Παύλος Καρρέρ

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παύλος Καρρέρ ή Καρρέρης, Έλληνας συνθέτης σκηνικής, φωνητικής και οργανικής μουσικής που συνέθεσε κυρίως όπερες, με καταγωγή από τα Επτάνησα, από τους σημαντικότερους Επτανήσιους συνθέτες του 19ου αιώνα, μία πολύ σπουδαία μουσική προσωπικότητα που χαρακτηρίστηκε ως «Ο συνθέτης της Επαναστάσεως του 1821» και «Ο Πρόδρομος της εθνικής μας μουσικής», γεννήθηκε το μεσημέρι της Κυριακής 12 Μαΐου 1829 και πέθανε στις 7 Ιουνίου 1896 στη Ζάκυνθο, μετά από μακρά ασθένεια.

Στις 5 Μαρτίου 1859 παντρεύτηκε στη Ζάκυνθο με την υψίφωνο Ισαβέλλα Ιατρά ή Γιατρά, κόρη του λόγιου, ζωγράφου και εργολάβου Κωνσταντίνου Ιατρά [1] και της Σάρας Χάρδιγκ, πρωταγωνίστρια και ερμηνεύτρια των μουσικών του έργων, με την οποία εγκαταστάθηκαν στο Ζαχαράδο Ζακύνθου. Από το γάμο τους γεννήθηκε ένας γιος, που πέθανε ανήλικος στις 8 Ιουλίου 1866 και δύο κόρες, μια από τις οποίες ήταν η Μαρία που πήρε το όνομα της πρώτης δασκάλας του πατέρα της στο πιάνο.
Παύλος Καρρέρ

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Οι οικογενειακές του ρίζες χάνονται στην Κύπρο και τη Μάλτα και σύμφωνα με τον Διονύσιο Ρώμα καταγόταν από τον κλάδο των βαρώνων Μεγαδούκα-Λάσκαρη. Γονείς του ήταν ο γαιοκτήμονας Κωνσταντίνος Καρρέρ και η Πηγή Χαριάτη και αδέλφια του η Ιωάννα και ο Φρειδερίκος, πολιτικός και λογοτέχνης. Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στην ιδιαίτερη πατρίδα του ως το 1840, όταν στάλθηκε στην Κέρκυρα όπου παρακολούθησε μαθήματα στο «Ιόνιο Γυμνάσιο», υπό τη διεύθυνση του Φραγκίσκου Οριόλη.

Μουσικές σπουδές

Τον Ιούνιο του 1842, πριν εγκαταλείψει την Ελλάδα προκειμένου να σπουδάσει, επισκέφθηκε με το θείο του Κωνσταντίνο Ρώμα, την Πάτρα και το Μεσολόγγι όπου παραβρέθηκαν σε ένα πανηγύρι στο ξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννη και οι εικόνες απ' αυτό το πανηγύρι χαράχθηκαν στη θύμηση του και αργότερα γέννησαν το έργο «Μάρκος Μπότσαρης». Στη συνέχεια μέσω Τεργέστης, Βενετίας, έφτασε στο Παρίσι, για να παρακολουθήσει μαθήματα στο Λύκειο «Ερρίκος Δ'». Λόγω των πολιτικών ανωμαλιών της εποχής, κατέφυγε αρχικά στο Λονδίνο και στη συνέχεια στην κωμόπολη Woodside στα περίχωρα του Λίβερπουλ, όπου ο Τζαίημς Σπενς, [James Spence], ένας Άγγλος ευπατρίδης τον έθεσε υπό την προστασία του, ενώ η ανιψιά του Μαρία Μακ Ναμπ, τον δίδαξε στοιχεία μουσικής και πιάνο.

Το Μάρτιο του 1843 γύρισε στη Ζάκυνθο, όπου την περίοδο 1946-1847 παρακολούθησε σχεδόν όλες τις παραστάσεις όπερας που δίνονταν. Παράλληλα συνέθετε μελωδίες στο πιάνο, και παρακολουθούσε μαθήματα με τους Ιταλούς μαέστρους Τζουζέππε Κρίκα [Giuseppe Cricca] και Φραντσέσκο Μιρανγκίνι, [Francesco Mirangini ή Maragoni] αρχιμουσικούς της Φιλαρμονικής Ζακύνθου, ενώ μελετούσε φιλολογία και ιστορία με την εποπτεία του καθηγητή Ιγνάτιου Μαρτζώκη και του ιερομονάχου Στρατούλη, μετέπειτα Επισκόπου Κυθήρων. Από το Σπύρο Μοτσενίγο μαρτυρείται, δίχως όμως επαρκή τεκμηρίωση, ότι το 1848 και για κάποιο διάστημα μαθήτευσε στην Κέρκυρα, κοντά στον Νικόλαο Μάντζαρο, με τον οποίο, από το ίδιο χρόνο, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις.

Το 1850 ανακοίνωσε στους οικείους του την πρόθεσή του να ακολουθήσει καριέρα μουσικού. Αν και αρχικά αντιμετώπισε την αντίδραση του οικογενειακού κύκλου του, τελικά με τη συναίνεση των γονέων του και την οικονομική στήριξη του θείου του Διονυσίου Καρρέρ, για έναν διετή κύκλο σπουδών, αναχώρησε στις 10 Μαΐου 1850, για ανώτερες μουσικές σπουδές στο Μιλάνο, όπου έφτασε στις 25 του ίδιου μήνα. Παρακολούθησε μαθήματα ανώτερων θεωρητικών από τους Ραϊμόντο Μποσσερόνε [Bosserone], Βίντερ [Winter], Τασσίστρι [Tassistri] και άρχισε να συνθέτει τις πρώτες του όπερες. Δεν κατάφερε να παρακολουθήσει μαθήματα στο Ωδείο του Μιλάνου καθώς η φοίτηση ήταν υποχρεωτικά επταετής και απαιτείτο η ύπαρξη εγγυητού. Τον Απρίλιο και Μάιο του 1857 συνέθεσε για τους εκδότες Τζιοβάννι Κάντι και Ρικόρντι χορούς για πιάνο και φωνητικές ασκήσεις για τη Σχολή τραγουδιού των Βασιλικών Θεάτρων. Την ίδια περίπου εποχή, λόγω της αδυναμίας του να παρουσιάσει έργα του στη Σκάλα του Μιλάνου, καθώς οι εργολάβοι απαιτούσαν υπέρογκα ποσά για την παράσταση, ο φίλος του Ιταλός φιλόλογος Ροβάνι του υπέβαλε την ιδέα του επαναπατρισμού και της σύνθεσης μελοδραμάτων και τραγουδιών σχετικών με την Ελληνική ιστορία.

Εγκατάσταση στη Ζάκυνθο

Ο Καρρέρ στις 29 Ιουλίου 1857 αναχώρησε από το Μιλάνο και τον Αύγουστο του ίδιου έτους επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Στις 14 Απριλίου 1858, με προτροπή του διευθυντή της Ιταλικής βιβλιοθήκης Braindese, επισκέφθηκε το παλάτι και συναντήθηκε με τους βασιλείς Όθωνα και Αμαλία, που όταν άκουσαν αποσπάσματα του έργου του «Μάρκος Μπότσαρης», προσφέρθηκαν να φροντίσουν για την παράσταση του στην Αθήνα, όμως η προσπάθειά τους συνάντησε αντιδράσεις και ματαιώθηκε. Τελικά η παράσταση του έργου δόθηκε στις 30 Απριλίου 1861 στην Πάτρα. Το 1871, με πρωτοβουλία του δημάρχου Ζακύνθου Φραγκίσκου Τζουλάτη συστάθηκε Επιτροπή Φιλαρμονικής Εταιρείας, με πρόεδρο τον Παύλο Καρρέρ και αρχιμουσικούς τους Ιταλούς Francesco de Luigi και Anselmi, ενώ σχηματίστηκε μπάντα που, στις 17 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, πραγματοποίησε εμφάνιση στην Πλατεία Γεωργίου, τη σημερινή πλατεία Διονυσίου Σολωμού, όπου βρίσκεται η προτομή του Καρρέρ.

Ο Καρρέρ που την περίοδο από το 1871 έως το 1872 διατέλεσε πρόεδρος της Φιλαρμονικής Ζακύνθου, υπέβαλε τον Απρίλιο του 1875, τα τραγούδια «Νανούρισμα», «Οι σύντροφοι», «Το ορφανό», «Το φίλημα», «Ο ψαλμός», «Επιθυμία», «Ο ψωμοζήτης», «Πολεμικόν», στον «Ολυμπιακό Μουσικό Αγώνα» του Ζαππείου Κληροδοτήματος. Διατέλεσε εταίρος και επίτιμο μέλος της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κέρκυρας. Στη διάρκεια του βίου του εργάστηκε ως μουσικοδιδάσκαλος, διευθυντής ορχήστρας και συμβασιούχος ιμπρεσάριος. Η ιστορική κωμωδία «Το ζαμπελάκι» του Διονυσίου Ρώμα, είναι βασισμένη στη ζωή του Παύλο Καρρέρ και της Ισαβέλλας Γιατρά και περιγράφει με ρομαντικό τρόπο το ειδύλλιο τους.

Μουσικά έργα [2]

Δέχτηκε την επίδραση της ιταλικής μουσικής, ιδιαίτερα του Ντονιτζέτι, του Μπελλίνι και του εθνικιστή Τζουζέπε Βέρντι, ενώ μερικοί ξεχωρίζουν στα έργα του και κάποιο μακρινό απόηχο του Βέμπερ. Ο Καρρέρ ήταν ο πρώτος Έλληνας μουσουργός, ο οποίος παρουσίασε μία ολοκληρωμένη συλλογή από φωνητικά έργα με εθνικά θέματα, ελληνόγλωσσα λιμπρέτα και στίχους, καθώς και μελωδίες εμπνευσμένες από τη δημοτική παράδοση, αλλά και τη νεώτερη δημιουργία της Ελλάδος. Υπήρξε ίσως το πολυγραφότερο μέλος της Β' Επτανησιακής σχολής και κυρίως συνθέτης του λυρικού θεάτρου. Διέθετε ευρεία μουσική παιδεία, ήταν πολυταξιδεμένος και πολυγραφότατος.

Έγραψε 14 όπερες, συνέθεσε πλήθος τραγουδιών, λειτουργική και οργανική μουσική, όμως τα χειρόγραφα ορισμένων μελοδραματικών του έργων θεωρούνται χαμένα από τους σεισμούς του 1953 και την μεγάλη πυρκαγιά που ακολούθησε στη συνέχεια. Τα περισσότερα φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας ή της Ιταλίας, ενώ υπάρχουν και σε ιδιωτικές συλλογές. Συνέθεσε όπερες, χορούς, πόλκες και μεμονωμένα τραγούδια, ενώ έγραψε το δημοφιλέστερο ελληνικό κομμάτι του 19ου αιώνος, τον «Γέρο Δήμο». Μαζί με το Διονύση Λαυράγκα, ήταν αυτοί που έγραψαν τις πρώτες καντάδες. Η μουσική του επηρέασε μουσουργούς όπως ο Μανώλης Καλομοίρης και ο Νικόλαος Σκαλκώτας, οι οποίοι επέκτειναν τα Εθνικά στοιχεία του έργου του.

Ιταλική περίοδος

Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία έγραψε και παρουσίασε σε θέατρα του Μιλάνου, που τότε ήταν υπό την κατοχή της Αυστρίας, τα σκηνικά έργα,

  • «Bianca di Belmonte» [Μπιάνκα του Μπελμόντε],
  • «Azione coreografica divisa in cinque atti» (Teatro alla Canobbiana) το 1850,
  • «Dante e Bice» [Δάντης και Βεατρίκη], σε κείμενο Σεραφίνο Τορέλλι και τρεις πράξεις,
  • «Melodramma storico-fantastico in tre atti» (Teatro Carcano) το 1852,
  • «Cadet Barbiere» [Κάντετ, ο μπαρμπέρης],
  • «Balletto comico in tre atti» (Teatro allaCanobbiana) το 1853,
  • «Isabella d’Aspeno» [Ισαβέλλα του Άσπεν], παραστάθηκε το 1853 στην Κέρκυρα κι υπήρξε ένα από τα κύρια δραματουργικά πρότυπα του «Χορού των μεταμφιεσμένων» του Τζουζέπε Βέρντι.
  • «Melodrammatragico in quattro parti diviso in tre atti» (Teatro Carcano) το 1854,
  • «La Rediviva» [Η Νεκραναστημένη], παραστάθηκε στην Κέρκυρα,
  • «Tragedia lirica in un prologo e tre atti» (Teatro Carcano) το 1856.

Όπερες

  • «Ο Προσκυνητής της Καστίλλης», μικρή όπερα για υψίφωνο, χορωδία και ορχήστρα,
  • «Η Αναζήσασα», το 1854, της οποίας σώζεται το λιμπρέτο, πρώτη παράσταση στην Ελλάδα στις 25 Δεκεμβρίου 1857, στην Κέρκυρα,
  • «Μάρκος Μπότσαρης», μελόδραμα με λιμπρέττο του Ιταλού ποιητή Τζοβάνι Κατσαλούπι και μετάφραση του Ιωσήφ Σαπίου.

Πρόκειται για μια μυθιστορηματική αφήγηση της δράσεως του στρατηγού Μάρκου Μπότσαρη στη διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου και μέχρι και τον ηρωικό του θάνατο στη Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Θεωρείται η μεγαλύτερη ελληνική μελοδραματική επιτυχία του 19ου αιώνα. Πρωτοπαίχτηκε στις 30 Απριλίου 1861 στην Πάτρα, ενώ μέχρι το 1939 ολόκληρη η όπερα είχε ανέβει σε πολλά θέατρα και στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, σε πόλεις όπως η Αλεξάνδρεια, το Κάιρο, η Μασσαλία, η Τεργέστη, το Σικάγο, η Σιένα, η Οδησσός, το Βουκουρέστι, η Βράιλα και άλλες.

Στην Αθήνα το έργο παραστάθηκε το 1875 στο θέατρο «Απόλλων», ένα από τα «παριλίσια» θέατρα, αυτά που βρίσκονταν κοντά στις όχθες του Ιλισού. Σύμφωνα με την «Παλιγγενεσία», εφημερίδα της εποχής, «...Ηυδόκησε τέλος να αναβιβασθεί επί σκηνής έργον Έλληνος μουσουογού επί εθνικής υποθέσεως». Ανάμεσα στο κοινό της πρεμιέρας ήταν οι τελευταίοι απόγονοι και συγγενείς του Μάρκου Μπότσαρη. Σύμφωνα με την «Παλιγγενεσία», «...τον Μάρκον Μπότσαρην υπεδύθη ο τενόρος Πέτροβιτς...». Στις 19 Δεκεμβρίου 1864, μετά την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, το έργο παραστάθηκε στην Ζάκυνθο.

  • «Fior di Maria», το 1867, παρουσιάστηκε στην Κέρκυρα το 1868,
  • «Κυρά Φροσύνη», τετράπρακτη όπερα, το 1869 και θεωρείται σήμερα χαμένη, μια και η τελευταία παρτιτούρα, πουλήθηκε στην Αμερική, Παραστάθηκε το 1872 στην Πάτρα και στις 12 Ιουλίου 1875 στο θέατρο «Απόλλων» στην Αθήνα.

Η ιστορία της ενέπνευσε τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο οποίος έγραψε το 1859 ένα ποίημα αφιερωμένο σε αυτήν, επί του οποίου και βασίσθηκε ο Καρρέρ και έγραψε ομώνυμη όπερα.

  • «Μαρία Αντουανέττα»,
  • «Ο κόντε Σπουργίτης» ή «Λιποθυμίαις και νευρικά»,
  • «Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου», μονόπρακτη, γράφηκε το 1875 και παραστάθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1882, στην Πάτρα,
  • «Μαραθών-Σαλαμίς», ολοκληρώθηκε το 1886 με σκοπό να εγκαινιάσει το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1888.

Πρωτοπαρουσιάστηκε από την Εθνική Λυρική Σκηνή στο Θέατρο «Ολύμπια» το 2003, δηλαδή 115 χρόνια μετά. Βασίζεται σε ιταλικό ποιητικό κείμενο του καθηγητή Μέμνονα Μαρτζώκη και η υπόθεση διαδραματίζεται το 480 π.Χ., πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Τραγούδια

Έγραψε τα τραγούδια,

  • «Το αηδόνι», βαλς,
  • «Κάρκανο»,
  • «Έχετε γεια ψηλά βουνά»,
  • «Ξύπνα, γλυκειά μου αγάπη»,
  • «Ανθός και Αυγούλα»,
  • «Το φεγγάρι»,
  • «Γέρο Δήμος» [3], τον Αύγουστο του 1857, σε στίχους Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, το οποίο δημιουργήθηκε ως τραγούδι ανεξάρτητο και κατόπιν εντάχθηκε από τον συνθέτη ως άρια στην όπερα «Μάρκος Μπότσαρης» [4].

Ο Καρρέρ συνέθεσε το τραγούδι μετά τον οριστικό επαναπατρισμό του στη Ζάκυνθο και το αποκαλούσε «συνέχεια των Ελληνικών μελωδιών». Το τραγούδι αποτελεί την πλέον εμβληματική μελωδία όλης της ελληνικής μουσικής. Η δημοτικότητά του είναι τόσο μεγάλη ώστε έχει λησμονηθεί ο συνθέτης, και το έργο θεωρείται ως δημοτικό τραγούδι, γεγονός μοναδικό στα μουσικά χρονικά.

  • «Το μοιρολόι του Σαραντάρα», σε στίχους του Διονυσίου Καρρέρ,
  • «Ο Στρατιώτης»,
  • «Τα άνθη»,
  • «Η Μαρία», αργότερα ενσωματώθηκε στην όπερα «Κυρα Φροσύνη»,
  • «Η κουτσομπόλα», ποτ-πουρί και καντρίλλιες σε μελωδίες από ιταλικές όπερες της εποχής,
  • «Λεύκωμα στη Βασίλισσα Όλγα»,
  • «Κωνσταντίνος-Σοφία» [5],
  • «Λάμπρος»,
  • «Ντον Πίνια»,
  • «Διατί, γλυκό φεγγάρι»,
  • «Μόλις έφεγγε τ' αστέρι»,
  • «Τα τραγούδια μου τά 'λεγες όλα»,
  • «Την είδα την ξανθούλα»,
  • «Το ρόδον της αγάπης»,
  • «Νανούρισμα»,
  • «Οι σύντροφοι»,
  • «Το ορφανό»,
  • «Το φίλημα» ή «Μια βοσκοπούλα αγάπησα», σε στίχους του εθνικού αγωνιστή και ποιητή Γεωργίου Ζαλοκώστα.
  • «Ο ψαλμός»,
  • «Η Επιθυμία»,
  • «Ο ψωμοζήτης»,
  • «Το Πολεμικόν».

Διακρίσεις

Η διωδία του «Ιουλία και Ρωμαίος» βραβεύτηκε το 1885, με τον Β' Έπαινο στον Μουσικό Διαγωνισμό της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας. Η προτομή του στήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1952, έξω από το Δημοτικό Θέατρο της Ζακύνθου και καταστράφηκε το 1853 στους σεισμούς στα Ιόνια νησιά, στους οποίους χάθηκε και το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου του, ενώ ότι διασώθηκε οφείλεται στον Νικόλαο Α.Βαρβιάτη.

Συγγραφικό έργο

Έχει συγγράψει το έργο

  • «Απομνημονεύματα», έχουν δημοσιευθεί από το Ντίνο Κονόμο το 1962, στη «Φιλολογική Πρωτοχρονιά» και το 2003 κυκλοφόρησαν από το «Μουσείο Μπενάκη».

Από την αυτοβιογραφία του λείπει ένα σημαντικό μέρος της, εκείνο το οποίο περιείχε ενδιαφέρουσες πληροφορίες για προσωπικότητες της ιταλικής μουσικής ζωής των μέσων του 19ου αιώνος, που ο συνθέτης γνώρισε από κοντά, καθώς κάποιος, για άγνωστους λόγους, αφαίρεσε τα χειρόγραφα αυτής της περιόδου.

Εξωτερικές συνδέσεις

Βιβλιογραφία

  • «Παύλος Καρρέρης, ο Ζακυνθινός μουσουργός», Νικόλαος Βαρβιάνης, Ζάκυνθος 1975, Μουσείον Σολωμού και επιφανών Ζακυνθίων

Παραπομπές

  1. [O Κωνσταντίνος Ιατράς ή Γιατράς ήταν Έπτανήσιος ζωγράφος και λόγιος του 19ου αιώνα, που γεννήθηκε το 1811 και πέθανε το 1888. Σπούδασε στη Ρώμη, δίδαξε ζωγραφική στη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα και τη Σμύρνη. Τον προόριζαν να γίνει ιερωμένος, όμως άλλαξε γνώμη όταν ερωτεύτηκε και το 1832 παντρεύτηκε την Αγγλίδα Σάρα Χάρδιγκ. Καρπός του γάμου τους ήταν η Ισαβέλλα Ιατρά, μετέπειτα σύζυγος του Παύλου Καρρέρ, η οποία σταδιοδρόμησε ως υψίφωνος.]
  2. Καρρέρ Παύλος Musicportal.gr
  3. «Γέρο Δήμος»-Κώστας Πετρόπουλος Ηχογράφηση του 1923 στη Νέα Υόρκη.
  4. O Μάρκος Μπότσαρης του Παύλου Καρρέρ: Μια εθνική όπερα. Αύρα Ξεπαπαδάκου.
  5. Η παρτιτούρα του έργου «Κωνσταντίνος-Σοφία».