Σίτσα Καραϊσκάκη

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Σίτσα Καραϊσκάκη-Νικολάου [1], Ελληνίδα λογοτέχνης, ίσως η μεγαλύτερη Ελληνική προσωπικότητα της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας, στη διάρκεια του 20ου αιώνα, γεννήθηκε το 1897 [2] στα Μοσχονήσια [3] της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 30 Απριλίου 1987 στην περιοχή της Αμφιθέας στο Παλαιό Φάληρο Αττικής.

Το 1932 παντρεύτηκε τον Γερμανό ελληνολάτρη [4] βιοµήχανο φον Μπάχµαν, σημαντικό οικονομικό παράγοντα και μεγαλοαστό [5] που µεσουρανούσε την περίοδο του Εθνικοσοσιαλισμού στη Γερµανία. Μετά τον πόλεμο έζησε με τον Μπάχμαν στο κατεχόμενο από τους Σοβιετικούς τμήμα της Ανατολικής Γερμανίας και μετά τον θάνατο του Μπάχμαν το 1963, οι αρχές της τότε Ανατολικής Γερμανίας της επέτρεψαν να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Σίτσα Καραϊσκάκη

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας της ήταν ο Παναγιώτης Καραϊσκάκης. Η Σίτσα που είχε δύο αδελφές, τη Νίκη και τη Φιλίτσα Καραϊσκάκη, σύζυγο του Δημητρίου Σακελλαρίου καθηγητή στο Γυμνάσιο του Παλαιού Φαλήρου, αποφοίτησε από το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της Σμύρνης. Το 1913 δημοσίευσε ποιήματα της στο «Μικρασιατικόν Ημερολόγιον 1913» του Ε. Σβορώνου και το από το Μάρτιο του 1919 δημοσίευσε στο περιοδικό «Νουμάς», τις ποιητικές συλλογές «Το ταίρι που αμάρτησε» [6] και «Αλήθεια» [7]. Όσο κατοικούσε στη Σμύρνη, έστειλε στο περιοδικό «Ο Λόγος» της Κωνσταντινουπόλεως [8] το ποίημά της «Σπασμένο Βιολί» [9] ενώ τον Ιανουάριο του 1921 βρισκόταν στα Βουρλά, όπως διαβάζουμε στη στήλης της αλληλογραφίας του περιοδικού, και αναφέρεται [10] ως δασκάλα στην Αναξαγόρειο σχολή των Βούρλων. Την ίδια εποχή το ποίημα της «Το προικιό» [11] απέσπασε το Α’ βραβείο στον Ποιητικό Διαγωνισμό του περιοδικού «Νέα Ζωή» Σμύρνης.

Η οικογένειά της μετά την καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη, όπου η Σίτσα είχε έντονη παρουσία με τη δημοσίευση ποιημάτων, πεζοτράγουδων και διηγημάτων στα τοπικά μέσα και από τρίτο δεκαήμερο Απριλίου του 1923 στην εβδομαδιαία λογοτεχνική εφημερίδα «Καμπάνα» [12] του εθνικιστή λογοτέχνη Στράτη Μυριβήλη. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία το 1923 με άρθρα της στο περιοδικό «Ο Νουμάς». Στη συνέχεια συνεργάστηκε και δημοσίευσε στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» της Ο.Κ.Ν.Ε., [Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος]. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες-μέλη του Οδοιπορικού Συνδέσμου και της Περιηγητικής Λέσχης Αθηνών [13].

Εγκατάσταση στη Γερμανία

Αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών το καλοκαίρι του 1923 και στις αρχές του ίδιου χρόνου [14] [15] με τη βοήθεια του Αλέξανδρου Στάινμετς, νεοελληνιστή του Μονάχου, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία όπου συνέχισε τις σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και απέκτησε τον τίτλο της Διδάκτορος. Η Σίτσα Καραϊσκάκη συνεργάστηκε με τα μαρξιστικά περιοδικά «Νέα Τέχνη», στα δύο πρώτα τεύχη του οποίου, Ιανουάριος-Φεβρουάριος του 1924, εμφανίζεται ως η φιλολογική ανταποκρίτρια από το Μόναχο, ενώ στο τρίτο τεύχος, το Μάρτιο του 1924, δημοσιεύει κάποια μικρά ποιήματα της και «Νέοι Βωμοί», στο οποίο εμφανίζεται από το τρίτο τεύχος, το Μάρτιο του 1924, δημοσιεύει ένα ποίημα της για τον Γερμανό κομμουνιστή Καρλ Λίμπκνεχτ, οποίος δολοφονήθηκε τον Ιανουάριο του 1919, μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ενώ σε δική της μετάφραση, στο ίδιο τεύχος, δημοσιεύονται ορισμένα ποιήματα κι ένα σύντομο βιογραφικό του Λίμπκνεχτ.

Ποιήματα της δημοσιεύθηκαν και στο τέταρτο τεύχος των «Νέων Βωμών», τον Απρίλιο του 1924, ενώ στο πέμπτο τεύχος, το Μάιο του 1924, υπογράφει τη μετάφραση ποιημάτων του Ivan Goll. Ήταν ακόμη φοιτήτρια στη Γερμανία όταν κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Το ταίρι που αμάρτησε», αποσπώντας ευμενείς κριτικές, ενώ τον ίδιο χρόνο, ένα διήγημα της βραβεύτηκε σε διαγωνισμό και συμπεριλήφθηκε σε βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1926 από τον εκδοτικό οίκο «Ζηκάκης» [16]. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα Βυζαντινολογίας, Ψυχολογίας και Γερμανικής Φιλολογίας και Κοινωνιολογίας στα Πανεπιστήμια της Ζυρίχης, της Βιέννης και της Πράγας ενώ συνέχισε να γράφει βιβλία, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και επιστημονικά περιοδικά. Εμφανίστηκε εκ νέου στο περιοδικό «Νουμάς», στο τεύχος Ιουλίου-Αυγούστου του 1924 με ένα άρθρο για τον Γερμανό λυρικό ποιητή Φρίντριχ Χέλντερλιν και στα τέλη του 1924 αλλά και το 1925 δημοσιεύει ποιήματα της στο «Περιοδικό ο Φάρος» που εκδίδονταν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Πολιτική δράση

Μετά το 1924 η Καραϊσκάκη επανεμφανίστηκε στο περιοδικό «Νουμάς» το 1930, στο τεύχος του Μαΐου εκείνου του έτους, με ένα άρθρο για τον Νορβηγό νομπελίστα λογοτέχνη Κνουτ Χάμσουν [17], ο οποίος, όμως, τότε είχε συνταχθεί με τις ευρωπαϊκές εθνικιστικές δυνάμεις και στο τεύχος Ιουνίου του 1930, η Καραϊσκάκη θα δημοσιεύσει ένα δικό της διήγημα με τίτλο «Αννελόρα» [18] κι είναι εμφανές ότι ιδεολογικά συντάχθηκε με τον Εθνικοσοσιαλισμό του Αδόλφου Χίτλερ και ασπάστηκε τις εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες. Σύμφωνα με δημοσιεύματα η Σίτσα Καραϊσκάκη, επιλέχθηκε από τον Βίλχελμ Κανάρις και έγινε συνεργάτιδα των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών στον τομέα της προπαγάνδας. Για την προναζιστική Γερμανία, σε συνέντευξή της στο ραδιόφωνο είπε: «...Έζησα στη Γερμανία και στα χρόνια, που με εσφαλμένη ανατροφή με διάφορες επιδράσεις εβραϊκού λιμπεραλιστικού, μαρξιστικού και μπολσεβικικού πνεύματος είχε χαθεί σε όλους τους τομείς και είχε αποξενωθεί από πολλούς Γερμανούς η έννοια του κλασικού πνεύματος…» [19]. Το 1940 ο Ευάγγελος Σδράκας, μετέπειτα Πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, επέστρεψε με υποτροφία του Πανεπιστημίου στη Γερμανία όπου και παρέστη σε τελετή υποδοχής ξένων φοιτητών στην οποία ήταν παρόντες και οι υπουργοί Γιόζεφ Γκαίμπελς και Ρούντολφ Ες της κυβερνήσεως του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος υπό τον Αδόλφο Χίτλερ αν και σύμφωνα με τον ιστορικό συγγραφέα Δημοσθένη Κούκουνα [20] ο Σδράκας με την ιδιότητα του δημοσιογράφου ήταν συνεργάτης του Γερμανικού Υπουργείου Προπαγάνδας του Γιόζεφ Γκαίμπελς, όπως και η Σίτσα Καραϊσκάκη, το χρονικό διάστημα πριν την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου.

[[Image:Σίτσα Καραϊσκάκη2.jpg|left|thumb|350px|Σίτσα Καραϊσκάκη-στο μέσον- Αδελφές Λιανίτη [21]. Όταν οι Εθνικοσοσιαλιστές ανήλθαν στην εξουσία της Γερμανίας, στις 30 Ιανουαρίου 1933, διορίστηκε σύμβουλος του Υπουργείου Προπαγάνδας. Για τους λόγους της ιδεολογικής της μεταστροφής έγραψε άρθρο με τίτλο «Μια γυναίκα» ο Ασημάκης Πανσέληνος ο οποίος γράφει [22] πως «...πραγματοποίησε στρφή 180 μοιρών... {...}... καθώς έγινε αντικομμουνίστρια κι αντισιμίτισσα ...η κυρία Σίτσα ανήκει στην οικογένεια των ανθρώπων που καμιάν άλλη φιλοδοξία δεν έχουν παρά μοναχά πώς θα πετύχουν με κάθε τρόπο. Ξεκίνησε για να γίνει μεγάλη και ξέπεσε γιατί ήταν μικρή. Ζήτησε την επιτυχία με όλα τα μέσα. Στην ποίηση, στην πολιτική, και στην επιστήμη. Κι απέτυχε σε όλα με τη σειρά, γιατί δεν είχε μέσα της κανένα ιδεώδες. Απέτυχε επειδή ζήτησε να πετύχει. Κι αλήθεια η αποτυχία και η επιτυχία είναι οι δυο μεγάλες εστίες της σύγχρονης ηθικής κόλασης μας. Ο φόβος της μιας και η γοητεία της άλλης.» Ο Γιόζεφ Γκαίμπελς εκτιμούσε τη μόρφωση και τα προσόντα της «νεαράς Ελληνίδος», όπως την αποκαλούσε, ενώ ο εθνικοσοσιαλιστής θεωρητικός Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ αναφερόταν συχνά, στην κατάρτιση της «..Ελληνίδας συνεργάτιδας..» του τμήματος Διαφωτίσεως. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, στο Βερολίνο, η Σίτσα Καραϊσκάκη ανέλαβε την φιλοξενία της ελληνικής αποστολής και είχε την ευθύνη για την οργάνωση της ελληνικής συμμετοχής από πλευράς τύπου και προπαγάνδας.

Διαδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο στη δημιουργία και υπήρξε βασική αρθρογράφος του περιοδικού «Νεολαία» [23] [24] [25] [26] [27] [28] [29] [30] [31] το οποίο απετέλεσε ιδεολογικό όργανο της Εθνικής Οργανώσεως Νέων, [Ε.Ο.Ν.], οργανώσεως των νέων της 4ης Αυγούστου και απαντούσε σε γράμματα στη «σελίδα των κοριτσιών», όπου έδινε συμβουλές ήθους στις γυναίκες νεολαίους και τις παρακινούσε να κρατούν τις εθνικές παραδόσεις, αλλά και να ετοιμάζονται για μια υγιή οικογένεια, ενώ γενικότερα προπαγάνδιζε τις θέσεις και την ιδεολογία του καθεστώτος. Συνεργάστηκε επίσης με τη «Νέα Πολιτική» περιοδικό που εξέδωσε ο καθηγητής Πανεπιστημίου, της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής, Ιωάννης Τουρνάκης, στο οποίο δημοσίευσε λογοτεχνικά κείμενα ξένων εθνικιστών συγγραφέων, μελέτες για τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, το θέατρο και τον κινηματογράφο, την ισπανική φάλαγγα, ενώ τον Αύγουστο του 1937 δημοσίευσε άρθρο για το κίνημα του Βελγικού Ρεξισμού του Λεόν Ντεγκρέλ.

Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, αρθρογραφούσε κατά των Ιταλών, όμως με την εισβολή και κατοχή των Γερμανών στην Ελλάδα, διορίστηκε στη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, στη θέση της συμβούλου Τύπου και Διαφώτισης, την οποία διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Συνεργάστηκε με την νεοσύστατη Ελληνική Ραδιοφωνία στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος [32] και φέρεται να συντόνιζε την παρουσίαση των κειμένων και των λόγων του Μανώλη Μανωλέα. Η Καραϊσκάκη δημοσίευσε άρθρο [33] με αφορμή την υπόθεση της κλοπής της Γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη της Αθήνας και γράφει ότι «....Αν μια σημαία θα μπορούσε να στηθή επάνω στην Ακρόπολι πλάι στην ελληνική, αυτή θα έπρεπε να είναι πραγματικά η σημαία του αγκυλωτού σταυρού. […] Είναι ακόμη πιο στυγερό το έγκλημα, γιατί ο γερμανικός στρατός κατοχής από την πρώτη ώρα που μπήκε στην Αθήνα, φέρθηκε σαν νάμαστε παλιοί γνώριμοι και φίλοι...»

Εκδοτική δραστηριότητα

Το 1933 μαζί με το δικηγόρο Ευάγγελο Κυριάκη και τον συγγραφέα Κυριάκο Καραμάνο ίδρυσαν τον εκδοτικό οίκο «Νέα Γενεά», με έμβλημα το διπλό μινωικό πέλεκυ, σύμβολο που υιοθέτησε αργότερα η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας, [Ε.Ο.Ν.], του Ιωάννη Μεταξά. Σημαντική έκδοση του οίκου ήταν το πολιτικό ημερολόγιο του Ιωσήφ Γκαίμπελς με τίτλο

  • «Από το Κάιζερχοφ εις την Καγκελαρίαν του Ράιχ».

Το 1934 μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο, τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τους Μητροπολίτες Λήμνου και Λέσβου, επιχείρησε να δημιουργήσει μια συμμαχία αντικομμουνιστικής χριστιανικής συνεργασίας στην Ευρώπη, και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, οι οποίοι έγιναν στο Βερολίνο, είχε αναλάβει τη διεύθυνση Τύπου και Προπαγάνδας της Ελληνικής αποστολής. Έχει, μεταξύ άλλων, δημοσιεύσει στις 25 Νοεμβρίου 1939, μελέτη με τίτλο «Κνουτ Χάμσουν, ο ποιητής του ύμνου της ζωής» [34], αφιερωμένη στον Νορβηγό εθνικοσοσιαλιστή λογοτέχνη.

Δικαστική δίωξη-Θανατική καταδίκη

Πριν την αποχώρηση των δυνάμεων του Άξονα από τη Ελλάδα η Καραϊσκάκη εγκατέλειψε τη χώρα και ακολούθησε την αυτοαποκαλούμενη «εξόριστη κυβέρνηση Τσιρονίκου-Παπαδάκη-Γούλα», στη Βιέννη, με την οποία συνεργάστηκε. Διώχθηκε για τις εθνικιστικές της απόψεις και ιδέες. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος «Ριζοσπάστης» [35], μαζί με το Γεώργιο Τρίμη και άλλους δημοσιογράφους της εποχής, διαγράφηκαν από την «Ένωση Συντακτών Περιοδικού Τύπου», για «..ανάρμοστη διαγωγή κατά την Κατοχή…» και τη δράση της υπέρ των στρατευμάτων κατοχής.

Εναντίον της ασκήθηκε δίωξη με βάση τη Συντακτική Πράξη 1/1944, «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού» [36] και την τροπολογία της με τη Συντακτική Πράξη 6/1945, επειδή διέπραξε το αδίκημα της προπαγάνδας υπέρ του εχθρού καθώς [37], «ἐν ἐπιγνώσει τῆς προσπαθείας τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως δι' ὠρισμένων διαδόσεων καταπείση τόν λαόν περί τοῦ δῆθεν ἠθικοῦ τῆς ἐπιθέσεώς του καί ἐπωφελῶς δί' ὅλα τά Εὐρωπαϊκά κράτη τοῦ διεξαγομένου παρ' αὐτοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσφαλοῦς τῆς τελικῆς νίκης του καί τοῦ δῆθεν ἀντιλαϊκοῦ τοῦ ἀγῶνος τῶν Συμμάχων Κρατῶν, διαδίδων κάθ΄ὁποιονδήποτε τρόπον τάς αὐτᾶς ἐξυπηρετοῦσας τήν ἐχθρικήν προπαγάνδαν ἀντιλήψεις». Παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε ερήμην δύο φορές σε θάνατο [38] από το Α' Ειδικό Δικαστήριο Δοσιλόγων, στις 18 Αυγούστου 1945, ενώ σε τετραετή φυλάκιση καταδικάστηκε ερήμην η αδελφή της Νίκη [39] και αθωώθηκε το ζεύγος Φιλίτσας και Δημήτρη Σακελλαρίου. Το 1952, τα αδικήματα της αμνηστεύτηκαν [40]. Λίγα χρόνια αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Το 1968, στη διάρκεια του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, επί πρωθυπουργίας του Γεωργίου Παπαδόπουλου, και αφού είχε προηγηθεί η απονομή χάριτος, επέστρεψε για οριστική και μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Μετά την πτώση του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος και την κατάληψη της Γερμανίας από τους Συμμάχους, η Σίτσα Καραϊσκάκη και ο σύζυγος της βρέθηκαν να κατοικούν στο κατεχόμενο από τους Ρώσους τμήμα. Το 1963, μετά τον θάνατο του συζύγου της, οι αρχές της τότε Ανατολικής Γερμανίας επέτρεψαν στην Καραϊσκάκη να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή της αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και παρουσίασε μερικά βιβλία της που κέρδισαν ευνοϊκές κριτικές και βραβεία, όμως δεν απαρνήθηκε ποτέ τη σχέση της με τον εθνικοσοσιαλισμό. Μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1960 και ολόκληρη τη δεκαετία του 1970 φέρεται να έχει ζήσει στις Θερμές της Μυτιλήνης καθώς δημοσιεύθηκαν κείμενα της σε τοπικές εφημερίδες και πραγματοποιήθηκαν εκδόσεις έργων της στο νησί, ενώ στην εφημερίδα «Λεσβιακός Κήρυκας», που εκδόθηκε το 1959, υπάρχουν πολλές γραμματολικές μελέτες της.

Ύστερα χρόνια

Το 1972, φέρεται ότι αναχώρησε από τη Μυτιλήνη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στις 26 Νοεμβρίου του 1973 όταν κυβερνούσε την Ελλάδα ως πρωθυπουργός ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, μετά την ανατροπή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 και του Γεωργίου Παπαδόπουλου από τον Δημήτριο Ιωαννίδη, η Σίτσα Καραϊσκάκη υπέβαλε αίτηση για να της χορηγηθεί σύνταξη. Το αίτημα της εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή, στις 4 Απριλίου 1974, και η σύνταξη της χορηγήθηκε αναδρομικά με απόφαση που υπογράφηκε στις 19 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου από τον υπουργό Κωνσταντίνο Τσάτσο της κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ως το θάνατο της διαβίωσε, για κάποια χρόνια παράλυτη και καθηλωμένη στο κρεβάτι, μαζί με τις αδελφές της στην περιοχή της Αμφιθέας στο Παλαιό Φάληρο, όπου και πέθανε.

Διακρίσεις

Τιμήθηκε με τον τίτλο

  • της Διδάκτορος Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και με το
  • βραβείο «Γκαίτε» από το «Ινστιτούτο Γκαίτε» στο Ιλμενάου.

Εργογραφία

Σίτσα Καραϊσκάκη (Απόφαση συνταξιοδοτήσεως)
Η Σίτσα Καραϊσκάκη αναφέρεται ως μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους [41] της Αιολικής Σχολής της πεζογραφίας, μαζί με τους Στράτη Μυριβήλη, Ηλία Βενέζη, Φώτη Κόντογλου, Στρατή Δούκα, Κοσμά Πολίτη, Τάκη Χατζηαναγνώστου και Κώστα Γ. Βαλέτα.

Έγραψε ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, μελέτες, άρθρα και κοινωνιολογικές αναλύσεις στα ελληνικά και τα γερμανικά. Το έργο της απέσπασε θερμές κριτικές και τιμήθηκε με διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεργάστηκε με πλήθος περιοδικών, μεταξύ τους τα εβδομαδιαία «Νέα Ζωή» της Σμύρνης, «Λόγος» της Κωνσταντινουπόλεως και «Ταχυδρόμος» της Μυτιλήνης, στο οποίο δημοσίευσε σε συνέχειες τη μελέτη «Πάνω στα όνειρα των παιδιών». Ήταν άριστη γνώστης της δημοτικής γλώσσας σε βαθμό που ο Κωστής Παλαμάς είχε γράψει [42] «…Η νεαρή αυτή ποιήτρια μεταχειρίζεται τη δημοτική σαν καμιά άλλη Ελληνίδα λογοτέχνισσα...».

Στη γερμανική γλώσσα έγραψε και κυκλοφόρησε το βιβλίο της

  • «Το Τρίτο Ράιχ μέσα από τα γυαλιά μου», που αναφερόταν στα γεγονότα της εποχής και «τα επιτεύγματα της εθνικοσοσιαλιστικής διακυβέρνησης».
  • «Το ταίρι μου αμάρτησε», το 1925, από τις εκδόσεις «Γράμματα»,
  • «Ο πόλεμος εναντίον Θρησκείας και Εκκλησίας», [μελέτη, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1935, από τις εκδόσεις «Νέα Γενεά»], επανέκδοση, Αθήνα 2014, από τις εκδόσεις «Θούλη» υπό τον τίτλο «Η διεθνής οργάνωσις των αθέων».
  • «Ψυχικό και Πνευματικό δηλητήριο, η ουσία και το πνεύμα του μπολσεβικισμού», το 1934, εκδόσεις «Νέα Γενεά», επανέκδοση, Αθήνα 2011, από τις εκδόσεις «Θούλη».
  • «Εβραίοι και Κομμουνισμός», του Χέρμαν Φεστ, το 1934, εκδόσεις «Νέα Γενεά»,
  • «Τα βάσανα της Ρωμιοσύνης»,
  • «Ο γιος της Καλογριάς», το 1939 σε δύο τόμους 272 και 228 σελίδων, από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», επανέκδοση, Αθήνα 2012, από τις εκδόσεις «Θούλη».

στο οποίο εξιστορεί τη δράση του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Το βιβλίο σημείωσε εκδοτική επιτυχία και την κατέστησε ευρύτερα γνωστή στην ελληνική λογοτεχνία [43]. Την ίδια εποχή εκδόθηκε και στη γερμανική γλώσσα, με τίτλο «Αυτός που έγραψε ιστορία με το σπαθί του», ενώ επανεκδόθηκε σε δύο τόμους που αποτελούνται από 500, περίπου, σελίδες το 2012, στην Αθήνα.

  • «Λυρικά σκίτσα από τη Λέσβο», το 1966 σελίδες 72, στη Μυτιλήνη,

Στην ποιητική συλλογή της, την εικονογράφηση [44] είχε αναθέσει στη συμπατριώτισσα της ζωγράφο Καίτη Μεσσηνέζη.

  • «Αφανισμένες Ατλαντίδες. Η θλιβερή μπαλάντα του διωγμού», το 1966,
  • «Το τελευταίο Σεραφείμ», διηγήματα, το 1969 στην Αθήνα, το εξώφυλλο και τα σκίτσα είναι του Περικλή Μαυρογιάννη,
  • «Ανάμεσα σε δύο μυλόπετρες», επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Θούλη», έργο που χαρακτηρίζεται ως «...μυθιστόρημα από πολλές αλήθειες και λίγους μύθους...»,
  • «Μπάυρον, πέθανε με την Ελλάδα στην καρδιά. Για τα 150 χρόνια του ξεσηκωμού των Ελλήνων (1821-1971)», Αθήνα 1971, εκδόσεις «Μαυρίδης», μυθιστορηματική βιογραφία, αντίτυπο του οποίου δημοπρατήθηκε [45] στις 10 Απριλίου 2011,
  • «Νικόδημος Μεταξάς. Ο ιερομόναχος», το 1973,
  • «Το σονέτο και τα σονέτα μου», το 1973, σελίδες 127, εκδόσεις «Ελληνικό βιβλίο»,
  • «Μοσχονησία.Το γεμάτο γοητεία μικροσκοπικό Αρχιπέλαγος της Αιολίδας. Η πατρίδα μου», Αθήνα 1973, αφηγηματικό έργο,
  • «Γκαίτε, μεταστροφή του Γκαίτε από το Γοτθικό στο αρχαίο Ελληνικό πνεύμα», το 1974, μελέτη στο έργο του Γερμανού ποιητή,
  • «Το Λεβεντόπαιδο της Άσπρης Θάλασσας (Αιολική Ιωνική Αφήγηση σε ιστορικά πλαίσια)», Αθήνα 1976, 464 σελίδες, στην Αθήνα.
  • «Τα βάσανα της Ρωμιοσύνης», Αθήνα 1977, αφηγήματα,
  • «Η διεθνής οργάνωσις των αθέων», επανέκδοση, Αθήνα 2014, από τις εκδόσεις «Θούλη».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. «Ηγέτης και δάσκαλος Ε.Ο.Ν και σχολείο», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 12, Αθήνα 1939, σελίδες 400-401
  2. [Το έτος 1897 ως χρονολογία γεννήσεως της Σίτσας Καραϊσκάκη προκύπτει από τα Δημοτολόγια του Δήμου της Μυτιλήνης.]
  3. Κοινωνική ζωή και πολιτισμική ανάπτυξη Αϊβαλιού και Μοσχονησίων.
  4. [«....Μπορώ να πω ότι ο κ. Μπάχμαν έγινε Έλλην γιατί τόσο αγαπούσε την Ελλάδα, αρχαία και νέα...».] Από την επιστολή της Σίτσας Καραϊσκάκη, στις 3 Σεπτεµβρίου 1969, στο Στρατή Δούκα. Βούλα Ποσαντζή, «Η µαχόµενη δημοτικίστρια Σίτσα Καραϊσκάκη και η σχέση της µε τον εθνικοσοσιαλισµό. Συνέχεια ή ρήξη; Η αλληλογραφία µε τον Στρατή Δούκα».]
  5. [«....Ο άνδρας µου ήτανε ένας πολύ μορφωμένος και κοσμογυρισμένος άνθρωπος και σ’ αυτόν γνώρισα τον καλό Γερμανό, τον γεμάτο φιλαλληλία και ανθρωπιά...».] Από την επιστολή της Σίτσας Καραϊσκάκη, στις 3 Σεπτεμβρίου 1969, στο Στρατή Δούκα. Βούλα Ποσαντζή, «Η μαχόμενη δημοτικίστρια Σίτσα Καραϊσκάκη και η σχέση της µε τον εθνικοσοσιαλισµό. Συνέχεια ή ρήξη; Η αλληλογραφία µε τον Στρατή Δούκα».]
  6. [Περιοδικό «Νουμάς» τόμος 17, τεύχος 672/1920, σελίδα 117]
  7. [Περιοδικό «Νουμάς» τόμος 17, τεύχος 682/1920, σελίδα 277.]
  8. Ποιητικές συνεργασίες από τη Σμύρνη
  9. [Χρόνος Β', τεύχος 6, σελίδα 211.]
  10. Αναξαγόρειος Σχολή Βουρλών Μικράς Ασίας.
  11. [«Στ’ αργαστήρι μας βρίσκεται ο παλιός/ ο χρυσελεφαντένιος αργαλιός./ Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ Νεράϊδα φαίνει κοπελιά το πλουμιστό πανί/ Σ’ ένα αργαλιό ασημένιο/ Με φάδι χρυσοπλούμιστο και μ’ αργυρή κλωστή/ Και χτένι διαμαντένιο./ Γλιστρά η σαγίτα γλίγορη και πάγει και γυρνά/ Σε δάχτυλα κρινένια / Γλυκά θαμποχαράζει αχνά στα μάτια τα μαβιά/ Της ανυφάντρας η έννοια./ Χτυπά βαριά, ξαναχτυπά σ’ ένα ήχο μακρυνό/ Κι’ ακούραστα όλο φαίνει / Τα πατητήρια τρίζουνε στο χτύπο τον τρανό/ Και το πανί μακραίνει. / Και πίσω από το τρίξιμο που κάνει ο αργαλιός/ Κάποιος σκοπός φυτρώνει/ Τραγούδι σα μελίγαλο κάποιος σκοπός παλιός/ Κι η σαγιτιά φτερώνει./ Και τα διασίδια φεύγουνε - πλεμένες έννοιες στο πανί -/ Χάνουνται μες το φάδι./ -Μες την αγάπη-κι’ έξοχο πανί θε να γενεί/ Στου μεταξιού το χάδι./ Το χιλιοπλουμιστό πανί που φαίνει η κοπελιά/ Προικιό της θα το κάνει/ Με την αγάπη φάδι του στημόνι σαγιτιά/ Απ’ της καρδιάς το πυροφάνι./ Απαλοπλέκουνται σιγά μες τη ψιλή κλωστή/ Οι φλογεροί της πόθοι/ Κι όλο στορίζουν τον Καλό που η κόρη καρτερεί/ Όπως αυτή τον νιώθει./ Όμορφο σαν τον Έρωτα με λυγερό κορμί/ Και με φλογάτο μάτι/ Θα ρίξει τη σαγίτα του με χωριστή ορμή/ Να πάρει της καρδιάς το παλάτι.»]
  12. Άρθρα στην «Καμπάνα».
  13. Οδοιπορικός Σύνδεσμος και Περιηγητική Λέσχη Εφημερίδα «Καθημερινή».
  14. [Στην «Καμπάνα» του εθνικιστή λογοτέχνη Στράτη Μυριβήλη από το φύλλο 32 της 30ης Οκτωβρίου 1923 και εξής, αναφέρεται ως τόπος γραφής και αποστολής των συνεργασιών της Σίτσας Καραϊσκάκη το Μόναχο της Γερμανίας.]
  15. [Στην «Καμπάνα» του εθνικιστή λογοτέχνη Στράτη Μυριβήλη, φύλλο 34 της 13ης Νοεμβρίου του 1923, δημοσιεύεται ανοιχτή επιστολή της Σίτσας Καραϊσκάκη -από το Μόναχο- προς τον επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης Κ. Χριστοδουλόπουλο, στον οποίο διαμαρτύρεται επειδή δεν διόρισε την αδελφή της -αν και είχε τα προσόντα που απαιτούσε ο νόμος- με την αιτιολογία ότι αν είχαν οικονομικές ανάγκες, η ίδια (η Σ. Καραϊσκάκη δηλαδή) δεν θα πήγαινε για σπουδές στη Γερμανία.]
  16. Διαγωνισμός διηγημάτων:Οχτώ διηγήματα, βραβευμένα στο διαγωνισμό του 1925.
  17. Ο Κνουτ Χάμσουν στην ιδιαίτερη ζωή του.
  18. «Αννελόρα», Ολόκληρο το διήγημα στο περιοδικό «Νουμάς».
  19. [Δημοσθένης Κούκουνας, «Τα ένοχα μυστικά της Κατοχής», τόμος 2ος, σελίδα 120, εκδόσεις «Historia».]
  20. [«Έλληνες στην αυλή του Χίτλερ», Περιοδικό «Λαβύρινθος», τεύχος 2ο, σελίδα 8η, Αύγουστος 2003.]
  21. [Η Δόμνα Λανίτου-Καβουνίδου, η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια, ήταν κόρη του στυλοβάτη του Κυπριακού Στίβου Νικολάου Κλ. Λανίτη. Αδελφές της ήταν η Ισμήνη και η Ολυμπία. Αγωνίστηκε στον στίβο στους Παγκυπρίους αγώνες της Λάρνακας στις 19, 20 και 21 Απριλίου 1928 και επικράτησε στα 80 μέτρα, στο Μήκος και στο Ύψος με 4.50 μέτρα και 1.22 μέτρα αντιστοίχως. Συμμετείχε στους Ολυμπιακούς του 1936 στο Βερολίνο και του 1948. Κατείχε για δεκαετίες τα Πανελλήνια ρεκόρ των 100 μέτρων, των 80 μέτρων μετ’ εμποδίων, Μήκους και Ύψους. Ήταν η αδιαμφισβήτητη μεγαλύτερη Ελληνίδα αθλήτρια μέχρι την εμφάνιση της Μαρούλας Λάμπρου, από τη Λεμεσό. Η Δόμνα κατέρριψε 30 φορές το Πανελλήνιο Ρεκόρ σε 5 αγωνίσματα, ήταν 27 φορές Πανελληνιονίκης και έκαμε 4 φορές Βαλκανικά ρεκόρ. Διατέλεσε μέλος στο Δ.Σ. του ΣΕΓΑΣ και ηγέτιδα του γυναικείου αθλητισμού.]
  22. [Περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 16, σελίδα 1.]
  23. [«Η έννοια του αληθινού πολιτισμού», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 5, 12 Νοεμβρίου 1938, σελίδα 155.]
  24. [«Ηγέτης και δάσκαλος, Ε.Ο.Ν. και σχολείο», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 12, 31 Δεκεμβρίου 1938, σελίδες 400-1]
  25. [«Ελληνική Τέχνη = Ελληνική Φυλή», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 15/66, 13 Ιανουαρίου 1940, σελίδες 450-1.]
  26. [«Η Ένωσις», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 16/67, 20 Ιανουαρίου 1940, σελίδα 492.]
  27. [«Το πορτραίτο του Αρχηγού μας», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 18/69, 3 Φεβρουαρίου 1940, σελίδες 556-7.]
  28. [«Το δηλητήριο της ψυχής», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 21/72, 24 Φεβρουαρίου 1940, σελίδα 460]
  29. «Το θρησκευτικό συναίσθημα», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 24/75, 16 Μαρτίου 1940, σελίδα 756.]
  30. [«Η ημέρα της μητέρας», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 25/76, 23 Μαρτίου 1940, σελίδα 652.]
  31. [«Το βαθύτερο πνεύμα του αθλητισμού», περιοδικό «Η Νεολαία», τεύχος 33, Αθήνα 1939, σελίδα 1074.]
  32. [Ιζαμπέλλα Παλάσκα, «Άγγελος ή Δαίμονας. Ιωάννης Βουλπιώτης, ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου»]
  33. [Εφημερίδα «Βραδυνή», 5 Ιουνίου 1941.]
  34. [«...το να γυρίζει κανείς σπίτι του, σπρωγμένος και φλογισμένος από τη φωτιά της νοσταλγίας και να πάγει στο δάσος να κόψει δέντρα, να σκάψει το πατρικό του χώμα, να φτιάσει σιτάρι και καλύβι, είναι ακόμα καλύτερο. (…) Το πιο υψηλό και το πιο καλό απ’ όλα είναι η εργασία. Τίποτα δε μπορεί να παραβληθεί με την ησυχάζουσα και ευλογημένη της δύναμη. Ο Κνουτ Χάμσουν το λέγει σε κάθε γραμμή του μεγάλου της ζωής του έργου....».] Περιοδικό «Πνευματική Ζωή», Γ΄, τεύχος 57 σελίδες 296-297.
  35. [Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 17 Νοεμβρίου 1944.]
  36. [Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος. Τεύχος 1o, αριθμός φύλλου 12 στις 6 Νοεμβρίου 1944.]
  37. Καταδίκη δοσιλόγων για το αδίκημα της προπαγάνδας.
  38. [Εφημερίδα «Ελευθερία», 19 Αυγούστου 1945, σελίδα 4.]
  39. [Εφημερίδα «Εμπρός», 19 Αυγούστου 1945, σελίδα 4.]
  40. [Στη Σίτσα Καραϊσκάκη χορηγήθηκε αμνηστία για τα αδικήματα που καταδικάστηκε σε θάνατο µε δύο βασιλικά διατάγματα, το 1951 και το 1952, ενώ της χορηγήθηκε οριστικά χάρη το 1962.]
  41. Λογοτεχνικό ταξίδι στη Λέσβο του χθες Σύλλογος Μικρασιατών Λουτρών Σκάλας Λέσβου
  42. Έγραψαν για τη Σίτσα Καραϊσκάκη.
  43. [Ο λογοτέχνης Ανδρέας Καραντώνης έγραψε, «...Η Λέσβος που μας έδωσε το Μυριβήλη, τον Ελύτη, το Βενέζη, τον Νίκο Αθανασιάδη, μας στέλνει πάλι τα μηνύματά της με τη Σίτσα Καραϊσκάκη…… Η Σίτσα Καραϊσκάκη ζωγραφίζει με το λόγο, θα λέγαμε πλάθει, τα ζωγραφικά της τοπία μ’ ένα είδος αντικειμενικής ηρεμίας και ευτυχίας..».]
  44. «Στη ζωή μου προχώρησα επιδιώκοντας πάντα την ουσία…» Εφημερίδα «Εμπρός», Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011, Βαγγελιώ Χρηστίδου, «Στην επικαιρότητα, Άνθρωποι του τόπου μας».
  45. Oίκος δημοπρασιών «Frattis Auctions».