Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο εθνομάρτυρας Κωνσταντίνος ΙΑ' Δραγάσης-Παλαιολόγος ο τελευταίος και θρυλικός βασιλεύων αυτοκράτορας του Βυζαντίου το οποίο διοίκησε ως μέλος της δυναστείας των Παλαιολόγων από τις 6 Ιανουαρίου 1449 έως τις 29 Μαΐου 1453 και υπερασπίστηκε την τιμή του ως απλός στρατιώτης στο πεδίο της μάχης, θρυλική μορφή της Ελληνικής λαϊκής παραδόσεως που τον καταχώρησε στη συνείδηση του Ελληνικού λαού με το προσωνύμιο ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» που θα ξυπνήσει και θα ανακτήσει την αυτοκρατορία και την Κωνσταντινούπολη από τους Οθωμανούς. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1405 και έπεσε ως ήρωας στις 29 Μαΐου 1453 στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Ο θάνατος του σήμανε την πτώση και το τέλος της Αυτοκρατορίας η οποία κυριάρχησε στην Ανατολή για 977 χρόνια, μετά την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Την 1η Ιουλίου 1428 ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο με την Μανταλένα Τόκκο, κόρη του άρχοντα της Ζακύνθου Λεονάρντο Τόκκο κι ανηψιά του Καρόλου Α' Τόκκου Δεσπότη της Ηπείρου η οποία, πριν το γάμο τους σε μια τελετή κοντά στην Πάτρα, έγινε ορθόδοξη και άλλαξε το όνομά της σε Θεοδώρα [1]. Δεύτερη σύζυγος του ήταν η Κατερίνα Γκαττιλούζιο, [Caterina Gattilusio], κόρη του Ντορίνο Α΄ Γκαττιλούζιο άρχοντα της Λέσβου, την οποία νυμφεύθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης στις 27 Ιουλίου 1441, αλλά στον ταξίδι του προς την Πόλη λόγω θαλασσοταραχής παρέμειναν στο νησί της Λήμνου, όπου τους επιτέθηκε Τούρκικος στόλος. Εκεί η Αικατερίνη αρρώστησε, απέβαλλε και πέθανε το 1443, όπως λένε οι ιστοριογράφοι, λόγω των επιπλοκών. [2]'. O Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος πέθανε χήρος και χωρίς απογόνους.

Κωνσταντίνος ΙΑ' Δραγάtσης-Παλαιολόγος

Βιογραφία

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' ήταν το όγδοο από τα δέκα παιδιά και ο τέταρτος γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Κονσταντίν Ντράγκας Ντεγιάνοβιτς, ισχυρού άρχοντα στον Αξιό της Μακεδονίας. Από τον παππού του από την πλευρά της μητέρας του, ο οποίος εφημίζετο για την ανδρεία του, έλαβε το όνομα Κωνσταντίνος, καθώς και το επώνυμο, «επινόμι» όπως έλεγαν οι Βυζαντινοί, Δραγάσης, που ο λαός το είχε μετατρέψει σε «Δράκος» για την ανδρεία του. Ο Κωνσταντίνος υπεραγαπούσε τη μητέρα του και πρόσθεσε το επώνυμο της δίπλα στο πατρικό του όταν κατέλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' ήταν νεότερος αδερφός του επίσης αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγου και του Θεόδωρου Β' Παλαιολόγου, δεσπότη του Μυστρά. Ελάχιστα γεγονότα είναι γνωστά για την παιδική του ηλικία την οποία έζησε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ για τη φυσική του εμφάνιση δεν είναι τίποτα γνωστό. Ο Κωνσταντίνος στράφηκε από νωρίς στα στρατιωτικά θέματα, εν αντιθέσει με τους αδελφούς του, που προσανατολίστηκαν κυρίως προς τη διπλωματία.

Ενήλικη ζωή

Ως ενήλικας ο Κωνσταντίνος ΙΑ' παρέμεινε για μικρό διάστημα στην Ταυρική, την περιοχή της σημερινής Κριμαίας, και στη συνέχεια πήγε στην Πελοπόννησο, όπου με τους αδελφούς του Θωμά και Θεόδωρο ανέλαβαν τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μωρέα ή Μιστρά και ολοκλήρωσαν την ανάκτηση των φραγκοκρατούμενων περιοχών, όμως ήρθε σε σύγκρουση με τους αδελφούς του, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη και να τεθεί στη διάθεση του αδελφού του Ιωάννη Η' Παλαιολόγου, που μετά το 1425 και το θάνατο του πατέρα τους, είχε καταλάβει το θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τον Νοέμβριο του 1423, όταν ο αδελφός του Ιωάννης Η' ταξίδεψε στη Βενετία και την Ουγγαρία για αναζήτηση βοήθειας, όρισε τον Κωνσταντίνο ως αντιβασιλέα στην Κωνσταντινούπολη, ενώ του δόθηκε ο τίτλος του «Δεσπότη» και του παραχωρήθηκε μία περιοχή εκτεινόμενη κατά μήκος των Δυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας από την πόλη Μεσημβρία στον Βορρά μέχρι τον Δέρκο στο Νότο. Ακόμη, αντικατέστησε τον Αυτοκράτορας Ιωάννη, όταν μετέβη στην Ιταλία για να λάβει μέρος στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας, που αποσκοπούσε στην επανένωση των εκκλησιών, μετά το Σχίσμα του 1054. Μετά την αποτυχία της Συνόδου, λόγω του ανθενωτικού κλίματος που επικρατούσε μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, και την άφιξη του αυτοκράτορα στην Πόλη, την 1η Φεβρουαρίου 1440, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Πελοπόννησο και αφοσιώθηκε στην αναδιοργάνωση του Δεσποτάτου του Μιστρά.

Ως Δεσπότης του Μιστρά οχύρωσε το Εξαμίλιο στον Ισθμό, επέκτεινε το δεσποτάτο του στην Πελοπόννησο κι έθεσε υπό τον έλεγχό του τη Βοιωτία και τη Φωκίδα, σε συνεννόηση με τον Πάπα, καθώς ήταν σε εξέλιξη εκστρατείες από τον βασιλιά Λαδίσλαο της Ουγγαρίας και της Πολωνίας και τον Ιωάννη Ουνιάδη. Στη Στερεά Ελλάδα, χτύπησε με επιτυχία τις δυνάμεις των Τούρκων κι έφτασε κοντά στο να κατακτήσει το Δουκάτο των Αθηνών, όμως η ήττα των Ούγγρων -στη μάχη της Βάρνας- τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Ακολούθησε εκστρατεία του σουλτάνου Μουράτ Β' εναντίον του Κωνσταντίνου ΙΑ', που είχε αποτέλεσμα την πτώση και καταστροφή των οχυρών στο Εξαμίλιο, στην Κόρινθο και την Πάτρα, γεγονότα που τον υποχρέωσαν να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον σουλτάνο.

Αυτοκράτορας

Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης H' Παλαιολόγος πέθανε τον Οκτώβριο του 1448 και στις 6 Ιανουαρίου 1449, ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος στέφθηκε Αυτοκράτορας στο Μιστρά και ανήλθε στο θρόνο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, την οποία παρέλαβε σε απελπιστική στρατιωτική και πολιτική κατάσταση. Ο Κωνσταντίνος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 1449 και αμέσως προέβη σε ενωτικές κινήσεις, επιδιώκοντας την άμβλυνση της αντιπαραθέσεως μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών και παραχωρώντας τίτλους στους αδελφούς του Θωμά και Δημήτριο. Παράλληλα απέφυγε να θέσει σε κίνδυνο την ειρήνη με τους Οθωμανούς και καλλιέργησε καλές σχέσεις με την αυλή του σουλτάνου, καθώς και με την ορθόδοξη Σερβία, ενώ δεν ασχολήθηκε με το θέμα της Ενώσεως των Εκκλησιών για να μην προκαλέσει εντάσεις. Από την Βυζαντινή αυτοκρατορία, δεν απέμενε παρά το «κράτος της Πόλης» που βορειοδυτικά βρεχόταν από τον Εύξεινο Πόντο, νότια από την Προποντίδα και ανατολικά από τον Βόσπορο. Δυτικά, απλωνόταν ως και τη Ραιδεστό (περίπου στα μισά της αποστάσεως ως τον Έβρο) και βορειοδυτικά «σταματούσε» αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Αρκαδιούπολη (σήμερα Λουλέ Μπουργκάζ). Της ανήκαν ακόμα το (σε έκταση μεγαλύτερο από την περί την πρωτεύουσα επικράτειά της) δεσποτάτο του Μιστρά, κάποιες νησίδες γης στη Μακεδονία κι αλλού κι ακόμα η Λήμνος, η Θάσος και μερικά άλλα νησιά. Το κράτος ουσιαστικά βρισκόταν στα χέρια των 14 αριστοκρατικών οικογενειών που, διακόσια χρόνια πριν, είχαν μετάσχει στη «συνωμοσία του 1258» [3], στη Νίκαια [4].

Την ίδια εποχή οι Τούρκοι έσφιγγαν όλο και περισσότερο τον κλοιό γύρω από τη Βασιλεύουσα και ο σουλτάνος Μωάμεθ Β' είχε ορίσει ως σκοπό της ζωής του την κατάληψη της. Έτσι άρχισε να καταστρώνει και να υλοποιεί τα σχέδια του, απομονώνοντας την Κωνσταντινούπολη και τον Μάρτιο του 1452 άρχισε η κατασκευή φρουρίου, το Ρουμελί-Χισάρ, τον «Λαιμοκόφτη» που απέκοπτε την πρόσβαση στην Πόλη, στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος ζήτησε τη βοήθεια του Πάπα Νικολάου Ε', που έθεσε ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών. Ο Κωνσταντίνος αντιμετώπισε την αντίδραση του λαού και του κλήρου, όμως έπεισε τον Πάπα να στείλει ικανούς ιερείς να τον βοηθήσουν να πραγματοποιήσει την Ένωση και τον Νοέμβριο του 1452 έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ο Πελοποννήσιος καρδινάλιος και προηγουμένως μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, με 200 πολεμιστές. Στις 12 Δεκεμβρίου ο καρδινάλιος λειτούργησε στην Αγία Σοφία και κηρύχθηκε η Ένωση που είχε ψηφιστεί στη Σύνοδο της Φλωρεντίας, όμως η ανθενωτική παράταξη αντέδρασε με έντονο τρόπο. Χαρακτηριστική του κλίματος της εποχής είναι η έκφραση «..κρειττότερον έστιν ειδένει εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν» του Λουκά Νοταρά.

Πολιορκία Κωνσταντινουπόλεως

Υπό την επίβλεψη του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πραγματοποιήθηκαν επισκευές των τειχών, βαθιά εκσκαφή της τάφρου και συγκέντρωση τροφίμων, ενώ για να καλυφθούν οι οικονομικές ανάγκες μεταφέρθηκαν, στο αυτοκρατορικό νομισματοκοπείο για να κοπεί νόμισμα, πολύτιμα σκεύη και κειμήλια των εκκλησιών, χρήματα με τα οποία αγοράστηκαν όπλα και πληρώθηκαν οι στρατιώτες. Παράλληλα, οργανώθηκαν και απεστάλησαν πρεσβείες σε διάφορους χριστιανούς ηγεμόνες. Στις 26 Ιανουαρίου 1453 κατέφθασαν στην Κωνσταντινούπολη δύο Γενουατικά πλοία, με 700 πολεμιστές και αρχηγό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη, [Giustiniani-Longo], στον οποίο ο Παλαιολόγος απένειμε τον τίτλο του πρωτοστράτορος και ως ανταμοιβή το νησί της Λήμνου. Η τρίτη και τελευταία πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως άρχισε στις 6 Απριλίου, μετά την απόρριψη προτάσεως παραδόσεως, και κηρύχθηκε επίσημα στις 7 Απριλίου, ενώ ο Τουρκικός στόλος κατέφτασε στις 12 του ίδιου μηνός. Ο Κωνσταντίνος διέθετε περίπου 7.000 έως 9.000 πολεμιστές, απέναντι σε μια δύναμη τουλάχιστον 150.000 ανδρών, με ισχυρό πυροβολικό. Ο Αυτοκράτορας εγκατέστησε το στρατηγείο του στον ναό του Αγίου Ρωμανού, κοντά στην ομώνυμη πύλη, έχοντας υπό τις διαταγές του 3.000 από τους πλέον εμπειροπόλεμους στρατιώτες.

Η άμυνα στην αρχή διεξαγόταν με επιτυχία, όμως το πέρασμα Τουρκικών πολεμικών πλοίων στον Κεράτιο, αποτέλεσε καταστροφικό πλήγμα για το ηθικό των υπερασπιστών. Στις 21 Μαΐου ο Μωάμεθ Β' έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας την παράδοση της, με την υπόσχεση ότι θα επέτρεπε στον Αυτοκράτορα και σε όσους ακόμη ήθελαν, να φύγουν με τα υπάρχοντα τους. Στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο υποσχέθηκε ότι θα τον αναγνώριζε ηγεμόνα της Πελοποννήσου και θα παραχωρούσε άλλες περιοχές στους αδελφούς του, που θα διοικούσαν το δεσποτάτο. Επίσης, διαβεβαίωνε ότι ο πληθυσμός δεν θα εξανδραποδιζόταν. Ο Κωνσταντίνος απάντησε πως δεχόταν να πληρώσει φόρους υποτέλειας και να μείνουν στα χέρια των Τούρκων τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν κατακτήσει, όμως η απάντησή του για την παράδοση της Κωνσταντινουπόλεως ήταν χαρακτηριστικά αρνητική, καθώς απάντησε στον Τούρκο σουλτάνο ότι, «...Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ. κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν».

Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως

Στις 27 Μαΐου άρχισε σφοδρός κανονιοβολισμός της Πόλεως, ενώ μεταφέρθηκαν σκάλες και προκαλύμματα κοντά στο τείχος. Στις 28 Μαΐου ο Κωνσταντίνος μετέβη και μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων στην Αγία Σοφία, όπου τελέστηκε η τελευταία χριστιανική λειτουργία, με τον Αυτοκράτορα να προσφωνεί τους άνδρες του, καλώντας τους να υπερασπιστούν την πίστη τους, την πατρίδα, τις οικογένειες και τον βασιλιά τους με τη ζωή τους και εμψυχώνοντας τους Γενουάτες και Ενετούς πολεμιστές. Στο απόσπασμα από τον λόγο του, όπως το διέσωσε ο Σφραντζής, ο Αυτοκράτορας αναφέρει:

«...Γνωρίζω ότι αυτή η αναρίθμητη αγέλη των ασεβών θα έρθει εναντίον μας -καθώς είναι συνήθειά τους- με βαναυσότητα και έπαρση και πολύ θράσος και βία, ώστε να μας συνθλίωρι εξαιτίας του μικρού αριθμού μας και να μας περισφίξει εξαιτίας της κόπωσής μας και να μας φοβίσει με δυνατές φωνές και αναρίθμητους αλαλαγμούς. Καλά γνωρίζετε, όμως, αυτές τις φλυαρίες τους και δεν χρειάζεται να μιλήσω σχετικά. Σε λίγη ώρα θα τα κάνουν όλα τούτα και θα ρίξουν από πάνω μας αναρίθμητες πέτρες και πολλά βέλη και βλήματα, σαν την άμμο της θάλασσας, με τα οποία, ωστόσο, ελπίζω ότι δεν θα μας βλάψουν, γιατί σας βλέπω και πολύ ευχαριστιέμαι και με τέτοιες ελπίδες τρέφω τον λογισμό μου: αν και είμαστε πολύ λίγοι, είστε πάντοτε επιδέξιοι και επιτήδειοι και ρωμαλέοι και ισχυροί και ικανοί για μεγάλα έργα και καλά προετοιμασμένοι. Κατά την συμπλοκή και τη σύρραξη, σκεπάστε καλά την κεφαλή σας με την ασπίδα. Το δεξί χέρι σας, εκείνο που κρατά το σπαθί, να χτυπά πάντοτε μακριά...Τα δόρατά μας και τα σπαθιά και τα τόξα και τα ακόντιά μας ας στραφούν από εμάς εναντίον αυτών, οπότε φανταστείτε ότι κυνηγάτε ένα πλήθος αγριόχοιρων, για να μάθουν οι ασεβείς ότν δεν αντιμάχοντα άλογα ζώα, όπως είναι οι ίδιοι, αλλά τους κυρίους και αφέντες τους, τους απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων...Αφήνω μόνον, το ταπεινωμένο σκήπτρο μου στα χέρια σας, για να το φυλάξετε με καλή διάθεση. Σας παρακαλώ και για κάτι άλλο, και προσεύχομαι στην αγάπη σας, ώστε να δείξετε την πρέπουσα τιμή και υποταγή στους στρατηγούς και τους δημάρχους και στους εκατοντάρχους σας, καθένας κατά την τάξη του και το τάγμα του και την υπηρεσία του. Και να γνωρίζετε και τούτο: εάν με την καρδιά σας τηρήσετε όσα σας πρόσταξα, ελπίζω στον Θεό ότι θα λυτρωθούμε από την παρούσα δίκαιη απειλή του. Στην συνέχεια, απομένει για εμάς και ο ουράνιος αδαμάντινος στέφανος, καθώς και η εγκόσμια αιώνια και άξια ανάμνηση» [5].

Στην συνέχεια αποχαιρέτησε τους συγγενείς και τους φίλους του και κατέλαβε θέση μάχης κοντά στους στρατιώτες του. Η Τουρκική επίθεση άρχισε τα ξημερώματα της Τρίτης, 29 Μαΐου 1453. Ο Κωνσταντίνος συμμετείχε στη σκληρή μάχη σώμα με σώμα, που έγινε σε τρία κύματα, με την τρίτη να είναι και η πιο σφοδρή και τον Ιουστινιάνη να τραυματίζεται και να αποχωρεί, προκαλώντας σύγχυση. Οι υπερασπιστές είχαν εξαντληθεί, και οι Τούρκοι άρχισαν να μπαίνουν στην Πόλη από μία πύλη, την Κερκόπορτα, που λησμονήθηκε ανοιχτή. Στο αποκορύφωμα της συγκρούσεως ακούστηκε το «Εάλω η Πόλις». Τότε ο Αυτοκράτορας απευθύνθηκε στους ακολούθους τους και τους είπε: «όποιος θέλει να φύγει, ας σώσει τον εαυτό του, αν μπορεί κι όποιος είναι έτοιμος να αντικρίσει τον θάνατο, ας με ακολουθήσει!». Γύρω στους 200 Έλληνες και Ιταλοί εθελοντές και ευγενείς ακολούθησαν τον Αυτοκράτορα- μεταξύ αυτών ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο δον Φρανσίσκο του Τολέδο, ο Ιβάν ο Δαλματός και ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Την τελευταία έφοδο του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου περιγράφει ο Σφραντζής: «...Κέντρισε, τότε, τον ίππο του και καλπάζοντας έφτασε στο σημείο από όπου ερχόταν το πλήθος των ασεβών και από την πρώτη συμπλοκή κατακρήμνισε τους ασεβείς από τα τείχη, γεγονός που ήταν παράξενο και θαυμάσιο για όσους έτυχε να βρεθούν εκεί και να το δουν. Βρυχώμενος σαν λιοντάρι και κρατώντας το γυμνό ξίφος στο δεξί χέρι του κατάσφαξε πολλούς από τους εχθρούς, ενώ το αίμα έρεε σαν ποτάμι από τα πόδια του και τα χέρια του...». Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος πολέμησε με ηρωισμό κι έπεσε νεκρός, αφού προηγουμένως αναζήτησε μάταια κάποιον χριστιανό για να τον θανατώσει. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο: «...Την στιγμήν ταύτην ο βασιλεύς ανέκραξε, κατά Δούκαν, “δεν υπάρχει Χριστιανός να λάβη την κεφαλήν μου;” Κατά δε τον Κριτόβουλον “η πόλις αλίσκεται, και εγώ ζω έτι;”» γράφει ο Παπαρρηγόπουλος- που συμπληρώνει ότι ο Κωνσταντίνος τραυματίστηκε στο πρόσωπο, συνέχισε να μάχεται και στη συνέχεια χτυπήθηκε από πίσω [6] και έπεσε». Η Πόλη αλώθηκε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453, ημέρα που έχει μείνει στην ιστορία του Ελληνισμού ως «αποφράδα ημέρα».

Η σορός του Αυτοκράτορα

Αναφέρεται ότι με εντολή του Μωάμεθ οι Τούρκοι αναζήτησαν το πτώμα του Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου και το έθαψαν με βασιλικές τιμές, χωρίς όμως να γνωστοποιήσουν τον τόπο της ταφής του. Γράφει [7] σχετικά ο ιστορικός του Βυζαντίου Γεώργιος Φραντζής, (το κείμενο σε νεοελληνική απόδοση):

«...Μόλις λοιπόν η Πόλη αλώθηκε, ο Μωάμεθ αμέσως μπήκε μέσα και μεγάλη βιασύνη ζητούσε να μάθει για τον βασιλιά μας, αφού στο νου του τίποτε άλλο δεν σκεπτόταν παρά μόνον να μάθει εάν ζει ή πέθανε ο βασιλιάς (Κ. Παλαιολόγος)! Και μερικοί ερχόταν και του έλεγαν ότι έφυγε, άλλοι ότι έχει κρυφτεί στην πόλη, άλλοι ότι πέθανε πολεμώντας στη μάχη. Και θέλοντας να βεβαιωθεί για την αλήθεια, έστειλε να δουν τα πτώματα των σκοτωμένων Χριστιανών και ασεβών που κείτονταν κατά σωρούς. Και πάρα πολλά κεφάλια των σκοτωμένων έπλυναν, μην τύχει να αναγνωρίσουν εκείνο του βασιλιά. Και δεν μπόρεσαν, παρά μόνο βρήκαν το νεκρό σώμα του βασιλιά αναγνωρίζοντάς το από τις βασιλικές περικνημίδες ή και τα πέδιλα, όπου ήταν ζωγραφισμένοι χρυσοί αετοί, όπως ήταν συνήθεια στους βασιλείς. Και μαθαίνοντας το ο Σουλτάνος έγινε περιχαρής και ευχαριστήθηκε πολύ. Και με προσταγή του οι εναπομείναντες Χριστιανοί έθαψαν το βασιλικό σώμα με βασιλικές τιμές. Αλίμονο, αλίμονο και σε μένα, σε τι καιρό με επιφύλασσε να ζήσω η θεία πρόνοια. Ήταν δε όλη η ζωή του αοιδίμου των βασιλέων και γαληνοτάτου και μάρτυρα αυτού, 49 χρόνοι και μήνες 3 και ημέρες 20». 

Ο Φραντζής δεν ξεκαθαρίζει εάν είδε και ο ίδιος ή όχι τον νεκρό βασιλιά ή εάν παραβρέθηκε στην κηδεία του, καθώς ξαφνικά θρηνεί στο σημείο που αναφέρει την ταφή: «Ουαί ουαί καμοί της προνοίας εν τινί καιρώ με φυλαττούσης», κάτι που μπορεί να σημαίνει ότι ίσως να παραβρέθηκε και είδε το φρικτό θέαμα.

Ο ερευνητής Γιώργος Ζαφειρόπουλος, μετά από επίσκεψη του στην Κωνσταντινούπολη, δημοσίευσε στον ιστότοπο του [8] ένα άρθρο στο οποίο περιγράφει την περιπλάνηση του στην πόλη για να διερευνηθεί μια «αξιόπιστη πληροφορία και ένα συναρπαστικό σενάριο σχετικά με το σημείο που θάφτηκε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος...». Γράφει ο ερευνητής:

«...Στη συνοικία Φατίχ της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται το Γκιουλ τζαμί, το οποίο στεγάζεται στον πρώην βυζαντινό ναό της Αγίας Θεοδοσίας, τον οποίο οι Οθωμανοί μετέτρεψαν σε τέμενος μετά την Άλωση. Ήταν πολύ αγαπητή η Αγία Θεοδοσία στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης, γι’ αυτό στις 29 Μαΐου κάθε χρόνο, ημερομηνία που γιορτάζεται η μνήμη της, είχαν τη συνήθεια να στολίζουν τον ναό με τριαντάφυλλα. Όπως και τις άλλες χρονιές, έτσι και το 1453, από την παραμονή της γιορτής οι πιστοί κατέκλυσαν τον ναό της Αγίας Θεοδοσίας με ρόδα. Μόνο που αυτή τη σημαδιακή χρονιά ήταν τόσα πολλά τα λουλούδια που δεν χωράει ο νους του ανθρώπου.Εκείνη τη μοιραία νύχτα πλήθη ανθρώπων προσεύχονταν γονατιστοί μέσα στην εκκλησία για τη σωτηρία της Πόλης, ενώ έξω ακούγονταν απόκοσμα τα τύμπανα του πολέμου. Τα χτυπούσαν οι Τούρκοι μπροστά στα τείχη πιο δυνατά από κάθε άλλη φορά, προαναγγέλλοντας την τελική επίθεση. Το πρωί της 29ης Μαΐου, την ώρα που έβγαινε ο ήλιος, η Πόλη έπεσε. Οι Τούρκοι στρατιώτες που σάρωναν τα σοκάκια της πόλης αλαλάζοντες, εισέβαλαν κάποια στιγμή και στον ναό της Αγίας Θεοδοσίας. Μπροστά στη θέα των αμέτρητων τριαντάφυλλων σταμάτησαν έκθαμβοι και πολλοί αναφώνησαν : «Γκιουλ τζαμί, Γκιουλ τζαμί!». Καθώς στα τούρκικα η λέξη γκιουλ σημαίνει τριαντάφυλλο, προφανώς είπαν με θαυμασμό: «Να η εκκλησία των ρόδων!». Λένε ότι σ’ ένα χορταριασμένο οικόπεδο εκεί κοντά υπάρχει ένα ανοιχτό μνήμα με μια πέτρα στο προσκέφαλό του, που πιθανόν ανήκει στον αυτοκράτορα. Επί αιώνες βλέπανε το καντήλι του μνήματος να καίει και δεν τολμούσαν να ρωτήσουν ποιοι το ανάβουν. Μερικοί λένε ότι ο ίδιος ο Μωάμεθ ο Πορθητής είχε δώσει τη διαταγή να μην σβήσει ποτέ η φλόγα του καντηλιού και τα έξοδα του λαδιού να πληρώνονται για πάντα από το δικό του θησαυροφυλάκιο. Ο θρύλος με το Γκιουλ τζαμί δεν τελειώνει εδώ, απεναντίας, γίνεται συνεχώς και πιο συναρπαστικός. Στο προαύλιο του τζαμιού υπάρχει ένας τάφος κάποιου «Γκιουλ Μπαμπά», ο οποίος ανήκει σε μια άγια μορφή των μουσουλμάνων. Υπάρχουν πολλοί που συνδέουν κι αυτόν τον τάφο με τον τελευταίο αυτοκράτορα, ο οποίος όπως λένε μπορεί να θάφτηκε εκεί ακέφαλος, αφού το κεφάλι του με διαταγή του σουλτάνου εκτέθηκε για μερικές μέρες σε κοινή θέα επάνω σ’ έναν κίονα κοντά στην Αγία Σοφία. Αν αληθεύει ότι ο σουλτάνος έδωσε στους Έλληνες το σώμα του αυτοκράτορα για ταφή, το πιθανότερο είναι αυτοί να το έθαψαν στον χώρο του ναού της Αγίας Θεοδοσίας που γιόρταζε εκείνες τις ημέρες. Πώς, όμως, μπορεί να πιστοποιηθεί αυτό; Ποιος θα διανοείτο να ζητήσει το άνοιγμα του τάφου ενός μουσουλμάνου αγίου για να διερευνηθεί αν περιέχει έναν ακέφαλο βυζαντινό σκελετό; Η σπουδαιότερη μαρτυρία που συνδέει το Γκιουλ τζαμί με την πιθανότητα να έχει ταφεί σ’ αυτό μια σημαντικότατη προσωπικότητα των Βυζαντινών, προέρχεται από την αξιόλογη βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη [9], αδελφή του ακαδημαϊκού Περικλή Θεοχάρη. Η επιστήμονας αυτή κατόρθωσε πριν από λίγα χρόνια να κατεβεί στο υπόγειο του Γκιουλ τζαμί, όπου έκπληκτη αντίκρισε με τα ίδια της τα μάτια έναν τάφο με την ελληνική επιγραφή: «Ενθάδε κείται ο 13ος Απόστολος». Της επέτρεψαν να φτάσει εκεί επειδή ήταν καθηγήτρια σε Ιταλικό πανεπιστήμιο και την πέρασαν για Ιταλίδα. Αμέσως αναρωτήθηκε σε ποιο σπουδαίο πρόσωπο ανήκει αυτός ο τάφος. Με δεδομένο ότι έτσι είχε χαρακτηριστεί πριν από πολλούς αιώνες και ο Μέγας Κωνσταντίνος, ποιος μεταγενέστερος δικαιούται έναν τόσο τιμητικό τίτλο; Γιατί ο τάφος βρίσκεται στο υπόγειο και όχι σε εμφανές σημείο σε εξωτερικό χώρο; Γιατί αυτοί που τον έθαψαν δεν χάραξαν το πραγματικό όνομα του νεκρού στην επιγραφή; Ήθελαν κάποιους να παραπλανήσουν ή κάτι να υπονοήσουν;...» [10].

Μνήμη Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου [11]

Οι Έλληνες, που αρνήθηκαν να πιστέψουν τον χαμό του τον φαντάζονταν όχι νεκρό, αλλά «Μαρμαρωμένο Βασιλιά», έτοιμο να ξυπνήσει και «να κυνηγήσει πάλι τούς Τούρκους, ως την Κόκκινη Μηλιά». Ο θρύλος του ενέπνευσε το Ελληνικό Έθνος στο διάβα των αιώνων, ενέπνευσε τους επαναστάτες της Εθνεγερσίας του 1821, συνθέτες, λόγιους και ποιητές. Η πρώτη θεατρική παράσταση που δόθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα είχε ως θέμα τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το έργο παίχτηκε στις 12 Απριλίου 1836 στην Αθήνα από ερασιτέχνες ηθοποιούς, υπό τον τίτλο «Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως». Όπως γράφει ο W. Puchner, η παράσταση βασίστηκε σε μια κλασικιστική τραγωδία του Ιωάννη Ζαμπέλιου, η οποία γράφτηκε το 1818 και δημοσιεύτηκε το 1833 στην Κέρκυρα υπό τον τίτλο «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος». Πρόκειται για μια «ηθική μονομαχία», δηλαδή μια σύγκρουση χαρακτήρων, των δύο ιστορικών πρωταγωνιστών, του τελευταίου τραγικού αυτοκράτορα του Βυζαντίου και του Μωάμεθ του Πορθητή, με ιστορικό φόντο την Κωνσταντινούπολη των αποφράδων εκείνων ημερών του 1453.

Ο εθνικιστής κι αντικαπιταλιστής ποιητής Κώστας Καρυωτάκης έγραψε ποίημα υπό τον τίτλο: [12], ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Σταμάτης Σπανουδάκης [13] Σύμφωνα με τον Σέρβο ιστορικό και πολιτικό Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, στην περίοδο μεταξύ του 1444 και του 1448 έγιναν προσπάθειες να παντρευτεί ξανά ο Κωνσταντίνος ΙΑ', προκειμένου να διαιωνιστεί η δυναστεία. Έτσι έγιναν κινήσεις προς την κατεύθυνση του γάμου με την Ισαβέλλα Ορσίνι, αδελφή του πρίγκιπα του Τάραντα, με την κόρη του δόγη της Βενετίας, και την Άννα, κόρη του Λουκά Νοταρά, ενώ του προτάθηκε και η Βεατρίκη, ανιψιά του Αλφόνσου Ε', και έγιναν κινήσεις προς το Βασίλειο της Γεωργίας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας- φέρεται να προτάθηκε επίσης και γάμος του με τη χήρα του Μουράτ Β' -τη θετή μητέρα του Μωάμεθ Β'- τη Μάρα Μπράνκοβιτς.

Πολλά τραγούδια και λαϊκοί θρύλοι μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως αναφέρονται στην σύζυγο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου και τα παιδιά τους. Μελετητές οι οποίοι ερεύνησαν αρχεία και βιβλιοθήκες ανακάλυψαν ότι ο Κωνσταντίνος ήταν μνηστευμένος και επρόκειτο να νυμφευθεί σε τρίτο γάμο με την Άννα Νοταρά, την κόρη του Δούκα Λουκά Νοταρά, ο οποίος μετά την Άλωση θανατώθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Σε λατινικά έγγραφα η Άννα μνημονεύεται ως η «μνηστή του αυτοκράτορα», [sponsa imperialis], αν και δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις. Η Άννα πέθανε το 1507, σε προχωρημένη ηλικία και ανύμφευτη, καθώς δεν είχε παντρευτεί τον Κωνσταντίνο ΙΑ' Παλαιολόγο. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος υπήρξε ένας ιδιαίτερα ικανός ηγέτης, προικισμένος με αξιόλογα προσόντα, τα οποία υπό διαφορετικές συνθήκες πιθανώς να είχαν βοηθήσει σε κάποιας μορφής ανάκαμψη, αφήνοντάς τον στην ιστορία ως έναν επιτυχημένο αυτοκράτορα. Στη διάρκεια της ηγεμονίας του στην Πελοπόννησο ανέπτυξε σημαντική δράση και πολιτική που αποσκοπούσε στον προσεταιρισμό των Βαλκανικών δυνάμεων και τον περιορισμό της Βενετικής επιρροής, ενώ επιδίωξε την προβολή ισχυρής αντιστάσεως στην ανερχόμενη ισχύ των Τούρκων. Κατά τον ιστορικό του Ελληνισμού Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, «Ο Κωνσταντίνος περιεβλήθη το ακάνθινον του Βυζαντίου στέμμα απαραλλάκτως όπως αξιωματικός προχειρισθείς φρούραρχος πόλεως, πανταχόθεν υπό των πολεμίων περιεζωσμένης και μη εχούσης ούτε οχυρώματα αποχρώντα ούτε φρουράν ικανήν, ήθελεν υπακούσειν εις την δοθείσαν αυτώ εντολήν».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

  • «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», Χρήστος Ζαλοκώστας, εκδότης «Εστία», Αθήνα 2013.
  • «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου, εκδότης «Άγκυρα».
  • «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», Κώστας Δ. Κυριαζής, εκδότης «Εστία»

Παραπομπές

  1. [Η τελετή του γάμου του Κωνσταντίνου και της Θεοδώρας έγινε μέσα σε ένα στρατόπεδο στην Πάτρα, την οποία σκόπευαν να πολιορκήσουν τα στρατεύματα των Παλαιολόγων. Μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν ότι ο αρραβώνας έγινε χωρίς την παρουσία της νύφης. Όπως συνηθιζόταν τότε στους γάμους, ο Κωνσταντίνος έλαβε ως προίκα την πόλη Γλαρέντζα της Πελοποννήσου, τη σημερινή Κυλλήνη. Η Θεοδώρα πέθανε πάνω στη γέννα, στο Στάμηρο-Σανταμέρα της Αχαΐας τον Νοέμβριο του 1429 και ενταφιάστηκε σε μια εκκλησία της Γλαρέντζας, όμως το λείψανο της μεταφέρθηκε αργότερα στη Μονή του Ζωοδότη Χριστού στον Μυστρά, όπου βρίσκονταν οι τάφοι των δεσποτών Παλαιολόγων της Πελοποννήσου.]
  2. [Ο ιστοριογράφος Φραντζής έλαβε εντολή από τον Κωνσταντίνο να αναλάβει προξενητής και τον Ιούλιο του 1441 πήγε στη Λέσβο και γύρισε, φέρνοντας τη συγκατάθεση της Αικατερίνης και των γονέων της. Αμέσως ο Κωνσταντίνος διέταξε να ετοιμαστούν οι βασιλικές τριήρεις, επιβιβάστηκε με λαμπρή ακολουθία κι έτσι, όλος ο αυτοκρατορικός στόλος, διοικούμενος από τον Δρουγγάριο Λουκά Νοταρά, κατέπλευσε στο νησί του Βορείου Αιγαίου, όπου τελέστηκε ο γάμος και έμεινε έως και τον μήνα Σεπτέμβριο. Την εποχή του γάμου του με την Κατερίνα ο Κωνσταντίνος ήταν δεσπότης της Πελοποννήσου. Αλλά όταν ο αδερφός του Δημήτριος, που ήθελε τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, συνεννοήθηκε με τους Τούρκους και απέκλεισαν την Πόλη, ο Κωνσταντίνος έσπευσε να βοηθήσει τον αδελφό του Ιωάννη. Στον ταξίδι του προς την Πόλη πήρε μαζί με την σύζυγό του Αικατερίνη, που είχε μείνει έγκυος, όμως λόγω θαλασσοταραχής επέστρεψαν στο νησί της Λήμνου, όπου τους επιτέθηκε τούρκικος στόλος. Εκεί η Αικατερίνη αρρώστησε, απέβαλλε και πέθανε τον Αύγουστο του 1442, όπως λένε οι ιστοριογράφοι, λόγω επιπλοκών. Τάφηκε στο Παλαιόκαστρο της Λήμνου.]
  3. [Τo 1258, δεκατέσσερις Βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες έστησαν τη γνωστή ως «συνωμοσία του 1258». Ήταν οι (αλφαβητικά): Άγγελοι, Απρηνοί, Καβαλλάριοι, Καμύτζαι, Καντακουζηνοί, Λιβαδάριοι, Νεστόγγοι, Παλαιολόγοι, Ραούλ, Στρατηγόπουλοι, Ταρχανειώται, Τορνίκιοι, Φιλαί και Φιλανθρωπινοί.]
  4. [Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στους Φράγκους, το 1204, οι εκλεκτότερες βυζαντινές αριστοκρατικές οικογένειες είχαν μετακομίσει στην αυτοκρατορία της Νίκαιας και σε συνεννόηση με τους εκεί αυτοκράτορες, είχαν καταλάβει τη διοίκηση. Στα 1254, αυτοκράτορας της Νίκαιας έγινε ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρις που θέλησε να ανατρέψει την κατάσταση. Ξεκίνησε διαρκή διωγμό εναντίον τους και δε δίστασε ακόμα και να φυλακίσει εξέχοντες εκπρόσωπους των προερχόμενων από την Κωνσταντινούπολη αριστοκρατικών οικογενειών, θέλοντας να στηρίξει τις ντόπιες. Πέθανε το 1258, κληροδοτώντας την αυτοκρατορία στον ντόπιο παράγοντα, Γεώργιο Μουζάλωνα, προκειμένου να συνεχιστεί η ίδια τακτική.]
  5. Κωνσταντῖνος ΙΑ´ Παλαιολόγος - Ἡ τελευταία ὁμιλία πρὸς τὸν λαόν
  6. [Σύμφωνα με τον Σφραντζή: «....Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον «ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;» ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο” των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης” ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ΄ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν».]
  7. [Γεώργιος Φραντζής, «Χρονικό», Βιβλίο Γ', Κεφάλαιο Θ'.]
  8. Που κοιμάται ο βασιλιάς'; greecewithin.com, Πέμπτη, 25 Μάιος 2017.
  9. [Η Μαρία Θεοχάρη σπούδασε αρχαιολογία, βυζαντινή τέχνη και μουσειογραφία σε Αθήνα, Σορβόννη, Λούβρο και Μόναχο, ενώ δίδαξε βυζαντινή εικονογραφία στο Μπάρι και τη Ραβένα της Ιταλίας. Επίσης, χάρισε τη βιβλιοθήκη της, που περιείχε 3.000 τόμους και αντικείμενα ιστορικής αξίας, στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας. Η Θεοχάρη μετά από επισταμένη έρευνα της στο San Lorenzo in Campio της Ιταλίας, οδήγησε στην ανεύρεση και επιστροφή στην Θεσσαλονίκη των λειψάνων του Αγίου Δημητρίου.]
  10. [Εφημερίδα «Μακελειό», 29η Μαΐου 2020, σελίδες 20η & 21η.]
  11. Μνήμες Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Καθηγητού Φώτιου Δημητρακόπουλου
  12. [Μαρμαρωμένε Βασιλιά
    Και ρίχτηκε με τ’ άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια,
    το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα,
    και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια,
    εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.
    Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ’ αγνό το μέτωπό του,
    θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ’ αγκαλιάζει.
    Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του.
    Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.
    Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα,
    ένας Τιτάν π’ ακόμα χτες εστόλιζ’ ένα θρόνο,
    κι εσφάλισε – οϊμένανε! – για πάντ’ αυτό το στόμα,
    που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν’ ελπίδες μόνο.
    Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις.
    Ένα πρωί απ’ τα νερά του Βόσπορου κει πέρα
    θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης,
    ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!] Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
  13. Θάρθεις σαν Αστραπή Σταμάτης Σπανουδάκης.