Φρανσουά Ντυπρά

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φρανσουά Ντυπρά [Γαλλικά: François Duprat], Γάλλος εθνικιστής ιστορικός, ένας από τους Ευρωπαίους ηγέτες της «αναθεωρητικής ιστορικής σχολής», δοκιμιογράφος που συμμετείχε στην ίδρυση δεκάδων εθνικιστικών περιοδικών και εφημερίδων και πολιτικός της εθνικοεπαναστατικής γαλλικής δεξιάς με πρωταγωνιστική δράση στην δημιουργία εθνικοεπαναστατικών κινημάτων στην Γαλλία, ιδρυτικό μέλος του κόμματος Front National του Ζαν Μαρί Λεπέν και μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος μέχρι τον τραγικό του θάνατο, Πανεπιστημιακός καθηγητής, γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1940 στην πόλη Αζαξιό στο νησί της Κορσικής και δολοφονήθηκε στις 18 Μαρτίου 1978 [1] [2], ημέρα Σάββατο την παραμονή του δεύτερου γύρου των βουλευτικών εκλογών, από έκρηξη τηλεχειριζόμενης βόμβας στο παγιδευμένο αυτοκίνητο του, στην περιοχή της Saint-Wandrille-Rançon, μια πρώην γαλλική κοινότητα, που βρίσκεται στο διαμέρισμα Seine-Maritime στη Νορμανδία.

François Duprat
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 26 Οκτωβρίου 1940
Τόπος: Αζαξιό, Κορσική (Γαλλία)
Σύζυγος: Δύο γάμοι, Jannine (2η σύζυγος)
Τέκνα: Άτεκνος
Υπηκοότητα: Γαλλική
Ασχολία: Καθηγητής, ιστορικός
Δοκιμιογράφος
Δολοφονία: 18 Μαρτίου 1978
Τόπος: Saint-Wandrille-Rançon, Γαλλία

Στην κηδεία του Ντυπρά, που τελέστηκε στην εκκλησία του Saint-Nicolas-du-Chardonnet, παραβρέθηκαν κορυφαία στελέχη της Γαλλικής εθνικιστικής δεξιάς, μεταξύ τους από το Εθνικό Μέτωπο, τους μοναρχικούς και δεξιούς αλληλέγγυους. Ενταφιάστηκε στο επίπεδο του 26ου τμήματος του νεκροταφείου της Μονμάρτρης.

Βιογραφία

Η οικογένεια του Φρανσουά ανήκε ιδεολογικά στην άκρα αριστερά και ο πατέρας του συμμετείχε στην Γαλλική αντίσταση με τους κομμουνιστές. Ο Joseph Duprat ήταν αριστερός ρεπουμπλικανός, συνδεδεμένος με τους αδελφούς Daniel και Claude Doustin, δύο άνδρες της γαλλικής αντικατασκοπείας, ήταν μέλος των υπηρεσιών πληροφοριών της Αντιστάσεως. Ο Φρανσουά παρακολούθησε τα μαθήματα της Μέσης εκπαιδεύσεως στην πόλη Μπαγιόν της Τουλούζης και στη συνέχεια φοίτησε στο αριστοκρατικό Λύκειο Louis-le-Grand στο Παρίσι ενώ το 1963, αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, από το οποίο απέκτησε δίπλωμα ανώτατων σπουδών.

Πολιτική δράση

Το 1958 όταν ο Φρανσουά Ντυπρά εγκατέλειψε τις αριστερές ιδεοληψίες του, καθώς υπήρξε τροτσκιστής και ανήκε στην ομάδα των Λαμπερτιστών, εντάχθηκε αρχικά στο εθνικιστικό κίνημα Jeune Nation [3] του Pierre Sidos και παράλληλα έγινε μέλος στην Ομοσπονδία Εθνικιστών Φοιτητών [Fédération des Étudiants Nationalistes, F.E.N.] και υπήρξε συνοδοιπόρος του Dominique Venner. Στη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας αντιτάχθηκε με έντονο τρόπο στην ιδέα της Ανεξαρτησίας της Αλγερίας. Η δραστηριότητά του και οι δεσμοί του με τον ΟΑΣ, αποτέλεσαν το πρόσχημα για τη σύλληψη και την παραπομπή του σε δίκη στην οποία καταδικάστηκε για «υπονόμευση της κρατικής ασφάλειας» και φυλακίστηκε. Μετά τον Μάρτιο του 1962, με την υπογραφή των συμφωνιών που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία Αλγερίας, ο Ντυπρά ταξίδεψε στην Κατάνγκα του τότε Ζαΐρ, υποστηρίζοντας τον αγώνα για την ανεξαρτησία της μετέπειτα Δημοκρατίας του Κογκό, υπό την ηγεσία του Μωυσή Τσόμπε [Moise Tshombe], αργότερα πρωθυπουργού του Κονγκό και προέδρου της «Δημοκρατίας της Κατάνγκα», και υπήρξε υπεύθυνος Προπαγάνδας στο Radio-Katanga μέχρι τον Οκτώβριο του 1965. Ο Φρανσουά επιστρέφοντας στη Γαλλία εντάχθηκε ως μέλος στο εθνικιστικό κίνημα της Occident και πρωταγωνίστησε σε βίαιες αντιπαραθέσεις στους δρόμους εναντίον μαοϊκών και φοιτητών άλλων αριστερών παρατάξεων.

Αντισιωνισμός

Ως συνεπής και μαχητικός πολέμιος του Σιωνισμού και του Κράτους του Ισραήλ ο Ντυπρά υπερασπίστηκε τα Αραβικά κράτη στις διαμάχες και τις πολεμικές αναμετρήσεις τους μαζί του. Την ίδια εποχή, την ώρα που οι Γάλλοι εθνικιστές, από τον Dominique Venner έως τον Xavier Vallat μέσω του François Brigneau και του Lucien Rebatet, ήταν ταγμένοι σχεδόν ομόφωνα υπέρ της Ισραηλινής κρατικής οντότητας, ο Ντυπρά με την υποστήριξη των Maurice Bardèche, Pierre Sidos, Coston και Ploncard d'Assac, υποστήριξε με πάθος την αντίθεση με το Ισραήλ και την υποστήριξη στα Αραβικά κράτη. Τον Μάρτιο του 1967 κατηγορήθηκε ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας, καταγγελία που δημιούργησε κωλύματα στην πολιτική του δράση και υποχρεώθηκε να απομακρυνθεί από την οργάνωση της «Occident». Χρόνια μετά την δολοφονία του Ντυπρά ο στενός του συνεργάτης και υπεύθυνος όλης της μεταθανάτιας εκδοτικής δραστηριότητος του έργου του, ο Alain Renault, απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε: «Πάντα άκουγα φήμες για τον Duprat. Τα περισσότερα από αυτά είχαν συμπεριληφθεί, επιπλέον, σε ένα φυλλάδιο της Κομμουνιστικής Ενώσεως, Les bande armees du capital, ένα συμπλήρωμα στο περιοδικό Rouge. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νομικός αγώνας είναι μέρος του πολιτικού αγώνα {...} ενθάρρυνα τότε έντονα τον Duprat να υποβάλει καταγγελία, κάτι που έκανε. Στο περιοδικό επιβλήθηκε βαρύ πρόστιμο και η αποζημίωση χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά υλικού για την εκτύπωση της Cahiers Européens», της εβδομαδιαίας εφημερίδας μας. Ήταν μεγάλη μου χαρά να βελτιώσω την παρουσίαση του ενημερωτικού δελτίου με δαπάνες των βρωμερών προδοτών. {...} Όσο για τους κουτσομπόληδες, θα είχα προσέξει λίγο περισσότερο τις δηλώσεις τους αν δεν είχαν τη συνήθεια να συμφιλιώνονται τακτικά με τον Duprat και να συνεργάζονται ξανά μαζί του {...} Άρα είτε δεν πίστευαν στις δικές τους κατηγορίες ή δεν ήταν συνεπείς με τον εαυτό τους....» [4].

Μετά την αποκλεισμό του από την «Occident ο Ντυπρά συνεργάστηκε στενά με τον Maurice Bardèche που τον θεωρούσε πνευματικό του γιο και τον αναγόρευσε ανεπίσημο αρχισυντάκτη του περιοδικού του Défense de l'Occident και το 1967 υπέγραψε μια συνεργασία του στο περιοδικό με τίτλο Το μυστήριο των θαλάμων αερίων». Σταδιακά ο Ντυπρά έλαβε ξεκάθαρα αρνητική θέση έναντι του αποκαλούμενου Ολοκαυτώματος των Εβραίων στη διάρκεια της διακυβερνήσεως του Γ' Ράιχ από τους Ναζί υπό τον Αδόλφο Χίτλερ. Τον Ιούλιο του 1967, έγραψε εξ ολοκλήρου ένα ειδικό τεύχος της «Défense de l' Occident» με τίτλο «Ισραηλινή επίθεση» του οποίου το editorial κατέληγε ως εξής: «Κάτω οι ιμπεριαλιστές επιτιθέμενοι του Ισραήλ! Ελευθερία για την Αραβική Παλαιστίνη!». Ταυτόχρονα, υλοποίησε την ιδέα του να πραγματοποιηθεί συλλαλητήριο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και ενέτεινε τους δεσμούς του με το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το Συριακό Εθνικιστικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το 1969 συμμετείχε στις συναντήσεις που οργάνωσε ο Roger Holliner για να προσπαθήσει να επανενώσει τις διαφορετικές εθνικιστικές τάσεις. Οι συναντήσεις γίνονταν στο Cercle du Panthéon, ένα μέρος που ανήκε στον Jean-Marie Le Pen. Ο Ντυπρά σύντομα αναδείχθηκε γραμματέας των συναντήσεων στις οποίες συμμετείχε ως εκπρόσωπος του Pierre Sidos. Το 1970 υπήρξε ιδρυτικό μέλος του εθνικιστικού κινήματος «Νέα Τάξη», ήταν ο κύριος υπεύθυνος για το «στυλ της Νέας Τάξης: προκλητικό, πολεμικό, βίαιο» και υλοποίησε την έκδοση των πολιτικών επιθεωρήσεων L' Action européenne» [Ευρωπαϊκή Δράση] και της «Revue d' histoire du fascisme» [Ιστορική Επιθεώρηση του Φασισμού].

Εθνικό Μέτωπο

Τον Ιούνιο του 1972 ο Ντυπρά ήταν από τους συνιδρυτές του κόμματος Εθνικό Μέτωπο [F.N.] με επικεφαλής τον Jean-Marie Le Pen. Τον Δεκέμβριο του 1973, επιμελήθηκε την έκδοση της εβδομαδιαίας εφημερίδας Les Cahiers européen και δημιούργησε τις Επιτροπές της Εθνικής Ενώσεως οι οποίες, το 1974, παρείχαν σημαντική υποστήριξη στην πρώτη προεδρική εκστρατεία του Jean-Marie Le Pen. Τον Ιούνιο του 1974, ο Le Pen έστειλε ένα σαφές μήνυμα με το οποίο βεβαιώνει: «Η θέση των επαναστατών εθνικιστών είναι μέσα στο F.N., το οποίο σέβεται τις ιδεολογικές επιλογές των μελών του». Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 1974, ο Ντυπρά και οι υποστηρικτές του ενσωματώθηκαν στο Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο και τον Νοέμβριο δημιούργησαν το Le National, την εφημερίδα που αποτέλεσε το όργανο του κόμματος. Παράλληλα ο Ντυπρά ανέλαβε καθήκοντα υπεύθυνου της Εκλογικής Επιτροπής, για ζητήματα στρατηγικής και προπαγάνδας, στην ουσία ήταν αυτός αυτός που διατήρησε την κομματική μηχανή σε λειτουργία. Σύμφωνα με τον Renault: ​​«....Ο François Duprat εμφανίζεται ως ο πραγματικός αριθμός δύο στο κόμμα. Είναι ένας αξιόλογος διοργανωτής {...}. Το F.N. του οφείλει την εσωτερική του πειθαρχία....». Το 1976, δημιούργησε τις Επαναστατικές Εθνικιστικές Ομάδες, των οποίων η επιρροή στο εσωτερικό του Εθνικού Μετώπου έγινε σημαντική πολύ σύντομα.

Ο Ντυπρά εκλέχθηκε και διατέλεσε μέλος του πολιτικού γραφείου του κόμματος μέχρι την ημέρα της δολοφονίας του και εκπροσώπησε τον σκληρό ιδεολογική πυρήνα των στελεχών του διευθύνοντας τους εθνικιστές των Groupes révolutionnaires, τις Εθνικές Επαναστατικές Ομάδες, μαζί με τον Alain Renault, που υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του, ο οποίος εκλέχθηκε αναπληρωτής γενικός γραμματέας του κόμματος και στις βουλευτικές εκλογές του 1978 το ένα τρίτο των υποψηφίων βουλευτών προέρχονταν από την εσωκομματική τάση του Ντυπρά. Θεωρείται ως ο κύριος υπεύθυνος για την φιλεργατική στροφή του Μετώπου και την υποστήριξη του στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις αλλά και την σαφή καταγγελία της αναποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής των κομμουνιστών και είναι ο σχεδιαστής του έντονου αντιμεταναστευτικού προγράμματος του κόμματος, πολιτικές που ως τότε αποτελούσαν προνόμιο των μικρών εθνικιστικών ομάδων στην Γαλλία.

Ιδεολογικές απόψεις

Ο Ντυπρά στην εφηβική του ηλικία συμμετείχε σε κύκλους τροτσκιστών τους οποίους αποκήρυξε και αποστασιοποιήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1950 και ασπάστηκε τις απόψεις των πλέον ριζοσπαστικών ρευμάτων του Γαλλικού εθνικισμού κάτι που προκάλεσε τον έντονο θυμό της οικογένειας του. Στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ίσως και λόγω της πολιτικής καταγωγής του, εκδήλωσε ζωηρό ενδιαφέρον για τις πιο ριζοσπαστικές ομάδες της άκρας αριστεράς και ήταν από τους πρώτους που κατάλαβαν τις δυνατότητές τους και ιδιαίτερα με τις φοιτητικές ταραχές που ξέσπασαν τον Μάιο του 1968 σε ολόκληρη την Γαλλία. Υποστήριζε ότι ο σιωνισμός ήταν μια παγκόσμια πραγματικότητα καταστροφής λαών και εθνών και πως η Γαλλία ήταν εξίσου κατεχόμενη με την Παλαιστίνη από τους σιωνιστές.

Ο Φρανσουά Ντυπρά προσέγγισε την ιστορία ως πολιτικό όπλο, και τον Μάιο του 1976 δήλωσε σχετικά:
«...Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους αντιπάλους μας, μαρξιστές και υποστηρικτές του πολιτικού καθεστώτος, το μονοπώλιο της ιστορικής προβολής ανθρώπων, γεγονότων και ιδεών. Γιατί η Ιστορία είναι ένα θαυμάσιο πολεμικό όργανο και θα ήταν μάταιο να αρνηθούμε ότι ένας από τους σημαντικούς λόγους των πολιτικών μας μαρτυρίων έγκειται στην ιστορική εκμετάλλευση και τη συστηματική παραμόρφωση των εθνικιστικών εμπειριών του παρελθόντος {...} Άλλωστε, προκειμένου να καλύψουμε αυτές τις ανάγκες {...} είναι ο λόγος που μια ομάδα διανοουμένων, καθηγητών και εθνικιστών δημιουργήσαμε την επιθεώρηση "Revue d' histoire du fascisme" {...}.».

Συγγραφικό έργο

Ο Φρανσουά παθιασμένος με τη συγγραφή, ήταν συγγραφέας πολλών βιβλίων αλλά και πολιτικών άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε δεκάδες εθνικιστικές εφημερίδες ενώ ο ίδιος δημιούργησε δώδεκα περιοδικά και πολιτικές επιθεωρήσεις, μεταξύ τους τα:

  • «Cahiers d'histoire du fascisme» [«Τετράδια Ιστορίας για τον Φασισμό»] και το
  • «Cahiers Européens-Notre Europe» [«European Notebooks-Η Ευρώπη μας»], ενώ έγραψε και βιβλία αρνήσεως του αποκαλούμενου Ολοκαυτώματος των Εβραίων αλλά και εθνικιστική λογοτεχνία.

Δημοσίευσε τα έργα:

  • «The Seven Colors», το 1967,

βιβλίο που αναφέρεται στην Ιστορία των S.S. και στο οπισθόφυλλο αναφέρει ότι ο συγγραφέας ανήκει στη «νέα ρεβιζιονιστική σχολή» που μελετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, καταγγέλλοντας «ένα ορισμένο αριθμό ιδεών που παραλήφθηκαν», μεταξύ τους και η ιστορία για τους θαλάμους αερίων ενώ τον ίδιο χρόνο έγραψε μια μελέτη την οποία δημοσίευσε στο περιοδικό Défense de l' Occident του Maurice Bardèche με τίτλο:

  • «Το μυστήριο των θαλάμων αερίων».

Έγραψε επίσης τα έργα:

  • «Les Mouvements d’ Extreme Droite en France depuis 1944», [«Tα κινήματα της άκρας δεξιάς στην Γαλλία από το 1944»], το 1972, με αναφορές κατά τη διάρκεια της κυβερνήσεως Vichy υπό τον Γάλλο εθνικιστή Στρατηγό Πεταίν.

Ημιτελές έμεινε το έργο του με τίτλο:

  • «Argent et politique» [«Χρήμα και Πολιτική»] έργο που αναφέρεται στη χρηματοδότηση των συντηρητικών κομμάτων και των εθνικιστικών σχηματισμών της εποχής του.

Το τέλος του

Λίγο καιρό πριν από τη δολοφονική επίθεση εναντίον του, ο Γάλλος πρώην εθνικοσοσιαλιστής δημοσιογράφος Πατρίς Σαϊρόφ [Patrice Chairoff] -καταδικασμένος για μια σειρά από απάτες- δημοσίευσε ονόματα και διευθύνσεις εκδόσεων που διηύθυνε ο Ντυπρά, μεταξύ τους και η διεύθυνση της κατοικίας του, μετατρέποντας τους σε πιθανούς στόχους επιθέσεων. Ο Ντυπρά με κάποιες έρευνες του, είχε φέρει στην επιφάνεια ύποπτα περιστατικά πίσω από τα οποία κρυβόταν η γαλλική κυβέρνηση, όπως η σχέση της Ισραηλινής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της Mossad, με την εξέγερση τον Μάιο του 1968 στο Παρίσι. Η έρευνα του είχε θορυβήσει τις των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Ο Ντυπρά την ημέρα της δολοφονίας του μετέβαινε στην εργασία του, ήταν καθηγητής γεωγραφία και ιστορίας στο γυμνάσιο του Caudebec-en-Caux, δολοφονήθηκε στον περιφερειακό δρόμο 902 προς το κολέγιο. Στις 08:40 π.μ. το μπλε Citroën GS της οικογένειας του Ντυπρά μεταμορφώθηκε σε μπάλα φωτιάς. Η τηλεχειριζόμενη βόμβα ενός κιλού μελινίτη που ήταν τοποθετημένη στο αμάξωμα κάτω από τη θέση του συνοδηγού, κονιορτοποίησε το όχημα, τα συντρίμμια του οποίου, ανακατεμένα με κομμάτια ανθρώπινης σάρκας, διεσπάρησαν σε απόσταση μεγαλύτερη από εκατό μέτρα. Είναι σημαντικό πως η βόμβα τοποθετήθηκε κάτω από τη θέση του συνοδηγού πράξη που αποδεικνύει πως ο δράστης ή οι δράστες γνώριζαν πολύ καλά ότι ο Ντυπρά ήταν μύωπας σε μεγάλο βαθμό και δεν οδηγούσε με αποτέλεσμα για τις μετακινήσεις του να χρησιμοποιεί ως οδηγό τη σύζυγο του Jeanine. Το σώμα του Ντυπρά μετατράπηκε σε κομμάτια καμένης σάρκας ενώ η σύζυγός του παρέμεινε στο νοσοκομείο για περισσότερο από ένα χρόνο καθώς από την έκρηξη ακρωτηριάστηκαν τα κάτω άκρα της όταν το αυτοκίνητο τους μεταμορφώθηκε σε μια άμορφη μάζα σιδερικών.

Το σκοτάδι που κάλυψε την δολοφονία του Ντυπρά έδωσε περιθώρια να αναπτυχθούν διάφορες θεωρίες γι' αυτήν. Αν και την «ευθύνη» για την δολοφονική επίθεση ανέλαβαν οι Εβραϊκές τρομοκρατικές οργανώσεις «Κομάντο Μνήμης» και «Εβραϊκή Επαναστατική Ομάδα» οι συνθήκες της δολοφονίας του παραμένουν αδιευκρίνιστες ενώ τα κίνητρα, οι εμπνευστές και οι δράστες της δολοφονικής επιθέσεως εναντίον του καλύπτονται από βαθύ σκοτάδι καθώς η αστυνομική έρευνα για τη δολοφονία του υπήρξε ατελέσφορη, άποψη την οποία υποστηρίζει και ο ιστορικός Michel Winock. Ο συγγραφέας Frédéric Charpier στο έργο του Génération Occident: de l'extrême droite à la droite, ισχυρίζεται ότι η δολοφονία, πιθανόν, να οργανώθηκε από κάποια εθνικιστική οργάνωση αντίθετη με τις απόψεις του Ντυπρά. Ο Charpier στηρίζει την άποψη του στο γεγονός ότι το 1967 ο Ντυπρά αποκλείστηκε από τη συμμετοχή του στην εθνικιστική Occident λόγω καταγγελιών πως υπήρξε πληροφοριοδότης της αστυνομίας. Σύμφωνα με τους Roger Faligot και Pascal Krop, ο Ντυπρά αποτέλεσε στόχο δολοφονικής επιθέσεως λόγω των σχέσεων του με την κυβέρνηση της Συρίας αλλά και με το κίνημα για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.

Μνήμη Φρανσουά Ντυπρά

Ο Λεπέν στον τάφο του Ντυπρά

Ο Ντυπρά από την παιδική του ηλικία έδειξε πως διέθετε ιδιαίτερη ευφυία, εξαιρετική ικανότητα απομνημονεύσεως και πραγματική όρεξη για μάθηση. Φανατικός με την συγγραφή και θεωρητικός του επαναστατικού εθνικισμού ενσάρκωσε την «εθνικο-επαναστατική» τάση στην Γαλλική εθνικιστική πολιτική σκηνή. Υπήρξε ακούραστη και ηγετική φυσιογνωμία του Γαλλικού εθνικισμού που η ζωή του είναι συνυφασμένη με την εθνικιστική ιστορία του του 2ου μισού του 20ου αιώνος. Κεντρικό πρόσωπο στην ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκού εθνικισμού μετά την καταστροφή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου διαδραμάτισε καθοριστικό κι απολύτως ουσιαστικό ρόλο στο χώρο του Γαλλικού εθνικισμού. Ριζοσπάστης εθνικιστής-αγωνιστής ο Ντυπρά, αρχικά παθιασμένος με τον τροτσκισμό, λατρεύονταν και μισούνταν στο περιβάλλον του. Δημιούργησε και διατηρούσε στενούς προσωπικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με φασιστικές οργανώσεις απ' όλη την Ευρώπη και συνεργάστηκε με αραβικά κινήματα, ιδιαίτερα με τα παλαιστινιακά κινήματα Al-Fatah και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Στον 1ο γύρο των βουλευτικών εκλογών, στις 12 Μαρτίου, ήταν υποψήφιος με το Εθνικό Μέτωπο στη Νορμανδία, όπου είχε συγκεντρώσει μόλις το 0,74% των ψήφων καθώς ήταν άγνωστος στο ευρύ κοινό και συνεπώς δεν διέθετε πολιτικό εκτόπισμα και εκλογικό βάρος.

Η εθνικιστική πολιτική επιθεώρηση «Le National», τίμησε την μνήμη του Φρανσουά, που υπήρξε μια εμβληματική φυσιογνωμία των δεκαετιών του '60 και του '70, τον Απρίλιο του 1978, τον οποίο ανακήρυξε ως έναν από τους Γάλλους ηγέτες της ιστορικής σχολής του αναθεωρητισμού που έχει εισαγάγει στη Γαλλία «ένα από τα πιο εκρηκτικά φυλλάδια» του Richard Harwood, μέλους του Βρετανικού Εθνικού Μετώπου και συγγραφέα του βιβλίου «Did Six Million Really Die;». Η Γαλλική εθνικιστική επιθεώρηση «The Cahiers européens-Notre Europe» δημοσίευσε το έργο ξεκινώντας τον Φεβρουάριο του 1976. Μετά την δολοφονία του Ντυπρά ο Ζαν-Μαρί Λεπέν απέδιδε, κατ' έτος, φόρο τιμής καταθέτοντας στεφάνι στον τάφο του Ντυπρά, ενώ το 2018, ανήμερα της 40ης επετείου από τον θάνατό του, είπε ότι με τον θάνατο του σε νεαρή ηλικία κατόρθωσε να «αποφύγει τους πόνους του γήρατος». Τον χαρακτήρισε «...μάρτυρα στην υπόθεση της ελευθερίας της σκέψεως», «μαχητή», «πολιτικό μέχρι την άκρη των δακτύλων του», κατά την Ελληνική έκφραση «από την κορυφή μέχρι τα νύχια» και ολοκλήρωσε την ομιλία του λέγοντας: «Το σύνθημά μας 40 χρόνια μετά παραμένει η τιμή και η πίστη».

Η δολοφονία του Ντυπρά αποτέλεσε τεράστια απώλεια για την εθνική και εθνικιστική υπόθεση και ένα τεράστιο βάσανο για όσους τον αγάπησαν, και ήταν πάρα πολλοί, οι οποίοι ακόμη και σήμερα δεν τον ξεχνούν. Ο τάφος του αποτελεί τόπο προσκυνήματος τόσο για τους οπαδούς του Εθνικού Μετώπου όσο και για τους ριζοσπάστες εθνικιστές. Οι Radicals, οι πρώην συναγωνιστές του Ντυπρά, δηλαδή η ομάδα Militant, διοργανώνουν ετήσιο αφιέρωμα και συμπόσιο στη μνήμη του κάθε χρόνο ενώ το 1989 ίδρυσαν την ένωση L' Association des Amis de François Duprat, με επίτιμο πρόεδρο τον Maurice Bardèche, γαμπρό από αδελφή του εκτελεσμένου εθνικιστή διανοητή Robert Brasillach. Το 1986 οι τριάντα πέντε βουλευτές που εκλέχθηκαν με το Εθνικό Μέτωπο, μετέβησαν εν σώματι στο μνημείο του με επικεφαλής τον Ζαν-Μαρί Λεπέν. Στις 18 Μαρτίου του 2018, στη θλιβερή επέτειο των σαράντα χρόνων από τον τραγικό θάνατο του Ντυπρά, ο Καρλ Λανγκ, πρώην αρχηγός της Νεολαίας και νούμερο δύο του Εθνικού Μετώπου, ο οποίος προσχώρησε στο κόμμα το 1978, λίγο καιρό μετά τη δολοφονία του κατέθεσε αίτημα να ανοίξει ξανά ο φάκελος των ερευνών για το μυστήριο γύρω από την βομβιστική επίθεση.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές