Οδυσσέας Ελύτης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Οδυσσέας Ελύτης, Έλληνας κορυφαίος ποιητής, φιλολογικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη, γεννήθηκε [1] στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο Κρήτης και πέθανε [2] στις 18 Μαρτίου 1996 στο σπίτι του στην οδό Σκουφά 23 στο κέντρο της Αθήνας όπου είχε εγκατασταθεί το 1962, από ανακοπή καρδιάς. Κηδεύτηκε με ιδιωτική δαπάνη στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, χωρίς καμία απολύτως επισημότητα ή επικήδειους λόγους. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τον συντρόφευε η ποιητής Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με την οποία δεν παντρεύτηκαν.

Οδυσσέας Ελύτης

Βιογραφία

Το αρχικό όνομα της οικογένειας ήταν Λεμονός, και αργότερα Αλεπός, ενώ η μητέρα του κατάγονταν από τον Παππάδο της Λέσβου. Είχε γονείς το σαπωνοποιό Παναγιώτη Αλεπουδέλλη ο οποίος πέθανε το 1925 από πνευμονία, και τη Μαρία Βρανά, που πέθανε το 1960, των οποίων ήταν το τελευταίο τους παιδί. Κατάγονταν από πλούσια αστική οικογένεια κι είχε τέσσερις αδελφούς και μία αδελφή τη Μυρσίνη, η οποία πέθανε το 1918 σε ηλικία είκοσι ετών, από Ισπανική γρίπη. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Λέσβου, όμως το 1895 είχε εγκατασταθεί στο Ηράκλειο και σε συνεργασία με τον αδελφό του ίδρυσε εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας. Το 1914 η οικογένεια του εγκαταστάθηκε μόνιμα σε σπίτι της οδού Σόλωνος 98β, στο κέντρο της Αθήνας, όπου σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του διαδραμάτισαν η Γερμανίδα γκουβερνάντα του Άννα Κέλερ και ο θάνατος της αδελφής του, ενώ περνούσαν τα καλοκαίρια τους στα νησιά του Αιγαίου, κυρίως στη Μυτιλήνη και στις Σπέτσες.

Το 1930 η οικογένεια μετακόμισε στην οδό Μοσχονησίων 14β. Στο τέλος του 1936 κατατάχθηκε στο στρατό και επιλέχθηκε για τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στο παλιό φρούριο της Κέρκυρας, προκειμένου να υπηρετήσει τη θητεία του ως έφεδρος ανθυπολοχαγός και το 1937 μετατέθηκε στην Αθήνα ως το 1938 που απολύθηκε. Το 1940 με την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός στο 24ο Σύνταγμα πεζικού, στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α' Σώματος Στρατού και στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός, απ΄ όπου μεταφέρθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1941, με κοιλιακό τύφο βαριάς μορφής στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Λίγο πριν καταρρεύσει το μέτωπο της Ελληνικής αντιστάσεως στους Γερμανούς, με τη βοήθεια μιας νοσοκόμας και μεγάλο κίνδυνο για τη ζωή του οδηγείται στο Αγρίνιο και από κει στην Αθήνα.

Το 1945 με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη γίνεται διευθυντής προγράμματος του τότε Ε.Ι.Ρ. Παράλληλα συνεργάζεται γράφοντας επιφυλλίδες, άρθρα και δοκίμια στις εφημερίδες «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής, και «Ελευθερία» και στην «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση». Το 1948 του χορηγήθηκε διαβατήριο και αναχώρησε για μόνιμη εγκατάσταση στη Γαλλία. Ταξίδεψε αρχικά στην Ελβετία και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στη Σορβόννη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Association Internationale des Critiques d’ Art», ενώ γνωρίστηκε με τους Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Αλμπέρ Καμύ, Τριστάν Τζαρά, Πιερ Ζαν Ζουβ και Χουάν Μιρό. Το καλοκαίρι του 1950 ταξίδεψε στην Ισπανία ενώ από τα τέλη του 1950 μέχρι τον Μάιο 1951 που παρέμεινε στο Λονδίνο, συνεργάστηκε με το Β.Β.C. πραγματοποιώντας τέσσερις ραδιοφωνικές ομιλίες.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1952 και έγινε μέλος της «Ομάδας των Δώδεκα», που κάθε χρόνο απένειμε βραβεία λογοτεχνίας, από την οποία παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1953, όμως το 1955 επανήλθε. Έγινε μέλος του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης το 1953 και το 1955 εκλέχθηκε πρώτος πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου. Το 1955 διορίστηκε από την κυβέρνηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου, εκ νέου διευθυντής του Ε.Ι.Ρ., θέση στην οποία παρέμεινε για ένα χρόνο, ενώ στο τέλος του 1955, έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Πολιτισμού στη Βενετία, και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του θεάτρου Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Το 1961 με κυβερνητική πρόσκληση επισκέφτηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τα τέλη Μαρτίου έως τις αρχές Ιουνίου και το 1962 με ενδιάμεσο σταθμό τη Ρώμη επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση και το 1965 μεταβαίνει στην Βουλγαρία με πρόσκληση της «Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων». Στις 3 Μαΐου του 1969 εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, τον ίδιο χρόνο εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα την Κύπρο. Το 1971 επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1974 έγινε πρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης, ενώ τον ίδιο χρόνο αρνήθηκε πρόταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να είναι στη λίστα των βουλευτών επικρατείας.

Νεανικά χρόνια

Παρακολούθησε μαθήματα στο ιδιωτικό Δημοτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή στην οδό Ιπποκράτους, όπου μεταξύ των δασκάλων του ήταν οι Ιωάννης-Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Ιωάννης Θ. Κακριδής και ο Γιώργος Αποστολάκης, ενώ την περίοδο της Μικρασιατικής καταστροφής, ασχολήθηκε με τον κλασικό αθλητισμό, κερδίζοντας τους σχολικούς αγώνες των 100 μέτρων. Το φθινόπωρο του 1924 γράφτηκε στο Γ' Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και αποφοίτησε το καλοκαίρι του 1928, ενώ την ίδια περίοδο χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα, έστελνε ποιητικά του έργα στο περιοδικό «Η Διάπλασις των Παίδων». Μετά το θάνατο του πατέρα του, επισκέπτεται την Τήνο και τη Σαντορίνη και κάνει εξορμήσεις στα βουνά της Αττικής, ενώ γίνεται τακτικός θαμώνας του βιβλιοπωλείου Δ. Κόντε στην Ιπποκράτους και γράφει εξ ολοκλήρου το χειρόγραφο περιοδικό «Ιξός». Την ίδια περίοδο ασθένησε από αδενοπάθεια, έμεινε τρεις μήνες στο κρεβάτι και άρχισε να παρουσιάζει ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, αποφάσισε να σπουδάσει χημεία όμως το 1930 γράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και το 1933 συμμετείχε ως ένας από τους εκπροσώπους των φοιτητών στα «Συμπόσια του Σαββάτου», που διοργάνωνε στο Πανεπιστήμιο η «Ιδεοκρατική Φιλοσοφική Ομάδα» του Ιωάννη Συκουτρή με τη συμμετοχή της τριάδας της Χαϊδελβέργης, των Κωνσταντίνου Τσάτσου, Παναγιώτη Κανελλόπουλου και του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, όμως εγκατέλειψε τελικά τις σπουδές της Νομικής για τη λογοτεχνία και την ποίηση, παρά την εξωτερική πίεση που του ασκούσε ο οικογενειακός του περίγυρος. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 εγκατέλειψε την οικογενειακή του κατοικία και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα στην οδό Πελλήνης 1 παίρνοντας μαζί του μόνο το γραφείο του, ενώ σύχναζε στο καφέ «Brazilian» της οδού Βουκουρεστίου και στο «Picadilly» της Πανεπιστημίου τα μεσημέρια και τα βράδια στο «Ελληνικόν» και το «Βυζάντιον» στο Κολωνάκι.

Λογοτεχνική δράση

Ήδη από το 1927 ήταν φανερή η απόφασή του να στραφεί οριστικά στη λογοτεχνία. που στρέφεται οριστικά στη λογοτεχνία, διαβάζει [3] Περικλή Γιαννόπουλο, Ίωνα Δραγούμη, αλλά και πεζογράφους της γενιάς του 1930. Το Φεβρουάριο του 1935 με τη μεσολάβηση του ποιητή Γιώργου Σαραντάκου, γνωρίστηκε με τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο, μέλος της ομάδος των Γιώργου Σεφέρη, Γιώργου Θεοτοκά, Γιώργου Κατσίμπαλη και Ανδρέα Καραντώνη, που από τον Ιανουάριο είχε ιδρύσει το περιοδικό «Νέα Γράμματα» και συμμετείχε στις συναντήσεις τους. Στη διάρκεια μιας συγκέντρωσης στο σπίτι του ποιητή Κατσίμπαλη, κράτησαν χειρόγραφα του και τα στοιχειοθέτησαν κρυφά με το ψευδώνυμο «Οδυσσέας Βρανάς», με στόχο τη δημοσίευσή τους. Με επιστολή του στον Κατσίμπαλη ζήτησε την απόσυρσή τους, όμως πείστηκε να δημοσιευτούν με το ψευδώνυμο «Ελύτης» [4], ενώ το πρώτο δημοσιευμένο ποίημά του το Νοέμβριο του 1935, στο 11ο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» είχε τίτλο «Αιγαίο».

Το 1936 γνωρίστηκε με τον μετέπειτα στενό φίλο του Νίκο Γκάτσο και σταδιακά μυήθηκε στον ποιητικό υπερρεαλισμό με την καθοδήγηση του Ανδρέα Εμπειρίκου, διαβάζοντας Πολ Ελυάρ, [Paul Eluard], και Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, όμως εκείνος που τον έπεισε να εκδώσει τα ποιήματά του ήταν ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης. Επιστρέφοντας από την Κέρκυρα όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην Αθήνα, μαζί με το Νίκο Γκάτσο καθιέρωσαν ως στέκι τους το πατάρι του «Λουμίδη», στην οδό Σταδίου, και το καφενείο «Ηραίον». Την ίδια εποχή ο S. Baud-Bovy μετέφρασε ποιήματά του στα γαλλικά, ενώ στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» δημοσιεύτηκε μελέτη του Ανδρέα Καραντώνη με τίτλο «Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», γνωρίστηκε με τον Χένρι Μίλερ και η οικογένειά του μετακόμισε στην οδό Ιθάκης 31.

Με την απόλυσή του από τις τάξεις του στρατού, παρουσίασε το έργο η «Μαρίνα των βράχων», ενώ το 1939, την ώρα που η Ευρώπη βίωνε την έκρηξη ενός φοβερού πολέμου, εκδόθηκαν οι «Προσανατολισμοί». Στις 30 Μαΐου 1943 ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά». Το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» με την ελεγειακή μορφή του θα δημοσιευθεί στο «Τετράδιο» τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1945. Ενδιαμέσως το 1944 δημοσίευσε το δοκίμιο «Τα κορίτσια», που αποτέλεσε την αιτία να κληθεί σε ανάκριση από την κατοχική λογοκρισία. Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ», έγινε η παρουσίαση του μουσικού έργου «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη, με τον Μάνο Κατράκη και τραγουδιστή το Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο αρχικά επρόκειτο να παρουσιαστεί στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, όμως η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, απαγόρευσε την παρουσίαση του στο Ηρώδειο.

Εργογραφία

Θεωρείται από τους κορυφαίους της Ελληνικής ποιήσεως στον 20ο αιώνα και ένας από τους ανανεωτές της. Οι συλλογές των ποιημάτων του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Ήταν μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής και Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης. Όπως έχει γραφεί χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Το Βήμα» [5] «Ο λεκτικός πλούτος και η ικανότητά του να αναπλάθει τις λέξεις απετέλεσαν σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους ποιητές και συγγραφείς. Η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8.000 λέξεων, ενώ αυτή του Κώστα Καβάφη, π.χ., με 3.500 λέξεις».

Ποίηση

  • «Προσανατολισμοί», το 1936,
  • «Οι κλεψύδρες του αγνώστου», το 1937,
  • «Σποράδες», το 1938,
  • «Προσανατολισμοί», το 1940,
  • «Ήλιος ο πρώτος. Παραλλαγές πάνω σε μία ηλιαχτίδα», το 1943,
  • «Άξιον Εστί», [το 1959, ενέπνευσε στον Μίκη Θεοδωράκη το πιο σπουδαίο μουσικό του έργο],
  • «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό», το 1960,
  • «Προσανατολισμοί», το 1961,
  • «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», το 1962,
  • «Ήλιος ο πρώτος», το 1963,
  • «Μικρές Κυκλάδες», το 1964,
  • «Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», το 1971,
  • «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά», το 1971,
  • «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», το 1971,
  • «Το Μονόγραμμα», το 1971,
  • «Τα ρω του έρωτα», το 1972,
  • «Villa Natacha. Τραμ», το 1973,
  • «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», το 1973,
  • «Ανοιχτά χαρτιά», [το 1974, τόμος κριτικών κειμένων, περιλαμβάνει το κείμενό του «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», εκδόσεις «Αστερίας»],
  • «Τα Ετεροθαλή», το 1974,
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», το 1976,
  • «Σηματολόγιον» το 1977,
  • «Η καλωσύνη στις λυκοποριές», το 1978,
  • «Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», το 1978,
  • «Μαρία Νεφέλη», το 1978,
  • «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας», το 1982,
  • «Ανοιχτά Χαρτιά», το 1982,
  • «Ωδή στη Σαντορίνη», το 1984,
  • «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», το 1984,
  • «Ο Μικρός Ναυτίλος», το 1985,
  • «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», το 1986,
  • «Δημόσια και Ιδιωτικά», το 1990,
  • «Ιδιωτική Οδός», το 1990,
  • «Ιουλίου λόγος», το 1991,
  • «Τα ελεγεία της Οξώπετρας», το 1991,
  • «Εν λευκώ», το 1992,
  • «Δυτικά της λύπης», το 1995,
  • «Ο κήπος με τις αυταπάτες», το 1995.

Μεταφράσεις /Αποδόσεις

  • «Πολ Ελυάρ: Ποιήματα», το 1936,
  • «Πιέρ Ζαν Ζουβ: Ποιήματα», το 1938,
  • «Ζαν Ζιροντού: Νεράιδα», το 1973,
  • «Μπέρτολντ Μπρεχτ: Ο Κύκλος με την Κιμωλία στον Καύκασο, το 1974,
  • «Δεύτερη Γραφή. Αρθούρος Ρεμπό, Κοντ ντε Λοτρεαμόν, Πολ Ελυάρ, Πιέρ Ζαν Ζουβ, Τζουζέπε Ουνγκαρέτι, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι», το 1976,
  • «Σαπφώ», το 1984,
  • «Ιωάννης: Η αποκάλυψη», το 1985,
  • «Κριναγόρας», το 1987.

Βραβεύσεις

Τιμήθηκε με το

  • Κρατικό βραβείο ποιήσεως το 1960, για το έργο του «Άξιον Εστί», κορυφαίο ύμνος στην Ελλάδα και την παράδοσή της, την αρχαία, τη βυζαντινή και τη σύγχρονη, που κυκλοφόρησε το 1959, και είχε αρχίσει τη συγγραφή του την εποχή που ήταν στο Λονδίνο,
  • παράσημο του Ταξιάρχου του Φοίνικος, το 1965 από τον βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄,
  • Νόμπελ Λογοτεχνίας [6] [7] το οποίο του απονεμήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1979, από τον Κάρολο Γουσταύο, βασιλιά της Σουηδίας.

Η αναγγελία του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου και σύμφωνα με το σκεπτικό της αποφάσεως, του αποδόθηκε «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». Το 1980 παρέδωσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη.

  • τιμητική διάκριση από το δήμο Ηρακλείου Κρήτης, στις 23 Μαΐου 1979,
  • ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Τολέδο,
  • αργυρό μετάλλιο Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου,
  • χρυσό μετάλλιο Τιμής, το 1982 από το δήμο Αθηναίων,
  • βραβείο Μεσόγειος, το 1988 από την Κοινότητα Μεσογειακών Πανεπιστημίων,
  • Γαλλικό παράσημο του Ανωτάτου Ταξίαρχου της Λεγεώνος της Τιμής, το 1989 στο Παρίσι.

Προς τιμή του ιδρύθηκε έδρα νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη», στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ.

Αρνήθηκε

  • να παραλάβει το «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας», το 1972, και
  • την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού, το 1977.

Αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας

  • της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το 1978,
  • του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, το 1980,
  • του Πανεπιστημίου της Ρώμης, το 1987,
  • του Πανεπιστημίου των Αθηνών, το 1987.

ενώ η βουλή των Ελλήνων σε ειδική συνεδρίαση του απένειμε φόρο τιμής.

Ζωγραφική

Ασχολήθηκε από νωρίς με τη ζωγραφική και το 1935 ταξίδεψε στη Μυτιλήνη μαζί με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, όπου γνώρισε το έργο του ζωγράφου Θεόφιλου και μελέτησε τη ζωγραφική του τεχνοτροπία. Στο έργο του δέχθηκε αρκετές και σημαντικές επιρροές καθώς στο Παρίσι γνωρίστηκε με τους Chagall, Giacometti, Picasso και Matisse και στην Ελλάδα διατηρούσε φιλία με τους Γκίκα και Τσαρούχη. Θεωρούσε τα ποιητικά του έργα ως άλλη έκφραση του λυρικού του λόγου και τα ονόμαζε «συνεικόνες».

Παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής, [collage], σε διάφορες εκθέσεις

  • το 1936 στην «Α΄ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση» στην Αθήνα,
  • το 1979 σε προσωπική έκθεση στην γκαλερί Thyelska στη Στοκχόλμη,
  • το 1980 σε έκθεση με κολάζ του και τίτλο «Συνεικόνες» στην Αθήνα,
  • το 1988 στο Beaubourg της Γαλλίας και
  • το 1992 στο Μουσείο μοντέρνας Τέχνης της Άνδρου.

Το τέλος του

Μετά την απονομή του Νόμπελ ποιήσεως το 1979, ακολουθεί το χρονικό διάστημα στη διάρκεια του οποίου οι παρέες του γίνονται ολοένα και λιγότερες, ενώ η ασθένειά του τον ανάγκαζε να νοσηλεύεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε νοσοκομεία. Προκειμένου να μεταδώσουν την είδηση για το θάνατό του, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί διέκοψαν το πρόγραμμά τους ενώ την κηδεία του παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Ο ίδιος είχε ζητήσει να σεβασθούν την ιδιωτική του ζωή και να αποφευχθούν δηλώσεις και αποχαιρετισμοί από πολιτικούς και πνευματικούς εκπροσώπους.

Οι Εκδόσεις «Αιολίδα» κυκλοφόρησαν το 2010, ένα δίτομο έργο [8] του ποιητή, δοκιμιογράφου και κριτικού λογοτεχνίας Δημήτρη Νικορέτζου, με τίτλο «Ο άγνωστος Ελύτης της Μυτιλήνης», ένα «σχέδιο βιογραφίας», που φέρνει στο φως τα λεσβιακά «συμβραζόμενα» της άδηλης οικογενειακής ζωής του Οδυσσέα Ελύτη. Το έργο απαρτίζουν αποσπάσματα κειμένων του, ειδήσεις, εικόνες και περιστατικά που συνδέονται -άμεσα ή έμμεσα- με τον τόπο καταγωγής του.

Με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού σε συνεργασία με το «Εθνικό Κέντρο Βιβλίου», [ΕΚΕΒΙ], αφιέρωσαν το 2011 στα εκατό χρόνια από τη γέννησή του και το ονόμασαν «Έτος Οδυσσέα Ελύτη».

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. Οδυσσέας Ελύτης Εφημερίδα «Η Καθημερινή»
  2. Οδυσσέας Ελύτης Εφημερίδα «Η Καθημερινή»
  3. Ελύτης Οδυσσέας Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  4. Εμπρός.net «...απαρνήθηκε το οικογενειακό του όνομα που, ...{...}... ήταν συνδεδεμένο με αξίες ...{...}... όπως η εμπορική πίστη και ο ωφελιμισμός»
  5. Οδυσσέας Ελύτης Εφημερίδα «Το Βήμα»
  6. All Nobel Prizes in Literature
  7. Οδυσσέας Ελύτης, «ο ποιητής του Αιγαίου» Λόγος στην τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, σελ.19
  8. Πρώτη γνωριμία με τον νεαρό Ελύτη μέσα από τη σχέση του με τη Μυτιλήνη Εφημερίδα «Τα Νέα»