Ανδρέας Κάλβος

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ανδρέας Κάλβος, Έλληνας λόγιος, αρχαιολάτρης και εθνικός ποιητής, γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο και πέθανε στις 3 Νοεμβρίου 1869 από πνευμονία στο Λάουθ, [Louth], του Λινκονσάιρ, [Lincolnshire], στην Αγγλία, σε απόσταση 149 μιλίων από το Λονδίνο. Ο τάφος του βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο της εκκλησίας της Αγίας Μαργαρίτας [1], στο νεκροταφείο του Keddington. Ήταν παντρεμένος σε πρώτο γάμο που έγινε στις 18 Μαΐου 1819, με την αγγλίδα Maria Teresa Josephine Thomas, η οποία πέθανε το πρώτο εξάμηνο του 1820 κατά τη διάρκεια της γέννας της κόρης τους, και το Φεβρουάριο του 1853,σε δεύτερο γάμο, με την Charlotte Wadams.
Ανδρέας Κάλβος

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Γονείς του ήταν ο Τζανέτος ή Ιωάννης Κάλβος, μικροαστός Κερκυραίος γιατρός κρητικής καταγωγής, πρώην εθελοντής-ανθυπολοχαγός του βενετικού μισθοφορικού στρατού που είχε παντρευτεί δύο φορές και η Ανδριανή Ρουκάνη, που κατάγονταν από αρχοντική οικογένεια του νησιού, η οποία το 1805 μετά τον επίσημο χωρισμό της, παντρεύτηκε στη Ζάκυνθο τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Ο Ανδρέας είχε έναν αδελφό, το Νίκο, δύο χρόνια μικρότερό του. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν σε ηλικία 10 περίπου χρονών, και μαζί με τον πατέρα και τον αδερφό του εγκαταστάθηκαν στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου σπούδασε ελληνικά καθώς και κλασική Ελληνική, Ιταλική και λατινική φιλολογία. Το Φθινόπωρο του 1813 γνώρισε τον Ούγκο Φώσκολο και εργάστηκε κοντά του ως γραμματικός και αντιγραφέας, ο οποίος τον έφερε σε επαφή με τον τον πολιτικό φιλευθερισμό και στις επαναστατικές ιδέες, ενώ ο Κάλβος μελετούσε νεοκλασική ιταλική λογοτεχνία και παράλληλα εργάστηκε ως δάσκαλος του Στέφανου Βούλτσου, ανιψιού και προστατευόμενου του Φώσκολο.

Το 1815 εγκαταστάθηκε στη Ζυρίχη όπου με καθυστέρηση ενός χρόνου, έμαθε την είδηση του θανάτου της μητέρας του, όμως στα τέλη του 1826 και για μη συλληφθούν από την Ελβετική αστυνομία, κατέφυγαν μαζί με τον Ούγκο Φώσκολο στην Αγγλία. όπου τον βοήθησε στην προσπάθεια του για την έκδοση έργων κλασικών συγγραφέων, ενώ ο ίδιος μετέφρασε στα νέα ελληνικά το Βιβλίο κοινών προσευχών της Αγγλικανικής Εκκλησίας καθώς και ποιήματα. Ακολούθησε ρήξη στις σχέσεις του με το Foscolo και σειρά από διαλέξεις του στο πνευματικό κέντρο Argyll Rooms του Λονδίνου με θέμα την ελληνική γλώσσα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του δημιούργησε ερωτική σχέση με τη μαθήτρια toy Susan F.Ridout, όμως η σχέση τους είχε άδοξο τέλος. Την ίδια περίοδο σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, ενώ στις αρχές του 1820 εγκατέλειψε την Αγγλία και το φθινόπωρο του 1820 έζησε για μικρό διάστημα στο Παρίσι.

Στη συνέχεια επέστρεψε στη Φλωρεντία και εντάχθηκε στο κίνημα των «Καρμπονάρων», [«Carbonari»], γεγονός που προκάλεσε τη σύλληψη και την απέλασή του στις 23 Απριλίου 1821 στην Ελβετία, από το Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης. Την ίδια μέρα είχε υποβάλλει αίτηση για την ανάκληση της απελάσεως του κάτι που επαναλαμβάνει και στις 7 Φεβρουαρίου 1822, προκειμένου να γυρίσει στη Φλωρεντία, καθώς όπως γράφει επιθυμεί, «...την επάνοδό του στην Τοσκάνη, την οποία θεωρεί πατρίδα του, για να ξαναβρεί το ρεύμα της λογοτεχνικής του ζωής..». Η αίτησή του απορρίφθηκε και παρέμεινε στη Ζυρίχη, ενώ στις αρχές του 1823 μετακινήθηκε στη Γενεύη, όπου έμεινε ως το 1824 και έγραψε τις δέκα πρώτες «Ωδές», που τύπωσε το 1824 με τον τίτλο «Λύρα». Το 1825 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου εντάχθηκε στους φιλελληνικούς κύκλους και συνδέθηκε με Έλληνες λογίους.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Στις 16 Ιουνίου 1826 αναχώρησε από το Παρίσι και στο τέλος του μήνα, αφού προηγουμένως πέρασε από τη Μήλο και την Ύδρα, από όπου έγραψε ανταποκρίσεις προς το γαλλικό περιοδικό «Revue Encyclopédique», παρουσιάζοντας την επαναστατημένη Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου έζησε έως τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Τον Αύγουστο του 1826 μετακόμισε στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος και στη συνέχεια με τη μεσολάβηση του κόμη Γκίλφορντ, δίδαξε τα ακαδημαϊκά έτη 1826-27 και 1827-28, όταν απομακρύνθηκε λόγω αντιδράσεων των πανεπιστημιακών κύκλων, αφού νωρίτερα καταργήθηκε το μάθημα του, ως καθηγητής της «θεωρητικής φιλοσοφίας» και της συγκριτικής λογοτεχνίας στην Ιόνιο Ακαδημία.

Η Ιόνιος Ακαδημία του απένειμε τον «διδακτορικόν βαθμόν της Φιλισοφίας» και δάφνινο στεφάνι, τιμές τις οποίες είχε προσφέρει μόνο σε σημαντικούς λόγιους της εποχής του. Διορίστηκε εκ νέου του 1936 ως καθηγητής στο μάθημα της «Διανοητικής Φιλοσοφίας ή Ιδεολογίας» , όμως η διδασκαλία του στα ελληνικά προκάλεσε αντιδράσεις και διακόπηκε το 1938, αφού δημιουργήθηκε εχθρικό κλίμα σε βάρος του. Το 1841 επανήλθε στη διδασκαλία της Φιλοσοφία και στις 24 Ιανουαρίου 1841 διαδέχτηκε τον Φραγκίσκο Οριόλη και διορίστηκε διευθυντής στο Κερκυραϊκό Λύκειο, όμως παραιτήθηκε το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου. Παράλληλα δημοσίευε στην «Επίσημο Εφημερίδα» της Ιονίου Πολιτείας, και έγραφε άρθρα σχετικά με τη συνταγματική μεταρρύθμιση στην εφημερίδα «Πατρίς» του Πέτρου Βράιλα.

Εγκατάσταση την Αγγλία

Στην Κέρκυρα γνωρίστηκε με τη μετέπειτα γυναίκα του Καρλόττα, [Charlotte Augusta Wadams], και το Νοέμβριο του 1852 την ακολούθησε στην Αγγλία και εγκαταστάθηκαν στο Στράτφορντ του Έσσεξ, όπου η Καρλόττα ήταν διευθύντρια, από το 1851, σε ιδιωτικό σχολείο-οικοτροφείο για κορίτσια. Το 1857 μετακόμισαν στο Λονδίνο, στο Seven Sutherland Gardens, και κατοίκησαν σ' ένα ευρύχωρο τετραώροφο κτίσμα, ενώ άνοιξαν ένα νέο σχολείο, το οποίο στη Γενική Απογραφή του 1861 είχε 27 οικότροφες μαθήτριες και τέσσερις δασκάλες, εκτός από την Καρλόττα. Ο Κάλβος ανέλαβε διευθυντής του σχολείου, και σύμφωνα με δήλωσή του, ασκούσε «...εμπορικές, λογοτεχνικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες...». Το 1865, τέσσερα χρόνια πριν από το θάνατο του Κάλβου, μετακόμισαν στο Λάουθ, όπου η Σαρλότ ίδρυσε παρθεναγωγείο, στο οποίο ο Κάλβος δίδαξε ξένες γλώσσες και μαθηματικά, έχοντας μαζί τους την 13χρονη ανιψιά και βαφτισιμιά τους Emma Georgina Kirby (1852–1930), την κόρη του Edmund Adolphus Kirby (1824–1902), ετεροθαλούς αδελφού της Καρλόττας, και της Emma Frederica Keating (1824–1903), η οποία έμεινε, ως μέλος της οικογένειας παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα. Μετά το θάνατο του Κάλβου, η Καρλόττα μαζί με την ανιψιά της επέστρεψαν στο Λονδίνο.

Το τέλος του

Ο τάφος του Ανδρέα Κάλβου
Το 1938 έγινε στην Ιθάκη το Α’ Πανίονιο συνέδριο στη διάρκεια του οποίου αποφασίστηκε να ανατεθεί στον Κ. Σολδάτο, τότε πρόεδρο της «Εταιρείας Επτανησιακών Μελετών», να ερευνήσει για την ανεύρεση του τάφου του ποιητή. Ο πόλεμος διέκοψε τις προσπάθειες του και το 1952 ο Νικόλαος Φιλιώτης, Δήμαρχος Ζακύνθου, έστειλε σχετική επιστολή στο γιο του Ροβέρτου Σάρτζεντ, παλαιού προξένου στης Αγγλίας στη Ζάκυνθο, ενώ το Μάρτιο του 1959, ο «Σύλλογος Επτανησίων Σπουδαστών», απευθύνθηκε για το ζήτημα στο Υπουργείο Παιδείας. Τελικά με πρωτοβουλία του Σωματείου «Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων» και τη βοήθεια του Γιώργου Σεφέρη, που τότε ήταν πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο, τα οστά του ποιητή και της συζύγου του έφτασαν στην Ελλάδα, στις 19 Μαρτίου 1960, ενώ στις 5 Ιουνίου με το πολεμικό πλοίο «Χατζηκωσταντής» μεταφέρθηκαν στη Ζάκυνθο, όπου τάφηκαν στο Μαυσωλείο του «Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», δίπλα στα οστά του Διονυσίου Σολωμού [2].

Το 1988 αναστηλώθηκε ο τάφος του στην Αγγλία, όμως το 2013 η έκταση όπου βρίσκεται το κενοτάφιο του ποιητή και η εκκλησία, αγοράστηκαν από ιδιώτη [3], ο οποίος, σύμφωνα με τον ερευνητή Σπύρο Παππά, «...σκοπεύει να μετατρέψει τον ναό, εν μέρει σε χώρο κατοικίας του και εν μέρει σε εργασιακό χώρο...». Επίσης από το εσωτερικό της εκκλησίας, έχει αφαιρεθεί η μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα που είχε αποκαλύψει ο Γεώργιος Σεφέρης και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο του Λάουθ.

Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης «σχεδίασε» τη μορφή του ποιητή και τη συνόδευσε με το σχόλιο «...Δεν υπάρχει γνωστή εικόνα του Κάλβου», ενώ και ο Γιώργος Θεοτοκάς το 1934, στον εναρκτήριο στίχο του ποιήματος «Ο γέρος αετός» γράφει, «...λένε πως η μορφή του δεν είναι πουθενά χαραγμένη».

Εργογραφία

Στα 1881 ο Σπύρος Δε Βιάζης τύπωσε στη Ζάκυνθο ολόκληρο το έργο του ποιητή με αναλυτικό πρόλογο, όμως γενικότερα το έργο του αγνοήθηκε στην Ελλάδα και η πρώτη συστηματική προσπάθεια για την ανάδειξή του έγινε από το Δημήτριο Βικέλα. Το 1885 ο Κωστής Παλαμάς του αφιέρωσε στίχους στη συλλογή του «Ίαμβοι και Ανάπαιστοι» και γίνεται ο πρώτος κριτικός που αναγνωρίζει την αξία του έργου του, ενώ το 1899, αν και διαφωνούσε με την καθαρεύουσα που χρησιμοποιούσε ο Κάλβος, τον πρόβαλε για πρώτη φορά σε μια διάλεξή του στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» και άρχισε η προσπάθεια για την προσέγγιση και την καταξίωση του. Δύο δεκαετίες αργότερα η ποιητική γενιά του 1930 ξαναδιάβασε και καταξίωσε οριστικά τον ποιητή. Το έργο του διακρίνεται για την ποιότητα, την αρμονία, την ιδιομορφία και τον πατριωτικό ενθουσιασμό και για το λόγο αυτό ονομάστηκε «Πίνδαρος της νεοελληνικής ποίησης», ενώ οι ειδικοί τον κατατάσσουν στους νεοκλασικούς. Ιδανικό στην ποίησή του είναι η αρετή, που ταυτίζεται με τον έρωτα για την πατρίδα και την ελευθερία.

Δέχτηκε την επίδραση του σπουδαίου Έλληνα, αλλά Ιταλόφωνου ποιητή, του Ούγκο Φώσκολο. Η στροφή του Κάλβου είναι ιδιόμορφη. Αποτελείται από 5 ανομοιοκατάληκτους στίχους. Ο πέμπτος είναι σχεδόν πάντα ιαμβικός πεντασύλλαβος και σπάνια εξασύλλαβος. Οι άλλοι είναι ιαμβικοί επτασύλλαβοι που μπορούν να γίνουν εξασύλλαβοι ή οκτασύλλαβοι. Συχνά γίνεται παρατονισμός της τρίτης συλλαβής. Η ποιητική του προσφορά υπήρξε εκπληκτικά μικρή σε όγκο. Έγραψε δύο ή τρεις τραγωδίες και λίγα ποιήματα στα ιταλικά. Καθιερώθηκε όμως από τις περίφημες ωδές του. Έγραψε 20 Ωδές που εκδόθηκαν οι δέκα το 1824 στη Γενεύη με τον τίτλο «Λύρα» και οι δέκα το 1826 στο Παρίσι με τον τίτλο «Ωδές». Έγραψε επίσης σε πεζό λόγο και σε ξένες γλώσσες.

Έγραψε το πρώτο έργο με τίτλο

  • «Ύμνος στον Ναπολέοντα», στο Λιβόρνο, ένα αντιπολεμικό κείμενο το οποίο αποκήρυξε αργότερα, επηρεασμένος από τα απελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη. Το έργο δεν σώζεται και η ύπαρξη του έγινε γνωστή από την μετέπειτα αποκήρυξη του από τον ίδιο. Το 1813 ολοκλήρωσε τέσσερις δραματικούς μονολόγους.

Μετά την απέλασή του από την Τοσκάνη, εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, όπου ασχολήθηκε ανεπιτυχώς με την έκδοση ενός χειρογράφου του Ομηρικού έργου «Ιλιάδα». Στην Αγγλία ασχολήθηκε με την έκδοση και ενός αγγλοελληνικού λεξικού.

Είναι επίσης συντάκτης και εκδότης των έργων

  • «Νεοελληνική Γραμματική»,
  • «Μέθοδος Εκμάθησης Ιταλικών», στον τρίτο τόμο της τύπωσε το έργο «Δαναΐδες»

Ποιητικές συλλογές

  • «Λύρα-Ωδαί Ανδρέα Κάλβου», το 1824, το πρώτο μέρος του ελληνόγλωσσου και με μεγάλη ποιητική αξία έργου του αποτελείται από συλλογή 10 ωδών, οι οποίες μεταφράστηκαν σχεδόν αμέσως στα Γαλλικά,
  • «Λυρικά», το 1826, εκδόθηκε αρχικά στο Παρίσι, με την οικονομική ενίσχυση Ελλήνων ομογενών και φιλελλήνων.

Η «Ωδή εις Σάμον» από τα «Λυρικά», που ξεκινά με τους στίχους, «Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία..», μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Ξενόγλωσσα έργα

  • «Ιππίας», τραγωδία, το 1813,
  • «Θηραμένης», το 1813,
  • «Δαναϊδες», το 1813,
  • «Le Stagioni-Giovanni Meli»,
  • «Ωδή εις Ιονίους» το 1814,
  • «Σχέδιο νέων αρχών των Γραμμάτων»,
  • «Απολογία της αυτοκτονίας»,
  • «Italian lessons in four parts», το 1820,
  • «Έρευνα περί της φύσεως του διαφορικού υπολογισμού», το 1827,
  • «Χάριτες-αποσπάσματα, Φώσκολος», το 1846.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές