Χριστόφορος Περραιβός

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Χριστόφορος Περ(ρ)αιβός, το πραγματικό του όνομα ήταν Χριστοφής Χατζηβασιλείου ή Χρυσάφης Χατζή Βασίλης, Έλληνας αγωνιστής της Επαναστάσεως του 1821, στρατιωτικός, διδάσκαλος, στιχουργός, συγγραφέας πολεμικών απομνημονευμάτων και πολιτικός, γεννήθηκε το 1773 στους Παλαιούς Πόρους, [Πάνω Πούρλες], του σημερινού Νομού Πιερίας στη Μακεδονία και πέθανε στις 4 Μαΐου 1863 στην Αθήνα.

Παντρεύτηκε στην Πάργα, με την κόρη επιφανούς τοπικού αξιωματούχου, της οποίας το όνομα δεν είναι γνωστό και είχαν αποκτήσει οικογένεια.

Χριστόφορος Περραιβός

Βιογραφία

Κατάγονταν από οικογένεια με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, ήταν όμως ιδιαίτερα φιλομαθής. Απαρνήθηκε το οικογενειακό του επίθετο και υιοθέτησε το Περραιβός, από την ονομασία της περιφέρειας καταγωγής του, που στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Περραιβία, και σήμερα αποτελεί τμήμα της επαρχίας Ελασσόνας. Ως αδελφός του αναφέρεται ο Αρσένιος Περραιβός, από τα Τέμπη Θεσσαλίας, που χρημάτισε σύμβουλος του Υψηλάντη στη Βλαχία και συμμετείχε σε όλη τη διάρκεια στις Επαναστατικές επιχειρήσεις, όμως στη συνέχεια εγκατέλειψε τα εγκόσμια κι έγινε μοναχός σε μονή της Ελασσώνας.

Σπούδασε σε σχολείο της Τσαριτσάνης στη Λάρισα, κοντά στον διδάσκαλο Ιωνά Σπερμιώτη και στη συνέχεια φοίτησε στην Ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου το 1793 και το 1796, πήγε στη Βιέννη προκειμένου να σπουδάσει Ιατρική, όπου γνωρίστηκε με το Ρήγα Φεραίο-Βελεστινλή, από τον οποίο μυήθηκε στις ιδέες για την εξέγερση των Βαλκανικών λαών εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Συνελήφθη από τις Αυστριακές αρχές στο «Βασιλικόν», ένα ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα, στην Τεργέστη στις 6/19 Δεκεμβρίου 1797, στη διάρκεια ενός ταξιδιού του με το Ρήγα Φεραίο Βενετία «προς συνέντευξιν του Ναπολέοντος», για να συναντήσουν τον Μέγα Ναπολέοντα, όμως αφέθηκε ελεύθερος αλλά σώθηκε χάρη στη μαρτυρία του Ρήγα Φεραίου [1] [2] και στην επέμβαση του πρόξενου της Γαλλίας, καθώς ήταν Γάλλος υπήκοος. Στη Βιέννη µε τη βοήθεια του γιατρού Πέτρου Φραγκή, απαλλάχθηκε από μια επίπονη οφθαλμολογική πάθηση, από την οποία έπασχε. Το καλοκαίρι του 1798, βρέθηκε στην Πάργα και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους στην Πρέβεζα, όπου συμμετείχε στην αντίσταση των κατοίκων της Γαλλοκρατούμενης Πρέβεζας [3] εναντίον των επιδρομών του Αλή Πασά, ενώ μετά την καταστροφή της πόλεως διέφυγε στην Λευκάδα. Επέστρεψε στην Πάργα από την οποία έφυγε στις 12 Νοεμβρίου 1798 µε προορισμό την Κέρκυρα. Το 1799 ξαναγύρισε στην Πάργα, όπου παρέμεινε πιθανόν έως το 1801 ή 1802 και εργάστηκε ως δάσκαλος, όμως το 1802 σημειώθηκαν ταραχές στην Πάργα που τον ανάγκασαν να διαφύγει στη Ζάκυνθο για ασφάλεια. Στη Ζάκυνθο γνωρίστηκε µε τον ταγματάρχη Χριστάκη που τον φιλοξένησε και µε δικές του συστάσεις καθώς και του Μακρή έφυγε για το Λιβόρνο, όπου έμεινε έως την άνοιξη του 1803 διδάσκοντας Ελληνικά.

Το 1804 επέστρεψε στην Κέρκυρα και εργάστηκε ως δάσκαλος για ένα χρόνο σε σχολείο, όπου τύπωσε και τα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα και ανέπτυξε στενές φιλικές σχέσεις µε τον Κερκυραίο Ανδρέα Ιδρωµένο, σχολάρχη, λόγιο και κληρικό, ενώ μετά την κατάληψη των Επτανήσων από τους Γάλλους το 1807, κατατάχτηκε στο γαλλικό στρατό κι έλαβε το στρατιωτικό αξίωμα του χιλίαρχου, λόγος για τον οποίο ταξίδεψε στη Λευκάδα με τέσσερις εκατονταρχίες για την ενίσχυση της άμυνας του νησιού. που δέχονταν επίθεση από τους μισθοφόρους του Αλή Πασά των Ιωαννίνων κι ανέλαβε υπασπιστής του κυβερνήτη Μπερκέ. Το 1814 εκδιώχθηκε στη Βαρλέτα της Νεάπολης στην Ιταλία, ενώ μετά την μετά την πτώση του Ναπολέοντα και την εκδίωξη των Γάλλων, περιήλθε σε δεινή θέση. Με τη συµπαράσταση των εγκαταστημένων στην Κέρκυρα, Ελευθερίου Μπενάκη και Γεωργίου Παλατίνου, του γραμματέα του Ρώσου ναυάρχου, κατατάχθηκε στο Ρωσικό Στρατό με το βαθμό του ταγματάρχη κι έγινε συνοδός του Ρώσου πρίγκιπα Μιχαήλ Δολγορούκι. Το 1817, ταξίδεψε στη Ρωσία όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και υπέβαλε στον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο επαναστατικό σχέδιο για την απελευθέρωση της Ελλάδας, το οποίο αγνόησε ο Τσάρος. Το Μάρτιο του 1817, όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη από την Πετρούπολη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και με τη συγκατάθεση των Φιλικών, περιόδευσε ως πολιτικός διαφωτιστής σε διάφορες Ελληνικές περιοχές, όπως στη Μάνη, τους Παξούς, το Σούλι και το Μεσολόγγι για να προετοιμάσει τον ξεσηκωμό.

Πολεμική δράση

Η προσφορά του στην εθνεγερσία ήταν σημαντική, αφού συμφιλίωσε τις αρχοντικές φάρες της Μάνης και τις έπεισε να συμμετάσχουν στην Επανάσταση. Με εντολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ταξίδεψε στην Ήπειρο, προκειμένου να μεταφέρει διαταγές στους καπετάνιους της περιοχής κι εκεί ήταν το Μάρτιο του 1821, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Βοήθησε τους Σουλιώτες στον αγώνα τους και πήρε μέρος σε πολλές μάχες. Στις αρχές του 1823 βρέθηκε στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια στο Άστρος Κυνουρίας, όπου τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου, συμμετείχε στις εργασίες της εθνοσυνελεύσεως, διορίστηκε υπουργός Πολέμου από το Εκτελεστικό και συμμετείχε στις μάχες της Σκιάθου, της Άμπλιανης, της Σκάλας, του Χαϊδαρίου, της Αράχωβας, στις επιχειρήσεις στην Αττική, στο Δίστομο και στην Πέτρα. Το 1825 πολέμησε στα Σάλωνα και το 1826, συμπαρατάχθηκε με το στρατό του Γεωργίου Καραϊσκάκη που παρενοχλούσε με συνεχείς επιθέσεις τους Τούρκους πολιορκητές της Ακροπόλεως των Αθηνών, ενώ το 1827 πολέμησε στη μάχη του Κερατσινίου, με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, εκεί όπου σκοτώθηκε ο «γιος της Καλογριάς».

Πολιτική δράση

Για τη συµβολή του στον Αγώνα η ελληνική κυβέρνηση του απένειμε το 1825 το βαθμό του στρατηγού. Πήρε μέρος ως πληρεξούσιος στη Γ' Εθνοσυνέλευση στο Άργος, ενώ μετά την απελευθέρωση ανέλαβε στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα και το 1829, συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Θεσσαλίας, στη Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους. Διορίσθηκε ως συνταγματάρχης στη Βασιλική φάλαγγα στις 11 Δεκεμβρίου 1835 και στις 18 Μαρτίου 1844 ο Βασιλιάς Όθωνας του απένειμε τον βαθμό του υποστράτηγου. Το 1858 τιμήθηκε µε το γαλλικό παράσημο της Αγίας Ελένης που απένειμε ο Ναπολέοντας Γ’ σε όσους είχαν υπηρετήσει στο στρατό του θείου του, Ναπολέοντα Α’.

Εργογραφία

Έγραψε βιβλία ιστορικού περιεχομένου που παρέχουν πλήθος από πληροφορίες και ντοκουμέντα της εποχής του. Μεταξύ τους ξεχωρίζουν τα,

  • «Ύμνος στον Αντιστράτηγο Μποναπάρτε», το 1798 στην Κέρκυρα,
  • «Ύμνος πατριωτικός», 1798 στην Κέρκυρα,
  • «Ιστορία σύντομος του Σουλίου και Πάργας» [4], σε δύο τόμους, ο πρώτος το το 1803 στο Παρίσι και το σύνολο του έργου το 1815, στη Βενετία.
  • «Πολεμικά Απομνημονεύματα (1820-1829)», το 1836, έργο ανεκτίμητης αξίας στο οποίο όπου παραθέτει λεπτομέρειες του αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας,
  • «Βιογραφία του Ρήγα του Θετταλού», το 1860.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [«..Όσο διά την πρώτην εταιρείαν του αοιδίμου Ρήγα του Φεραίου χρεωστώ να είπω τινά εν περιλήψει, διότι τα ηξεύρω ακριβέστερα από κάθε άλλον, διότι εχρημάτισα μέλος εκείνης και συγκοινωνός των κινδύνων της..»] Χριστόφορου Περραιβού «Απομνημονεύματα πολεμικά», εκδόσεις «Κοσμαδάκης», «Απομνημονεύματα αγωνιστών του '21», σελίδα 16
  2. [«...Έφθασεν τέλος πάντων μετ' ολίγας ημέρας ο τε Ρήγας και ο Περαιβός εις Τριέστιον, και κατέλυσαν εις το παρά τον αιγιαλόν βασιλικόν ξενοδοχείον. Περί δε τη μίαν ώραν της νυκτός, καθ' ην εσκόπευεν ο Ρήγας να υπάγη προς τον εκείσαι Γαλλικόν πρόξενον, ονομαζόμενον Μπρεσέ, διά να λάβη την προστασίαν του, απροσδοκήτως εισήλθεν εις το οίκημά του ένας πολεμικός αξιωματικός, όστις μετά τον συνήθη εσπερινόν χαιρετισμόν, ηρώτησε γερμανιστί, τις καλείται Ρήγας; Εγώ απεκρίθη. Τότε ο αξιωματικός καλέσας δύο στρατιώτας (τους οποίους επίτηδες άφησε έξω του οικήματος), διέταξε να τους φυλάττωσι ασφαλώς και μηδέν άλλον ειπών, αποχαιρετήσας ανεχώρησεν. Αυτό το απροσδόκητον και λυπηρόν συμβάν προήλθεν ίσως από αμέλειαν του Ρήγα, διότι, αν επαρουσιάζετο την ημέραν προς τον Γαλλικόν πρόξενον διά να λάβη την προστασίαν του, τότε η Αυστρία δεν ετόλμα να πράξη τι κατ' αυτών, και μάλιστα κατ' εκείνην την εποχή εφοβείτο σφόδρα τους Γάλλους, καθώς η πείρα το έδειξεν εις τον Περαιβόν, ως κατωτέρω ρηθήσετε. Εντοσούτω έρριψαν (σ.σ. ο Ρήγας και ο Περαιβός μετά τη σύλληψή τους) εις την θάλασσαν πλησίον ούσαν ένα φάκελον γραμμάτων, τα οποία έφεραν υπογραφάς πολλών και διαφόρων μεγαλεμπόρων της Ελλάδος, αίτινες χρείας τυχούσης έμελλαν να χρησιμεύσωσιν εις την Ελλάδας εις περιλαβήν χρημάτων, προς τούτοις και τη σφραγίδα του έθνους, ήτις έφερε το σχήμα και τη μεγαλειότητα του Ισπανικού δίστηλου, εις δε την επιφάνειάν της ήσαν τρία ρόπαλα, κείμενα πλαγίως, επί εκάστου τούτου τρεις σταυροί, εις δε την περιφέρειαν τα εξής "Υπέρ Πίστεως, Πατρίδος, Νόμων και Ελευθερίας"....Μιάμιση ώρα μετά τη σύλληψή τους, ο Ρήγας και ο Περαιβός υποβλήθηκαν σε ανάκριση. Μη γνωρίζοντας όμως ο Περαιβός γερμανικά, απάντησε γι' αυτόν ο Ρήγας, ο οποίος πήρε όλη την ευθύνη πάνω του λέγοντας4: «Εγώ αυτόν τον νέον δεν τον γνωρίζω ως συγκοινωνόν μου, αλλ' ως συνοδοιπόρον, μάλιστα (καθώς μ' εξωμολογήθη) μέλει να υπάγη εις την Ακαδημίαν της Μπάδουβας να διδαχθή την ιατρικήν...».] Χριστόφορου Περραιβού «Απομνημονεύματα πολεμικά», εκδόσεις «Κοσμαδάκης», «Απομνημονεύματα αγωνιστών του '21», σελίδες 17 & 18
  3. [«Ένοπλα Ελληνικά Σώματα στη δίνη των Ναπολεόντειων Πολέμων»] Λεωνίδας Καλλιβρετάκης
  4. «Ιστορία σύντομος του Σουλίου και Πάργας» Τόμος 1ος & 2ος Ολόκληρο το ββλίο