Βίκτωρ Ουγκό

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βίκτορας Ουγκώ, [Victor Marie Vicomte Hugo], Γάλλος συγγραφέας και δημιουργός του Γιάννη Αγιάννη, ένας απ' τους μεγαλύτερους ποιητές και μυθιστοριογράφους του κόσμου, [1] κορυφαία μορφή του γαλλικού ρομαντισμού, γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στη Μπεζανσόν, [(Besançon], του Νομού Φρανς-Κοντέ και πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 στο Παρίσι.

Παντρεύτηκε στις 20 Οκτωβρίου 1822, την Αντέλ Φουσέ, [Adèle Foucher], που πέθανε το 1868 και με την οποία απάκτησαν τέσσερα παιδιά, όμως διατήρησε ως ερωμένη του την ηθοποιό Ζιλιέτ Ντρουέ, [Juliette Drouet], μέχρι το 1882, όταν αυτή πέθανε.

Βίκτωρ Ουγκώ

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο άθεος και δημοκρατικός, Ιωσήφ Λεοπόλδος Σιγισβέρτος Ουγκώ, [Joseph Léopold Sigisbert Hugo], και μητέρα του η αριστοκράτισσα και πιστή Ρωμαιοκαθολική, Σοφί Τρεμπισέ, [Sophie Trébuchet], των οποίων ήταν ο νεότερος γιος. Το 1809 ο πατέρας του έγινε στρατηγός της Αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα. Το 1803 οι γονείς του ήλθαν για πρώτη φορά σε προσωρινή διάσταση και ο Βίκτορας μαζί με τη μητέρα και τα αδέλφια του εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι για δύο χρόνια.

Διάσταση γονέων

Το 1807 όταν ο πατέρας του υπηρετούσε ως κυβερνήτης επαρχίας, η οικογένεια ενώθηκε και εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όμως το 1809 οι γονείς του χωρίζουν ξανά και ως το 1811 μένουν στην κωμόπολη Φεγιαντίν, [Feuillantines]. Όταν έπεσε ο Ναπολέοντας, ο πατέρας του τέθηκε υπό περιορισμό στο Μπλουά, έχοντας εισόδημα 40 λίρες το χρόνο. Το 1813, οι γονείς του χωρίζουν οριστικά και από τότε εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέλφια του στο Παρίσι, όπου έζησαν με σημαντικές στερήσεις. Από το 1815 έως το 1818 έζησε στο οικοτροφείο Pension Cordier και παρακολουθούσε μαθήματα στο Collège Louis-le Grand, το Κολλέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου.

Το 1816 δημοσίευσε σε εφημερίδα την περίφημη ρήση του «Je veux être Chateaubriand ou rien», [«Επιθυμώ να γίνω ή Σατωβριάνδος ή τίποτα»], το 1817 βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία και κέρδισε επιχορήγηση από το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΗ΄, αρχικά 1.000 και έπειτα 2000 λίβρες το χρόνο. Το 1819 βραβεύτηκε στα Ανθεστήρια της Τουλούζης, [Académie des Jeux floraux de Toulouse], ο Σατωβριάνδος τον αποκάλεσε «εξαιρετική φυσιογνωμία». Την ίδια εποχή εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Πολυτεχνική και λίγο αργότερα και στη Νομική Σχολή. 

Την περίοδο αυτή χαρακτηριστικά του είναι: η φανατική του προσκόλληση στον καθολικισμό, στη βασιλοφροσύνη και στον κλασικισμό. Μαζί μ` άλλους νέους λογοτέχνες εξέδωσε το περιοδικό "Γαλλική Μούσα". Η αναγνώριση της λογοτεχνικής του αξίας ήρθε το 1841, οπότε ανακηρύχτηκε, έπειτα από δύο άκαρπες υποψηφιότητες, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, [Académie française].

Οικογενειακή κατάσταση

Η ζωή του σημαδεύτηκε από αλλεπάλληλες τραγωδίες. Την ημέρα του γάμου του με την Αντέλ Φουσέ, ο μικρότερος αδερφός του Ευγένιος, κρυφά ερωτευμένος μαζί της, χάνει τα λογικά του και ως το τέλος της ζωή του παραμένει σε ίδρυμα. Το 1886 η νεόνυμφη κόρη του Λεοπολδίνη, [Léopoldine], και ο σύζυγός της Κάρολος Βακερί, [Charles Vacquerie], πνίγεται στις 4 Σεπτεμβρίου 1843 και αναλαμβάνει την ανατροφή των εγγονιών του, ενώ το 1871 χάνει τον γιο του Σαρλ, [Charles], το 1872 η κόρη του Αντέλ επέστρεψε από την Αμερική και ως ψυχασθενής εισάγεται στο άσυλο Saint-Mandé και τέλος το 1873 χάνει και το δεύτερο γιο του Φρανσουά-Βίκτωρα, [François-Victor].

Θρησκευτικές απόψεις

Στη διάρκεια της ζωής του μετέβαλλε ολοκληρωτικά τις απόψεις του γαι τη θρησκεία. Από πιστός καθολικός μεταστράφηκε σε μη ενεργό πιστό, αργότερα μυήθηκε στον πνευματισμό και τα τελευταία χρόνια της ζωής του προσχώρησε στον ορθολογικό ντεϊσμό, σαν τον Βολταίρο, δηλώνοντας ήδη από το 1872, «ελευθερόφρονας».

Οι απόψεις του είχαν σαν αποτέλεσμα τα έργα του να εμφανίζονται στις λίστες με τα απαγορευμένα βιβλία του Βατικανού. Επέμεινε να ταφούν οι γιοι του δίχως σταυρό και την παρουσία ιερέα, και ζήτησε το ίδιο και για τη δική του κηδεία.

Πολιτική δράση

Εκλέχτηκε βουλευτής στη συντακτική και αργότερα στη νομοθετική Συνέλευση, όπου αποκαλύπτεται μαχητικός δημοκράτης. Η οριστική του όμως διαφοροποίηση, συντελείται με την επανάσταση του 1848, κατά την οποία εκδηλώθηκε φανατικός υπερασπιστής των φιλελεύθερων ιδεών.

Ήταν βαθιά φιλελεύθερος και υπέρμαχος των δημοκρατικών ιδεών, γι' αυτό γρήγορα ήρθε σε σύγκρουση με το Ναπολέοντα τον Γ', αυτοκράτορα της Γαλλίας κι εξορίστηκε δύο φορές, αρχικά το 1852, στις Βρυξέλλες και έπειτα στα νησάκια της Μάγχης. Τέτοιος ήταν ο φανατισμός του, ώστε αρνήθηκε να επωφεληθεί από την αμνηστία που χορηγήθηκε και εξακολούθησε επί 18 χρόνια να μένει οικειοθελώς στην εξορία του. Μόνο το 1870, με την αποκατάσταση της δημοκρατίας, επέστρεψε στο Παρίσι. Στις 30 Ιανουαρίου 1876, ονομάζεται ισόβιος Γερουσιαστής από τη Γαλλική Δημοκρατία και γίνεται το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Το τέλος του

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο συγγραφέας τα έζησε απομονωμένος από όλους. Ο θάνατός του ήταν μεγάλο πλήγμα για τη φιλελεύθερη ανθρωπότητα. Η λατρεία του γαλλικού λαού στο πρόσωπο του εκλεκτού συγγραφέα και πολιτικού εκδηλώθηκε σ` όλη της την έκταση την ημέρα του θανάτου του. Η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, κηρύχθηκε εθνικό πένθος και την 1η Ιουνίου ενταφιάστηκε στην Αψίδα του Θριάμβου στο Πάνθεο, κοντά στις διασημότερες μορφές της Γαλλίας.

Συγγραφικό έργο

Τα σημαντικότερα και πολυπληθέστερα έργα του τα έγραψε στα 18 χρόνια από το 1852 ως το 1870, της εξορίας του. Κατά την περίοδο αυτή της ωριμότητας, κατασταλαγμένος στις ιδέες του, γεμάτος γνώσεις και εμπειρίες, δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Ύστερα από τη νεανική ποιητική του συλλογή δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα

  • "Χαν ο Ισλανδός" (1823)
  • "Κρόμβελ" το 1827, θεατρικό,

με το οποίο προσχώρησε οριστικά στο ρομαντισμό. Ο πρόλογος του αποτελεί λαμπρό μανιφέστο των ρομαντικών και τον καθιερώνει ως αρχηγό της νέας σχολής και σύμβολο των νέων.

  • "Ωδές και μπαλάντες" το 1828,
  • "Ερνάνη" το 1830, δράμα,
  • "Η Παναγία των Παρισίων".
  • οι "Άθλιοι", μυθιστόρημα,
  • η "Παναγία των Παρισίων",
  • οι "Εργάτες της θάλασσας", μυθιστόρημα,

Ξεχωρίζουν επίσης, οι ποιητικές συλλογές:

  • "Στοχαστική και ρεμβαστική θεώρηση", (λυρικά ποιήματα),
  • "Τιμωρίες" (σατιρικά),
  • "Ο θρύλος των αιώνιων" (επική σύνθεση),

και θεατρικά έργα

  • "Λουκρητία Βοργία",
  • "Μαρία Τυντόρ",
  • "Ο βασιλιάς διασκεδάζει" και πολυάριθμα άλλα.

Συνολικά έγραψε εννέα μυθιστορήματα, από τα οποία το πρώτο σε ηλικία δεκαέξι ετών και το τελευταίο εβδομήντα δύο και καλύπτει όλες τις περιόδους της ζωής του, όλες τις μορφές και τα λογοτεχνικά ρεύματα δίχως να ταυτίζεται απόλυτα με κανένα.

Καλλιτεχνική δημιουργία

Η ζωγραφική καλλιτεχνική του δραστηριότητα που ξεκίνησε ως πάρεργο, αποτέλεσε το διάστημα από το 1848 ως το 1852 τη διαφυγή του. Δούλευε τα έργα του σε χαρτί, σε μικρή κλίμακα, με σκούρα καφέ ή μαύρη μελάνη, με ελάχιστες λευκές πινελιές.

Ο Ευγένιος Ντελακρουά είχε γράψει πως «αν αποφάσιζε να γίνει ζωγράφος αντί συγγραφέας, θα είχε επισκιάσει όλους τους καλλιτέχνες του αιώνα του». Επέλεξε να διατηρεί τη ζωγραφική του δημιουργία μυστική και απόμακρη και τη μοιράζονταν μόνο με την οικογένεια και τους φίλους του, υπό μορφή δώρων στην περίοδο της εξορίας του.

Σχέση με την Ελλάδα

Υπήρξε μεγάλος φιλέλληνας, ύμνησε με πάθος τη μοίρα του σκλαβωμένου Ελληνισμού και συνέβαλλε στην αύξηση του ρεύματος του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Αρχικά το 1826 δημοσίευσε το ποίημα «Τα Κεφάλια του Σαραγιού», [«Les têtes du serail»], που το εμπνεύστηκε από την Έξοδο του Μεσολογγίου. Σ’ αυτό εμφανίζονται μεταξύ των 6000 κεφαλών, να συνομιλούν μεταξύ τους τα κεφάλια του Μάρκου Μπότσαρη, του Επίσκοπου Ρωγών Ιωσήφ και του Κωνσταντίνου Κανάρη.

Επανάσταση 1821

Το 1827 παρουσίασε τα τα ποιήματα «Ναβαρίνο», [«Navarin»], και «Ενθουσιασμός», [Enthousiasme], και το 1828 και την επόμενη χρονιά τα ποιήματα «Κανάρης», [«Canaris»], «Λαζάρα», [«Lazzara»], καθώς και το μεταφρασμένο από τον Κωστή Παλαμά, ποίημα με τίτλο «Ελληνόπουλο», [«L’enfant»], που όλα τα περιέλαβε στη συλλογή «Ανατολίτικα».

Το Ελληνόπουλο

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος, πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ' όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά,
τ' αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά το βράδια
καθρέφτιζε μες στα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ’απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ’ αγαθά;
Πες. Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

Ο εκδότης της εφημερίδας «Η Ελληνική Σημαία», [Drapeau grec], που εκδίδονταν στην Πάτρα και στην Αθήνα, [2] έστειλε στον Ουγκώ ένα από τα φύλλα της. Στις 25 Αυγούστου 1856 εκείνος του έγραψε πως τη διάβασε «με θερμό ενδιαφέρον», τον συνεχάρη ως «σημαιοφόρο της ελευθερίας» και τον ενθάρρυνε να εργάζεται «για την ένωση των λαών», διότι «στα πιο ένδοξα έθνη, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στη Γαλλία, πέφτει η τιμή να δώσουν το παράδειγμα. Αλλά πρέπει να ξαναγίνουν κυρίαρχα. Πρέπει να ξαναβρούν το πρόσωπο τους. Πρέπει η Ελλάδα να ολοκληρώσει την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, πρέπει η Ιταλία να απαλλαγεί από την Αυστρία, πρέπει η Γαλλία να γκρεμίσει την Αυτοκρατορία. Οταν αυτοί οι μεγάλοι λαοί θα βρεθούν έξω από τα σάβανα τους, θα φωνάξουν: Ενωση! Ευρώπη! Ανθρωπότητα! Εδώ βρίσκεται το μέλλον: η φωνή της Ελλάδας θα είναι μια από εκείνες που θα ακουστούν περισσότερο». Κατέληγε «Εδώ και ήδη πολλά χρόνια αγωνίσθηκα και πολέμησα για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Σας ευχαριστώ που το θυμάστε... Ας γίνουμε, άτομα και λαοί, όσο γίνεται λιγότερο εγωιστές και όσο γίνεται περισσότερο άνθρωποι. Ζητωκραυγάστε «Ζήτω η Γαλλία!»,την ώρα που εγώ θα φωνάζω: «Ζήτω η Ελλάδα!»».

Μεταφράσεις έργων του

Ο Νικόλαος Σούτσος το 1842 είναι ο πρώτος που μεταφράζει ποιήματα του, ενώ τη δεκαετία του 1850 δημοσιεύθηκαν μεταφράσεις θεατρικών έργων του, όπως το δράμα «Angelo, tyran de Padoue», ενώ ακολούθησε το 1862, η μετάφραση του έργου του «Οι Άθλιοι» από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη–Σκυλίτση.

Κρητική επανάσταση

Στη διάρκεια της Κρητικής επαναστάσεως δημοσίευσε επιστολές υπέρ των Κρητών.

Στην «Πρώτη Επιστολή στους Κρήτες» το Δεκέμβριο του 1866, έγραψε «…{…}….Επιμένετε. Έστω και καταπνιγμένοι θα θριαμβεύσετε... Η κατάπνιξη μιας επανάστασης δεν σημαίνει καθόλου κατάργηση των αρχών της... Το δίκιο δεν καταποντίζεται. Κύματα γεγονότων το σκεπάζουν, αλλά ξαναπροβάλλει...Ελληνες της Κρήτης έχετε το δίκιο με το μέρος σας κι έχετε μαζί σας τη λογική. Να υπάρχει πασάς στην Κρήτη δεν το χωράει μυαλό ανθρώπου. Εκείνο που ισχύει για την Ιταλία, ισχύει και για την Ελλάδα. Δεν μπορεί να δοθεί η Βενετία στη μία χωρίς να δοθεί η Κρήτη στην άλλη. …{…}….Το κρητικό ζήτημα έχει πια τεθεί. Θα λυθεί και θα λυθεί όπως όλα τα ζητήματα αυτού του αιώνα, προς την κατεύθυνση της απολύτρωσης. ….{…}…».

Το Φεβρουάριο του 1867 στη δεύτερη επιστολή του ανέφερε μεταξύ άλλων «…{…}…Η Κρήτη είναι η Ελλάδα. …{…}…. θα έδινα για την Ελλάδα τους στίχους μου όπως ο Τυρταίος και το αίμα μου όπως ο Βύρωνας... Η ιερή σας πατρίδα έχει την πιο βαθιά μου αγάπη. Σκέφτομαι την Αθήνα όπως σκέπτεται κανείς τον ήλιο..{…}…
Ο αδελφος σας Βικτόρ Ουγκό».

Ελγίνεια μάρμαρα

Καταφέρθηκε κατά του Έλγιν για την αρπαγή των μαρμάρων του Παρθενώνα, θεωρώντας ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός λαού δεν πρέπει να γίνεται κτήμα ενός άλλου και στην ωδή του «Στη θριαμβευτική Αψίδα», [A l'Arc de Triomphe], έγραψε (σε απόδοση Κωστή Παλαμά)

«Η Αθήνα λυπημένη είναι,
κρύβει στου Παρθενώνα το μέτωπο
του κανονιού και του Αγγλου τα σημάδια
και των ναών της κλαίοντας τα ρημάδια,
τον Ελληνα ονειρεύεται, της τέχνης το καμάρι,
που σκόρπισεν εκεί όπου των Προπυλαίων
υψώνεται γραμμένη η εικόνα,
σκόρπισ' εκεί με του δικού του του χεριού τη χάρη/
κάτι πανώριο σα χαμόγελο του ανθρώπου».

Τιμές

Την ημέρα της κηδείας του πολλά μηνύματα ευγνωμοσύνης από την Ελλάδα, έφτασαν στο Παρίσι, όπως το μήνυμα του γιου του Κωνσταντίνου Κανάρη αλλά και αντιπροσώπων της σκλαβωμένης Κρήτης, ενώ ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης είπε «Ο ελληνικος λαός θρηνεί στο πρόσωπο του, τον πιο παλιό, τον πιο μεγαλόψυχο και τον πιο πιστό απ' όλους τους Φιλέλληνες».

Το 1902 ο Κωστής Παλαμάς, μιλώντας στο φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός», στα εκατόχρονα από τη γέννησή του, του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους

«Σ’ εσένα ο ύμνος, που έσπειρες και λόγοι ξαναβλάστησαν
η Ωδή,το Δράμα,η Σάτιρα, κ' η επική Καλλιόπη.
Από βοριά προφητικού και ανταρτικού το φύσημα
τρέμουν ακόμα ολόγιομοι τη Φαντασίας οι τόποι.
Μα πρώτα απ' όλα ευλογητός και παινεμένος που έκραξες
-Ω Μισολόγγι! Μπότσαρη! Κανάρη! Κρήτη! Ελλάδα!...»

Μουσείο Ουγκώ

Το μουσείο στεγάζεται στο Μέγαρο Ροάν–Γκεμενέ, [Rohan–Guéméné], στην Πλατεία Βοσγίων, [Place des Vosges], στη συνοικία Μαραί, [Marais] στο Παρίσι. Χτίστηκε το 1605 για το σύμβουλο του βασιλιά, Ισαάκ Αρνώ (Isaac Arnauld] και ως το 1784, ανήκε στο Λουί ντε Ροάν, [Louis de Rohan], πρίγκιπα Γκεμενέ, Rohan–Guéméné]. Το 1832 εγκαταστάθηκε στο δεύτερο όροφο του μεγάρου ο Ουγκώ με την οικογένειά του ως το 1848, οπότε μετακόμισε στην περιοχή της «Νέας Αθήνας», [Nouvelle Athènes].

Ο Πωλ Μερίς, [Paul Meurice], αδελφικός φίλος του Ουγκώ, δημοσιογράφος και συγγραφέας, δώρισε το 1902 στην πόλη του Παρισιού, λογοτεχνικά έργα, χειρόγραφα, φωτογραφίες και ενθύμια, με τα οποία δημιουργήθηκε το μουσείο, που εγκαινιάστηκε στις 30 Ιουνίου 1903.

Στα εκθέματά του περιλαμβάνεται η μαρμάρινη προτομή του Ουγκώ του 1838, έργο του γλύπτη Νταβίντ ντ’ Ανζέ, [David d’ Angers], το «Πορτέτο της κυρίας Ουγκώ» του 1839, έργο του Λουί Μπουλανζέ, [Louis Boulanger], το «Πορτρέτο της Ζυλιέτ Ντρουέ, ως γυναίκα της Σμύρνης» του 1827, έργο του Σαρλ-Εμίλ Καλάντ ντε Σανμαρτέν, [Charles-Emile Callande de Champmartin], το «Πορτρέτο του Βίκτορα Ουγκώ» του 1879, έργο του καλλιτέχνη Ντανιέλ Σωμπές, [Daniel Saubés], και τέλος τη μπρούντζινη προτομή του 1908, έργο του Ογκίστ Ροντέν, [Auguste Rodin], ενώ στο υπνοδωμάτιο του Ουγκώ υπάρχει το κρεβάτι του σε ρυθμό Λουδοβίκου ΙΓ΄, [Louis XIII].

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. [1] Η ιδεολογία του Βίκτωρα Ουγκώ
  2. [2] Βίκτωρ Ουγκώ, ο πιο πιστός απ΄ όλους τους φιλέλληνες