Μορίς Μπαρντές

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μορίς Μπαρντές, [Maurice Bardèche], Γάλλος εθνικιστής, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός τέχνης, και συγγραφέας, από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς εκφραστές του Ευρωπαϊκού εθνικισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πατέρας της αρνήσεως του Ολοκαυτώματος, γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1907 στην κωμόπολη Ντεν λε Ρουά, [Dun-sur-Auron], και πέθανε στις 30 Ιουλίου 1998 στο Παρίσι.

Μaurice Bardeche

Ήταν παντρεμένος με τη Suzanne Bardeche το γένος Brasillach, αδελφή του Ρομπέρ Μπραζιγιάκ εθνικιστή διανούμενου και φίλου του από τα νεανικά του χρόνια, ο οποίος εκτελέστηκε για συνεργασία με την κυβέρνηση του Βισύ μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας. Mετά το θάνατό τους τάφηκαν στο κοιμητήριο του Charonne, στο 20ο διαμέρισμα του Παρισιού.

Βιογραφία

Κατάγονταν από φτωχή οικογένεια δημοκρατικών πεποιθήσεων και οπατέρας του ήταν χαμηλόβαθμος τοπικός αξιωματούχος. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο στην Μπουρζ, και και σπούδασε υπότροφος στο διάσημο Λύκειο «Louis-le-Grand» στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ζακ Talagrand, γνωστό αργότερα με το ψευδώνυμο Thierry Maulnier, και τον Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, αδελφό της μετέπειτα συζύγου του, με τον οποίο έκτοτε διατήρησε μόνιμη φιλία.

Το 1928, έγινε δεκτός 13ος μεταξύ των 29 εισακτέων, στην περίφημη σχολή «Ecole Normale Superieure», όπου ήταν συμμαθητές με τη γνωστή φιλόσοφο Σιμόν Βέιλ, [Simone Weil] την οποία αποκαλούσε «Κόκκινη κυρία», και τον Ζορζ Πομπιντού, [Georges Pompidou], μετέπειτα πρωθυπουργό της Γαλλίας. Συχνά έκανε αναφορές στον Ιακωβινισμό και στη Γαλλική Επανάσταση, ενώ κάθε χρόνο επισκέπτονταν στο Τείχος των Ομόσπονδων, όπου κατέθετε στεφάνι στη μνήμη των νεκρών της Κομμούνας των Παρισίων.

Ακαδημαϊκή καριέρα

Το 1932 ξεκίνησε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και από το 1942 έως το 1944, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας και Επιστημών στην πόλη της Λίλ, [Lille]. Η Γαλλικές αρχές εντελώς ανεξήγητα μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τελείωσαν την ακαδημαϊκή καριέρα του καθώς του απαγόρευσαν να διδάσκει στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ δεν του επιτρεπόταν να διδάσκει σε ιδιωτικά σχολεία, μέχρις ότου πήρε χάρη με την παρέμβαση του παλαιού του συμφοιτητή Georges Pompidou.

Το 1940, ολοκλήρωσε τη μελέτη του για το έργο του Μπαλζάκ, [1] η οποία αποτελεί βιογραφία του Γάλλου συγγραφέα και μυθιστοριογράφου, ενώ έχει δημοσιεύσει μελέτες για τους Σταντάλ το 1947, Προυστ το 1971, Φλωμπέρ το 1974 και Céline το 1986.

Δημοσιογραφική δράση

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, από το 1933 έως το 1935 συνεργάστηκε με Brasillach και Maulnier, γράφοντας κόμικς [2] για περιοδικά. Μαζί με το Ρομπέρ Μπραζιγιάκ δημοσίευσαν το έργο

  • «Η Ιστορία του κινηματογράφου», [Histoire du cinéma], το 1935, το οποίο επανακυκλοφόρησαν το 1943,

την περίοδο του Ισπανικού εμφυλίου πολέμου επισκέφθηκαν αρκετές φορές την Ισπανία, όπου παρακολούθησαν από κοντά τη δράση της Ισπανικής Φάλαγγας και γνώρισαν το Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, ενώ έγραψαν το βιβλίο τους για τον εμφύλιο,

  • «Ιστορία του πολέμου της Ισπανίας», [Histoire de la guerre d 'Espagne].

Τέλος από το 1938, άρχισε να γράφει άρθρα για την τέχνη στη φασιστική εφημερίδα «Je suis partout» και συνέχισε στη διάρκεια του πολέμου, ενώ αφιερώθηκε κυρίως στο λογοτεχνικό του έργο και διακρίθηκε σαν ειδικός στους συγγραφείς του δεκάτου ενάτου αιώνα.

Πολιτική δράση

Οι πολιτικές θέσεις του Μπαρντές ήταν κοντά στην Ιταλική έκφραση του Φασισμού απ΄ ότι στο Γερμανικό Εθνικοσοσιαλισμό. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στη Γαλλία δεν συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής ή της κυβερνήσεις που αυτές επέβαλλαν. Όμως μετά το τέλος τους πολέμου και την απελευθέρωση της Γαλλίας, συνελήφθη και κρατήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με το Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, ο οποίος οδηγήθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε και τελικά εκτελέστηκε. Οι διώξεις που υπέστη κάθε άλλο παρά τον ανάγκασαν να σιωπήσει. Το 1947, δημοσίευσε τη σειρά ποιημάτων «Lettre à François Mauriac», το οποίο πούλησε σε σύντομο χρονικό διάστημα 80.000 αντίτυπα, ενώ στις δημόσιες τοποθετήσεις του άρχισε να καταγγέλλει τις υπερβολές της Γαλλικής Αντιστάσεως, τις εκκαθαρίσεις των υποστηρικτών της κυβερνήσεως του Βισύ, [Vichy], τις εκτελέσεις που ακολούθησαν όπως του Brasillach και εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τις μεθόδους της Αστυνομίας.

Τον Οκτώβριο του 1948, ο Μπαρντές κυκλοφόρησε το βιβλίο «Νυρεμβέργη» ή «Η Γη της Επαγγελίας», [3] όπου υποστήριξε τη Ναζιστική Γερμανία, αμφισβήτησε το ηθικό δικαίωμα των Σύμμαχων να δικάσουν τους ηγέτες του Γ' Ράιχ και εκφράζει αναθεωρητικές του σκέψεις που τον οδήγησαν στην άρνηση του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος. Για το βιβλίο του παραπέμφθηκε σε δίκη για την προσπάθειά του να δικαιολογήσει εγκλήματα πολέμου, στην οποία ύστερα από πολλές αναβολές, καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση και πρόστιμο 50.000 φράγκων, ενώ απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του βιβλίου και τα αντίτυπα του καταστράφηκαν. Τελικά πήρε χάρη από τον Ρενέ Κοτύ, [Rene Coty], πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, μετά την παρέμβαση πολλών προσωπικοτήτων από τον κόσμο των γραμμάτων, όμως υπήρξαν και σφοδρές αντιδράσεις, ενώ το βιβλίο εξακολουθεί να είναι απαγορευμένο στη Γαλλία. Το Σεπτέμβριο του 1950, δημοσίευσε το βιβλίο «Νυρεμβέργη ΙΙ» ή «Οι παραχαράκτες» και τον Ιούλιο του 1954, κρατήθηκε για τρεις εβδομάδες στη φυλακή της Φρεν, [Fresnes].

Ο Μπαρντές συμμετείχε μαζί με τους Oswald Mosley από την Αγγλία, τον Karl-Heinz Priester και τον Per Engdahl από τη Σουηδία, ως ιδρυτικό μέλος και εκλέχθηκε αντιπρόεδρος τον Μάιο του 1951, στο «Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κίνημα», [MSE]. Η ομάδα έγινε γνωστή ως «Κίνημα του Malmö», από το όνομα της Σουηδικής πόλεως όπου συγκλήθηκε η ιδρυτική συνδιάσκεψη και στόχος του ήταν η προώθηση του εθνικισμού στην Ευρώπη. Το 1952, υπήρξε ο ιδρυτής του περιοδικού «Η άμυνα της Δύσης», [«Défense de l' Occident»], το οποίο ως το 1982 που διέκοψε την κυκλοφορία του, αποτέλεσε σημείο αναφοράς της Ευρωπαϊκής δεξιάς και δημοσίευσε πολλές μελέτες για το φασισμό και τον εθνικισμό. Δημοσίευσε επίσης κείμενα του Πωλ Ρασσινιέ, [Paul Rassinier], και του Ρομπέρ Φωρισόν, [Robert Faurisson], δίνοντας τη δυνατότητα να εκφράζονται οι αναθεωρητές της ιστορίας.

Πολιτική επιρροή

Ως το τέλος της ζωή του δεν αποποιήθηκε ποτέ τους χαρακτηρισμούς Δεξιός ή Φασίστας και γράφει χαρακτηριστικά, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Τι είναι φασισμός;», [«Qu'est-ce que le fascisme;»], [εκδόσεις «Les Couleurs», Σεπτέμβριος 1961], «Είμαι ένας φασίστας συγγραφέας». Στην πραγματικότητα παρέμεινε διανοούμενος αν και με τις ιδέες, τα πλούσια

Ο τάφος του

σε ιδεολογία και με ποιότητα γραφής βιβλία του, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και πηγή εμπνεύσεως για όλα τα μεταπολεμικά κινήματα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού. Ειρωνεία της ιστορίας αποτελεί το γεγονός ότι οι ιδέες του αποτελούν πηγή εμπνεύσεως για τους αυτονομιστές εθνικιστές της Φλάνδρας. Το βιβλίο του «Νυρεμβέργη» μεταφράστηκε στα Ολλανδικά από τον Karel Dillen, ιδρυτή του κόμματος «Vlaams Nationale Partij», το σημερινό «Vlaams Belang» και από το 1994 έως το 2004, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το 1980, σε σειρά άρθρων στο περιοδικό «Dietsland-Europa» με τίτλο «Ένας μεγάλος Ευρωπαϊστής: Maurice Bardèche», οι Φλαμανδοί εθνικιστές γράφουν «…για μας,…[…]….είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς του εθνικιστικού στρατοπέδου…[…]…ένας ασυνήθιστα γενναίος άνθρωπος και ένας μεγάλος Ευρωπαίος …[...]… και οι φλαμανδοί εθνικιστές του οφείλουν ευχαριστίες για τη συμβολή του σ΄ ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής σκέψης τους». Το 1994, στέλεχος του «Vlaams Belang» αποκαλύπτει ότι εξακολουθεί να διαβάζει τακτικά τα έργα του, ιδιαίτερα το κλασικό βιβλίο του φασισμού «Qu'est-ce que le fascisme;». Στις 12 Σεπτεμβρίου 1998, έγινε το πολιτικό του μνημόσυνο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Παρίσι, στο οποίο πήραν μέρος προσωπικότητες της γαλλικής δεξιάς, συγγραφείς και εκπρόσωποι Ευρωπαϊκών εθνικιστικών κομμάτων και ομάδων. Στην τελετή συμμετείχε και ο Jean-Marie Le Pen, εθνικιστής πολιτικός και τότε αρχηγός του Γαλλικού κόμματος «Front National», ο οποίος στην ομιλία του τον αποκάλεσε «προφήτη μιας ευρωπαϊκής αναγέννησης…[…]…μεγάλο συγγραφέα και ιστορικό της avant-garde».

Συγγραφικό έργο

Το Σεπτέμβριο του 1948, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αποκλεισμό της κυκλοφορίας των βιβλίων του, ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Επτά χρώματα», [«Les Sept Couleurs»], ο οποίος εξέδιδε τα δικά του βιβλία αλλά και άλλων φασιστών διανοουμένων, ενώ ειδικεύτηκε στην έκδοση αναθεωρητικών βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Paul Rassinier. Στα δύο βιβλία του με θέμα τη δίκη της Νυρεμβέργης, υποστηρίζει ότι κατηγορούμενη ήταν η εθνικιστική ιδεολογία και ότι τελικά καταδικάστηκε ο εθνικισμός σε οποιαδήποτε μορφή του και ότι σκοπός του μεταπολεμικού συστήματος είναι η προστασία μιας διεθνούς οικονομικής ελίτ.

Εκδόσεις στα Γαλλικά

Έχει συγγράψει και εκδώσει περισσότερα από είκοσι βιβλία ενώ έχουν δημοσιευθεί πάρα πολλά δοκίμια, άρθρα και σχόλια του.

  • «Histoire du cinéma», [με Robert Brasillach, το 1935, συμπληρωμένη έκδοση το 1943],
  • «Histoire de la guerre d’ Espagne», [με Robert Brasillach, το 1939],
  • «Balzac romancier : la formation de l'art du roman chez Balzac jusqu'à la publication du père Goriot (1820-1835)», το 1943 ,
  • «Lettre à François Mauriac», [4] το 1947,
  • «Stendhal romancier, La Table ronde», το 1947,
  • «Nuremberg ou la Terre promise», το 1948,
  • «Nuremberg II ou les Faux-Monnayeurs», το 1950,
  • «L'Europe entre Washington et Moscou, R. Troubleyn», το 1951,
  • «L'Œuf de Christophe Colomb. Lettre à un sénateur d'Amérique», το 1952,
  • «Les Temps modernes», το 1956,
  • «Suzanne et le taudis», το 1957,
  • «Qu’est-ce que le fascisme ?», το 1961,
  • «Histoire des femmes (2 vol.)», το 1968,
  • «Sparte et les Sudistes», το 1969 ,
  • «Marcel Proust, romancier», το 1971,
  • «L'Œuvre de Flaubert», το 1974,
  • «Balzac, Juillard», το 1980,
  • «Louis-Ferdinand Céline, La Table Ronde», το 1986,
  • «Léon Bloy, La Table Ronde», το 1989,
  • «Souvenirs, Buchet-Chastel», το 1993.

Ελληνικές εκδόσεις

  • «Σύγχρονοι καιροί», Αθήνα, Νοέμβριος 1982, εκδόσεις «Ελεύθερη σκέψις»
  • «Εγκλήματα πολέμου των συμμάχων», Αθήνα, 1987, εκδόσεις «Ελεύθερη σκέψις»
  • «Η Γη της επαγγελίας», Αθήνα, 1990, εκδόσεις «Ελεύθερη σκέψις»,

Το βιβλίο είναι η πρώτη εκτεταμένη κριτική και ίσως κάτι περισσότερο, της Δίκης της Νυρεμβέργης και οι επικρίσεις του έκτοτε επαναλαμβάνονται από μεταγενέστερους συγγραφείς, ενώ το 1954 στο βιβλίο του «Οι Παραχαράκτες», περιέλαβε κατάλογο άλλων συγγραφέων και βιβλίων που είχαν επίσης επικρίνει την αμεροληψία της δίκης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η μόνη φιλοδοξία, να γράψω αυτό το βιβλίο, ήταν να είναι σε θέση να το διαβάσετε ξανά χωρίς ντροπή σε δεκαπέντε χρόνια».

Ενδιαφέρουσα είναι η διήγηση του Ανδρέα Δενδρινού, Έλληνα εθνικιστή συγγραφέα και μεταφραστή του βιβλίου στην Ελληνική γλώσσα, ο οποίος γράφει «...[...]... το βιβλίο καταστράφηκε. Γλύτωσαν ελάχιστα αντίτυπα, κρυμμένα, ένα των οποίων μου προσεφέρθη από τον ίδιον, με ιδιόχειρη αφιέρωσι, με την παράκλησι, εφ΄όσον ήταν δυνατόν, να κυκλοφορήση στην Ελλάδα, την κοιτίδα του Ευρωπαϊκού Πνεύματος, αφού στην Γαλλία το πνεύμα εδιώκετο.»

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές