Αναστάσιος Πηχιών

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αναστάσιος Πηχιών (που λανθασμένα αναφέρεται ως Πηχεών), Έλληνας εθνικιστής, εκπαιδευτικός και Εθνικός αγωνιστής, δημιουργός του Πρώιμου Μακεδονικού Αγώνα, των περιώνυμων Πηχιωνικών, επικεφαλής της Επαναστάσεως του 1878 στην περιοχή του Βούρινου, γεννήθηκε το 1836 στην πόλη Οχρίδα ή Αχρίδα στο υπό Σλαβική κατοχή τμήμα της Μακεδονίας και πέθανε στις 24 Μαρτίου 1913 στην Καστοριά.

Το 1867 παντρεύτηκε με την Αικατερίνη το γένος Κωνσταντίνου Παπάζογλου από την Καστοριά, γάμος μέσω του οποίου συνδέθηκε με συγγενική σχέση με πολλές οικογένειες της Καστοριάς. Από το γάμο του ο Αναστάσης έγινε πατέρας οκτώ παιδιών, πέντε κοριτσιών και τριών υιών, πρωτότοκος από τα οποία ήταν ο Φιλόλαος [1], μετέπειτα Ανώτατος Αξιωματικός Ιππικού στον Ελληνικό Στρατό. Άλλος γνωστός από τους γιους του ήταν ο Κωνσταντίνος.

Βιογραφία

Πατέρας του Αναστάσιου ήταν ο -βλάχικης καταγωγής- Ηλίας Πηχιών που εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Αχρίδα προερχόμενος από το χωριό Σίπισχα της Μοσχοπόλεως. Αδελφός του Αναστάση ήταν ο Πέτρος Πηχιών.

Σπουδές

Ο Αναστάσιος παρακολούθησε τις εγκύκλιες σπουδές στην Αχρίδα και στο Μοναστήρι, όπου είχε δάσκαλο τον Μαργαρίτη Δήμιτσα, στο ιδιωτικό σχολείο του οποίου δίδαξε επί ένα χρονικό διάστημα -μετά την αποφοίτηση του, και βοήθησε τον δάσκαλο του στην συγγραφή διάφορων μελετών του. Το 1856, με την προτροπή του Δήμιτσα, μετέβη στην Αθήνα όπου παρακολούθησε τα μαθήματα του Γυμνασίου από το οποίο αποφοίτησε και το 1859 γράφηκε στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Προκειμένου να καλύπτει τα έξοδα των σπουδών του αντέγραφε διάφορα έγγραφα και συγγράμματα και από το δεύτερο χρόνο των σπουδών του έλαβε υποτροφία από το Βελλίειο κληροδότημα.

Ως φοιτητής συμμετείχε στις κινητοποιήσεις των φοιτητών, τόσο για το Μακεδονικό ζήτημα όσο και κατά του θεσμού της Βασιλείας και του Βασιλιά Ὀθωνα, δράση για την οποία, μετά τη στάση της φρουράς του Ναυπλίου το 1862, συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Πέτρο και φυλακίστηκε στις φυλακές Γαρμπολά. Μετά την αποφυλάκιση τους οι αδελφοί Πηχιών αποφάσισαν να μεταβούν στην Αχρίδα γιατί παρακολουθούνταν στενά από την Αστυνομία. Εκεί ο Αναστάσιος πληροφορήθηκε ότι το Πανεπιστήμιο θα έμενε κλειστό για ένα χρόνο, λόγω των ταραχών και ως εκ τούτου δεν θα είχε τα έσοδα του Βελλιείου κληροδοτήματος, λόγος για τον οποίο αποφάσισε τη διακοπή των Πανεπιστημιακών του σπουδών.

Ελληνοδάσκαλος

Το 1863 ο Πηχιών δέχθηκε τη θέση του Ελληνοδιδασκάλου στην Κλεισούρα όπου δίδαξε για δύο χρόνια. Από εκεί αρχίζει και η εθνική του δράση. Ανέτρεψε την προπαγάνδα και τις ενέργειες των Ρουμάνων πρακτόρων, οι οποίοι με αρχηγό τον Απόστολο Μαργαρίτη δρούσαν στην περιοχή, όμως οι ρουμανίζοντες κάτοικοι επικράτησαν των Ελληνοφρόνων και έτσι μετά την διετή θητεία του στη Κλεισούρα δεν ανανεώθηκε η σύμβαση του. Το 1865 υπέγραψε σύμβαση με την κοινότητα της Καστοριάς και διορίσθηκε Ελληνοδιδάσκαλος στο Ελληνικό σχολείο, όπου υπηρέτησε μέχρι το 1875 ενώ τα επόμενα δύο χρόνια, υπηρέτησε ως διευθυντής του ημιγυμνασίου Κοζάνης. Το 1878 αναδιορίσθηκε στη διδασκαλική του θέση στη Καστοριά.

Εθνική δράση

Στη Καστοριά εργάστηκε σκληρά για την αντιμετώπιση των πρώτων βουλγαρικών ενεργειών στην επαρχία, οι οποίες άρχισαν στην περιοχή της Καστοριάς και ιδιαίτερα στα Κορέστια από το 1860 ήδη. Το 1872, όταν ιδρύθηκε στη Καστοριά ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος με σκοπό την ίδρυση και χρηματοδότηση ελληνικών σχολείων και οικοτροφείων, ο Πηχιών αφιέρωσε μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του στην πρόοδο και επίτευξη των σκοπών. Στη επιτέλεση του έργου του τον βοήθησαν σημαντικοί λόγοι της εποχής κυρίως ο γιατρός και λόγιος Αναστάσιος Γούδας και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Ασώπιος, Ηπειρώτες από το Γραμμένο Ιωαννίνων. Το 1878, όταν μετά την υπογραφή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας, ξεσηκώθηκαν οι Έλληνες της Μακεδονίας και πραγματοποίησαν έντονες διαμαρτυρίες προς τις μεγάλες Δυνάμεις, ο Πηχιών από τη Κοζάνη όπου βρίσκονταν εκείνη την περίοδο, κινητοποίησε, με εντολή του προξένου Μοναστηρίου, τους συνεργάτες του στην Καστοριά και βορειοτέρα συγκεντρώνοντας υπογραφές διαμαρτυρίας. Μαζί με τον Κοζανίτη προύχοντα Ιωάννη Γκοβεδάρο και τον αρχηγό των επαναστατών της Δυτικής Μακεδονίας Ιωσήφ Λιάτη, κήρυξαν την επανάσταση στη Δυτική Μακεδονία, στο όρος Μπούρινο, και σχημάτισαν την Προσωρινή Κυβέρνηση της Επαρχίας Ελιμείας.

Μακεδονικός αγώνας

Το 1867 ο Πηχιών ίδρυσε την μυστική οργάνωση «Εθνική Επιτροπή», την «Νέα Φιλική Εταιρεία», μαζί με τους Νικόλαο Φιλιππίδη από το Μοναστήρι, τον γιατρό Ιωάννη Αργυροπουλο από την Κλεισούρα και τον Θωμά Πασχίδη από την Ήπειρο, η οποία επεξέτεινε τη δράση της από Βογατσικό μέχρι Κορυτσά με τις συμμετοχές των: Ιωάννη Σιώμου, Αργύριου Βούζα, γιατρού από τη Φλώρινα, Νικόλαου Τουτουντζή, Βασίλειου και Νικόλαου Ωρολογόπουλο Ρέτζη και Απόστολου Σαχίνη. Το 1882 ο Αναστάσιος παραιτήθηκε από την διδασκαλική του θέση και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην προετοιμασία του Μακεδονικού Αγώνα. Ήταν εκπρόσωπος του Συλλόγου, ειδικός γραμματέας του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Καστοριάς και του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως, εκπρόσωπος του Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, στενός ειδικός συνεργάτης του Ελληνικού προξενείου Μοναστηρίου και της μυστικής Επιτροπής Καστοριάς, συντονιστής της δραστηριότητας των ελληνικών ανταρτικών ομάδων της Δυτικής Μακεδονίας, και με δικές του ενέργειες ενισχύονταν και υποστηρίζονταν, από τους τοπικούς εθνικούς παράγοντες, και είχαν εθνοπρεπή και εθνωφελή δράση οι ανταρτικές ομάδες των οπλαρχηγών Αθανασίου Μπρούφα και Καραναούμη. Ο Πηχιών οργάνωσε το δίκτυο μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών από την έως τότε ελεύθερη Ελλάδα και είχε δημιουργήσει εργαστήριο κατασκευής φυσιγγίων στην Καστοριά. Η δράση του υπέρ των Ελληνικών συμφερόντων επέσυρε την προσοχή των Τουρκικών αρχών, άλλωστε σ' αυτό συντέλεσαν και σχετικές πληροφορίες από τους, πράκτορες της Ρουμανικής προπαγάνδας, Απόστολο Μαργαρίτη και τον ηγούμενο Φαβεριάλ της μονής των Λαζαριστών στο Μοναστήρι.

Σύλληψη / Καταδίκη / Φυλάκιση

Τον Ιανουάριο του 1887 οι Τουρκικές αρχές πραγματοποίησαν έρευνα στο σπίτι του Αναστάσιου, ανακάλυψαν ενοχοποιητικά στοιχεία και τον συνέλαβαν. Στις αρχές του 1888 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν 15 Κλεισιουριώτες και περισσότεροι από σαράντα Καστοριανοί μαζί με Μπογκατσιώτες κυρίως και Κορυτσιώτες, που οδηγήθηκαν στις φυλακές του Μοναστηρίου για να δικασθούν. Ο Πηχιών μεταφέρθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου όπου παρέμεινε έγκλειστος τρία χρόνια. Στη δίκη που ακολούθησε αποκαλύφθηκε πως οι Έλληνες των περιοχών της Κλεισούρας, Χρούπιστας, Νέβεσκας, Βλάστης, Καστοριάς, Φλώρινας, Μοναστηρίου, Μεγάροβου, Αχρίδας, Κορυτσάς και γενικότερα της Δυτικής Μακεδονίας είχαν δημιουργήσει μυστική επαναστατική οργάνωση η οποία βρίσκονταν σε στενές επαφές με το προξενείο του Μοναστηρίου και ο Πηχιών αποδέχθηκε την ευθύνη της προσπάθειας. Το στρατοδικείο του Μοναστηρίου τον καταδίκασε σε πενταετή κάθειρξη σε φρούριο και ισόβια εξορία στην Υεμένη, ως ο βασικός ενεχόμενος στη δημιουργία επαναστατικής οργανώσεως με την καθοδήγηση των προξενείων Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου και απέφυγε την θανατική καταδίκη λόγω του διεθνούς αντίκτυπου που προκάλεσε η σύλληψή του. Εξέτισε μέρος της ποινής του στην Πτολεμαΐδα της Συρίας, όπου μεταφέρθηκε στο εκεί φρούριο με τη συνοδεία ενός Τούρκου λοχία τον Ιούνιο του 1890. Ο Πηχιών παρέμεινε έγκλειστος μέχρι τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους όταν κατόρθωσε να δραπετεύσει.

Εγκατάσταση στην Αθήνα

Τον Οκτώβριο του 1890 ο Πηχιών έφτασε στην Αθήνα, όπου αντιμετώπισε την αδιαφορία της Ελληνικής κυβερνήσεως και των ιθυνόντων φτάνοντας σε έσχατο σημείο εξαθλιώσεως και σε αδυναμία να εξοικονομεί τα προς το ζειν. Το 1892 κατέλαβε τη θέση παιδονόμου στη Ριζάρειο Σχολή, ύστερα από πρωτοβουλία φίλων του, όπου υπηρέτησε από τον Φεβρουάριο του 1892 μέχρι τον Ιούλιο του 1908, όποτε και συνταξιοδοτήθηκε. Εκείνο τον Ιούλιο εξερράγη η επανάσταση των Νεοτούρκων και μετά την επικράτησή της απονεμήθηκε γενική αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς καταδίκους.

Επάνοδος στην Μακεδονία

Ο Πηχιών επανήλθε στην Καστοριά, όπου κατοικούσε η οικογένεια του, στις 20η Οκτωβρίου 1908. Έζησε την ευτυχία να παρακολουθήσει την έπαρση της Ελληνικής σημαίας στην κορυφή του λόφου της Καστοριάς από τον πρωτότοκο υιό του Φιλόλαο, Ανθυπίλαρχο του Ελληνικού στρατού και οπλαρχηγό του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος προτιμήθηκε από τον διοικητή της ταξιαρχίας του ιππικού, που κατέλαβε την Καστοριά, να είναι αυτός ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός, ως Καστοριανός, που διακήρυξε την απελευθέρωση της Καστοριάς και του νοτίου τμήματος της απ' αιώνων Ελληνικής Μακεδονίας.

Νεκρώσιμη ακολουθία

Ο Πηχιών πέθανε στην Καστοριά όπου έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία και ακολούθησε πάνδημη η ταφή του. Στη σορό του αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές από άγημα του Ελληνικού Στρατού και το φέρετρό του σκέπαζε η Ελληνική Σημαία. Γράφει ο Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος: « .. Ο ελληνικός λαός της Καστορίας μνήμων της εθνικής του δράσεως ετίμησε αυτόν νεκρόν με πάνδημον κηδείαν και ο εθνικός στρατός, που ευρίσκετο τότε εις την πόλιν μας, συνώδευσε αυτόν μέχρι του τάφου, την δε σορόν του εσκέπαζεν η δοξασμένη από τας υπερόχους και λαμπράς νίκας κυανόλευκος σημαία. Την ταφήν του επεσφράγισεν η ομόψυχος και ομόφωνος ευχή των συμπατριωτών του “Αιωνία η μνήμη”.» [2]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [O τότε Aνθυπίλαρχος Φιλολάος Πηχιών, πολέμησε στον Μακεδονικό Αγώνα με το ψευδώνυμο Kαπετάν «Φιλώτας» ή «Λαύρας». Ο Φιλόλαος εισήλθε στην υπό Τουρκική κατοχή Καστοριά στις 3 μετά τα μεσάνυχτα της 10ης Νοεμβρίου 1912 ως απεσταλμένος του επίλαρχου, Ιωάννη Άρτη και απελευθέρωσε την πόλη, όπου κατοικούσε η οικογένεια του.]
  2. [Κων/νος Βακαλόπουλος, «Ο Βόρειος Ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του μακεδονικού αγώνα (1878-1894)», Θεσσαλονίκη 1983, σελίδα 82η.]