνολο των χωρών που χαρακτηρίζονταν, τότε, ως σοσιαλιστικές.

Οι σχέσεις του με την Ελλαδική Εκκλησία

Στις 12 Νοεμβρίου 1953 ο Αιμίλιος Χουρμούζιος έγραψε εγκωμιαστικό άρθρο για το έργο «Καπετάν Μιχάλης», όπου μεταξύ άλλων αναφέρει «…Εδώ κινείται μια ολόκληρη μικρή πολιτεία και κινείται σύμμετρα, με θαυμαστή και ισόρροπη κατανομή ενδιαφέροντος, δημιουργεί την ατμόσφαιρα της ομαδικής ψυχής χωρίς να παραλείπει τα επιμέρους..». Η εφημερίδα «Εστία» απάντησε με δικό της άρθρο και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος ζήτησε την απαγόρευση των βιβλίων. Το ζήτημα έγινε θέμα επερωτήσεως στη Βουλή, με την οποία οι βουλευτές Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, Βουλοδήμος και Τζατζάνης, ζήτησαν να τους απαντήσει ο υπουργός Εσωτερικών «….ποία μέτρα σκέπτεται να λάβει η Κυβέρνησις δια την αντιμετώπισιν μιας καταστάσεως, η οποία όπως τονίζεται παραβλάπτει τον πολιτισμό της Χώρας», ενώ οι Γεώργιος Παπανδρέου, αρχηγός των Φιλελευθέρων και Σβώλος, αρχηγός του Δημοκρατικού κόμματος, αναφέρθηκαν στις συνέπειες που θα επέφερε πιθανή δίωξη του συγγραφέα.

Σχετικά με το βιβλίο είχε συνταχθεί, και υποβλήθηκε στη Σύνοδο, έκθεση του Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονα [Φωστίνη], στην οποία περιλαμβάνονταν αποσπάσματα από το βιβλίο, που ο συντάκτης θεωρούσε ότι προσβάλλουν τον κλήρο και την Εκκλησία και κήρυτταν την αθεΐα. Στις 16 Φεβρουαρίου 1955 στην εφημερίδα Βήμα, δημοσιεύθηκε η είδηση ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, αποφάσισε ότι έπρεπε να απαγορευθεί στην Ελλάδα η κυκλοφορία των βιβλίων «Ο τελευταίος πειρασμός» και «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Στις 17 Φεβρουαρίου η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος «…απέστειλε ..{..}.. έγγραφον προς το υπουργείον Δικαιοσύνης …{…}… ζητεί όπως δυνάμει του άρθρου 14 του Συντάγματος και του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων…{…}…», ενώ αποφάσισε να παραπέμψει «τον φάκελον …{…}… εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον» διότι όπως αναφέρονταν «…ο Καζαντζάκης κατάγεται εκ Κρήτης και η Εκκλησία της γενέτειράς του υπάγεται στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, …{…}… και διότι διαμένει στη Μητρόπολη Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας η οποία επίσης υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου» [8].

Στις 4 Μαΐου 1955, μετά την επιστροφή του από την Αντίμπ, διώχθηκε ως ιερόσυλος, και η κατηγορία σε βάρος του στηρίχθηκε σε αποσπάσματα από το έργο του «Kαπετάν Mιχάλης», καθώς και στο σύνολο του βιβλίου του «Ο Τελευταίος Πειρασμός», το οποίο δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμη στην Ελλάδα. H Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος τον καταράστηκε και ζήτησε από την κυβέρνηση, την απαγόρευση των βιβλίων του. Σε επιστολή που απηύθυνε στα μέλη της Ιεράς Συνόδου, έγραψε μεταξύ άλλων, «..Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ..».

Η διαθήκη του

Στις 12 Απριλίου 1956, στην Αντίμπ της Γαλλίας, είχε συντάξει ιδιόχειρη διαθήκη, με την οποία καθόριζε την τύχη των πνευματικών δικαιωμάτων του έργου του μετά τον θάνατο της συζύγου του. Σύμφωνα μ’ αυτήν, η κινητή και ακίνητη περιουσία του κληροδοτήθηκε στη σύζυγό του Ελένη Σαμίου, όμως, σύμφωνα με τη βούλησή του, όπως ρητά αναφέρεται, «…μετά τον θάνατο της συζύγου μου η εναπομένουσα περιουσία μου να περιέλθει εις τους φυσικούς μου κληρονόμους…». Το 2004 μετά το θάνατο της Ελένης Σαμίου, φυσικοί κληρονόμοι του συγγραφέα, ήταν ο 92χρονος ανιψιός του Μανώλης Σακλαμπάνης και τα μακρανίψια του Αναστασία Τσουχνικά, Θεοδώρα Προυγκίδη και οι Μιχάλης, Νίκος και Κώστας Τζανάκης. Η Ελένη Σαμίου το 1982 είχε υιοθετήσει τον Πάτροκλο Σταύρου, πρώην υφυπουργό της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον όποιο μεταβίβασε το 1995 με συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής, τα πνευματικά δικαιώματα επί του έργου του θανόντα συζύγου της.

Το 2004 μετά το θάνατο και της Ελένης Σαμίου, ξέσπασε δικαστική διαμάχη όταν η Θεοδώρα Σακλαμπάνη-Προγκίδη, η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Παρισιού, και η Αναστασία Σακλαμπάνη-Τσουχνικά, η οποία είναι μόνιμη κάτοικος Μονάχου, και οι δύο εγγονές της αδελφής του συγγραφέα Αναστασίας Σακλαμπάνη, διεκδίκησαν τα πνευματικά δικαιώματα του συγγραφέα. Το 2011 εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 346/2011 αμετάκλητη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία μοναδικός κληρονόμος, των πνευματικών δικαιωμάτων του συγγραφέα, είναι ο Πάτροκλος Σταύρου, θετός υιός της Ελένης Καζαντζάκη. Το Δεκέμβριο του 2011, με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, συγκροτήθηκε Επιτροπή για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη, με αποστολή την επανέκδοση των έργων του. Ο Πάτροκλος Σταύρου, έχει προσφύγει στη Διοικητική Δικαιοσύνη, εναντίον της αποφάσεως του Υπουργείου, ζητώντας την ακύρωσή της.

Το τέλος του

Το 1953 προσβλήθηκε από μόλυνση στο δεξιό του μάτι και νοσηλεύτηκε στην Ολλανδία και στο Παρίσι, όμως έχασε την όρασή του. Τον Ιούνιο του 1957 ταξίδεψε για δεύτερη φορά στην Κίνα, ως επίσημος προσκεκλημένος της κυβερνήσεως της συναντήθηκε με τον Τσου Ενλάι, και επιστρέφοντας νόσησε και έγινε διάγνωση καλοήθους λεμφοειδούς λευχαιμίας, από την οποία είχε νοσήσει, πιθανότατα, από το χειμώνα του 1938 εξ αιτίας ασιατικής γρίπης βαριάς μορφής. Νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη της Δανίας και το Φράιμπουργκ, [(Freibourg im Breisgau], της Γερμανίας, όπου και πέθανε στο νοσοκομείο.

Η σορός του μεταφέρθηκε αεροπορικά στο στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Ελευσίνα και παρά την παράκληση της συζύγου του να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στην Αθήνα, η Εκκλησία της Ελλάδος με εκπρόσωπό της το Θεόκλητο, τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, απέρριψε το αίτημα της που ήταν και αίτημα των Γ. Παπανδρέου καθώς και του κυβερνητικού επιτρόπου Θ. Σπεράντζα, να μείνει η σορός του σε ναό της Αθήνας μέχρι την αναχώρησή της για την Κρήτη και δεν επέτρεψε να εισέλθει η σορός του σε ναό, το βράδυ της Κυριακής 4 Νοεμβρίου 1957, που αφίχθηκε στην Αθήνα. Η σορός μεταφέρθηκε στη συνέχεια στο Ηράκλειο και η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στον Ναό του Αγίου Μηνά, με την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου, του πρωτοσυγκέλου του και 17 ιερέων, του τότε Υπουργού Παιδείας Αχιλλέα Γεροκωστόπουλου, και των Γεωργίου Παπανδρέου, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη καθώς και του Ιωάννη Θ. Κακριδή, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στην τελευταία της κατοικία τη σορό συνόδευσε ο στρατιωτικός ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος αργότερα τιμωρήθηκε με το αιτιολογικό ότι απουσίασε από την υπηρεσία του χωρίς άδεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών [9]. Στον τάφο του υπάρχει χαραγμένη η φράση από το έργο του Οδύσσεια, που ο ίδιος θεωρούσε ως το σημαντικότερο, «Δεν ελπίζω, τίποτε, δεν φοβάμαι τίποτε, είμαι ελεύθερος».

Η προτομή του, που είναι έργο του γλύπτη Θανάση Απάρτη, στήθηκε το 1958 στην Πλατεία Ελευθερίας του Ηρακλείου, με πρωτοβουλία της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών. Το όνομά του έχει δοθεί στον Κρατικό Αερολιμένα Ηρακλείου, που αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο ελληνικό αερολιμένα.

Εργογραφία [10]

Εμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα με το έργο «Η Αρρώστεια τού αιώνος», που το δημοσίευσε στο περιοδικό «Πινακοθήκη», την περίοδο Μάρτιος-Απρίλιος-Μάιος 1906, με το ψευδώνυμο «Κάρμα Νιρβαμή». Τον Αύγουστο του 1906 έγραψε, στο Ηράκλειο, το δράμα «Ξημερώνει», ενώ το χειμώνα του ίδιου χρόνου δημοσίευσε, στην Αθήνα όπου είχε εγκατασταθεί σ' ένα δωμάτιο στην οδό Σίνα 14, το πρώτο του βιβλίο με τίτλο, «Όφις και Κρίνο», σε 95 σελίδες, αφιερωμένο στην «Τοτώ...», όπως αποκαλούσε την Γαλάτεια Αλεξίου. Για το βιβλίο του έγραψε ο Ιωάννης Κονδυλάκης, «...Eκείνος όστις έγραψε το ημερολόγιον αυτό έχει αναγνώσει Δανούντσιον πολύ ή ολίγον, απ’ ευθείας ή διά του Έλληνος συγγραφέως των “Διηγημάτων του Δειλινού” και του “Ασματος των Ασμάτων”• και εις τον Δανούντσιον ανεκάλυψε το συγγραφικόν του ιδεώδες και μίαν συγγένειαν αισθημάτων και ιδεών, ήτις το έρριψεν εις την τροχιάν του Ιταλού ποιητού, όπως οι διάττοντες παρασύρονται εις την τροχιάν των μεγάλων άστρων, εις τα οποία πλησιάζουν...{...}... Αλλ’ ο συγγραφεύς του ημερολογίου δεν είνε ανάξιος εκείνου τον οποίον εξελέξεν ο θαυμασμός του ως οδηγόν και ως πρότυπον...{...}...Το ύφος έχει κάτι το βιβλικόν, κάτι τι ωρισμένως, από το "Άσμα των Ασμάτων"• και διά τούτο μία περικοπή εκ τούτου παρεισαγομένη ει τον μονόλογον του καλλιτέχνου, θα ηδύνατο σχεδόν να παρέλθη απαρατήρητο αν δεν την διέκοινεν η γλώσσα...{...}... Είπα τόσα διά τον βιβλίον (και δεν είπα αρκετά) και δεν ανέφερα το όνομα του συγγραφέως. Αλλά μήπως το γνωρίζω; Αντί ονόματος, εις την επικεφαλίδα του βιβλίου υπάρχει δυσπρόφερτον γυναικείον ψευδώνυμον «Κάρμα Νερβαμή». Αλλ’ είνε πρόδηλον ότι ο συγγραφεύς ανήκει εις το άσχημον φύλλον, και εκ της γλώσσης του φαίνεται ότι δεν είνε Αθηναίος....» [11].

Τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 1907 συνεργάστηκε ως χρονογράφος, υπογράφοντας με το ψευδώνυμο «Ακρίτας», στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου από πολύ νέος και χρησιμοποίησε διάφορα ψευδώνυμα, όπως «Πέτρος Ψηλορείτης», «Α. Γερανός» και «Κάρμα Νιρβαμή». Έγραψε επίσης και λίγα κριτικά κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά. Μετέφρασε Τζέιμς, Νίτσε, Έκερμαν, Δαρβίνο, Μπερξόν, Μακιαβέλι, Γκαίτε, Δάντη και αρχαίους Έλληνες ( Πλάτωνα και Όμηρο κλπ.), ενώ στο έργο του δέχτηκε επιδράσεις από τους Νίτσε, Μπερξόν, Σοπενάουερ, και από τα υπαρξιστικά και σοσιαλιστικά κηρύγματα και το βουδισμό. Το 1945, για δύο ψήφους απέτυχε να εκλεγεί στην Ακαδημία Αθηνών. Προτάθηκε τρεις φορές για το βραβείο Νόμπελ. Την πρώτη από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, με συνυποψήφιο τον Άγγελο Σικελιανό καθώς επίσης το 1952 και 1953, από τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών.

Ποιητικά έργα

  • «Τερτσίνες» και
  • «Οδύσσεια», το 1938, [το μακρότερο σύγχρονο έπος και το πιο συζητημένο έργο του. Το έργο είναι στα πρότυπα της «Οδύσσειας» του Ομήρου, που αποτελείται από 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες. Για το έργο εργαζόταν δεκατρία χρόνια και είχε εκδοθεί προηγουμένως σε οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Η πρώτη αυτοέκδοση έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1938, με χρήματα της αμερικανίδας Joe MacLeod.],

Ταξιδιωτικά

  • «Τι είδα στη Ρωσία», το 1928,
  • «Ισπανία», το 1937,
  • «Ιαπωνία-Κίνα», το 1938,
  • «Αγγλία», το 1941.

Θεατρικά

  • «Προμηθέας»,
  • «Κούρος»,
  • «Οδυσσέας»,
  • «Μέλισσα»,
με βυζαντινά θέματα
  • «Χριστός»,
  • «Ιουλιανός ο Παραβάτης»,
  • «Νικηφόρος Φωκάς»,
  • «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος»,
με βιβλικά και σύγχρονα θέματα
  • «Σόδομα και Γόμορα»,
  • «Χριστόφορος Κολόμβος»,
  • «Καποδίστριας» κλπ.

Μυθιστορήματα

  • «Σωτήρες του Θεού», το 1922-23,
  • «Καπετάν Μιχάλης»,
  • «Η Μόσχα φώναξε», το 1929,
  • «Βραχόκηπος», το 1939,
  • «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», το 1944, [εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947, ενώ το 1954 μετά την επανέκδοση του, βραβεύτηκε ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς. Το βιβλίο περιλαμβάνει τις εμπειρίες του από την αποκομιδή ξυλείας στο Άγιο Όρος, παράλληλα με την εκμετάλλευση του λιγνιτωρυχείου στην Πελοπόννησο.],
  • «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», το 1948, [στο βιβλίο αποτύπωσε τις εμπειρίες που αποκόμισε από την αποστολή που είχε αναλάβει για τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου],
  • «Τελευταίος Πειρασμός», το 1951, [το έργο καταγράφτηκε στον κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, στο «Index Librorum Prohibitorum». Σε τηλεγράφημα που έστειλε στην Επιτροπή του Index, περιείχε τη φράση «Ad tuum, Domine, tribunal apello», του απολογητή Τερτυλλιανού, που σημαίνει «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση»],
  • «Ο Φτωχούλης του Θεού», το 1953,
  • «Αδερφοφάδες», το 1963,
  • «Αναφορά στο Γκρέκο», το 1961.

Τα έργα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», που το σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, με τίτλο «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει», προβλήθηκε σαν τηλεοπτική σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός», γυρίστηκαν σε κινηματογραφικές ταινίες και προβλήθηκαν στη μεγάλη αλλά και στη μικρή οθόνη. Η προβολή τους προκάλεσε έντονες αντιδράσεις καθώς και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

Κριτική

Ουσιαστικό στοιχείο του έργου του αποτελούν το προσωπικό του ύφος και η απείθαρχη γλώσσα. Η γλώσσα του, οι εμπνεύσεις, οι συνθέσεις και τα θέματά του είναι παρμένα από την κοινωνική ζωή και την ιστορία και έχουν εξαιρετικό πλούτο, ποικιλία και δύναμη. Το έργο του αποτελεί ορόσημο, γιατί είναι ο πρώτος που ανίχνευσε ορίζοντες άγνωστους για την παραδοσιακή μας λογοτεχνία. Είναι ο πρώτος που δίνει μια παγκοσμιότητα στην εποπτεία των πραγμάτων και δημιούργησε το δικό του ιδιότυπο μηδενισμό, από τον οποίο προβάλλει δειλά κάποια αισιοδοξία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Βρέθηκε η ακριβής ημερομηνία γέννησης
  2. Η κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη
  3. [ Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, σελ. 723-724, «..Τι να Σας πω για την Ελένη; Γνωριστήκαμε σε μιαν εκδρομή στην Πεντέλη στα 1924. Παντρευτήκαμε 11.11.45. Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου· χωρίς αυτή θα 'χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, περήφανη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη..»]
  4. [«...Δε χύνεται ποτέ άδικα το αίμα. Δεν το ‘χεις ακουστά πως ένας σπόρος είναι η λευτεριά, μα δεν ποτίζεται αυτός με νερό για να πιάσει, παρά με αίμα;...»]
  5. [«..Ο Νίτσε με δίδαξε...πως δεν πρέπει ποτέ να ‘χεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος...Να παλεύεις χωρίς να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, ...{..}... είναι η αληθινή ελευθερία».]
  6. [«..Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. Αγωνία μέσα σου. Κάποιος παλεύει να φύγει, να ξεσκιστεί από τη σάρκα σου, να γλιτώσει από σένα..».]
  7. Ο Νίκος Καζαντζάκης στον Ισπανικό Εμφύλιο Εφημερίδα «Το Βήμα», 23 Μαΐου 1999, «..Μα εγώ ήμουν χαρούμενος, γιατί είδα έναν άνθρωπο αποφασισμένο και γαλήνιο, τέλειο όργανο της εποχής του, πειθαρχημένον εργάτη και συνεργάτη του φοβερού, ανήλεου καιρού που ζούμε..».
  8. [Εφημερίδα «Το Βήμα», 17 Φεβρουαρίου 1955]
  9. Η σταύρωση του Νίκου Καζαντζάκη Έρευνα της Ελένης Κατσουλάκη, Λογοτεχνικό περιοδικό «Ο Λόγος» της Αυστραλίας
    «..- Τιμωρηθήκατε;
    - Ναι. Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξη μήνες!...»
  10. Eργογραφία Νίκου Καζαντζάκη
  11. [ Ιωάννης Κονδυλάκης, «Διαβάτης», εφημερίδα «Εμπρός», 18 Ιανουαρίου 1906]