Ρομπέρ Μπραζιγιάκ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, [Robert Brasillach], Γάλλος με καταλανική καταγωγή εθνικοσοσιαλιστής λογοτέχνης, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, που αποτελεί πρόσωπο-σύμβολο της ευρωπαϊκής εθνικιστικής Δεξιάς και η ιστορικός Άλις Κάπλαν, [Αlice Kaplan], καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Duke, αποκαλεί στο βιβλίο της «James Dean του φασισμού» [1], γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1909 [2] στο Περπινιάν, [Perpignan], στην περιοχή των Ανατολικών Πυρηναίων και εκτελέστηκε με τυφεκισμό στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στο φρούριο Montrouge νότια του Παρισιού. Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο Charonne στο 20ο διαμέρισμα της γαλλικής πρωτεύουσας.

Ο Μπραζιγιάκ, απροσδιόριστης σεξουαλικότητος -είναι σχεδόν αβέβαιο εάν είχε ποτέ ομοφυλοφιλικές σχέσεις όμως το γράψιμο του περιλαμβάνει ομοερωτικά στοιχεία και θεωρούνταν ομοφυλόφιλος από τους συγχρόνους του, δεν παντρεύτηκε ούτε απέκτησε απογόνους.

Robert Brasillach
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 31 Μαρτίου 1909
Τόπος: Περπινιάν, Ανατολικά Πυρήναια (Γαλλία)
Θάνατος: 6 Φεβρουαρίου 1945
Τόπος: Φρούριο Montrouge, Παρίσι (Γαλλία)
Υπηκοότητα: Γαλλική
Ασχολία: Λογοτέχνης, Δημοσιογράφος
Θεατρικός συγγραφέας.

Βιογραφία

Γονείς του Ρομπέρ ήταν ο στρατιωτικός Arthemile Brasillach και η Marguerite Redo, που είχαν αποκτήσει ακόμη μία κόρη, μετέπειτα σύζυγο του Γάλλου εθνικιστή συγγραφέα Μaurice Bardeche. Ο πατέρας του, Υπολοχαγός παρασημοφορημένος για τη δράση του στον πόλεμο της Αλγερίας, σκοτώθηκε το 1914 στη διάρκεια εκείνου του πολέμου, σε μάχη στο Μαρόκο. Η μητέρα του παντρεύτηκε μετά από μερικά χρόνια και αποφάσισε να μετακομίσει μαζί με τα δύο της παιδιά, τον Ρομπέρ και την αδελφή του Suzanne, τη μετέπειτα σύζυγο του Μορίς Μπαρντές, στον τόπο όπου κατοικούσε ο νέος της σύζυγος. Η απόφαση της προκάλεσε την αντίδραση του Ρομπέρ που αντέδρασε στέλνοντας μια υβριστική επιστολή στον πατριό του, ενδεικτική του συγγραφικού του ταλέντου, όπως αναγνωρίστηκε λίγα χρόνια αργότερα.

Σπουδές

Ο Ρομπέρ έζησε τα παιδικά του χρόνια κοντά στη γενέτειρά του και κατόπιν στο Παρίσι, όπου σπούδασε στο Γυμνάσιο Lycée de Sens και στο Λύκειο Louis-le-Grand και στη συνέχεια φοίτησε στην École Normale Supérieure. Στο διάστημα των σπουδών του γνωρίστηκε με τον Σαρλ Μοράς, [Charles Maurras], ηγέτη του Εθνικιστικού-αντικοινοβουλευτικού κινήματος «Action Francaise» και εκδότη του ομώνυμου περιοδικού, όπου σε ηλικία 22 ετών δημοσιεύει μια αξιοθαύμαστη εργασία για τον Βιργίλιο. Αναλαμβάνει στη συνέχεια την επιμέλεια της λογοτεχνικής στήλης του περιοδικού, όπου παράλληλα δημοσιεύει δικά του έργα, ρομάντζα, μελέτες και θεατρικά δράματα, ενώ στράφηκε με άρθρα του κατά των Εβραίων, των Δημοκρατών, των Κομμουνιστών και των μεταναστών, [την εποχή του οι μετανάστες στη Γαλλία ήταν ήδη περισσότεροι από τρία εκατομμύρια]. Οπαδός του ρομαντικού εθνικισμού, δήλωσε το 1938 ότι θέλει ένα «φασισμό με έλλογο αντισημιτισμό και όχι την εξολόθρευση των Εβραίων».

Δημοσιογραφική καριέρα

Την ίδια εποχή, ο Μπραζιγιάκ κάνει τη γνωριμία του με τον ιστορικό Ζακ Μπενβίγ [Jacques Bainville], εκδότη του περιοδικού «Le Revue Universelle», ο οποίος ασκεί επάνω του καταλυτική επίδραση και τον φέρνει σε επαφή με τους σκοτεινούς συγγραφείς ενώ παράλληλα τον εισάγει στο σκεπτικισμό και του διδάσκει τη σεμνότητα, τη μετριοφροσύνη και την αγάπη στην ποίηση. Αρχίζει την ενασχόλησή του με τον κινηματογράφο και εκτιμά ιδιαίτερα τη φωτεινότητα των Σουηδικών αλλά και την ρεαλιστική προσέγγιση των Ιταλικών ταινιών. Η ενασχόλησή του του δίνει τη δυνατότητα να εργαστεί στο περιοδικό «1933», όπου κριτικάρει θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, με εμπρηστικά σχόλια και προσβολές εναντίον γηραιότερων συγγραφέων, ενώ γράφει επίσης και θεατρικές ρουμπρίκες.

Πολιτική δράση

Στις 6 Φεβρουαρίου 1934 ο Μπραζιγιάκ συμμετέχει σε πολυπληθή αντικοινοβουλευτική διαδήλωση, εκφράζοντας τις αντικοινοβουλευτικές του ιδέες, έξω από τη Γαλλική Βουλή, [Palais Bourbon]. Η αστυνομία αντιμετωπίζει τους διαδηλωτές, που φώναζαν συνθήματα όπως «Κάτω η Βουλή», με τα όπλα και από τους πυροβολισμούς υπάρχουν 22 εθνικιστές νεκροί, όλοι τους μέλη του «Action Francaise», ανάμεσά τους και ένας Ελληνικής καταγωγής. Οι νεκροί διαδηλωτές και το σκάνδαλο που προκάλεσε τη διαδήλωση, αποτέλεσαν την αφορμή για τα πρώτα βίαια αντικοινοβουλευτικά του κείμενα, όπου περιγράφει το Δημοκρατικό πολίτευμα [3] «...{...}... με τις οσμές αρωματισμένης σαπίλας που ακόμα αποπνέει η ψυχορραγούσα παλιά πουτάνα, η βλογιοκομμένη παλιοβρώμα, που μυρίζει το πατσουλί και την κολπίτιδα, η δημοκρατία πάντα όρθια στο πεζοδρόμιό της. Είναι πάντα εκεί, η κακοασπρισμένη, πάντα εκεί, η ραγισμένη, η σπασμένη, στο κατώφλι της, περιτριγυρισμένη απ' τους πελάτες και τους πρωτάρηδές της, εξίσου λυσασμένους με τους γέρους. Μετά τόση εξυπηρέτηση που τους έκανε, μετά από τόσα λαχεία που τους έφερε μέσα στις ζαντιέρες της, με τί καρδιά να την αφήσουν παρά τις βλεννοραγίες και τη σύφιλη;...{...}...». Ο Robert Brasillach έγραψε για την εξέγερση της 6ης Φεβρουαρίου 1934 στο Παρίσι, τότε που οι σφαίρες άφησαν 22 νεκρούς, μεταξύ αυτών και τον Έλληνα μέλος της Action Francaise Cambo Costa: «...Δεν απέμειναν παρά μερικά μπουκέτα βιολέτες, όλο και λιγότερα κάθε χρόνο, μπροστά στο σιντριβάνι της Κονκόρντ, και τα ονόματα των 22 νεκρών των δολοφονημένων από το Κόκκινο Μέτωπο και την Αντίδραση. Όμως εμείς έχουμε το καθήκον να θυμόμαστε. Αυτοί οι νεκροί ήταν αγνοί. Χωρίς καθοδήγηση, χωρίς ηγεσία, ορμώμενοι μόνο από το πάθος για εθνική δικαιοσύνη, μας διδάσκουν σήμερα ότι τίποτε δεν είναι εφικτό χωρίς ένα Κράτος ή χωρίς ένα Κόμμα, χωρίς αυτό ακριβώς που, ένα χρόνο και μία εβδομάδα πιο πριν υπήρξε η δύναμη και η επιτυχία της γερμανικής Επανάστασης...» [4]

Το 1936 ταξίδεψε στο Βέλγιο όπου γνωρίστηκε με το Leon Degrelle, τον αρχηγό του Εθνικιστικού κόμματος «Rex», ενώ στήριξε δημόσια με άρθρα του, τον Ισπανό στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο και διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον Jose Antonio Primo de Riviera, ηγέτη της οργανώσεως «Ισπανική Φάλαγγα». Επισκέφθηκε ακόμη τη Ιταλία, τη Βενετία και τη Ρώμη, το Τολέδο και τη Νυρεμβέργη όπου παραβρέθηκε στις εορταστικές εκδηλώσεις της Εθνικοσοσιαλιστικής Νεολαίας. Το 1937 φυλακίστηκε με τον Charles Maurras κατηγορούμενος ότι καλούσε σ’ ένα άρθρο του το λαό δημοσίως να κομματιάσει τους βουλευτές που είχαν ψηφίσει την επιβολή κυρώσεων εναντίον της Φασιστικής Ιταλίας. Από το 1937 διεύθυνε την εθνικιστική-αγωνιστική εφημερίδα «Είμαι παντού», [«Je suis partout»], με αναγκαστικό διάλειμμα στο διάστημα που ήταν στο μέτωπο και στη συνέχεια αιχμάλωτος των Γερμανών, και την επανακυκλοφόρησε από τον Απρίλιο του 1941 έως το τέλος του 1943. Πολιτικά επέλεξε το δρόμο του αντικομουνιστικού εθνικισμού αντί για τον Εθνικό σοσιαλισμό και η γνωριμία του με τον Leon Degrelle, στάθηκε αφορμή να ασπαστεί μία από τις αρχές του ρεξισμού, «Εργαζόμενοι όλων των τάξεων ενωθείτε», και αρνήθηκε μέχρι τέλους να διαχωρίσει το Έθνος από την έννοια της εργασίας.

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Ο Μπραζιγιάκ τάχθηκε εναντίον της εισόδου της Γαλλίας στον πόλεμο, όμως όταν στις 3 Σεπτεμβρίου 1939 η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην πατρίδα του, πολέμησε στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Αιχμαλωτίστηκε το 1940 και κρατήθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου στο στρατόπεδο του Neuf Breisach, όπου έγραψε το θεατρικό δράμα «Berenice», όμως τον Απρίλιο του 1941 αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στη Γαλλία. Σε συνεργασία με τους Deat, Doriot, Bucard, Celine, Rochelle, αποφασίζουν ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία τους με τους πνευματικούς ανθρώπους της Γερμανίας, ώστε να υπάρξει η νέα Ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Έτσι τον ίδιο χρόνο συμμετείχε στο Διεθνές συνέδριο συγγραφέων στην Weimar, ενώ παράλληλα διηύθυνε τις εκδόσεις του εθνικοσοσιαλιστικού βιβλιοπωλείου «Rive gauche» στο Παρίσι και ήταν σταθερός υποστηρικτής της κυβερνήσεως του Βισύ, [Vichy].

Σύλληψη & Δίκη

Ο τάφος του

Τις ημέρες της συμμαχικής αποβάσεως στη Νορμανδία και της καταρρεύσεως του Γερμανικού κράτους, ο Ρομπέρ αρνείται σθεναρά κάθε πρόταση ή σκέψη να εγκαταλείψει τη Γαλλία και να καταφύγει στη Γερμανία. Τον Αύγουστο του 1944, μετά από έξι μήνες παραμονής στη σοφίτα ενός φιλικού του σπιτιού, παραδίδεται για να πετύχει την αποφυλάκιση της μητέρας και της αδελφής του, τις οποίες είχαν συλλάβει και φυλακίσει οι Γαλλικές αρχές στο Sens, με απώτερο σκοπό και στόχο τη δική του παράδοση. Στον Μπραζιγιάκ απαγγέλθηκε η κατηγορία της προδοσίας [5] και μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Noisy le Sec κι από εκεί στη φυλακή της Fresnes. Στη φυλακή συγγράφει αρκετά έργα μεταξύ των οποίων το «Chenier», αφιερωμένο στον Γάλλο ποιητή Andre Chenier που οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα σε ηλικία 32 ετών. Στη φυλακή ο κρατούμενος, με τη βοήθεια των επίσης φυλακισμένων συντρόφων του, προετοιμαζόταν για ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις που μπορεί να του απηύθυνε το δικαστήριο.

Στις 19 Ιανουαρίου του 1945 ο Μπραζιγιάκ οδηγήθηκε στο δικαστήριο, με συνήγορο υπερασπίσεως τον Ζακ Ιζορνί, που επτά μήνες μετά θα υπερασπιζόταν και τον στρατηγό Φιλίπ Πεταίν, όπου ξεκίνησε η δίκη του «για παροχή βοήθειας στον εχθρό», σύμφωνα με το άρθρο 75 του Γαλλικού Ποινικού Κώδικα. Η δίκη ήταν ανοιχτή για το κοινό και δημόσιος κατήγορος ήταν ο Μαρσέλ Ρεμπούς, ενώ πρόεδρος του δικαστηρίου ο Μορίς Βιντάλ. Ο Μπραζιγιάκ υπερασπίστηκε τον εαυτό του με αξιοπρέπεια και οι κατήγοροι του δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι υπήρξε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε αξιόποινες πράξεις. Ο πρόεδρος τον κατηγόρησε κυρίως για τα γραπτά του και όχι για πολιτική ή πολεμική συνεργασία με τους Γερμανούς, λέγοντας ότι τα άρθρα του ήταν περισσότερο επικίνδυνα για την Αντίσταση από ένα ολόκληρο τάγμα της Wehrmacht. Ο δημόσιος κατήγορος Μαρσέλ Ρεμπούλ, [Marcel Reboul], που είχε υπηρετήσει την κυβέρνηση του Βισύ, χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τα άρθρα του Μπραζιγιάκ με ερωτήσεις που ταιριάζουν με τις ερωτήσεις που απαντούσε ο Μπραζιγιάκ στην προετοιμασία της δίκης του. Ο Ρεμπούλ τον κατηγόρησε μεταξύ άλλων για ομοφυλοφιλικές σχέσεις, προσπαθώντας να κερδίσει την υποστήριξη των ενόρκων οι οποίοι αντιπαθούσαν τους ομοφυλόφιλους και ζήτησε τη θανατική του ποινή, επιχειρώντας στην αγόρευση του να μειώσει το έργο του Μπραζιγιάκ. Ο εισαγγελέας αναφέρθηκε και σε ένα άρθρο όπου ο Μπραζιγιάκ αναφέρει τη δημοκρατία «συφιλιδική πόρνη που βρωμάει πατσουλί».

Όρθιος στο εδώλιο ο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, με την απαράμιλλη ρητορική του δεινότητα, υπερασπίστηκε μέχρι τέλους τις θέσεις του, που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη. Σχετικά με τον αντισημιτισμό ο Μπραζιγιάκ απάντησε ότι είχε τις ρίζες του στη γαλλική παράδοση και όχι στη γερμανική. Για τον φασισμό απάντησε πως ο φασισμός ήταν ένας γαλλικός φασισμός και ανέλαβε έξι φορές την ευθύνη των πράξεών του, ενώ αρνήθηκε να ζητήσει συγνώμη στη δημοκρατία και είπε: «Δε μετανιώνω για τίποτα από όσα ήμουν». Απαντώντας σε ερώτηση του Εισαγγελέα ο Μπραζιγιάκ είπε: «...Απ’ όταν αυτός ο πόλεμος κηρύχθηκε, τον αποδέχθηκα άπαξ. Κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών, δεν έγραψα παρορμητικά τίποτα το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει την οργή της πλέον διεισδυτικής λογοκρισίας. Έκανα πάντοτε τον διαχωρισμό ανάμεσα σ’ αυτό που αποκαλούμε, γενικά, φασιστικές ιδέες και στις χώρες εκείνες όπου οι ιδέες αυτές βρίσκονται στην εξουσία. Θα μπορούσα πάντοτε να παραμείνω φασίστας, να εύχομαι την εγκαθίδρυση του φασισμού στη Γαλλία και ταυτόχρονα να επιθυμώ την ήττα των φασιστικών χωρών οι οποίες θα βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη δική μου χώρα. Υποθετικά μιλώντας, θέλω να πιστεύω ότι αν αύριο γινόταν μια σύρραξη ανάμεσα στη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση, όπως και θα έπρεπε να είχε συμβεί, οι κομμουνιστές θα πολεμούσαν ενάντια στους Σοβιετικούς, επιθυμώντας να νικήσουν...».

Στην αγόρευση του ο συνήγορος υπερασπίσεως Ζακ Ιζορνί, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού όπου έμενε ο Εισαγγελέας της δίκης, διάβασε ένα ποίημα που ο Μπραζιγιάκ είχε γράψει στη φυλακή της Φρεν ρώτησε τους ενόρκους: «Οι πολιτισμένοι λαοί τουφεκίζουν τους ποιητές τους;». Τέλος, ο πρόεδρος Βιντάλ ρώτησε τον Μπραζιγιάκ αν έχει να προσθέσει κάτι και εκείνος θα απαντήσει αρνητικά.«...{...}... Ο Brasillach όποια και αν ήταν τα εγκλήματα του, δεν είχε καμιά τύχη» [6]. Ο δικαστής του είχε υπηρετήσει το καθεστώς του Vichy και ίσως να πίστευε πως καταδικάζοντας τον Brasillach απαλλάσσει τον εαυτό του, οι ένορκοι ήταν βετεράνοι της αντιστάσεως την οποία τόσο έντονα είχε καταγγείλει ο συγγραφέας, διασκέφθησαν για 25 λεπτά. Στις 19:00 το απόγευμα ανακοινώθηκε η απόφαση. Ο Μπραζιγιάκ κρίθηκε ένοχος για προδοσία και του επιβλήθηκε δήμευση της περιουσίας και εκτέλεση με τυφεκισμό. Το ακροατήριο ξέσπασε γεμάτο οργή και ένας νεαρός που φωνάζει «δολοφόνοι, είναι ντροπή, δολοφόνοι» θα συλληφθεί από την αστυνομία, ωστόσο ο Μπραζιγιάκ είπε χαμογελαστός: «Είναι τιμή μου!» ...{...}...».

Το τέλος του

Ο Μπραζιγιάκ μαζί με τους Louis Ferdinand Céline και τον Pierre Drieu La Rochelle αποτέλεσαν την τριάδα των αποδιοπομπαίων συγγραφέων της περιόδου μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο. Στις 18 Απριλίου του 1941 ενώ ήταν κρατούμενος των Γερμανικών αρχών έγραψε: «Η συντροφικότητα είναι ο πιο όμορφος καρπός του ανθρώπινου πόνου. Γεννιέται στον αγώνα, γεννιέται στον πόλεμο, γεννιέται στη φυλακή. Για την ακρίβεια, δεν γεννιέται από τις ιδέες. Η μάλλον, οι ιδέες τότε μόνο έχουν αξία και τιμή, όταν αποκτούν ανθρώπινη υπόσταση, όταν βιώνονται από συντρόφους. Εμένα, μου δόθηκε αυτό το προνόμιο».

Τριάντα Γάλλοι ακαδημαϊκοί μεταξύ τους οι Albert Camus, Claudel, Cocteau, Jean Anouih , Jean-Louis Barrault, Arthur Honegger, Paul Valery, Francois Mauriac, André Malraux και άλλοι παρενέβησαν για τη σωτηρία του, όμως η ποινή της θανατικής του καταδίκης εκτελέστηκε, καθώς σύμφωνα με το Γάλλο πρόεδρο Σαρλ Ντε Γκολ, [Charles de Gaulle] [7] «Η τέχνη δεν μπορεί να εξιλεώσει τα εγκλήματα», ενώ αργότερα έγραψε «Στη λογοτεχνία όπως και σε όλα, το ταλέντο προσδίδει ευθύνη». Ο Μπραζιγιάκ την προηγούμενη της εκτελέσεως του έγραψε το τελευταίο του ποίημα αφιερωμένο στους 22 νεκρούς της αντικοινοβουλευτικής διαδηλώσεως, ενώ είχε πει «Λένε πως τον θάνατο, όπως και τον ήλιο δεν μπορεί κανείς να τους αντικρύσει κατάματα. Εν τούτοις προσπάθησα». Ο Μπραζιγιάκ τουφεκίστηκε στις 09:38' το πρωί της παγωμένης 6ης Φεβρουαρίου 1945 στο φρούριο Montrouge νότια του Παρισιού, ανήμερα της επετείου της δολοφονίας, από τη γαλλική αστυνομία, εθνικιστών διαδηλωτών στη συγκέντρωση της 6ης Φεβρουαρίου του 1934 με αφορμή το σκάνδαλο Σταβίνσκυ. Ο ποιητής αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια κι αφού φώναξε «Ζήτω η Γαλλία», παρέδωσε το πνεύμα του δεμένος σ’ έναν ξύλινο πάσσαλο.

Μνήμη Μπραζιγιάκ

Ο Μπραζιγιάκ εκτός από μαχητικός δημοσιογράφος, ήταν άριστος λογοτέχνης και ποιητής. Τα μυθιστορήματα του θεωρούνται αριστουργηματικά. Υπήρξε ένα μεγάλο όνομα των γαλλικών γραμμάτων, πολυτάλαντος και ο πιο χαρισματικός λογοτέχνης και κριτικός της εποχής του -όπως ακόμη και ιδεολογικοί αντίπαλοί του παραδέχθηκαν. Από τη στιγμή που απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς δεν έπαψε να αγωνίζεται για την απελευθέρωση και των υπόλοιπων αιχμαλώτων, συμπαρίστατο εμπράκτως σε αυτούς και τις οικογένειές τους και ζητούσε την τιμωρία των πραγματικών υπευθύνων, δηλαδή των πολιτικών και στρατιωτικών της Γαλλίας που είχαν εμπλέξει τη χώρα σε έναν πόλεμο στον οποίο δεν υπήρχε κατά τον Μπραζιγιάκ και για μια μεγάλη μερίδα Γάλλων κανένας λόγος να εμπλακεί. Είχε ν' αντιμετωπίσει την εχθρότητα Εβραϊκών κύκλων προς το πρόσωπό του, λόγω του αντισημιτισμού τον οποίο είχε εκφράσει με τα άρθρα του ήδη προς της έναρξης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και κατά τη διάρκειά του, επισημαίνοντας τον ρόλο των Εβραίων τόσο στο ξέσπασμα του πολέμου όσο και στη συνέχιση του. Αντιμετώπισε το απόσπασμα ήρεμος, με το κεφάλι ψηλά, όπως ψηλά το είχε κρατήσει και κατά τη διάρκεια της δίκης του, αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια, και στους στρατιώτες που δείλιασαν και δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο έπρεπε να σκοτώσουν έναν νέο πνευματικό άνθρωπο, φώναξε «κουράγιο». Οι τελευταίοι στίχοι του Μπραζιγιάκ γράφτηκαν στις 5 Φεβρουαρίου 1945, στη φυλακή της Φρεν (Fresnes) και απευθύνονταν «στους νεκρούς του Φεβρουαρίου», τους οποίους «σε λίγο θα συντρόφευε», ενώ τα τελευταία λόγια του στους δικηγόρους του λίγο πριν οδηγηθεί στο Montrouge ήταν: «Σήμερα είναι 6 Φεβρουαρίου, να με σκέφτεστε και να σκέφτεστε και εκείνους που πέθαναν την ίδια ημέρα πριν από έντεκα χρόνια». Αμέσως μετά τη δολοφονία του, ο Σαρλ Ντε Γκωλ απαγόρευσε τη μετάδοση από το ραδιόφωνο της ειδήσεως, για να μη γίνει γνωστή η γενναία στάση του, όμως κάποιες εφημερίδες, ακόμη και αντίθετες ιδεολογικά, αναφέρθηκαν σε αυτή τη στάση.

Ο Κνουτ Χάμσουν, θα πει πως «....σε έναν αιώνα τα ονόματα των δικαστών θα έχουν ξεχαστεί αλλά το όνομα του Μπραζιγιάκ ποτέ». Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Πιέρ-Αντουάν Κουστώ -ο οποίος είχε καταφύγει στο Ζιγκμαρίνγκεν της Γερμανίας- από τον ραδιοφωνικό σταθμό Radio-Patrie όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Μπραζιγιάκ: «Σκότωσαν τον Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, τόλμησαν να το κάνουν. Σκότωσαν έναν από τους πιο ταλαντούχους ανθρώπους της εποχής μας, από τους πιο ευφυείς, από αυτούς που τιμούσαν περισσότερο τα γαλλικά γράμματα και τη Γαλλία. Ο Στρατηγός ντε Γκωλ τον δολοφόνησε... Οι Εβραίοι απαίτησαν το αίμα αυτού του δίκαιου ανθρώπου». Ανήκε στην ομάδα εκείνη των πνευματικών ανθρώπων, των «καταραμένων», στη Γαλλία, στην Ευρώπη και στον κόσμο, που πήραν θέση υπέρ του Άξονα για ιδεολογικούς λόγους, Έζρα Πάουντ, Κνουτ Χάμσουν, Σελίν, Πιέρ Ντριέ Λα Ροσέλ, Σίτσα Καραϊσκάκη, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Μιγκέλ Σερράνο και άλλοι. Καταδικάστηκε σε θάνατο κι «Εκτελέστηκε από τους Γάλλους γιατί έδειξε στη χώρα του τον δρόμο της Νέας Ευρώπης», όπως είπε ο Πίνο Ρουμουάλντι, εκφράζοντας την άποψη των ηττημένων.

Εργογραφία

Ο Μπραζιγιάκ υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους νέους λογοτέχνες και δημοσιογράφους όχι μόνο της Γαλλίας αλλά και της Ευρώπης. Στα μόλις 35 χρόνια της ζωής του έγραψε πολλά μυθιστορήματα, δοκίμια, ποιήματα και βέβαια άρθρα, μεταξύ τους τα:

  • «Présence de Virgile», το 1931,
  • «Le Voleur d’étincelles», το 1932,
  • «L’Enfant de la nuit», το 1934,
  • «Histoire du cinéma», το 1935,
  • «Histoire de la guerre d’ Espagne», [μαζί με τον Maurice Bardèche, από τα πρώτα βιβλία στην ιστορία της βιβλιογραφίας του κινηματογράφου],
  • «Plon», το 1939,
  • «Portraits», το 1935,
  • «Le Marchand d’oiseaux ou le Méridien de Paris», το 1936,
  • «Comme le temps passe», το 1937,
  • «Pierre Corneille», το 1937,
  • «Les Sept Couleurs», το 1939,
  • «Notre avant-guerre», το 1941,
  • «La Conquérante», το 1943,
  • «les Quatre Jeudis», το 1944,
  • «Lettre à un soldat de la classe 60, Les Frères ennemis, Dialogue tragique, Le Pavillon Noir, Paris», το 1946.

Μεταθανάτιες εκδόσεις

Μετά την δολοφονία του Μπραζιγιάκ εκδόθηκαν τα έργα:

  • «Poèmes de Fresnes», [το 1950, εκδόθηκε στην Ελλάδα την δεκαετία του 1980 από τις εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις»],
  • «Anthologie de la poésie grecque», [το 1950, Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης],
  • «La Reine de Césarée», [το 1954, Θεατρικό δράμα],
  • «Joué pour la première fois en», το 1957,
  • «Bérénice», [το 1954, Θεατρικό δράμα]
  • «Journal d’un homme occupé», το 1955,
  • «Les Captifs, roman inachevé, Plon», το 1974.

Βιβλιογραφία

  • «Ο Άνθρωπος του Εχθρού: Η δίκη και η εκτέλεση του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ», Άλις Κάπλαν, Εκδόσεις «Μοντέρνοι Καιροί», [αγγλικός τίτλος «Τhe Collaborator:The Trial and Execution of Robert Brasillach»]
  • «Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, Πολιτικά Άρθρα», Εκδόσεις« Θούλη», Αυτούσια άρθρα από την εφημερίδα «Je Suis Partout»
  • «Σενιέ», Εκδόσεις« Θούλη», [Γαλλικός τίτλος «Chenier»]

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. James Dean of fascism
  2. Ημερομηνία γεννήσεως
  3. Ο Robert Brasillach για την δημοκρατία Mavroskrinos.blogspot.com
  4. [«Je suis Partout», 5 Φεβρουαρίου 1943.]
  5. Οι Γάλλοι δοσίλογοι.
  6. Μετάφραση από το άρθρο «Κilled for his words» Περιοδικό Time Magazine, 15 Μαΐου 2000
  7. Ήρωες έκπτωτοι Εφημερίδα «Το Βήμα»