Αντώνιος Κατσαντώνης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αντώνης Μακρυγιάννης, Έλληνας οπλαρχηγός γνωστός ως Αντώνης Κατσαντώνης, ήρωας της κλεφτουριάς στα χρόνια της τουρκοκρατίας, γεννήθηκε το 1775 [1] ή την άνοιξη του 1777 [2] στο χωριό Μύρεσι ή Μάραθο της περιοχής των Αγράφων του νομού Ευρυτανίας, και βρήκε τραγικό θάνατο το 1808 στα Ιωάννινα, αιχμάλωτος του Αλή πασά.

Αντώνης Κατσαντώνης

Βιογραφία

Νεανικά χρόνια

Πατέρας του ήταν ο τσέλιγκας Ιωάννης Μακρυγιάννης από το Βασταβέτσι της Ηπείρου, μητέρα του η Αρετή, κόρη του Βασίλη Δίπλα, κλεφτοκαπετάνιου στα Άγραφα και είχε τέσσερα ακόμη αδέρφια, τον Κώστα Λεπενιώτη, που ονομάστηκε έτσι επειδή γεννήθηκε στη Λεπενού του νομού Αιτωλοακαρνανίας στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, τον Γιώργο Χασιώτη, που πήρε αυτό το όνομα επειδή πιθανότατα γεννήθηκε στα Χάσια, το Χρήστο Κούτσικο, που τον ονόμασαν έτσι επειδή ήταν μικρόσωμος και την Αικατερίνη. Τον βάπτισε πιθανότητα ο θείος του καπετάν Δίπλας και του έδωσε το όνομα Αντώνης, ενώ ο Δημήτριος Σταμέλος αναφέρει ότι ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τον βάφτισε κάποιος αρματολός, ονόματι Δήμος.

Το 1805 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εγκατέλειψε την αυλή του Αλή πασά και γύρισε στα βουνά των Αγράφων και «σπούδασε τον άταχτο πόλεμο σιμά στον πιο τρανό κλέφτη», στο «ξεφτέρι της Ελλάδας» και τον ακολούθησαν και πολλοί άλλοι ονομαστοί αρματολοί, όπως ο Ι. Φραγγίστας, ο Τσόγκας, ο Λ. Σουλιώτης, ο Τσάκας, ο Δημο-Τσέλιος, ο Ν. Μπουρδάρας και ο Παλαιογιώργης. Δεν πήρε μέρος στην συνάθροιση των κλεφτών και των αρματολών που πραγματοποιήθηκε το 1805, στο Καρπενήσι. Το μίσος του για τους Τούρκους δεν του επέτρεπε να κάνει υποχωρήσεις απέναντί τους και ερχόταν σε σύγκρουση με τους υπόλοιπους κλέφτες και αρματολούς. Ο Δημήτρης Σταμέλος αναφέρει ότι στη συνάντηση, πιθανόν να πήρε μέρος ο αδελφός του Κώστας Λεπενιώτης.

Συνάντηση με Καποδίστρια

Τον Ιούλιο του 1807, πήγε στη Λευκάδα, για να πάρει μέρος στη συνέλευση, στην οποία με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια ήταν και ο Φώτος Τζαβέλας, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Περραιβός, ο Νότης Μπότσαρης, ο Κώστας και ο Γιώργος Στράτος, ο Μήτσος Κοντογιάννης, οι Μπουκουβαλαίοι, και ο Κώστας Λεπενιώτης. Οι οπλαρχηγοί αναγνώρισαν για αρχηγό τους τον Κατσαντώνη και «..ομοθυμαδόν τον ανεκήρυξαν πολέμαρχον και παντός ανδρείου ανδρειότερον..». Όταν αναχωρώντας από τη Λευκάδα στις 6 Αυγούστου 1807, επέστρεψε στα Άγραφα συνέχισε τον αγώνα του και έβαλε ως στόχο τη συνεργασία του με τους οπλαρχηγούς του Βάλτου και του Ξηρομέρου για να επιτεθούν εναντίον του Αλή.

Πολεμική πρακτική

Ως αρματολός εξαπέλυσε αδιάκοπο πόλεμο κατά του κατακτητή και όπως γράφει ο Δημήτριος Σταμέλος, «....στάθηκε υπόδειγμα κλέφτη, με ηθικό ανάστημα λαμπρό, που επέδρασε ευεργετικά στην υστεροφημία του και τη σύνδεσή του με τον γενικότερο λαϊκό θαυμασμό. Σέβονταν τη γυναίκα και την οικογενειακή τιμή και σε αρκετές περιπτώσεις υπήρξε μεγαλόψυχος ακόμα και στους εχθρούς του».

Βιογράφοι

Με τη ζωή και τη δράση ασχολήθηκαν σημαντικοί συγγραφείς και ερευνητές, όπως ο Άγγλος J. Emerson, οι Γάλλοι E. Yemeniz, C. Fauriel και Pouqueville καθώς και Έλληνες όπως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ο Δ. Λουκόπουλος, ο Ε. Φραγγίστας, ο Ιωάννης Βλαχογιάννης, ο Χ. Χρηστοβασίλης, ο Στέφανος Γρανίτσας, ο Δημήτριος Σταμέλος, ο Δημήτριος Φωτιάδης, ο Κασομούλης, ο Π. Βασιλείου και ο Μάρκος Γκιόλιας.

Ως μικροσκοπικό και ασήμαντο από πλευράς εμφάνισης, τον περιγράφουν οι βιογράφοι του και ο Δημήτρης Φωτιάδης, γράφει χαρακτηριστικά «...Ίσως φανταστείς πως ο Κατσαντώνης στάθηκε κανένας άντρακλας ώς εκεί πάνω, που άμα φώναζε αντιβοούσαν τα φαράγγια. Όχι. Είχε μαλλιά μαύρα σαν το κοράκι κι’ ήταν μικρόσωμος, γλυκομίλητος και με ψιλή φωνή. Γι’ αυτό όταν έλεγε πως θα γίνει κλέφτης, οι άλλοι τον παίρνανε στ’ αστείο και τον πείραζαν. Όμως δεν είναι το σώμα που κάνει την παληκαριά, μα η καρδιά που κρύβει μέσα..».

Λαϊκή παράδοση

Ο λαός τίμησε τον αγώνα και την έντονη συμμετοχή του στην προετοιμασία της Εθνεγερσίας του 1821 και μετέτρεψε το όνομα και τη δράση του σε μύθο. Στα Άγραφα συναντάμε «τα ταμπούρια του Κατσαντώνη», «τη βρύση του Κατσαντώνη», «τα λημέρια του Κατσαντώνη» και «τη σπηλιά του Κατσαντώνη», ενώ δεκάδες είναι τα δημοτικά τραγούδια που αφιερώθηκαν στη μνήμη και στη δράση του. Δεν αποδέχθηκε αρματολίκια και παρέμεινε «κλεφτοκαπετάνιος απροσκύνητος», ακόμα όταν αναπάντεχα πιάστηκε άρρωστος και μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Χασιώτη οδηγήθηκε στα Γιάννενα. Δημιούργησε σχολή κλέφτικης τακτικής και στρατηγικής και όσοι από τα παλικάρια του επέζησαν, πάλεψαν στο Εικοσιένα και ανυψώθηκαν όπως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης σε κορυφαίους της επαναστάσεως του 1821.

Κλέφτικη δράση

Όταν ήταν 23 ετών τον συνέβαλε κάποιος Μπουλούμπασης, στα χειμαδιά του Βάλτου ή του Ξηρομέρου, με τον ισχυρισμό ότι είχε κλέψει μια γίδα και επί δύο μέρες τον βασάνισε άγρια, με σκοπό να πάρει λύτρα. Ο πατέρας του τον απελευθέρωσε πληρώνοντας κι εκείνος έτρεξε κοντά στο θείο και νουνό του, τον καπετάν Δίπλα, αγνοώντας τις παρακλήσεις της μάνας του «κατσ’ Αντώνη». Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωσή του, περίμενε σε ένα έρημο μέρος τον Τουρκαλβανό Μπουλούμπαση και τον σκότωσε, πετώντας το πτώμα του στο γκρεμό.

Η μάχη της Τριφύλλας

Ο Αλή πασάς θορυβήθηκε από τη δράση του και έστειλε εναντίον του τον δερβέναγα Ιλιάσμπεη με τριακόσιους Τουρκαρβανίτες, όμως ο Κατσαντώνης στη θέση «Τριφύλλα», κοντά στο Κλειτσό και τη Νεράιδα Ευρυτανίας, τον έτρεψε σε άτακτη φυγή. Ο Αλής εξαγριώθηκε και διέταξε να συλλάβουν τους γονείς του, τους οποίους φυλάκισε και προσπάθησε να τους πείσει να φέρουν το γιό τους στα Ιωάννινα για του αναθέσει το αρματολίκι των Αγράφων, και αντιμετωπίζοντας την άρνησή του, τους θανατώνει.

Η ανάμνηση της μάχης αναφέρεται στο δημοτικό τραγούδι

Ο Λιάζαγας ξεκίνησε και στην Τριφύλα πάγει
κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε από το μετερίζι.
- Που πας Λιαζαντερβέναγα, που πας παλιομουρτάτη,
εδώ 'χω τα κλεφτόπουλα, εδώ 'χω τους χασάπες.
- Σ' εσέν' έρχομαι Αντώνη μου, σ' εσένα Κατσαντώνη.
Τρία τουφέκια τούριξε, τα τρ' αράδα - αράδα.
Τόνα τον παίρνει στο πλευρό και τ' άλλο στο κεφάλι,
Το τρίτο το φαρμακερό, ανάμεσα στα μάτια.
Τους Τούρκους παίρνουνε μπροστά και στον Κλειτσό τους κλειούνε.

Η μάχη της Κεχρινιάς

Ο Αλή-πασάς το 1804, διόρισε τον Γιουσούφ Αράπη γενικό αρχηγό στον αγώνα εναντίον του. Όταν ο Γιουσούφ στρατοπέδευσε στην Κατούνα Ξηρομέρου, έστειλε τον Κουτζουμουσταφάμπεη, με 150 άνδρες, να συλλάβει όλους τους προύχοντες της περιοχής. Ο Κατσαντώνης παρακολουθούσε από μακριά τις κινήσεις του, και σε ένα στενό πέρασμα, κοντά στην Κεχρινιά, που είχε καταλάβει νύχτα, έστησε ενέδρα και περίμενε. Η μάχη κράτησε μια ώρα και 145 από τους 150 άνδρες του Κουτζουμουσταφάμπεη και ο ίδιος, έπεσαν νεκροί. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν τρεις και τραυματίστηκαν πέντε, ενώ απελευθερώθηκαν οι πέντε προύχοντες, από τους οποίους οι δύο είχαν τραυματιστεί ελαφρά. Τότε, γράφει ο Δ. Φωτιάδης, «Τ’ όνομα του απλώθηκε πέρα από τ’ Άγραφα, σ’ όλη τη Ρούμελη, κι’ έπειτα έφτασε ίσαμε τα Γιάννενα και μπήκε στο σεράϊ του πασά...», ενώ σύμφωνα με τον Κασομούλη, από όλους τους κλέφτες «επαρουσιάζετο η μεγαλυτέρα μάστιξ κατά των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά».

Η μάχη στου «Πουλιού τη Βρύση»

Μουσείο Βρέλλη

Το καλοκαίρι του 1806 βρέθηκε «στου Πουλιού τη βρύση», κοντά στο σημερινό χωριό Κρέντη και το Κερασοχώρι. Κατά τον Yemeniz, ύστερα από συζήτηση με τα παλικάρια του, αποφάσισαν να σταλεί ένας χωρικός στη μονή της Τατάρνας , όπου είχε στρατοπεδεύσει ο δερβέναγας Χασάν Μπελούσης, με 500 Αρβανίτες, για να του μεταφέρει μήνυμα, ότι τον καλούσε σε μονομαχία. Επακολούθησε μάχη, στην οποία ο Μπελούσης δείλιασε, ανέβηκε στο άλογό του και τράπηκε σε φυγή και κλείστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Αιμιλιανού, της Τατάρνας, όπου οι άντρες του, αφού σκότωσαν τους δέκα καλόγερους, πέταξαν έξω τα πτώματά τους. Οι Έλληνες πολιόρκησαν το μοναστήρι χωρίς αποτέλεσμα και με τον κίνδυνο να περικυκλωθούν, από τα στρατεύματα του Μπεσιάρη που είσχαν φτάσει σε βοήθεια. Ο Δ. Σταμέλος, που αντλεί τις πληροφορίες του από τον Yemeniz γράφει:

«….{….}…..με έκπληξη πήραν από τον αρχηγό τους διαταγή ν’ αναπαυτούν…{…}… κοντά στα μεσάνυχτα, ο Κατσαντώνης έκοψε δύο μεγάλα ελατοκλώναρα, τα έδεσε μαζί με δύναμη και αγκαλιάζοντας αυτό το παράξενο έλκηθρο, ρίχτηκε στην πλαγιά του γκρεμού, φτάνοντας ως το βάθος του, χωρίς πολύ να κινδυνεύψει….{….}… στο σκοτάδι που καταβρόχθιζε τις κινήσεις τους απ’ τα μάτια του εχθρού, οι κλέφτες μιμήθηκαν με επιτυχία το παράδειγμά του. χτύπησαν από το πίσω μέρος τον Μπεσιάρη που αιφνιδιάστηκε, …{…}…. Ύστερα από μικρή αντίσταση, ο μπέης αναγκάστηκε να φύγει κυνηγημένος... Ο Κατσαντώνης πολιόρκησε για δεύτερη φορά το μοναστήρι. Η ιστορία λέει ότι δεν πέτυχε ούτε αυτή τη φορά να το εκπορθήσει, κι ότι ο Χασάν Μπελούσης κατάφερε να ξεφύγει. Η παράδοση, αντίθετα, διασώζει πως ο αγάς είδε στον ύπνο του ένα όνειρο που σήμαινε καταστροφή και την άλλη μέρα τίναξε τα μυαλά του στον αέρα για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Ελλήνων». Στη μάχη σκοτώθηκαν τριάντα Τουρκαρβανίτες και τρεις Έλληνες.

Η μάχη στα Μαλατέϊκα

Τον Αύγουστο του 1806, βρισκόταν στην τοποθεσία Μαλατέικα στο Βάλτο, όπου ο δερβέναγας Αλούς Μπεράτης με 400 Τουρκαλβανούς του επιτέθηκε ξαφνικά. Μετά από μάχη δύο ωρών, σκοτώθηκαν περίπου 40 άνδρες του Μπεράτη και δύο Έλληνες, ενώ ο δερβέναγας τράπηκε σε φυγή. Toν Οκτώβριο του 1806, ο Μπεκίρ Τζογαδούρος ξεκίνησε για το Βάλτο να συναντήσει τον Κατσαντώνη, που βρισκόταν στη θέση «Ληστής». Στη μάχη ένα βόλι βρίσκει τον Κατσαντώνη στο πόδι και οι δικοί του τον παίρνουν στους ώμους και τον σώζουν. Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκαν περίπου 20 Τουρκαλβανοί και δύο Έλληνες. Το τραύμα του είναι σοβαρό και οι φροντίδες του γιατρού Θανάση Ντουφεκιά, δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Τότε τον μεταφέρουν στη Λευκάδα, όπου μένει τρεις μήνες, ώσπου να γίνει καλά και εκεί γνωρίζεται με τον Ρώσο στρατηγό Παπαδόπουλο, που είχε γεννηθεί στη Τζιά, όμως πήγε στην Πετρούπολη και σπούδασε.

Η μάχη στο Μάραθο

Σημαντικό ήταν το κατόρθωμα του να θανατώσει το δερβέναγα Βεληγκέκα, τον οποίο ο Αλή-πασάς έβαλε επικεφαλής του στρατού και τον έστειλε εναντίον του. Ο Βεληγκέκας συνέλαβε την Αγγελική, γυναίκα του Κατσαντώνη, και το γιο του Αλέξανδρο με σκοπό να τους μεταφέρει στα Γιάννενα. Κατά τη λαϊκή μούσα ο Λεπενιώτης τον ρωτάει:

-Αντώνη μου τι σκέπτεσαι, τ' είσαι συλλογισμένος;"
Ο Κατσαντώνης του απαντά:
"- Εψές μούρθαν τα γράμματα από το Γέρο - Δήμα
Απ' όξω λέει τ' απόγραμμα και μέσα λέει το γράμμα:
Μου πήρε τη γυναίκα μου και το μικρό παιδί μου
Ο Βελή - Γκέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι

Η μεταξύ τους μάχη έγινε, σύμφωνα με τις σημειώσεις του Ιωάννη Τσιγκόλη το 1806 ή το 1807, στην τοποθεσία του «Προσηλιάκου» και στη θέση «φειδόσκαλα», κοντά στο χωριό Μάραθο. Εκεί σκοτώθηκε ο Βεληγκέκας, κατά τα δημοτικά τραγούδια, από βόλι του Κατσαντώνη. Σχετικό είναι το δημώδες

Δεν είν' εδώ τα Γιάννενα, δεν είν' εδώ ραϊάδες,
για να τους ψένεις σαν τραγιά, σαν τα παχειά κριάρια,
εδώ 'ναι λόγγοι και βουνά και κλέφτικα τουφέκια.
Τρία τουφέκια τόδωκαν, τα τρί - αράδ - αράδα,
Τόνα τον πήρε ξώδερμα και τ' άλλο στο κεφάλι
το τρίτο το φαρμακερό τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γιόμισε, τα χείλη του φαρμάκι.

Η μάχη της Βουλγάρας

Ο Μουχουρντάρης εθεωρείτο από τους ικανότερους στρατηγούς του Αλή πασά και αιφνιδίασε τους άντρες του Κατσαντώνη, όταν ασκούνταν στο σημάδι. Οι Τουρκαλβανοί τους περικύκλωσαν και ο Κατσαντώνης διέταξε την ηρωική έξοδο, και αφού διέσπασε τον κλοιό των πολιορκητών, τους ανάγκασε να αφήσουν πίσω τους 189 νεκρούς και 160 τραυματίες. Ο ίδιος έχασε 17 άντρες, ανάμεσά τους ο θείος του Βασίλης Δίπλας, και είχε 30 τραυματίες, μεταξύ τουςοι Καραϊσκάκης, Λεπενιώτης και Φραγγίστας. Η λαϊκή μούσα τραγούδησε σχετικά με τη μάχη,

«Τσ' Αρβανιτιάς οι μπέηδες του Άγου οι Αρβανίτες
στη Βουλγάρα κοίτονται κορμιά δίχως κεφάλια.
Κι όσοι διαβάτες αν διαβούν στέκουν και τα ρωτάνε:
Κορμιά πουν' τα κεφάλια σας και πούναι τ' άρματα σας;
Οι κλέφτες μας τα πήρανε και οι Κατσαντωναίοι.
Το κρίμα ναχ' ο Βάσαρης ο Άγος Μουχουρντάρης».

Η μάχη της Νεράιδας

Έγινε τον Ιανουάριο του 1808 με το Χασάν Μπελούση στο χωριό Νεράιδα των Αγράφων, όπου βρίσκονταν ο Κατσαντώνης με τους άνδρες του. Με την είσοδό του στο χωριό ο Χασάν έγινε δεκτός με πυροβολισμούς και ακολούθησε μάχη μιας ώρας, που τον ανάγκασε να υποχωρήσει με βαριές απώλειες και οι άντρες του ετράπησαν σε φυγή.

Λοιπές μάχες

Στην Κλεισούρα Αιτωλίας από κοινού με τους Βαρνακιώτη και Μακρή, αφάνισαν την Τουρκική συνοδεία χρηματαποστολής και πήραν πολύ χρυσάφι, ασήμι, υποζύγια και τον οπλισμό της, ενώ την άνοιξη του 1807, πολέμησε στην Άρτα και σε άλλα μέρη.

Το τέλος του

Το καλοκαίρι του 1808 αρρώστησε και πήγε στη Λευκάδα, όμως μόλις βελτιώθηκε η υγεία του, επέστρεψε στα Άγραφα. Σύντομα όμως προσβλήθηκε από τύφο ή ευλογιά και παρέδωσε την αρχηγία στον αδελφό του Κώστα Λεπενιώτη και το Γεώργιο Καραϊσκάκη. Τότε αποσύρθηκε στο χωριό Μοναστηράκι Αγράφων μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Χασιώτη και πέντε από τα παλικάρια του για προστασία, ενώ έμεινε και στο μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη στο Παλιοκάτουνο.

Γκραβούρα εποχής

Καταδιωγμένος από τον Αλή πασά, κατέφυγε με τον αδελφό του και τους έμπιστους άνδρες του σε μια σπηλιά της περιοχής, όπου συνελήφθη μετά από μάχη. Σύμφωνα με τις λαϊκές διηγήσεις, τη θέση του πρόδωσε μετά από φρικτά βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν τον άντρα της, η γυναίκα του μυλωνά Σιούρτου από τον Αγαλιανό Τριχωνίδας. Άλλη εκδοχή [3] αναφέρει ότι η πεθερά κάποιου Γκούρλια από το Παληοκάτουνο Ευρυτανίας, κατέδωσε αρχικά ως τροφοδότη του τον γαμπρό της και ο Γκούρλιας και η γυναίκα του, ύστερα από σκληρά βασανιστήρια και το φόβο της ανασκολόπισης, αποκάλυψαν τη σπηλιά-κρησφύγετο του Κατσαντώνη. Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αφιέρωσε στη σύλληψή του τους στίχους

«Εσείς όπου τον είδατε ψηλά στα κορφοβούνια
Σταυραετοί και πέρδικες, ξεφτέρια χελιδόνια,
Ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι,
Τον Κατσαντώνη πιάσανε, κλάψτε πουλιά μου κλάψτε!»

Στο τέλος του Αυγούστου του 1809 ή κατά τον Φραγγίστα στις 16 Απριλίου 1810, τα δυο αδέλφια συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και οι άντρες που τους συνόδευαν έπεσαν νεκροί στη μάχη. Στη συνέχεια οδηγήθηκαν μέσω Καρπενησίου στα Γιάννενα, όπου ο Αλή πασάς του ζήτησε να προσκυνήσει κι όταν εκείνος αρνήθηκε, διέταξε να τους σκοτώσουν, αφού τους τσάκισαν τα οστά.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. [1] κατά τους ερευνητές Π.Ι. Βασιλείου, Δ. Σταμέλο και Ι. Τσιγκόλη
  2. [2] κατά τον Επαμεινώνδα Φραγγίστα, γιο του Γιάννη Φραγγίστα, πρωτοπαλίκαρου του Κατσαντώνη
  3. [3] Δημήτριος Λουκόπουλος «Στ' Άγραφα ένα ταξείδι»