Γιόζεφ Γκαίμπελς

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πάουλ Γιόζεφ Γκαίμπελς, [Paul Joseph Goebbels], Γερμανός εθνικιστής, πολιτικός που υπήρξε γνωστός για τη ρητορική του δεινότητα και διατέλεσε Υπουργός Προπαγάνδας [1] της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας από το 1933 έως το 1945, ιδιαίτερα στενός συνεργάτης του του Αδόλφου Χίτλερ, η πιο εμβληματική μορφή της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας κι ένας από τους γνωστότερους Γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές μετά τον επικεφαλής του Γ' Ράιχ, γεννήθηκε το ξημέρωμα της 29ης Οκτωβρίου 1897 στην τότε ανεξάρτητη πόλη του Ράιτ, [Rheydt], η οποία σήμερα είναι τμήμα του Μενχενγκλάντμπαχ, [Mönchengladbach] στη Βόρεια Ρηνανία, και εκτελέστηκε την 1η Μαΐου 1945 στον κήπο της Καγκελαρίας στο Βερολίνο, μαζί με τη σύζυγο του Μάγκντα, από τον Hauptsturmführer των S.S. Γκίντερ Σβέγκερμαν, [Günther Schwägermann] με περίστροφο.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1931 ο Γκαίμπελς παντρεύτηκε στο Δημαρχείο του Σεβερίν, με την Μάγκντα Μπίρενντ [2] πρότυπο συζύγου και μητέρας στη ναζιστική Γερμανία, τη γυναίκα που έγινε γνωστή ως «η πρώτη κυρία του Ράιχ», σύζυγο σε πρώτο γάμο του Γκίντερ Κουάντ [3], με μάρτυρα τον Αδόλφο Χίτλερ και παρούσα όλη την κομματική ηγεσία, και από το γάμο τους έγιναν γονείς έξι παιδιών, πέντε κοριτσιών και ενός αγοριού [4].

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Ο Γιόζεφ ήταν ο τριτότοκος γιος του Φρίντριχ Γκαίμπελς, που ήταν λογιστής σε ένα τοπικό εργοστάσιο κατασκευής λυχνιών, και της Μαρίας Καταρίνας, το γένος Οντενχάουζεν, [Odenhausen], η οποία ήταν κόρη σιδηρουργού που κατάγονταν από την περιοχή του Άαχεν. Αδέλφια του Γιόζεφ ήταν ο Χανς γεννημένος το 1893, ο Κόνραντ, γεννημένος το 1895, η Ελισάβετ, γεννημένη το 1901 και η Μαρία-Καταρίνα, γεννημένη το 1910, η κατοπινή κληρονόμος του. Τα παιδιά της οικογένειας του Φρίντριχ Γκαίμπελς έλαβαν αυστηρή καθολική ανατροφή. Ο Γιόζεφ σε ηλικία τεσσάρων ετών, προσβλήθηκε από οστεομυελίτιδα, ασθένεια που του προκάλεσε μόνιμη αναπηρία στο δεξί του πόδι στο οποίο, έκτοτε, έφερε μεταλλικό νάρθηκα. Όπως γράφει αργότερα ο ίδιος ο Γκαίμπελς: «...μια ανωτέρα δύναμη με σημάδεψε με το σωματικό αυτό μειονέκτημα..», αυτό που προσπάθησε να αντισταθμίσει σε ολόκληρη την ζωή του. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε να αρχίσει από τα πρώιμα χρόνια του τις φιλοσοφικές και τις θρησκευτικές αναζητήσεις.

Σπουδές

Ο Γιόζεφ παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής εκπαιδεύσεως στο Καθολικό ενοριακό σχολείο. Ήταν άριστος μαθητής και διακρίνονταν για την ευφυΐα του. Το 1908 εισήχθη στο αριστοκρατικό Μεταρρυθμιστικό Γυμνάσιο και το 1912 έγραψε τα πρώτα του ποιήματα με πρότυπο το ρομαντικό εθνικιστή ποιητής Βίλχεμ Ράαγκπε, τον ποιητή της «μεγάλης γερμανικής λαϊκής κοινότητας». Αν και ανήκε στους καλύτερους μαθητές της τάξεως του, παρέμεινε μοναχικός κι απόμακρος. Τον Αύγουστο του 1914, με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκε ανάμεσα στο πλήθος στην κεντρική πλατεία της γενέτειρας του να τραγουδά τον Γερμανικό εθνικό ύμνο. Παρασυρμένος από τον νεανικό ενθουσιασμό και ξεχνώντας τον μεταλλικό νάρθηκα στο πόδι του έσπευσε να καταταγεί εθελοντής στον στρατό, όμως κρίθηκε ανίκανος να καταταγεί και να συμμετάσχει στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της αναπηρίας του. Ο Γιόζεφ ολοκλήρωσε τα μαθήματα της Μέσης εκπαιδεύσεως στο Γυμνάσιο της γενέτειρας του και αποφοίτησε το 1917, ενώ στη συνέχεια, με δάνειο που πήρε από την Καθολική Οργάνωση «Albertus-Magnus-Verein»», παρακολούθησε το 1918 μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο του Βούρτσμπουργκ. Μετά την ανακωχή παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας και Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου το 1919 και το 1920 κατέληξε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, όπου το 1921 ανακηρύχθηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας, σε ηλικία μόλις 24 ετών, αφού διδάχθηκε Φιλοσοφία, Ιστορία, Φιλολογία, ιστορία της Τέχνης, Ελληνικά και Λατινικά, με βαθμό «άριστα».

Πρώιμα χρόνια

Στο διάστημα των μεταπτυχιακών σπουδών του, ήταν επίσης κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη δραματουργία, και στα χρόνια που ακολούθησαν τάχθηκε κατά της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία θεωρούσε επακόλουθο της ήττας της Γερμανίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και έλκονταν από τις ριζοσπαστικές ιδεολογικές απόψεις, αυτές που προπαγάνδιζαν την δημιουργία νέων κοινωνικών συστημάτων. Έζησε αρκετούς μήνες ως άνεργος κι όπως γράφει στο Ημερολόγιο του: «...Ζω μια ολόκληρη εβδομάδα με ένα γκούλντεν. Ημέρες γεμάτες καταφρόνια και ανεργία». Υπήρξε σταθερός πολέμιος του καπιταλισμού τον οποίο θεωρούσε ως το χειρότερο οικονομικό σύστημα, ενώ από το 1922 και μετά μελέτησε τα έργα των Όσβαλντ Σπένγκλερ και Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν.

Γνωριμία με τον Χίτλερ

Ο θαυμασμός του Γκαίμπελς για τον Χίτλερ και τη δύναμη που ασκούσε στις μάζες εκδηλώθηκε τον Οκτώβριο του 1922, μετά τα γεγονότα στην πόλη του Κόμπουργκ, όπου οι εθνικιστικές οργανώσεις είχαν οργανώσει μια «γερμανική ημέρα» με ομιλητή τον Αδόλφο Χίτλερ. Οι κομμουνιστές της πόλεως οργάνωσαν δική τους συγκέντρωση για να εμποδίσουν την άφιξη του Χίτλερ στην πόλη, ο οποίος φθάνοντας στην πόλη απλά διέταξε τους άνδρες των «Ταγμάτων Εφόδου» να υψώσουν τις σημαίες και τα εθνικιστικά λάβαρα και πρώτος αυτός ξεκίνησε την παρέλαση στην πόλη. Στην σύγκρουση που ακολούθησε οι εθνικιστές επικράτησαν ολοκληρωτικά. Τον Ιούνιο του 1922 ο Γκαίμπελς παρακολούθησε για πρώτη φορά ομιλία του Αδόλφου Χίτλερ και στις 14 Ιουνίου γράφει: «Χθες στην ομιλία του Χίτλερ. Έχω αναγεννηθεί! Τώρα γνωρίζω ποιον δρόμο θα ακολουθήσω ... Αυτό υπήρξε μια εντολή!» και μέσω του Γκρέγκορ Στράσσερ γνώρισε τον Χίτλερ. Ο Γκαίμπελς στις αρχές του 1923 προσλήφθηκε στην Τράπεζα της Δρέσδης [Dresdner Bank] και εργάστηκε ως εκφωνητής στο χρηματιστήριο, ανακοινώνοντας από το μικρόφωνο τις τιμές των βιομηχανικών τίτλων. Την ίδια περίοδο προσπάθησε να εργαστεί ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα και ως βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο. Εννέα μήνες μετά την πρόσληψη του ο Γκαίμπελς απολύθηκε από την τράπεζα της Δρέσδης. Το διάστημα μετά την απόλυση του έγραψε το μυθιστόρημα «Michael. Ein deutsches Schicksal in Tagebuchblättern», ένα περίεργο αλλά όχι κακό μυθιστόρημα, όπως και διάφορα ανολοκλήρωτα δράματα, μεταξύ τους «Ο Οδοιπόρος», με θέμα τον Ιησού Χριστό και «Ο Μονήρης Ξένος» και τα δύο σε στίχους [5].

Ο Γιόζεφ συνέχισε να προσπαθεί να εργαστεί ως συγγραφέας και στις 23 Ιανουαρίου του 1924 έστειλε μια αίτηση σε μια καθημερινή εφημερίδα, την «Berlin Tageblatt», ζητώντας εργασία στη συντακτική ομάδα. Δεν προσελήφθη και δεν δημοσιεύθηκε ούτε ένα άρθρο του. Στην δίκη για το αποκαλούμενο «Κίνημα της Μπυραρίας» [6], ο Γκαίμπελς παρακολούθησε την απολογία [7] του Χίτλερ κι όταν εκδόθηκε η απόφαση του έγραψε μια επιστολή: «...Ως ανατέλλον άστρο εμφανιστήκατε προ των κατάπληκτων οφθαλμών μας, σε έναν κόσμο σκεπτικισμού και απογνώσεως. ...{...}... Για πρώτη φορά είδαμε έναν άνθρωπο,ο οποίος απέσπασε το προσωπείο από πρόσωπα παραμορφωμένα από την πλεονεξία, από τα πρόσωπα μετρίων κοινοβουλευτικών ανθρωπάκων. ...[...}... Στο δικαστήριο του Μονάχου, υψώθηκε μπροστά μας το μεγαλείο του Ηγέτη. Εκείνα που είπατε είναι οι μεγαλύτεροι λόγοι που ελέχθησαν στην Γερμανία από την εποχή του Βίσμαρκ. Κατονομάσατε τις ανάγκες μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία αναζητεί άνδρες με αποστολή. Εκείνα που είπατε είναι η κατήχηση της νέας πολιτικής πίστεως, που γεννήθηκε από την απόγνωση μιας καταρρεύσεως, από έναν κόσμο χωρίς Θεό..». Στις 7 Ιουλίου του 1924 γράφει: «Εχω χάσει το θάρρος μου για τα καθημερινά πράγματα. Ο,τι ξεκινάω δεν πετυχαίνει. Δεν απορώ να βγω με τίποτα από το κλουβί μου. Δεν με περιμένει τίποτε -κανένας φίλος, κανένας πόνος, κανένα καθήκον και καμία εργασία. Από τη ζωή μου λείπει η αυτοσυγκέντρωση. Σκέφτομαι τόσα πολλά γύρω από τη ζωή και το Σύμπαν. Το χρήμα που δεν διαθέτω με καταπιέζει. Πάμφτωχη ζωή, τα πάντα εξαρτώνται από το καταραμένο χρήμα. Μισώ αυτή την κατάσταση, την καθημερινή τάξη, το σύστημα».

Πολιτική δράση

Τον Φεβρουάριο του 1924, ο Γκαίμπελς, μετά από πρόσκληση του φίλου του Φριτς Πραγκ, εμφανίστηκε στο μέγαρο Σούτσενχαουζ της γενέτειρας του, όπου μιλούσαν εκπρόσωποι του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος [D.K.P.]. Φορώντας ένα φτηνό, μάλλινο παλτό πήρε το λόγο και υπέβαλλε ερωτήσεις στους ομιλητές. Ένας κομμουνιστής επιτέθηκε στον Γκαίμπελς, φωνάζοντας: «Εκμεταλλευτή της εργατικής τάξεως, καπιταλιστή!». Ο Γκαίμπελς απευθύνθηκε στον «εκπρόσωπο της εργατικής τάξες» και είπε: «Θα παρακαλούσα τον κύριο που με αποκάλεσε δίχως ντροπή εκμεταλλευτή και καπιταλιστή, να έλθει στην έδρα και να αδειάσει το πορτοφόλι του. Τότε θα δούμε ποιος από τους δύο μας έχει τα περισσότερα χρήματα». Ολοκληρώνοντας την παρέμβαση του ο Γκαίμπλελς έβγαλε από την τσέπη το πορτοφόλι του και άδειασε τα λιγοστά κέρματα που περιείχε, στην έδρα.

Στις 4 Ιουλίου του 1924 καταγράφει στο ημερολόγιο του: «....Μας λείπει στη Γερμανία ένα δυνατό και σταθερό χέρι. Να τελειώσουμε επιτέλους με τα πειράματα και τα περιττά. Να αρχίσουμε με τη σοβαρότητα και την εργασία. Να αποτινάξουμε την ιουδαϊκή συμμορία που δηλητηριάζει τη σκέψη του λαού μας. Η Γερμανία τείνει στον έναν, τον άνδρα, όπως το καλοκαίρι η γη διψά για βροχή! Θα σωθούμε μόνο με την τελευταία συγκέντρωση δύναμης, πίστης και αυτοθυσίας. Όλα αυτά μοιάζουν με θαυμαστά πράγματα, αλλά μήπως απορεί να μας σώσει τίποτε διαφορετικό;». Η πρώτη του εργασία στον στίβο της πολιτικής ήταν η θέση του γραμματέα ενός βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος Ελευθερίας, του Φραντς Φον Βίγκερσχαουζ.

Κομματική δράση

Το 1925 το Εθνικοσιαλιστικό κόμμα ήταν σε κατάσταση διασπάσεως, ενώ η οργάνωση του στο Βερολίνο είχε διαλυθεί. Ο μηχανισμός του κόμματος έπρεπε να αναδιοργανωθεί και ο καταλληλότερος για να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν ο Γκαίμπελς, που εργάστηκε αρχικά ως γραμματέας του Γκρέγκορ Στράσερ, [Gregor Strasser] και με τους αδελφούς Στράσερ άρχισε, από τις 1 Οκτωβρίου 1925, να εκδίδει το περιοδικό «Εθνικοσοσιαλιστικές Επιστολές», [«Nationalsozialistische Briefe»]. Η γραφή και ο τρόπος εκφράσεως του θεωρήθηκε κομμουνιστική καθώς ο Γκαίμπελς και οι Στράσερ εκπροσωπούσαν την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, αφού υποστήριζαν καθαρά σοσιαλιστικές οικονομικές απόψεις. Εκείνο το διάστημα ο Γκαίμπελς δεν απέκλειε μια πιθανή συμμαχία της Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση, στην κατεύθυνση της αντιμετωπίσεως του καπιταλισμού, χαρακτήριζε τον Βλαντιμίρ Λένιν ως εθνικό απελευθερωτή της Ρωσίας και αντιδρούσε στην αποδοχή δωρεών από κεφαλαιοκράτες προς τον Αδόλφο Χίτλερ. Ο Γκαίμπελς επιδίωξε να ενισχύσει τις κομματικές δυνάμεις που συσπειρώνονταν γύρω από τους αδελφούς Στράσερ και να μεταφερθεί η ηγεσία του N.S.D.A.P. από το Μόναχο στην Βόρεια Γερμανία, ενώ κατάλληλο για Πρόεδρο θεωρούσε τον Γκρέγκορ Στράσερ και υποστήριζε την παραμονή του Αδόλφου Χίτλερ στη θέση του Επιτίμου Προέδρου.

Στις 9 Δεκεμβρίου 1925 ο Γκαίμπελς προσχώρησε στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, [«N.S.D.A.P.»] και έλαβε αριθμό κάρτας μέλους 8762, ενώ για την προσχώρηση του το κόμμα παρέκαμψε το βασικό προαπαιτούμενο για να εισέλθει κάποιος ως μέλος που ήταν να έχει υπηρετήσει στρατιωτική του θητεία. Σύντομα άρχισε προπαγανδιστική δραστηριότητα στη Ρηνανία και τη Βεστφαλία. Ο Χίτλερ που εκτιμούσε τον Γκαίμπελς ως ικανό ρήτορα και προπαγανδιστή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον αποσπάσει από την παράταξη των αδελφών Στράσερ και το κατόρθωσε μετά τις 14 Φεβρουαρίου του 1926 και την διάσκεψη της Βαμβέργης, [Bamberger Führertagung]. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1926 διορίστηκε Γκαουλάιτερ, [Gauleiter], Περιφερειακός Διοικητής του κόμματος στο Βρανδεμβούργο, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το Βερολίνο, όπου στο τέλος δεκαετίας του 1920 πλειοψηφούσαν οι σοσιαλδημοκράτες και οι κομμουνιστές. Το N.S.D.A.P. της γερμανικής πρωτεύουσας ήταν ανοργάνωτο, δίχως αξιόλογη επιρροή και μετά βίας αριθμούσε 500 μέλη. Ο Γκαίμπελς απέδειξε τις οργανωτικές του ικανότητες, με αποτέλεσμα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1927 να ενταχθούν στο κόμμα 2.600 νέα μέλη καθώς και 500 περίπου υποψήφιοι για την S.A., έτσι μετά από μία σειρά αγώνων και αφού συσπείρωσε διάσπαρτες δυνάμεις έδωσε νέα πνοή στο κόμμα στην πρωτεύουσα της Γερμανίας.

Ήταν 11 Φεβρουαρίου 1927, όταν ο Γκαίμπελς διοργάνωσε μια συγκέντρωση στην περιοχή Φαρουσσάλεν, το προπύργιο των κομμουνιστών στο Βερολίνο. Εξοργισμένοι οι κομμουνιστές επιχείρησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση, αποκρούστηκαν όμως από τους άνδρες των SA και την επόμενη μέρα ο Γκαίμπελς έκανε λόγο για την ηρωική δράση του «αγνώστου άνδρα των S.A.». Στις 4 Ιουλίου 1927 κυκλοφόρησε για πρώτη φορά η ναζιστική εφημερίδα «Der Angriff», [«Η Επίθεση»], μετά από εξαιρετικά οργανωμένη και αποτελεσματική διαφημιστική εκστρατεία, της οποίας εκδότης ήταν ο Γκαίμπελς. Σε άρθρο του με τίτλο «Τι θέλουμε στη Βουλή» το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα στις 30 Απριλίου 1928 ο Γκαίμπελς γράφει: «...Θα μπούμε στο κοινοβούλιο για να εφοδιαστούμε από το οπλοστάσιο της δημοκρατίας. Θα γίνουμε βουλευτές για να εξουδετερώσουμε το πνεύμα της δημοκρατίας. Εάν η δημοκρατία είναι τόσο ηλίθια ώστε να μας δώσει το ελεύθερο, και μάλιστα και βουλευτική αποζημίωση για αυτό, είναι θέμα δικό της. ... Κάθε νομικό μέσο μας είναι ευπρόσδεκτο για την ανατροπή των σημερινών καταστάσεων. Εάν πετύχουμε στις εκλογές να βάλουμε εξήντα έως εβδομήντα αγκιτάτορες του κόμματος στα διάφορα κοινοβούλια, μελλοντικά το ίδιο το κράτος θα εξοπλίσει και θα υποστηρίξει οικονομικά τον αγώνα μας. {...} Και ο Μουσολίνι είχε μπει στο κοινοβούλιο. Κι όμως δεν άργησε να οργανώσει την πορεία προς τη Ρώμη. ... Ερχόμαστε ως εχθροί! Όπως ο λύκος που πέφτει σε κοπάδι προβάτων, έτσι ερχόμαστε. Τώρα δεν είστε πλέον μεταξύ σας! Και δε θα έχετε μεγάλη χαρά με εμάς!...». Στις εκλογές του 1928, το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα συγκέντρωσε το 2% των ψήφων και κατάφερε να εκλέξει 10 αντιπροσώπους στη Γερμανική Βουλή, μεταξύ τους και ο Γκαίμπελς.

Επικεφαλής κομματικής Προπαγάνδας

Στις 27 Απριλίου 1930 ο Γκαίμπελς διορίστηκε από τον Αδόλφο Χίτλερ επικεφαλής προπαγάνδας του Ράιχ, [Reichspropagandaleiter], δηλαδή αρμόδιος του N.S.D.A.P. για τον Τύπο, τις κινηματογραφικές ταινίες, τη Ραδιοφωνία και την Εθνική Παιδεία. Συγχρόνως διοργανώνει μαζικές εκδηλώσεις, όπου σαν ομιλητής παρασύρει το πλήθος με την ρητορική του δεινότητα και εντυπωσιάζει τους πάντες, αφού συνοδεύεται πάντα από φρουρούς και σημαιοφόρους. Παράλληλα δημιούργησε τμήμα ομιλητών, οι οποίοι βρίσκονταν πάντα υπό παρακολούθηση κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων στις οποίες αντιπροσώπευαν τον Γκέμπελς. Στόχος της δραστηριότητας του ήταν να οδηγήσει το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα στην εξουσία με κάθε τρόπο που επέτρεπε το κατεστημένο Κράτος δικαίου. Αντιπαθούσε τους Εβραίους, τους μπολσεβίκους και τους ομοφυλόφιλους και ως ανώτατο κομματικό στέλεχος παρίστατο σε όλες τις σημαντικές συνεδριάσεις και μετείχε σε όλες τις αποφάσεις.

Στο προσωπικό του ημερολόγιο καταγράφει: «18 Φεβρουαρίου: Δεν πρέπει να δείξουμε κανένα έλεος στους παρείσακτους. Πρέπει να τους εξαλείψουμε, να τους καταστρέψουμε μέχρι τέλους». Στις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου ο Γκέμπελς, τότε βουλευτής του N.S.D.A.P. και μέλη των Ταγμάτων Εφόδου, [S.A.], διέκοψαν την πρεμιέρα της κινηματογραφικής ταινίας «Ουδέν νεώτερον από το Ανατολική Μέτωπο» [8], που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, καθώς θεωρούσαν ήταν «αντιγερμανικές». Ο Γκαίμπελς κινητοποίησε το Κόμμα για τις κοινοβουλευτικές εκλογές στις 14 Σεπτεμβρίου 1930 και ανακοίνωσε δημοσίως το στόχο των Εθνικοσοσιαλιστών να αποκτήσουν 40 έδρες στη νέα Βουλή. Στα πλαίσια του προεκλογικού αγώνα, ο ίδιος και άλλοι εκλεγμένοι ομιλητές μίλησαν σε περισσότερες από 6.000 εκδηλώσεις, ενώ αμέτρητες αφίσες σε όλη τη Γερμανία έκαναν γνωστό το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα και την ίδια περίοδο ο αριθμός πωλήσεων των εφημερίδων του N.S.D.A.P. πολλαπλασιάστηκε.

Tον Απρίλιο του 1932, στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο τότε καγκελάριος Μπρούνινγκ αρνήθηκε την πρόσκληση του Γκαίμπελς για δημόσια ανοικτή αναμέτρηση, όμως ο Γκαίμπελς προμηθεύτηκε τον τελευταίο προεκλογικό λόγο του Μπρούνινγκ σε δίσκο βινυλίου και τον άφησε να ακουστεί σε μια μεγάλη συγκέντρωση οπαδών του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στο Βερολίνο. Ταυτόχρονα διέκοπτε την ομιλία του Μπρούνινγκ στο βινύλιο και παρουσίαζε τις θέσεις του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Ο Γκαίμπελς γράφει στο ημερολόγιο του: «...Ήταν μια φοβερή επιτυχία. Μερικοί από τους επιχειρηματίες οπαδούς μας ενθουσιάστηκαν τόσο που συγκέντρωσαν αυθόρμητα το ποσό των 100.000 μάρκων για τον προεκλογικό μας αγώνα». Στις εκλογές ο Χίτλερ συγκέντρωσε το 18% των ψήφων και 107 έδρες στο Ράιχσταγκ.

Υπουργός του Γ' Ράιχ

Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο πρόεδρος της Γερμανίας Χίντενμπουργκ κάλεσε τον Αδόλφο Χίτλερ να αναλάβει την Καγκελαρία και στις παρελάσεις της Sturmabteilung στο Βερολίνο, ο Γκέμπελς βρισκόταν ένα βήμα πίσω από τον καγκελάριο. Στο ημερολόγιο του Γκαίμπελς αναφέρεται: «Δημιουργήθηκε το νέο Ράιχ... Πετύχαμε τον στόχο μας. Η γερμανική επανάσταση αρχίζει». Στις 27 Φεβρουαρίου 1933 πραγματοποιήθηκε ο «Εμπρησμός του Ράιχσταγκ», που σύμφωνα με την κατάθεση του Χανς Γκισέβιους, [Hans Gisevius], αξιωματούχου του Πρωσικού Υπουργείου Εσωτερικών, στη Δίκη της Νυρεμβέργης, «...η ιδέα του εμπρησμού του Ράιχσταγκ ανήκε στον Γιόζεφ Γκαίμπελς...» ο οποίος στις 13 Μαρτίου του 1933 ανέλαβε επικεφαλής Υπουργός του Υπουργείου Λαϊκής Διαφωτίσεως και Προπαγάνδας, [Volksaufklärung und Propaganda], του Γερμανικού Γ' Ράιχ. Στις 10 Μαΐου του ίδιου χρόνου σαράντα χιλιάδες Γερμανοί πολίτες συγκεντρώθηκαν για να ακούσουν την ομιλία του στην Πλατεία της Όπερας στο Βερολίνο. Ο Γκέμπελς καταδίκασε τα έργα που είχαν γραφτεί από Εβραίους, Φιλελεύθερους, αριστεριστές, ειρηνιστές, αλλοδαπούς και άλλους ως «αντιγερμανικά» και διακήρυξε την «κάθαρση του γερμανικού πνεύματος». Στις 13 Απριλίου 1933, με πρωτοβουλία της Γενικής συνομοσπονδίας Γερμανών φοιτητών τοιχοκολλήθηκε στο Βερολίνο αφίσα με τίτλο «Ενάντια στο μη γερμανικό πνεύμα», η οποία αφορούσε την καταστροφή όλων των αντιγερμανικών βιβλίων και την απομάκρυνση τους από τις δημόσιες βιβλιοθήκες. Τον ίδιο χρόνο σ' ένα ταξίδι του στη Ρώμη ο Γκαίμπελς συναντήθηκε με τον Γερμανό Άρνο Μπρέκερ, το σπουδαιότερο γλύπτη του 20ου αιώνα, που χαρακτηρίστηκε ως «Μιχαήλ Άγγελος του Αδόλφου Χίτλερ», και αρχιτέκτονα γνωστό για τα δημόσια έργα του στην εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, τον οποίο προέτρεψε να επιστρέψει στην Γερμανία, «..όπου τον περιμένει μέλλον λαμπρό» κι έτσι το 1934 ο Μπρέκερ επέστρεψε μέσω Γαλλίας στη Γερμανία. Τον Σεπτέμβριο του 1933 ο Γκαίμπελς τέθηκε επικεφαλής του καινούργιου Επιμελητηρίου του Ράιχ για τον Πολιτισμό,που ήταν οργανωμένο σε επτά τμήματα: Τύπου, ραδιοφώνου, λογοτεχνίας, μουσικής, θεάτρου, οπτικών τεχνών και κινηματογράφου.

Το Υπουργείου Λαϊκής Διαφωτίσεως και Προπαγάνδας, [Volksaufklärung und Propaganda], στελεχώθηκε από νεαρά στελέχη του κόμματος με υψηλό επίπεδο μορφώσεως και διάθεση για προσφορά, μεταξύ τους η Ελληνίδα εθνικοσοσιαλίστρια Σίτσα Καραϊσκάκη, αλλά και -σύμφωνα με τον ιστορικό συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα- ο Ευάγγελος Σδράκας, μετέπειτα Πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με μια εκδοχή ο Ευάγγελος Σδράκας επέστρεψε με υποτροφία του Πανεπιστημίου στη Γερμανία όπου και παρέστη σε τελετή υποδοχής ξένων φοιτητών στην οποία ήταν παρόντες και οι υπουργοί Γκαίμπελς και Ρούντολφ Ες, όμως ο Δημοσθένης Κούκουνας υποστηρίζει ότι [9] ο Σδράκας με την ιδιότητα του δημοσιογράφου ήταν συνεργάτης του Γερμανικού Υπουργείου Προπαγάνδας, όπως και η Σίτσα Καραϊσκάκη, το χρονικό διάστημα πριν την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Ο μέσος όρος ηλικίας των συνεργατών του Υπουργείου δεν ξεπερνούσε τα 30 έτη, ενώ ο Γκαίμπελς ήταν μόλις 36 ετών. Η ανάληψη του πολιτικού ελέγχου όλων των μέσων ενημερώσεως, δηλαδή του ραδιοφώνου, του Τύπου, του κινηματογράφου καθώς και των πολιτιστικών δραστηριοτήτων θωράκισε το καθεστώς. Ο Γκαίμπελς πίεσε για να κατασκευασθούν φθηνά ραδιόφωνα και σύντομα όλες οι γερμανικές οικογένειες διέθεταν ραδιόφωνο. Οργάνωνε δωρεάν συναυλίες σε εργασιακούς χώρους, εκθέσεις εικαστικών τεχνών και δημιούργησε κινητές κινηματογραφικές μονάδες που επισκέπτονταν τα μικρά μέρη. Αξεπέραστο έργο προπαγάνδας θεωρείται σήμερα η πιο αντισημιτική ταινία όλων των εποχών, με τίτλο «Ο αιώνιος Εβραίος», [«Der ewige Jude»], τα γυρίσματα της οποίας ολοκληρώθηκαν το 1940. Πρόκειται για ένα δημιούργημα του Γκέμπελς, ταινία-σταθμό, η δημόσια προβολή της οποίας απαγορεύεται μέχρι σήμερα.

Κατά τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών», στις 30 Ιουνίου του 1934, επίλεκτες μονάδες νεαρών S.S. δολοφόνησαν περισσότερες από 100 πολιτικές προσωπικότητες, μεταξύ τους και ο Gregor Strasser. Ο Ρεμ κοιμόταν αμέριμνος, όταν τα SS εισέβαλαν στο δωμάτιο του. Οταν ο Χίτλερ τον προέτρεψε να αυτοκτονήσει, αρνήθηκε να υπακούσει. Τότε κροτάλισαν τα όπλα των SS και ο νευρώδης, κοντόχονδρος άνδρας έπεσε νεκρός. Την αυγή της 1ης Ιουλίου όλα είχαν τελειώσει. Μιλώντας το 1936 στη Νυρεμβέργη, στο συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος ο Γκαίμπελς αναφέρθηκε στο σχέδιο των μπολσεβίκων να καταλάβουν την Ελλάδα στις 5 Αυγούστου του 1936 και είπε για το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός αλλά και τον Ιωάννη Μεταξά: «''Στην συνέλευση της 30ης Ιουλίου του 1935 του Διεθνούς Κομμουνιστικού Συνεδρίου στην Μόσχα, εμφανίστηκε ως αντιπρόσωπος των κομμουνιστών της Ελλάδος ο «σύντροφος» Τζώρτζος και ανέπτυξε ένα μελλοντικό σχέδιο δράσεως. Μετά από ένα έτος και σχεδόν κατά την επέτειο της ομιλίας του στην Μόσχα, στις 5 Αυγούστου του 1936, η Ελλάδα θα συγκλονιζόταν από μία γενική απεργία η οποία θα κατέληγε άμεσα σε ένοπλη επανάσταση. Χάρη στην δραστήρια και άμεση επέμβαση του στρατηγού Ιωάννη Μεταξά εσώθη η Ελλάς από το χάος του μπολσεβικισμού και απετράπησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο τα σχέδια των «συντρόφων» Δημητρώφ και Τζώρτζου» [10].

Ολυμπιάδα 1936

Το 1936 Γιόζεφ Γκαίμπελς επιμελήθηκε την διοργάνωση της Ολυμπιάδος του Βερολίνου και την αναβίωση του αρχαιοελληνικού Ολυμπιακού πνεύματος και ήδη από τον Αύγουστο του 1935, η ημερήσια Αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία» κυκλοφόρησε με ολοσέλιδο άρθρο που έφερε τον τίτλο «Ολυμπιακή Φλόγα. Μια θαυμάσια ιδέα του Δρος Γκέμπελς», ενώ στην επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ο.Ε., [Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή], αναφέρεται ότι «...η αφή της ολυμπιακής φλόγας και η λαμπαδηδρομία [11] τελέστηκαν για πρώτη φορά το 1936 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου». Το επιτελείο του Γκαίμπελς διοργάνωσε την τελετή Αφής της Φλόγας και τον πρώτο πυρσό κατασκεύασε η μεταλλουργία «Κrupps». Η αρχική ιδέα των Γερμανών ήταν να ανάψει η Φλόγα με ένα σπίρτο, όμως επειδή κάτι τέτοιο θα αφαιρούσε από την μεγαλοπρέπεια της τελετής, ο Γκαίμπελς υιοθέτησε την ιδέα του Έλληνα αρχαιολόγου Αλέξανδρου Φιλαδελφέος, που πρότεινε η αφή να γίνει μέσω ενός κοίλου κατόπτρου, το σχεδιασμό και την κατασκευή του οποίου επιμελήθηκε η επίσης έως και σήμερα παγκοσμίως γνωστή, εταιρεία «Zeiss». Ο Φιλαδελφεύς, μάλιστα τιμήθηκε προσωπικά από τον Γκαίμπελς με το βραβείο της Γερμανικής Ολυμπιακής Τάξης, το πιστοποιητικό του οποίου έφερε την υπογραφή του Αδόλφου Χίτλερ.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή η ιδέα ήταν του Γερμανού καθηγητή και μέλους της Γερμανικής Ολυμπιακής Επιτροπής δρος Καρλ Ντιμ, ο οποίος και την εισηγήθηκε στην Οργανωτική Επιτροπή των ΧΙ Ολυμπιακών Αγώνων. Η Ολυμπιακή φλόγα έφτασε στη Γερμανία σε διάστημα 12 ημερών με λαμπαδηδρομία στην οποία έλαβαν μέρος 3.331 λαμπαδηδρόμοι που κάλυψαν 3.187 χιλιόμετρα ξεκινώντας από την Αρχαία Ολυμπία. Η Φλόγα διέσχισε τη Γερμανία μέσα σε κλίμα λαϊκού ενθουσιασμού, οργανωμένου από τις υπηρεσίες του Γκαίμπελς, τον Ράιχσπορτφίρερ Τσάμερ φον Οστεν, τις νεολαιϊστικες οργανώσεις, τους αθλητικούς συλλόγους και τα Ες-Ες, λόγοι για τους οποίους το παγκόσμιο Ολυμπιακό κίνημα αποσιωπά το ρόλο του Γκαίμπελς, κι έφτασε στο Βερολίνο το πρωί της 1ης Αυγούστου 1936. Παρών ήταν ο Σπύρος Λούης, ο Έλληνας Χρυσός Ολυμπιονίκης στο μαραθώνιο του 1896, ο οποίος ήταν επίτιμος καλεσμένος των διοργανωτών. Οι στιγμές απαθανατίστηκαν από την Λένι Ρίφενσταλ, την σκηνοθέτιδα που αντιπαθούσε ιδιαίτερα ο Δρας Γκαίμπελς, η οποία αργότερα βραβεύτηκε για την ταινία «Olympia».

Επισκέψεις στην Ελλάδα

Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Μάγδα, πραγματοποίησε διπλωματική επίσκεψη στην Ελλάδα, όπου έφτασε στις 19:00 το απόβραδο της 20ης Σεπτεμβρίου του 1936, προκειμένου να παρακολουθήσει τους Βαλκανικούς αγώνες και κατέλυσαν στο ξενοδοχείο «Σεσίλ». Ήταν η πρώτη επίσκεψη ανώτατου Γερμανού αξιωματούχου αμέσως μετά την εγκαθίδρυση του εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Στην Αθήνα τον υποδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς, ενώ το πρωί της 21ης Σεπτεμβρίου συναντήθηκε με τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος δήλωσε [12] στους Ελληνες δημοσιογράφους: «....Ο δρ Γκαίμπελς από της εποχής των σπουδών του ησχολήθη πολύ με την αρχαίαν Ελλάδα, γνωρίζει καλώς τον αρχαίον πολιτισμόν, ήλθε να επισκεφθή τας αρχαιότητας της χώρας και θεωρεί εαυτόν ευτυχή διότι του εδόθη η ευκαιρία να ίδη εκ του πλησίον την χώραν αυτή, την οποία εγνώριζε μόνον εκ των σπουδών του...». Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο υφυπουργός Τύπου και Τουρισμού Θεολόγος Νικολούδης παρέθεσε γεύμα στον Γερμανό προσκεκλημένο του στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Ο Γκαίμπελς, στις 23 Σεπτεμβρίου, επισκέφθηκε την Ακρόπολη, τον Κεραμεικό, την Ακαδημία, την Εθνική Βιβλιοθήκη και το Πανεπιστήμιο. Το βράδυ της ίδιας ημέρας ο Κωνσταντίνο Κοτζιά, τότε Υπουργό Διοικήσεως Πρωτευούσης, ο οποίος είχε επισκεφθεί επανειλημμένως την εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία και την φασιστική Ιταλία μεταφέροντας στην Ελλάδα τις θετικές εντυπώσεις που αποκόμισε από τα ταξίδια του και τα επιτεύγματα των εθνικιστικών καθεστώτων, δεξιώθηκε τον Γκαίμπελς σε ταβέρνα της Αθήνας. Στο ημερολόγιο του ο γερμανός Υπουργός γράφει: «....Ένα από τα ωραιότερα πρωινά της ζωής μου. Πάνω στην Ακρόπολη. Τα Προπύλαια, ο Παρθενών και το Ερέχθειο. Είμαι συνεπαρμένος. Και ψηλά αυτός ο βαθύς, γαλάζιος αττικός ουρανός. Μια συμφωνία ομορφιάς, χρωμάτων και παραστάσεων. Στο θέατρο του Διονύσου γεννήθηκε η αττική τραγωδία. Είμαι ευτυχισμένος και χαρούμενος που μπορώ και τα βλέπω. Μετά, κάτω στην πόλη. Έκανα διάφορες αγορές. Οι άνθρωποι φιλόξενοι. Οι Αρχές, ο Τύπος, όλοι είναι φιλικοί μαζί μας. Το μεσημέρι ξεκουραστήκαμε στο ξενοδοχείο. Η ψυχή μου έχει γεμίσει από ομορφιά και αγαλλίαση. Ευτυχισμένη αρχαιότητα! Το βράδυ, ο Κοτζιάς με κάλεσε σε μια ελληνική ταβέρνα. Φανταστικά τα εδέσματα, η μουσική....». Η παρουσία του ζεύγους Γκέμπελς στο Παναθηναϊκό Στάδιο ξεσήκωσε τους 60.000 θεατές. Ο Ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης, ανέβηκε στις κερκίδες των επισήμων και «...εχαιρέτισε διά χειραψίας, αρχίζων από τον Μακαριώτατον και συνεχίζων διά του πρωθυπουργού κ. Μεταξά και του κ. Γκαίμπελς, όλους ανεξαιρέτως, τους εις την πρώτην σειράν της κερκίδος των επισήμων» γράφει εφημερίδα [13] της εποχής.

Ο Γκαίμπελς επισκέφθηκε το Φράγμα της Λίμνης του Μαραθώνος και στη συνέχεια ταξίδεψε στους Δελφούς, στην αρχαία Ολυμπία, τις Μυκήνες, ενώ το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου επέστρεψε στην Αθήνα, όπου μίλησε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» στους Έλληνες δημοσιογράφους. Το ίδιο βράδυ εκφώνησε λόγο στα μέλη της Γερμανικής παροικίας στην Γερμανική Σχολή Αθηνών. Πριν από την αναχώρησή του, ο Γκαίμπελς παρέθεσε συνέντευξη στον Διευθυντή της εφημερίδας «Βραδυνή» και αναφέρθηκε στον κομμουνιστικό κίνδυνο. «....Ότι οι κομμουνισταί ήσαν ολίγοι εις την Ελλάδα και είχαν μόλις 15 βουλευτάς εις την Βουλήν δεν έχει καμμίαν σημασίαν, δεδομένου ότι ένας αποφασισμένος κομμουνιστής αξίζει δέκα αναποφάσιστους αστούς. Η βιαιότης και η αποφασιστικότης υπερισχύουν πάντοτε, όχι ο αριθμός. Αυτά τα γνωρίζομεν ημείς εις την Γερμανίαν από καιρού». Παράλληλα δεν παρέλειψε να διατυπώσει την άποψη του για τον Ιωάννη Μεταξά. «...Ο κ. Μεταξάς, διά τον οποίον τρέφω έναν ειλικρινή θαυμασμόν, παρέσχεν εις την Ελλάδα μια τεράστιαν υπηρεσίαν, την οποία όσοι δεν αντελήφθησαν ακόμη, θα την αντιληφθούν αργότερα. Ο κ. Μεταξάς έκαμεν αυτό που έπρεπε. Διότι το καθήκον ενός πολιτικού ηγέτου είναι να προβλέπη κάθε κίνδυνον και να παρεμβαίνη εις την κατάλληλον στιγμήν, να μη περιμένη δε τας παραμονάς της εκρήξεως ενός κινδύνου. Έσωσε την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν και παρέσχε και εις την επίλοιπον Ευρώπην μίαν υπηρεσίαν. Αν η Ισπανία είχε προ διετίας έναν Μεταξά, δεν θα είχε φθάσει εις την σημερινήν καταστροφήν, δεν θα είχαν εξολοθρευθή αι αναντικατάστατοι αξίαι της, τα θαύματα της τέχνης θα υπήρχαν ακόμη». Ο Γκαίμπελς σχετικά με τις εντυπώσεις του για τους Έλληνες, είπε: «...Είμαι ενθουσιασμένος. Εγνώριζα βεβαίως εκ των μελετών μου ό,τι θα έβλεπα εις την χώραν σας. Αλλά ποτέ δεν ημπορούσα να φαντασθώ ότι τα πράγματα αυτά θα μου έκαμναν τόσον τεραστίαν εντύπωσιν, η οποία μερικός φοράς με συνεκλόνισε μέχρι βάθους. Όσο διά τον ελληνικόν λαόν, είναι τόσο απλός, τόσον ανοικτόκαρδος, τόσον φιλόξενος, ώστε δεν ημπορεί κανείς παρά να τον αγαπήση». Το πρωί της Δευτέρας 28 Σεπτεμβρίου 1936, ο Γκαίμπελς έφυγε αεροπορικώς για το Βερολίνο, αφού παρέδωσε πρώτα μια επιταγή 150.000 δραχμών στον διπλωμάτη Δ. Βικέλλα, για τους άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας, που τον συνόδευσαν τις ημέρες της παραμονής του στην Ελλάδα. Ο Γκαίμπελς ταξίδεψε για δεύτερη φορά την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1939, σε μια ανεπίσημη και ιδιωτικού χαρακτήρος επίσκεψη, όμως επισκέφθηκε εθιμοτυπικά τον τότε διάδοχο Παύλο και τον Βασιλιά Γεώργιο, ενώ συνέφαγε με τον Ιωάννη Μεταξά και τους Κωνσταντίνο Κοτζιά και Θεολόγο Νικολούδη.

Πολεμική περίοδος

Το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου του 1938 ο Γκαίμπελς, μαζί με τον Ράινχαρτ Χάιντριχ, [Reinhard Heydrich], φέρεται ότι οργάνωσε τη «Νύχτα των Θρυψάλων», [«Reichskristallnacht»] [14], στη διάρκεια της οποίας καταστράφηκαν περιουσίες, επιχειρήσεις καθώς και τόποι προσευχής και λατρείας των Εβραίων της Γερμανίας, ενώ έχασαν τη ζωή τους τετρακόσιοι πολίτες. Σταδιακά και καθώς η Γερμανία υλοποιούσε τα πολεμικά της σχέδια ο Γκαίμπελς ανέλαβε την ευθύνη να πείσει το Γερμανικό έθνος για την αναγκαιότητα του πολέμου και των κατακτήσεων και την απόκτηση «ζωτικού χώρου», [«Lebensraum»]. Στις 6 Απριλίου 1941 εκδηλώθηκε ταυτόχρονη Γερμανική επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας, καθώς ο Μουσολίνι απέτυχε να καταλάβει την Ελλάδα, και ο Χίτλερ αναγκάστηκε να επέμβει στα Βαλκάνια για να βοηθήσει τον σύμμαχο του. Ο Ελληνικός Στρατός αντιστάθηκε στη γραμμή οχυρών Μεταξά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και προκάλεσε τον παγκόσμιο θαυμασμό. Το πρωί της 9ης Απριλίου οι Γερμανοί είχαν ήδη καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και προέλασαν προς τη Νότια Ελλάδα. λιγο πριν τη συνθηκολόγηση ο Τσώρτσιλ μίλησε από το ραδιόφωνο και τόνισε ότι οι Γιουγκοσλάβοι δεν χρειάζεται να ανησυχούν γιατί οι Αγγλοι στέκονταν ακριβώς πίσω τους. Ήταν μια δήλωση, που ο Γκαίμπελς εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο και συμφώνησε ότι οι Άγγλοι ήταν πάντα «πίσω» από τους στρατιώτες της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας που εμάχοντο στα πολεμικά μέτωπα. Οι Αγγλοι δεν θα ήταν ποτέ μπροστά τους και θα φρόντιζαν να διαφύγουν με την πρώτη δυσμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων.

Σχετικά με την εξέλιξη των επιχειρήσεων εναντίον της Ελλάδος ο Γκαίμπελς γράφει: «8 Απριλίου 1941: ...προχωρούμε αργά στην Ελλάδα. ... Οι Έλληνες είναι γενναίοι μαχητές... Τα καταληφθέντα οχυρά είναι γεμάτα πτώματα... Με τον Φύρερ, και αυτός θαυμάζει τη γενναιότητα των Ελλήνων. … Ο Φύρερ απαγορεύει τον βομβαρδισμό της Αθήνας. Αυτό είναι δίκαιο και ευγενικό εκ μέρους του. Η Ρώμη και η Αθήνα είναι «η Μέκκα» του. Λυπάται βαθιά που αναγκάσθηκε να πολεμήσει τους Ελληνες. Εάν όμως οι Άγγλοι δεν είχαν εγκατασταθεί εκεί, δεν θα βοηθούσε πότε τους Ιταλούς….». «9 Απριλίου 1941...Η ελληνική γραμμή των οχυρών διασπάσθηκε. Ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη είναι πλέον ανοικτός. Οι Έλληνες μάχονται με γενναιότητα. Απαγορεύω στον Τύπο να τους δυσφημήσει... Παντού διεξάγονται σκληρές μάχες... Μαζί με τον Φύρερ. Γελά με την προπαγάνδα των Αγγλων. Εκτιμά τη μαχητικότητα των Ελλήνων. Θλίβεται που υποχρεώθηκε να τους πολεμήσει….». «15 Απριλίου 1941. Καταλάβαμε την Έδεσσα. Οι γερμανικές δυνάμεις αλλάζουν κατεύθυνση στην Ελλάδα. Ολα βαίνουν σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο…. Οι Άγγλοι επιβιβάζονται πλέον για να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. …..Τα Stukas μας βύθισαν στον Πειραιά πλοία 30.000 τόννων και προξένησαν ζημιές σε άλλα 80.000 τόννων...». «16 Απριλίου 1941. … Οι μονάδες μας βρίσκονται ήδη στον Ολυμπο. Η κατάσταση των δρόμων είναι απαίσια. Μόνο με πολύ μεγάλη δυσκολία μπορεί το πεζικό να ακολουθήσει τα προελαύνοντα τεθωρακισμένα... Από την Αθήνα μάς ήρθε η πληροφορία ότι η Αγγλία διέταξε τον ελληνικό στόλο να παράσχει προστασία στους αποχωρούντες Αγγλους. Αυτό είναι πραγματικά το αποκορύφωμα του κυνισμού. Πιο χαμηλά δεν μπορεί ένα καθεστώς με τίποτα να καταπέσει..». «24 Απριλίου 1941... Η στρατιά της Ηπείρου και της Μακεδονίας συνθηκολόγησε. Εξαιτίας της προώθησής μας στα Ιωάννινα βρέθηκε σε απελπιστική θέση. Η πτώση της Αθήνας δεν θ' αργήσει πολύ. Άτακτη υποχώρηση Άγγλων και Ελλήνων. Ο βασιλιάς Γεώργιος το ‘σκασε στην Κρήτη. Η Ρώμη θέλει ν' ανακοινώσει ότι ο πόλεμος στην Ελλάδα τελείωσε, κάτι που εμείς εμποδίζουμε..». «29 Απριλίου 1941. Οι Ιταλοί συμπεριφέρονται αλαζονικά και υπεροπτικά. Ο Μουσολίνι δημοσιεύει ένα τηλεγράφημα στον στρατηγό Καμπαλέρο, όπου θεωρεί πως η νίκη κατά των Ελλήνων είναι ολότελα δική του. Ο ιταλικός στρατός αρνήθηκε να αναγνωρίσει τις διαπραγματεύσεις συνθηκολόγησης προτού ο ελληνικός στρατός τις αναγνωρίσει δημόσια... Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, ο λαός μας τρέφει αισθήματα μίσους έναντι των Ιταλών. Αναρωτιέμαι πώς θα τελειώσει αυτό. Σε κάθε περίπτωση θα επιχειρήσουμε τα πάντα για να αλλάξουμε το κλίμα. Οι Ιταλοί απαιτούν τώρα ολόκληρη την Ελλάδα. Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερες αντιδράσεις στην κοινή γνώμη. Η υπόθεση στην Ελλάδα θα διαρκέσει μερικές ημέρες ακόμη. Από τους υποτιθέμενους δύο μήνες, μόλις τρεις εβδομάδες. Για ακόμη μία φορά οι στρατιώτες μας μας έκαναν να ντρεπόμαστε για τις προβλέψεις μας. Ο Φύρερ είναι προβληματισμένος από τη συμπεριφορά των Ιταλών. Εχουν γίνει ακόμα πιο προκλητικοί. Αυτό μας έλειπε. Ο Γιόντλ μού εκθέτει τις συνομιλίες της ελληνικής ανακωχής. Η απόλυτη ντροπή. Αναφέρω στον Φύρερ πως ο λαός μας θα αντιδράσει αν αφήσουμε τους Ιταλούς στην Ελλάδα. Το καταλαβαίνει, αλλά διαφορετικά δεν γίνεται. Θα συγκροτήσουμε επίσης μια νέα ελληνική κυβέρνηση. Με επικεφαλής τον στρατηγό που καθοδηγούσε τις διαπραγματεύσεις ανακωχής….». «24 Μαΐου 1941: Στην Κρήτη είμαστε πολύ καλύτερα…». «29 Μαϊου 1941, η Πελοπόννησος, στην Ελλάδα, ξεκαθαρίζεται. Σχεδόν χωρίς αντίσταση. Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν την Κέρκυρα.»

Κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, ο γιος της Μάγκντας, Χάραλντ Κβαντ, τιμήθηκε με τον Σιδηρούν Σταυρό Α' τάξεως. Το απόσπασμα από τις σημειώσεις του Γκαίμπελς της 16ης Ιουνίου είναι χαρακτηριστικό: «Ο Φύρερ μου εκθέτει τις λεπτομέρειες της μάχης της Κρήτης. Του αναφέρω τη δράση και τον ηρωισμό που επέδειξε ο Χάραλντ. Ο Φύρερ είναι χαρούμενος γι' αυτό... Η Κρήτη έπρεπε να καταληφθεί, για να μη διαθέτουν οι Αγγλοι καμία αεροπορική βάση εναντίον της Ιταλίας.». Ο Γκαίμπελς ανήγγειλε ραδιοφωνικά την επίθεση στη Ρωσία διαβάζοντας μια δήλωση του Χίτλερ, που τελείωνε με τη φράση «... αποφάσισα να παραδώσω ξανά τις τύχες του Ράιχ στα χέρια των στρατιωτών μας». Όταν η 17η Γερμανική Στρατιά, κατέλαβε την πόλη Λέμπεργκ της Ουκρανίας, ανακάλυψε τα πτώματα αρκετές εκατοντάδων Ουκρανών εθνικιστών, τους οποίους είχαν εκτελέσει οι Ρώσοι, ο Γκαίμπελς ταξίδεψε αεροπορικώς στην Ουκρανία και επιστρέφοντας στη Γερμανία δήλωσε στο ραδιόφωνο: «...είμαι καταγανακτισμένος, λιποθυμώ από τη φρίκη που νιώθω...». Σταδιακά και καθώς ο πόλεμος εξελίσσονταν άσχημα για τη Γερμανία, ο Γκαίμπελς, έγινε το πρόσωπο και η φωνή της Γερμανικής κυβερνήσεως, ενώ προσπάθησε να πείσει τον Χίτλερ να παραχωρήσει το αξίωμα του Φύρερ στον Χέρμαν Γκέρινγκ, όμως ο Χίτλερ αρνήθηκε την πρόταση, παρά το γεγονός ότι ο Χέρμαν Γκέρινγκ ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στα λαϊκά στρώματα. Παράλληλα ζήτησε από τον Χίτλερ να ξεκινήσει διαπραγματευτικές ειρηνευτικές προσπάθειες με τους αντιπάλους του και στα δύο μέτωπα. Ο Χίτλερ, δεν απέρριψε την πρόταση όμως του εξήγησε ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει, αν πρώτα δεν επιτευχθούν, από Γερμανικής πλευράς, σημαντικές νίκες στα δύο μέτωπα, ώστε να διαπραγματευθεί ως ίσος προς ίσο.

Λίγες βδομάδες πριν από το τέλος, ο Γκαίμπελς κήρυττε πίστη στον Φύρερ και στη δικαιοσύνη της Ιστορίας: «Κάποτε τα ψέματα θα γκρεμιστούν και η αλήθεια θα λάμψει και τότε θα αναστηθούμε!». Στις 19 Απριλίου 1945, όπως κάθε χρόνο, από το 1934, με αφορμή τα γενέθλια του Χίτλερ, ο Γκαίμπελς εκφώνησε ραδιοφωνικά έναν από τους τελευταίους του λόγους, καλώντας σε συσπείρωση στρατό και λαό για την τελική νίκη, όμως την ίδια ώρα οι στρατιώτες των συμμάχων προελαύνουν με σκοπό την κατάληψη του Βερολίνου. Την επομένη ημέρα τελείωσε έναν άλλον λόγο του, προς τους υπαλλήλους του Υπουργείου Προπαγάνδας, με τη φράση: «Καταρρέουμε! Θα παρασύρουμε μαζί μας όλο τον κόσμο» και την ίδια μέρα μεταβαίνει στο Καταφύγιο του Χίτλερ, στο υπόγειο της Καγκελαρίας, όπου εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του και τον Χίτλερ, μέχρι το τέλος. Στις 23 Απριλίου ο Γκαίμπελς απηύθυνε ραδιοφωνικό μήνυμα στο λαό του Βερολίνου και είπε μεταξύ άλλων: «...Σας καλώ να πολεμήσετε για την πόλη σας. Πολεμήστε με ό,τι μέσο διαθέτετε, για χάρη των γυναικών και των παιδιών σας, των μητέρων και των πατέρων σας. Τα όπλα σας θα υπερασπίσουν ότι μέχρι σήμερα θεωρούμε αγαπημένο, αλλά και τις επερχόμενες γενεές. Να έχετε θάρρος και υπερηφάνεια: Να είστε επινοητικοί και επιδέξιοι! Ο Γκαουλάιτερ σας θα βρίσκεται ανάμεσά σας. Αυτός και οι σύντροφοί του θα παραμείνουν μαζί σας. Η σύζυγος και τα παιδιά του είναι κι αυτοί εδώ. Ο άνθρωπος που κάποτε άλωσε την πόλη με 200 μόνον άνδρες θα χρησιμοποιήσει τώρα όλα τα μέσα για να γαλβανίσει την άμυνα της πρωτεύουσας. Η Μάχη του Βερολίνου πρέπει να είναι το σινιάλο που θα ξεσηκώσει ολόκληρο το έθνος σε μάχη...».

Το τέλος των Γκαίμπελς

Τι προηγήθηκε

Στην καγκελαρία ο Γκαίμπελς παραστάθηκε ως μάρτυρας στον γάμο του Αδόλφου Χίτλερ με την Εύα Μπράουν και στην πολιτική του διαθήκη ο Χίτλερ ονόμασε τον Γκαίμπελς «Καγκελάριο του Κράτους της Μεγάλης Γερμανίας», ενώ ο Γκαίμπελς υπαγόρευσε την πολιτική του διαθήκη, ως συμπλήρωμα σε αυτήν του Αδόλφου Χίτλερ. Λίγες ώρες πριν το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η Μάγδα έγραψε μια αποχαιρετιστήρια επιστολή στο γιο της από τον πρώτο της γάμο, Χάρολντ, αξιωματικό της Luftwaffe, ο οποίος ήταν αιχμάλωτος πολέμου των Συμμαχικών δυνάμεων στο λιμάνι της Βεγγάζης. Στην επιστολή η Μάγκντα του εξομολογείτο ότι επρόκειτο να αυτοκτονήσει μαζί με τον Γιόζεφ και να σκοτώσει τα έξι παιδιά τους [15]. Στην προτροπή του Γκαίμπελς να το ξανασκεφθεί και να αλλάξει την απόφαση του να αυτοκτονήσει ο Χίτλερ απάντησε: «Ξέρεις την απόφασή μου. Δεν πρόκειται να την αλλάξω. Εσύ και η οικογένεια σου μπορείτε να εγκαταλείψετε το Βερολίνο».

Ο Γκαίμπελς σημειώνει: «....Ο Φύρερ με διέταξε, εάν η άμυνα της πρωτεύουσας του Ράιχ καταρρεύσει, να εγκαταλείψω το Βερολίνο και να αναλάβω ηγετικό ρόλο σε κυβέρνηση διορισμένη από τον ίδιο. Για πρώτη φορά στη ζωή μου θα πρέπει κατηγορηματικά να αρνηθώ να υπακούσω εντολή του Ηγέτη. Η σύζυγος και τα παιδιά μου συμφωνούν σε αυτή την άρνηση. Σε διαφορετική περίπτωση -πέραν του γεγονότος ότι αισθήματα ανθρωπισμού και πίστεως μας απαγορεύουν να εγκαταλείψουμε τον Ηγέτη την ώρα που περισσότερο μας χρειάζεται θα θεωρούμουν σε όλο το υπόλοιπο της ζωής μου ένας άτιμος προδότης και κοινός απατεώνας, και θα έχανα τον αυτοσεβασμό μου και το σεβασμό των συμπολιτών μου, ένα σεβασμό που θα χρειαζόμουν σε κάθε μελλοντική προσπάθεια διαμόρφωσης του μέλλοντος του Γερμανικού Έθνους και Κράτους. Γι` αυτόν το λόγο, μαζί με τη σύζυγό μου και εκ μέρους των τέκνων μου, που είναι πολύ μικρά για να μιλήσουν μόνα τους, αλλά που χωρίς ενδοιασμούς θα συμφωνούσαν αν ήταν αρκετά μεγάλα, εκφράζω την αμετάβλητη απόφαση να μην εγκαταλείψω την πρωτεύουσα του Ράιχ, ακόμη κι αν πέσει, αλλά άντ’ αυτού, στο πλευρό του Φύρερ, να δώσω τέλος σε μια ζωή που δεν έχει πια καμία αξία για μένα αφού δεν μπορώ να την αφιερώσω στην υπηρεσία του Ηγέτη και να βρίσκομαι στο πλευρό του. ...{...}... Πάντα υπάκουα στις εντολές του Φύρερ. Αυτή τη φορά όμως όχι. Αν έφευγα τώρα θα ήμουν αναγκασμένος να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου νιώθοντας ντροπή και ότι δεν υπήρξα τίποτε περισσότερο από ένα χυδαίο τραμπούκο...». Τη Δευτέρα 30 Απριλίου 1945, την μέρα που οι Σύμμαχοι μπήκαν στο Βερολίνο, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε και τον ακολούθησε η Εύα Μπράουν. Ο Δρ Γκαίμπελς διατήρησε το αξίωμα του «Καγκελαρίου του Κράτους της Μεγάλης Γερμανίας» μόνον για μία ημέρα.

Τελευταίες στιγμές

Τις πρώτες βραδυνές ώρες της Τρίτης 1η Μαΐου 1945, η Μάγκντα Γκαίμπελς στο υπόγειο καταφύγιο της Καγκελαρίας, χορήγησε δόσεις ενέσιμης μορφίνης σ' ένα μετά το άλλο στα έξι παιδιά της οικογένειας, στα οποία είχε δώσει ονόματα που άρχιζαν από «Χ» προς τιμή του Χίτλερ. Δέκα λεπτά αργότερα τα παιδιά έπεσαν σε νάρκη, γύρω στις 9 το βράδυ εκείνης της μέρας. Τότε η Μάγκντα άνοιξε τα στόματα των παιδιών, έβαλε μια αμπούλα με δηλητήριο ανάμεσα στα δόντια τους και πίεσε τα σαγόνια τους. Η Μάγκντα γράφει, σχετικά, στο γιο της Χάρολντ: «....Η ένδοξη ιδέα μας καταστράφηκε και μαζί του, οτιδήποτε ωραίο γνώρισα στη ζωή μου. Ο κόσμος που έρχεται μετά τον Φύρερ και τον εθνικό σοσιαλισμό δεν θα αξίζει και γι’ αυτό πρέπει να πάρω μαζί τα παιδιά, γιατί είναι πολύ καλά για τη ζωή που θα ακολουθήσει και ελπίζω ο Θεός να καταλάβει γιατί θέλω να τα λυτρώσω». Στις 10,15 μμ, ο Γκαίμπελς εισήλθε στο υπνοδωμάτιο του ζεύγους και λίγο αργότερα αφού βγήκαν απ' αυτό παρέδωσε στον Γκίντερ Σβέγκερμαν, [Günther Schwägermann], Hauptsturmführer των S.S., τη φωτογραφία που είχε με το αυτόγραφο του Χίτλερ σε ασημένια κορνίζα. Ο Γκαίμπελς φόρεσε το καπέλο του, το κασκόλ και την χλαίνη της στολής του. Με αργές κινήσεις φόρεσε τα δερμάτινα γάντια του εφαρμόζοντας προσεκτικά όλα τα δάχτυλά του και πρόσφερε το δεξί του μπράτσο στη γυναίκα του. Αργά και σταθερά, ακουμπώντας ελαφρά ο ένας στον άλλον, οι Γκαίμπελς ανέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν στην αυλή της Καγκελαρίας. Ο Γιόζεφ και η Μάγκντα Γκαίμπελς εφάρμοσαν την εγκεκριμένη από τον καθηγητή Χάαζε, μέθοδο του Καταφυγίου, τον συνδυασμό δηλαδή πυροβολισμού και δηλητηρίου. Η Μάγκντα προχώρησε πρώτη. Φορούσε ένα μακρύ βαθυγάλανο φόρεμα με άσπρο γιακά, άσπρα μανικέτια και άσπρα γάντια. Δάγκωσε την κάψουλα κυανίου κι έπεσε στο έδαφος. Ο Γιόζεφ την πυροβόλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Το χρυσό έμβλημα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, η καρφίτσα που της είχε χαρίσει ο Αδόλφος Χίτλερ ως αποχαιρετιστήριο δώρο, μια μέρα πριν από τον θάνατό του, έλαμψε στον ουρανό του Βερολίνου. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Γκαίμπελς, ο τελευταίος πιστός, δάγκωσε την δική του κάψουλα, τοποθέτησε το πιστόλι στον δεξιό του κρόταφο, ένα Walter P-36 και πάτησε την σκανδάλη.

Ο Γκαίμπελς έμεινε πιστός στη ρήση του ότι «… στους σκληρούς καιρούς που έρχονται τα παραδείγματα και οι πράξεις θυσίας θα είναι περισσότερο σπουδαία από τους ανθρώπους…». Ο αξιωματικός των S.S. που δεν χρειάστηκε να παρέμβει, φώναξε τον λοχαγό Σβέγκερμαν να φροντίσει για την αποτέφρωση. Οι άνδρες των S.S. αποπειράθηκαν να αποτεφρώσουν τις σορούς, όμως η ποσότητα βενζίνης που διέθεταν ήταν ελάχιστη. Οι σοροί κάηκαν, αλλά όχι μέχρις αδυναμίας αναγνωρίσεως. Οι Σοβιετικοί βρήκαν τα σώματα του ζεύγους Γκαίμπελς, τα αναγνώρισαν και πήραν φωτογραφίες ως αποδεικτικό στοιχείο και την ίδια ημέρα επιβεβαίωσαν τον θάνατο τους. Έτσι τελείωσε το βίο του ο Γιόζεφ Γκαίμπελς, ένας μεγάλος επαναστάτης, ένας αντισυστημικός πολιτικός, «αριστερός» εθνικιστής, βαθύτατα αντικαπιταλιστής, ο άνθρωπος στον οποίο ο Αδόλφος Χίτλερ οφείλει -πιθανότατα- την άνοδό του στην εξουσία.

Μνήμη Γιόζεφ Γκαίμπελς

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1936 η ημερήσια Αθηναϊκή εφημερίδα «Καθημερινή» του Γεωργίου Βλάχου, δημοσίευσε άρθρο με αφορμή την επίσκεψη του Γκαίμπελς στην Ελλάδα και υπό τον τίτλο «Ο Dr Γκαίμπελς εις τας Αθήνας», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «....Τον Δρα Γκαίμπελς τον γνωρίζουν οι δημοσιογράφοι όσον ελάχιστες φυσιογνωμίες του Τρίτου Ράιχ. Είναι από τους μεγαλύτερους αν μη ο μεγαλύτερος των ρητόρων της συγχρόνου Γερμανίας και είναι ο άνθρωπος που διαφωτίζει και τα εβδομήντα εκατομμύρια των Γερμανών και ολόκληρον την διεθνήν κοινήν γνώμην περί της ιστορίας, των προθέσεων, των σκοπών, των σχεδίων του Τρίτου Ράιχ. Είναι διανοούμενος που εζυμώθη με τας σοσιαλιστικάς θεωρίας και που κυρίως αντελήφθη ότι αι θεωρίαι οιαιδήποτε και αν είναι απαιτούν μίαν βασικήν προϋπόθεσιν διά ν΄αποδώσουν καρπούς: Τους καταλλήλους και τους τιμίους ανθρώπους. {...} Και επειδή εις τας τάξεις των ηγετών του Εθνικοσοσιαλισμού εύρε φιλοδίκαια προ παντός πνεύματα έγινε και αυτός στρατιώτης της ιδέας και συντομώτατα κατέστη ένας από τους πολυτιμοτέρους συνεργάτας του Χίτλερ. {...}... Φιλόλογος ο ίδιος και άνθρωπος που προέρχεται από τον λαόν και ευρίσκεται εις διαρκή επαφήν μαζί του, αποτελεί την ενσάρκωσιν των λαϊκών απόψεων μέσα εις τα σπλάχνα της κυβερνήσεως. Όταν τον συναντήση κανείς δεν πιστεύει ποτέ, ότι αυτός ο μικρόσωμος και λεπτοκαμωμένος άνθρωπος, που θυμίζει παιδί, πρωτοετή φοιτητή μάλλον, παρά σχηματισμένο άνδρα είναι [ο] άνθρωπος που τόσα έχει έως τώρα επιτελέσει και [η] προσωπικότης του παίζει τέτοιον πρωτεύοντα ρόλον εις ένα λαόν εβδομήντα εκατομμυρίων {...}...». Ο Έλληνας εθνικιστής ιστορικός συγγραφέας Κώστας Πλεύρης, χαρακτηρίζει τον Γκαίμπελς «....Ένα από τα φωτεινότερα πνεύματα του αιώνος...» [16].

Συγγραφικό έργο

Μεταφρασμένα στα Ελληνικά κυκλοφόρησαν τα έργα του:

  • «Ο Μπολσεβικισμός στην θεωρία και στην πράξη».
  • «Από το Κάιζερχοφ εις την Καγκελαρίαν του Ράιχ», εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο «Νέα Γενεά».

Έγραψε και δημοσίευσε:

  • «Das kleine abc des Nationalsozialisten. Freiheit und Brot! Verlag der Arbeitsgemeinschaft Nordwest» το 1925,
  • «Die zweite Revolution. Briefe an Zeitgenossen. Streiter-Verlag» το 1926,
  • «Wege ins Dritte Reich. Briefe und Aufsätze für Zeitgenossen. Franz-Eher-Verlag» το 1927,
  • «Der Nazi-Sozi“ – Fragen und Antworten für den Nationalsozialisten. Verlag der Nationalsozialistischen Briefe» το 1927,
  • «Das Buch Isidor. Ein Zeitbild voll Lachen Haß. Franz-Eher-Verlag» το 1928,
  • «Μίκαελ, το Γερμανικό πεπρωμένο σε μορφή ημερολογίου» το 1929,
  • «Revolution der Deutschen–14 Jahre Nationalsozialismus (Reden). Verlag Gerhard Stalling» το 1933,
  • «Zeitbildern von Hein Schlecht»,
  • «Reden aus Kampf und Sieg–Goebbels spricht» το 1933,
  • «Vom Kaiserhof zur Reichskanzlei. Eine historische Darstellung in Tagebuchblättern» (vom 1. Januar 1932 bis zum 1. Mai 1933)
  • «Eher-Verlag», το 1934
  • «Signale der neuen Zeit. 25 ausgewählte Reden» το 1934,
  • «Das erwachende Berlin», Franz-Eher-Verlag, München 1934
  • «Kommunismus ohne Maske. Dr. Goebbels auf dem Reichsparteitag» το 1935,
  • «Der Angriff. Aufsätze aus der Kampfzeit» το 1935,
  • «Wetterleuchten. Aufsätze aus der Kampfzeit», το 1939,
  • «Die Zeit ohne Beispiel. Reden und Aufsätze aus den Jahren 1939/40/41» το 1941,
  • «Der steile Aufstieg. Reden und Aufsätze aus den Jahren 1942/43» το 1943.

Διαβάστε τα λήμματα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Γκαίμπελς θεωρούσε ότι ο όρος «προπαγάνδα» δεν έχει αρνητική σημασία και την όριζε ως «...την τέχνη να αντιλαμβάνεται κανείς την ψυχή ενός λαού και να επικοινωνεί με τα λαϊκά στρώματα με κατανοητή ορολογία και εκφράσεις».]
  2. [Η Μάγκντα, γεννημένη στις 11 Νοεμβρίου 1901, καταχωρήθηκε στο ληξιαρχείο ως Γιοχάνα Μαρία Μαγδαληνή με το επίθετο της ανύπαντρης μητέρας της σερβιτόρας Αυγούστας Μπίρενντ και στο πιστοποιητικό γεννήσεως της αναφέρεται μόνο όνομα μητέρας. Εκείνη την χρονιά, η μητέρα της παντρεύτηκε τον βιομήχανο Όσκαρ Ρίτσελ, ωστόσο, η Μάγκντα δεν πήρε το επίθετό του, καθώς ο πατριός της δεν την ήθελε. Ο ιστορικός Όλιβερ Χίλμες υποστηρίζει ότι βιολογικός πατέρας της Μάγκντας ήταν ο Εβραίος μικρέμπορος Ρίχαρντ Μαξ Φριντλέντερ, ο δεύτερος σύζυγος της μητέρας της. Το 1908, η οικογένεια μετακόμισε στις Βρυξέλλες όπου η μητέρα της και ο Ρίχαρντ Μαξ Φριντλάντερ εργάζονταν σε ξενοδοχείο. Η σερβιτόρα μάνα της, χάρη στην γενναιόδωρη βοήθεια του δεύτερου συζύγου της, έστειλε την Μάγκντα στο φημισμένο σχολείο του Γκόσλαρ της Κάτω Σαξωνίας. Η Μάγκντα ζούσε σ' ένα άνετο διαμέρισμα στο Βερολίνο με μηνιαία διατροφή ύψους 4.000 μάρκων την οποία της χορηγούσε ο πρώτος σύζυγος της, ήταν μια γυναίκα, που της άρεσαν η άνετη ζωή και τα ταξίδια. Μετά τον χωρισμό της, μέσω μιας φίλης, εργάστηκε ως υπάλληλος στο αρχείο εφημερίδων του N.S.D.A.P., στα κεντρικά γραφεία του κόμματος στην Χεντεμανστράμπε.]
  3. [Το 1918 η πρώτη γυναίκα του Γκίντερ Κουάντ πέθανε από ισπανική γρίπη αφήνοντάς τον χήρο με δύο γιους, τον Χέλμουτ και τον Χέρμπερτ. Το 1921 ο Γκίντερ Κουάντ νυμφεύθηκε την Μάγκντα Μπίρενντ και ένα χρόνο αργότερα γεννήθηκε το μοναδικό παιδί τους, ο Χάραλντ. Ο Χέλμουτ πέθανε το 1927 από επιπλοκές σκωληκοειδίτη, ενώ το 1929 ο Κουάντ και η Μάγδα χώρισαν. Ο Γκίντερ Κουάντ, έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος το 1933.]
  4. [Πρωτότοκη από τα έξι παιδιά του ζεύγους Γκαίμπελς ήταν η Χέλντα, το όνομα του μοναδικού αγοριού ήταν Χέλμουτ και υστερότοκη ήταν η Χάιντι.]
  5. [Το έργο «Michael. Ein deutsches Schicksal in Tagebuchblättern» δημοσιεύθηκε το 1929, όταν ο Γκαίμπελς ήταν ηγετικό στέλεχος του N.S.D.A.P. και βουλευτής, ενώ ο «Ο Οδοιπόρος» παραστάθηκε σε θεατρική σκηνή όταν διορίστηκε Υπουργός Λαϊκής Διαφωτίσεως και Προπαγάνδας.]
  6. [Ως Κίνημα της μπυραρίας [Beer Hall Putsch], αναφερόμενο και ως Munich Putsch ή Hitlerputsch ή Hitler-Ludendorff-Putsch, έμεινε στην Ιστορία το Κίνημα που επιχείρησε ο Αδόλφος Χίτλερ στο Μόναχο στις 8 προς 9 Νοεμβρίου 1923 με σκοπό την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την κατάληψη της εξουσίας στην Γερμανία από τους εθνικοσοσιαλιστές.]
  7. [Ο Χίτλερ συνελήφθη στις 12 Νοεμβρίου και παραπέμφθηκε σε δίκη, μαζί με άλλους Εθνικοσοσιαλιστές, κατηγορούμενος για έσχατη προδοσία. Η δίκη ξεκίνησε στις 26 Φεβρουαρίου 1924 με Πρόεδρο τον δικαστικό Γκέοργκ Νάιτχαρντ, [Georg Neithardt] καταδίκασε τον Χίτλερ σε ποινή πενταετούς φυλακίσεως.]
  8. [Η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε, ο Ρεμάρκ μετανάστευσε στην Ελβετία τον επόμενο χρόνο, ενώ το 1938 στερήθηκε τη γερμανική υπηκοότητα.]
  9. [«Έλληνες στην αυλή του Χίτλερ», Περιοδικό «Λαβύρινθος», τεύχος 2ο, σελίδα 8η, Αύγουστος 2003.]
  10. [«...In der Sitzung des kommunistischen Weltkongresses am 30. Juli 1935 trat als Vertreter Griechenlands der Genosse Dsordsos auf und entwickelte einen Aktionsplan für die weitere Zukunft, fast genau am Jahrestag seines Auftretens in Moskau, am 5. August 1936, wurde Griechenland von einem Generalstreik erschüttert, der sich unmittelbar zum bewaffneten Aufstand steigerte. Nur durch das energische Eingreifen des Generals Metaxas konnte Griechenland vor dem Absturz in das bolschewistische Chaos gerettet und so der Plan der Genossen Dimitroff und Dsordsos vereitelt werden...»] Το ακριβές κείμενο του Δρα Γκαίμπελς στη Γερμανική γλώσσα.
  11. [Tο πολεμικό εμβατήριο του Χάινριχ Άνακερ, γνωστού ως «ποιητή της μαύρης στρατιάς» και «Ο πυρσός περνά από χέρι σε χέρι/ Όταν ο θάνατος τον αρπάζει από κάποιον/ Ο πιο κοντινός τον ξαναπαίρνει/ Οι πυρσοί αλλάζουν χέρια/ Συνέχισε.../Θα τον μεταφέρουμε λοιπόν και συ και εγώ/ αυτόν τον πυρσό, προς ένα τέλος μακρινό/ στο τέλος του δρόμου./ Ο πυρσός λάμπει καθάρια!/ Ηδη μπροστά μας, μέσ' τη σκοτεινιά καρτερούν/ οι Άλλοι!»]
  12. [Αθηναϊκή εφημερίδα «Βραδυνή», φύλλο της 21ης Σεπτεμβρίου 1936.]
  13. [Αθηναϊκή εφημερίδα «Βραδυνή», φύλλο της 28ης Σεπτεμβρίου 1936.]
  14. [Η Γερμανική λέξη «Reichskristallnacht» σημαίνει: όλα έγιναν θρύψαλα, γυαλιά-καρφιά. Στη σημερινή Γερμανία χαρακτηρίζεται πιο σωστά ως η «Νύχτα των Πογκρόμ», [Reichspogromnacht].]
  15. [«Αγαπητό μου παιδί: Μέχρι τώρα ήμασταν στο Fuehrerbunker για έξι μήνες, μαζί με τον Γιόζεφ και τα έξι μικρά σου αδέλφια. Αποφασίσαμε να δώσουμε στον εθνικοσοσιαλιστικό μας βίο ένα τιμημένο τέλος. Harald, αγαπητό μου παιδί, θέλω να σου μεταδώσω ότι έμαθα στη ζωή: Να είσαι πιστός! Πιστός στον εαυτό σου, πιστός στους ανθρώπους και αφοσιωμένος στην πατρίδα σου!»] Το κείμενο της επιστολής της Μάγκντας Γκαίμπελς στο γιο της.
  16. [ Κωνσταντίνος Πλεύρης, «Οι Εβραίοι-Όλη η αλήθεια», Σελίδα 885.]