Κλέων Τριανταφύλλου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κλέων Τριανταφύλλου, Έλληνας συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής, ο αποκαλούμενος «τροβαδούρος της Αθήνας», ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού στις αρχές του 20ού αιώνα, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Αττίκ», γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1882 ή σύμφωνα με άλλη πηγή το 1885 στο Ζαγαζίκ της Αιγύπτου ή το και πιθανότερο, στην Τσαγκαράδα Πηλίου και εξέπνευσε το πρωί της 29ης Αυγούστου 1944, από «οξεία δηλητηρίαση δια βερονάλης», στο σπίτι του στην Αθήνα.

Ο Τριανταφύλλου, παντρεύτηκε τρεις φορές. Η πρώτη του γυναίκα η Μαρί Ελέν Ρουφ, [Marie-Hélène Ruf], Γαλλίδα με καταγωγή από την Πολωνία με την οποία παντρεύτηκαν το 1909, πέθανε έξι μήνες μετά το θάνατο του μοναδικού παιδιού τους, ενός αγοριού, σε ηλικία περίπου ενός έτους, αφού δεν μπόρεσε να αντέξει την απώλεια. Αμέσως μετά ο Αττίκ συνδέθηκε και παντρεύτηκε με την Μαρίκα Φιλιππίδου, ηθοποιό, ποιήτρια, εκδότρια του πε­ριοδικού «Νέος Παρθενών» και αδερφή του πρωταγωνιστή της οπερέτας Μάνου Φιλιππίδη, η οποία το 1914 χώρισε τον Τριανταφύλλου και παντρεύτηκε τον πατέρα της Μελίνας Μερκούρη, τον ίλαρχο Σταμάτη Μερκούρη. Το 1926 ο Τριανταφύλλου παντρεύτηκε με τη Ρωσίδα χορεύτρια Σούρα, [Shoura], και έζησε μαζί της μέχρι το θάνατό του. Ο Κλέων Τριανταφύλλου δεν απέκτησε απογόνους.

Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου)

Βιογραφία

Ο Κλέων Τριανταφύλλου κατάγονταν από ευκατάστατη αστική οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Δημήτριος Τριανταφύλλου, πλούσιος βαμβακοπαραγωγός και έμπορος της Αιγύπτου με καταγωγή από το Βόλο, ο οποίος πέθανε το 1893 στην Αίγυπτο. Μητέρα του ήταν η Εριθέλγη Ραπτάκη με μεγάλη αγάπη για τα γράμματα, τις τέχνες και τη μουσική, ενώ μιλούσε καλά γαλλικά, αγγλικά, αραβικά και ιταλικά, καλά κινέζικα και θαυμάσια Εσπεράντο. Ο Κλέων από την πλευρά της μητέρας του ήταν εγγονός του Δημητρίου Ραπτάκη, ιατρού και βουλευτή Κυθήρων στην Ιόνιο Βουλή, και της Κλεπάτρας Κορωναίου, αδελφής του στρατιωτικού Πάνου Κορωναίου, γνωστού από την Κρητική Επανάσταση του 1866. Ο Κλέων Τριανταφύλλου, που είχε τρία αδέλφια, τον πρωτότοκο Κίμωνα, την τριτότοκη Κορίνα και τη υστερότοκη Νόρα, μεγάλωσε στην Αίγυπτο, όπου παρακολούθησε μαθήματα μαθήματα πιάνου και φλάουτου. Το 1902, η οικογένεια Τριανταφύλλου, αφού εκποίησε την τεράστια περιουσία της στην Αίγυπτο, τόσο σημαντική, που τους επιτρέπει μια ζωή κοσμική, άνετη και ανέμελη, εγκαταστάθηκε σε οικία στην οδό Πατησίων, για τη διαμόρφωση και τη διακόσμηση της οποίας εργάστηκαν γνωστοί αρχιτέκτονες, ζωγράφοι και άλλοι ειδικοί. Η οικογένεια διέθετε δύο αρχοντικά, με τεράστιες εκτάσεις στο Νέο Φάληρο, όπου έμενε τα καλοκαίρια, όταν δεν ταξίδευαν στα Κύθηρα για να κατοικήσουν στα ιδιόκτητα σπίτια τους, της Χώρας, του Λειβαδίου και σε φιλικά στο Καψάλι. Στην Αθήνα ο Κλέων συνέχισε τις μουσικές σπουδές στο Εθνικό Ωδείο στο πιάνο και στο φλάουτο με καθηγητή τον Κουλούκη και το 1904 τιμήθηκε με έπαινο για τις επιδόσεις του.

Καλλιτεχνική δημιουργία

Ο Κλέων μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων και των Μέσων σπουδών του γράφτηκε και αποφοίτησε από τη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1907, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, μαζί με τον αδελφό του, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στις πολιτικές επιστήμες, στο Παρίσι, καθώς είχε αποφασίσει να ακολουθήσει διπλωματική σταδιοδρομία. Στη Γαλλία, όπως και ο αδελφός του, γράφτηκε στο φημισμένο «Conservatoire de Paris» κι έστειλε μια επιστολή στην μητέρα του λέγοντας ότι θα σπουδάσει Αρμονία και αντίστιξη στο τμήμα του Émile Pessard, ενώ σπουδάζει και ανώτατα θεωρητικά, στο Ωδείο, με καθηγητές τον Γκαμπριέλ Φωρέ, [Gabriel Fauré], τον Camille Saint-Saëns και τον Émile Pessard. Παράλληλα άρχισε να συνθέτει, καθιερώθηκε με το ψευδώνυμο «Αττίκ» και γνώρισε τις πρώτες του επιτυχίες συνθέτοντας και ερμηνεύοντας μουσική μπροστά στο κοινό του Παρισιού. Εργάστηκε ως πιανίστας στα café-concert του Παρισιού, μελοποίησε ποίηση κι άρχισε να συνθέτει τραγούδια, μουσική δωματίου και lied. Στη συνέχεια ταξίδεψε σε αρκετές χώρες δίνοντας συναυλίες σε όλο τον κόσμο, από την Αμερική μέχρι την Ιαπωνία. Έπαιξε στα μεγαλύτερα θέατρα του Παρισιού, μοιράστηκε τη σκηνή με την Colette και τον Maurice Chevalier, έγραψε τραγούδια για τους σημαντικότερους Γάλλους ερμηνευτές και το 1908 οι «Editions Universelles» τον περιλαμβάνουν στους βασικούς συνθέτες με τους οποίους συνεργάζονται, και το συμβόλαιο που υπογράφει μαζί τους τον δεσμεύει για αρκετά χρόνια, γράφοντας περίπου 300 τραγούδια. Καθώς η υγεία της αδελφής του γίνεται ολοένα και χειρότερη ο Αττίκ επανασυνδέεται με την Αθήνα και συνεργάζεται με τον Πολύβιο Δημητρακόπουλο, με τον οποίο το 1910, συνυπογράφουν την επιθεώρηση «Ο Κινηματογράφος».

Το 1911, η χρεοκοπία της οικογενείας του τον υποχρέωσε να επιστρέψει για να βρεθεί κοντά στους δικούς του στην Αθήνα, όπου το 1914 άφησε την τελευταία της πνοή η αδελφή του Νόρα, σε ηλικία 23 χρονών, αφού ταλαιπωρήθηκε από 4 χρονών από παράλυση, ενώ τον εγκατέλειψε η δεύτερη σύζυγος του η Μαρίκα Φιλιππίδου. Μετά τον χωρισμό τους ο Αττίκ πήγε κάτω από το σπίτι της και πέταξε μπροστά στην πόρτα της ένα στεφάνι κηδείας με μωβ κορδέλα, στην οποία αναγραφόταν «Απέθανεν σήμερον η Μαρίκα Κλέωνος Τριανταφύλλου!». Τον ίδιο χρόνο ο Αττίκ άρχισε μια σειρά από περιοδείες που ξεκίνησαν από την Πελοπόννησο και κατέληξαν το 1917 στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ακολούθησαν το Βουκουρέστι και η Ρωσία, όπου δέχτηκε πρόσκληση από τελευταίο τσάρο της οικογένειας των Ρομανώφ, για να παίξει στο παλάτι του. Ο Αττίκ στη Ρωσία έζησε από κοντά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων και γνώρισε την τρίτη γυναίκα του, τη Σούρα, [Shoura], μια νεαρή χορεύτρια, την οποία μετά το ξέσπασμα της Επαναστάσεως θα φυγαδεύσει στην Αθήνα, ενώ ο ίδιος περέμεινε ως το 1919 στη Ρωσία, καθώς δεσμεύονταν από συμβόλαια. Στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αφρική, ο Αττίκ ταξίδεψε μέχρι το 1930, όταν επέστρεψε και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα. Στην αρχή έπαιξε και παρουσίασε σε διάφορα μαγαζιά, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τη σύνθεση των δικών του τραγουδιών, ενώ πραγματοποίησε περιοδείες στην Ευρώπη. Μετά την επιστροφή του από τη Ρωσία ο Αττίκη εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα στην Ελλάδα. Το 1928 σχημάτισε με τον αδερφό του Κίμωνα και την αδερφή του Κορίννα ένα μουσικό σχήμα, που το ονομάζουν «Τρίο Τριανταφύλλου». Οι εμφανίσεις γίνονται στα κτήματα Τριανταφύλλου στο Φάληρο, στη συμβολή της σημερινής οδού Ειρήνης με τον οδό Γιαννοπούλου, όπου δημιουργούν μια μπουάτ στο σπίτι του κηπουρού. Το πρόγραμμα αποτελείται από ξενόγλωσσα Lied και τα γαλλικά τραγούδια του Αττίκ. Το σχήμα αυτό θα έχει επιτυχία, αλλά δεν θα κρατήσει για πολύ καιρό.

Η «Μάντρα» του Αττίκ

Στις 13 Αυγούστου του 1930, ο Αττίκ δημιούργησε στην οδό Μηθύμνης 20, στην Πλατεία Αμερικής το πρώτο του στέκι, τη «Μάντρα του Αττίκ», επιδιώκοντας να δημιουργήσει έναν χώρο όπου θα μπορούσε να μεταφέρει το θέαμα των παριζιάνικων μπουάτ και μιούζικ χολ. Εξωτερικά, η πρόσοψη της Μάντρας ήταν ζωγραφισμένη σε trompe-l'-œil, που απέδιδε ένα φτωχικό διώροφο σπίτι με πόρτες και παράθυρα. Στον όροφο υπήρχε ένα πραγματικό μπαλκόνι, όπου δέσποζε ένα γλυπτό ομοίωμα του Αττίκ σε πόζα υποδοχής, σε φυσικό μέγεθος και ντυμένο με πραγματικά ρούχα. Στην είσοδο υπήρχαν γλάστρες που αντί για φυτά είχαν μακαρόνια, ενώ στο κλουβί που διακοσμούσε το κεντρικό υπέρθυρο, αντί για πουλί φιγουράριζε μια σαρδέλα. Ένα μεγάλο πανί επάνω από τη σκηνή γράφει «Αγαπάτε αλλήλους, τα ζώα και τον Αττίκ». Σε μία πλευρά υπήρχε ένα παλιό γραμματοκιβώτιο, με την δίγλωσση ένδειξη «Παράπονα» και «Reclamations». Το κουτί αυτό, συνοδευόμενο από ένα ξύλινο χέρι, έκανε τον γύρο της πλατείας σε κάθε παράσταση και ο καθένας μπορούσε να αποθέσει εκεί ό,τι ήθελε. Κατέληγε δε στα χέρια του Αττίκ, που διάβαζε και διακωμωδούσε τα σχόλια των θεατών. Στο βάθος της πλατείας, την αριστερή πλευρά καταλάμβανε ο «Σταθμός Πρώτων Βοηθειών», δηλαδή οι τουαλέτες, ενώ την δεξιά το «Φαρμακείον», δηλαδή το μπαρ.

Τον Μάιο του 1932 ο Αττίκ δημοσίευσε «Εγκύκλιον προς τον Τύπον και το Αθηναϊκόν Κοινόν», με την οποία καθιστούσε τη σκηνή της «Μάντρας» του «ορμητήριον δια παν νέον τάλαντον, αρκεί να είναι πραγματικόν... τάλαντον». Σ' αυτήν ανέφερε πως ζητούνται «συγγραφείς, επιθεωρησιογράφοι, λογογράφοι, ευθυμογράφοι και ο,τιδηποτεγράφοι μη θεωρούντες εντροπήν το να είπουν, εκτελέσουν ή τραγουδήσουν από της ταπεινής εξέδρας της Μάνδρας όσα με χάριν και πνευματωδίαν γράφει η πέννα των στέργοντες ούτω ν’ αποκτήσουν και στυλογράφον». Ζητούσε «καλλιτέχνας ουτινοσδήποτε... φύλου, φωνής ή αναστήματος (υπό τας δύο σημασίας της λέξεως) διά τραγούδι ή απαγγελίαν, εξελθόντας εξ οιουδήποτε των ωδείων μας ή και ουδέποτε εισελθόντας εις τοιούτον, αρκεί να έχουν φωνήν ευχάριστον και... μετριοφροσύνην». Ζητούσε ακόμη «ιδιοφυΐας παντός είδους, ως π.χ. χορευτάς ή χορευτρίας (έστω και άνευ ιματισμού), μουσικούς εκτελεστάς εφ’ οιουδήποτε οργάνου (πλην τυμπάνου), σολίστας (ή... μετζασολίστας, αλλ’ αυτούς διά μίαν και μόνην άμισθον εμφάνισιν κατά τινα εσπέραν τρικυμίας), σφυρικτάς με μίαν ή και περισσοτέρας φωνάς και τέλος, παν ό,τι παράδοξον και πρωτοφανές, αρκεί να είναι ωραίον και να έχη σχέσιν με την Τέχνην».

Το χειμώνα του 1932 ο Αττίκ επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου την 1η Ιανουαρίου έδωσε μία και μοναδική συναυλία στην «Αλάμπρα» της Αλεξανδρείας. Το 1935 η «Μάντρα του Αττίκ» μετακόμισε στην οδό Αχαρνών, όπου το βράδι της 24ης Ιουλίου του ίδιου χρόνου μια ομάδα πολιτών αλλά και σμηνιτών, εισέβαλε στον χώρο τραυματίζοντας καλλιτέχνες και θαμώνες -μεταξύ των οποίων και τον ίδιο τον Αττίκ στο κεφάλι-, με αφορμή, μια σατιρική κωμωδία κατά του τότε πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη. Το 1938 η «Μάντρα του Αττίκ» εγκαταστάθηκε μόνιμα σε μια αθηναϊκή ταβέρνα, την «Μονμάρτη», στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου, η λειτουργία της οποίας εξακολούθησε μέχρι την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ λειτούργησε και στο υπαίθριο θέατρο «Δελφοί», επί της Αχαρνών. Στη «Μάντρα», δίπλα στον Αττίκ, έκαναν τα πρώτα τους βήματα οι Αντώνης Βώττης, Μίμης Ευαγγελίδης, Παντελής Χορν, Ορέστης Λάσκος, Λουϊζα Ποζέλι, Πάολα Νικολέσκου, Καίτη Ντιριντάουα, Νινή Ζαχά, Καλή Καλό, Μίμης Τραϊφόρος, Κάκια Μένδρη, Βάσος Σεϊτανίδης, Δανάη, αδελφές Καλουτά, Μίμης Τραϊφόρος και πολλοί άλλοι. Παρά τα όσα υποστηρίχθηκαν κατά καιρούς ο εθνικιστής ηθοποιός, κονφερασιέ, τραγουδιστής, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και εκφωνητής ραδιοφώνου Γιώργος Οικονομίδης, δεν είναι ανακάλυψη του Αττίκ, καθώς συνεργάστηκε μαζί του μετά το κλείσιμο του θεάτρου του Αττίκ, όταν εκείνος εμφανίστηκε στο βαριετέ «Πεύκα» στο «Ζάππειο Μέγαρο», όπου συνεργάστηκε με τον Οικονομίδη. Ανάμεσα στους συνεργάτες του Αττίκ ήταν ο Μίμης Γιαννουκάκης, ο εθνικιστής συγγραφέας, δημοσιογράφος και σεναριογράφος Αλέκος Σακελλάριος που έπαιζε και φυσαρμόνικα με την... μύτη κι έλεγε τα πιο πικάντικα ανέκδοτα, οι ποιητές Κώστας Κοκόροβιτς, Κώστας Κοφινιώτης, η Μαριάννα Αννίνου, οι συγγραφείς Δημήτρης Μπόγρης, Γ. Ασημακόπουλος και άλλοι.

Ο ίδιος ο Κλέων Τριανταφύλλου περιέγραφε την «Μάντρα» του κι έγραψε: «Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά κα αρκετή πρωτοπορία. Ένα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους 6-7 μέτρων και δίπλα η αυλόπορτα είσοδος. Στο δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. 'Ενα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι στο δεύτερο πάτωμα. Στην είσοδο γλάστρες με φυτεμένα…μακαρόνια. Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με μια σαρδέλα αντί πουλιού, μαρτυρούσε την εκ μητρός καταγωγή μου και μην ξεχνάτε ότι οι Τσιριγώτες έβαλαν την σαρδέλα στο κλουβί να τραγουδήσει. Στο μπαλκόνι ακουμπισμένος με το αριστερό χέρι στα κάγκελα, σκυφτός προς τα έξω ένας Αττίκ με αγγελικό χαμόγελο να κάνει με το δεξί χέρι μια χειρονομία υποδοχής. Αυτός ο Αττίκ ήταν αντρείκελο σε φυσικό μέγεθος, έργο γνωστού γλύπτου, μοναδικού σε τέτοιες δύσκολες εργασίες. Του φορούσαμε απαράλλαχτα τα δικά μου ρούχα, που είχα τότε καθιερώσει, άσπρο πουκάμισο, άσπρα παπούτσια και κάλτσες και τα λοιπά, ήταν όλα τόσο επιτυχημένα - που πολλοί γελιόντουσαν και μου φώναζαν από κάτω - πηγαίνοντας στο ταμείο: Αττίκ πές να μας δώσουν καλές θέσεις! Τέτοιος καλλιτέχνης ήταν ο γλύπτης Φώσκολος. Εννοείται ότι κάθε βράδυ το ανδρείκελό μου έμπαινε μέσα, αλλιώς η μαρίδα της γειτονιάς θα το ετάραζε στις πετριές και θα μου έσπαζε το κεφάλι, που επλήρωσα τότε στο Φώσκολο πέντε χιλιάδες δραχμές. Θα σκεφθείτε ίσως: Τι να κοστίζει άραγε το αληθινό; Απαντώ -Πολύ λιγότερα».

Ο Αττίκ έχτισε ένα σπίτι στα Πατήσια με την αποζημίωση που πήρε από τον Κάνμαν ο οποίος του είχε κλέψει την εισαγωγή από το τραγούδι του «Αν βγουν αλήθεια» και έγραψε την «Πριγκίπισσα του ιπποδρομίου» και πήρε εκείνη την εποχή 470.000 δραχμές. Στην περίοδο της Κατοχής ο Αττίκ αναγκάστηκε να υποθηκεύσει το σπίτι του και να πουλήσει προσωπικά αντικείμενα αξίας για να επιβιώσει, όμως δεν σταμάτησε να δημιουργεί. Το 1943 εμφανίστηκε στο «Αλκαζάρ» και στα «Παναθήναια».

Εργογραφία

Ο Αττίκ καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι ο πρώτος μεγάλος συνθέτης στον χώρο του νεοελληνικού τραγουδιού και ταυτόχρονα ο «πατέρας» της νεοελληνικής μπαλάντας. Αγαπούσε την μουσική του Τζιάκομο Πουτσίνι. Τα τραγούδια του είναι ευρωπαϊκά και δεν έχουν σχέση με την παραδοσιακή Ελληνική μουσική παράδοση. Ήταν ιδιαίτερος και χαρισματικός μουσικός και οι φόρμες που συνέθετε ήταν διανθισμένες με σπάνιες μελωδίες και άρτια επεξεργασμένα μουσικά θέματα. Οι στίχοι του ήταν απολύτως Ελληνικοί, λυρικοί, μελαγχολικοί και ερωτικοί, ξεχειλίζουν από ένα έντονο συναισθηματισμό κι εκφράζουν την αγάπη και το ρομαντισμό της ευαίσθητης ψυχής του, συνθέτοντας με χειρουργική ακρίβεια ευαίσθητες συναισθηματικές καταστάσεις και αποκαλύπτοντας το εξαίρετο στιχουργικό του ταλέντο, διδάσκοντας ταυτόχρονα με τα άψογα ελληνικά τους ήθος και ευπρέπεια. Στην πλειονότητά τους, τα τραγούδια του είναι ερωτικά και η γυναίκα παίζει καθοριστικό ρόλο στο σύνολο των στίχων του.

Σαν καλλιτέχνης υπήρξε τελειομανής και λεπτολόγος. Είναι ο πρώτος καλλιτέχνης στην Ελλάδα που έπαιξε πιάνο, έγραψε στίχους και μουσική κι ερμήνευσε ο ίδιος πολλές φορές τα κομμάτια του. Υπήρξε προσωπικότητα έντονη και πολυδιάστατη, έως και αντιφατική. Ο Αττίκ έζησε πολλές χαρές και λύπες. Οικογένεια, παιδί, χρήματα, όλα τα απόκτησε κι όλα τα έχασε. Μετουσίωσε τον πόνο και τη χαρά του σε τραγούδια, κάποια από αυτά πλήρως αυτοβιογραφικά. Ήταν πάντα εκρηκτικός στις σχέσεις του, παθιασμένος και εξωστρεφής, απλός, ανιδιοτελής και με ειλικρινή αισθήματα, ευπατρίδης και συγχρόνως αντικομφορμιστής, ελεύθερος και μανιώδης κυνηγός.

Γαλλικά τραγούδια

Το πρώτο γαλλικό τραγούδι του Αττίκ ονομάζεται

  • «Malgré tout» («Παρόλα αυτά»). Το φθινόπωρο του 2013 ο Γιώργος Χριστοδούλου, ανακάλυψε την πρώτη παρτιτούρα του Αττίκ στο Παρίσι.

Έγραψε ακόμη πλήθος έργων, όπερες, οπερέτες, επιθεωρήσεις και τραγούδια με γαλλικούς στίχους. Μεταξύ τους τα:

  • «Lorsque»,
  • «Nocturne»,
  • «Sanglots»,
  • «La dernière lettre»,
  • «Ne fallait pas», τα οποία υπογράφει ως «Cléon Triandafyl».

Ελληνικά τραγούδια

Τα ελληνικά τραγούδια του Αττίκ είναι 105, όπως αναφέρει ο ίδιος και γράφτηκαν την περίοδο από το 1901 έως και το 1944. Πρωταγωνιστές των τραγουδιών του είναι τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός του, τα γεγονότα της ίδιας του της ζωής. Η οικογένεια και ειδικά η μητέρα του υπήρξαν μεγάλη πηγή εμπνεύσεως, όπως άλλωστε και οι έρωτές του. Πολλά από τα τραγούδια του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, όπως είναι τα:

  • «Ζητάτε να σας πω»,
  • «Είδα μάτια»,
  • «Από μέσα πεθαμένος»
  • «Αν βγουν αλήθεια»
  • «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά»,
  • «Τα καημένα τα νιάτα»,
  • «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες»
  • «Τα τελευταία γιασεμιά», γραμμένο για την ταινία «Της μια δραχμής τα γιασεμιά» του Ανδρέα Λαμπρινού
  • «Παπαρούνα»,
  • «Έρημος, βαρύς και μόνος»,
  • «Κι όμως»,
  • «Ας αλλάξουμ’ ομιλία»,
  • «Μη ζηλεύεις»
  • «Τόσοι σου ’παν σ’ αγαπώ»
  • «Τ’ αποκριάτικα φιλάκια»
  • «Στυμμένο σταφύλι»
  • «Θαρρώ»
  • «Χωρισμός»
  • «Χαβάγια»
  • «Μην κλαις»
  • «Τ’ όνομά σου»
  • «Σ’ αγαπώ»
  • «Τα νιάτα»
  • «Ακόμη ένα ταγκό»
  • «Χωρίς φιλί»
  • «Τι περίφημος καιρός»
  • «Τζένη τι σου συμβαίνει;»
  • «Κάνε την πάπια!»
  • «Ο διαβάτης της ζωής»
  • «Φαληράκι»
  • «Εκείνο το ταγκό»
  • «Ποιος σου πε να ’χεις»
  • «Η σερενάτα της μοδιστρούλας»,
  • «Όταν σημάν’ η ώρα»
  • «Καινούργιο τραγούδι»
  • «Το δάκρυ το πικρότερο»
  • «Και τι μ’ αυτό»,
  • «Να ζει κανείς ή να μη ζει»,
  • «Όταν μι’ αγάπη»,
  • «Κι αν μετανιώσουμε»,
  • «Κάθε αγάπη»
  • «Γιατί μεθώ»,
  • «Ο Δημητράκης»,
  • «Η Μετανοιωμένη», που έγραψε για τον Ελευθέριο Βενιζέλο (υπήρξε φανατικός βενιζελικός).
  • «Χωρίς εσένα το μυαλό μου αργεί», γραμμένο για τον θάνατο της μητέρας του,
  • «Το δάκρυ το πικρότερo»,
  • «Άδικα πήγαν τα νιάτα μου» για την ταινία «Τα Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα,
  • «Τ’ οργανάκι», από το οποίο εμπνεύστηκε ο Φρίξος Ηλιάδης την ομώνυμη ταινία,
  • «Το χρήμα».

Επιθεωρήσεις

Έγραψε μουσική για πολλές επιθεωρήσεις, όπως

  • «Ο Κινηματογράφος», το 1910, του Πολύβιου Δημητρακόπουλου,
  • «Τι είναι ο έρως», το 1914-15, του Θεόδωρου Σιναδινού,
  • «Νέλλη» του Βασίλειου Βεκιαρέλλη,
  • «Βελουδένια» του Αιμίλιου Δραγάτση,
  • «Το Τρελό σχολείο», το καλοκαίρι του 1924,
  • «Paris-Psiri», το καλοκαίρι του 1926,
  • «Λεμονάδικα και Λιποθυμία»,
  • «Μπλόφες»,
  • «Αφροδίτη της Μήλου»,
  • «Ο Κουμπάρος».

Κινηματογράφος

Ο Αττίκ πρωταγωνίστησε στην ταινία

  • «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, η πρώτη ταινία του Τζαβέλλα που γυρίστηκε το 1944, λίγο πριν πεθάνει ο Αττίκ. Πρόκειται για μια σχεδόν αυτοβιογραφική ταινία, στην οποία ο Αττίκ πρωταγωνιστεί και γράφει τη μουσική –εδώ ακούγεται και το «Χωρίς εσένα», το τελευταίο του τραγούδι– ενώ δίπλα στον ηλικιωμένο Αττίκ βλέπουμε το Δημήτρη Χορν και τη Ζινέτ Λακάζ. Η ταινία σώζεται κι έχει προβληθεί κατ' επανάληψη από την Ελληνική τηλεόραση.

Το τέλος του

Η ψυχική ηρεμία του Αττίκ κλονίστηκε κι είχε περιπέσει σε κατάθλιψη, καθώς η Ρωσίδα σύζυγος του αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχτεί ως κόρη της την μικρή Κοστέλλα, που ο Αττίκ ήθλε να υιοθετήσει, επιδιώκοντας να ανασυστήσει το οικογενειακό περιβάλλον που είχε στερηθεί, ενώ αντέδρασε με έντονο τρόπο στην βούλησή του να την συμπεριλάβει στην διαθήκη του. Ο Αττίκ είχε φέρει στην Αθήνα την τότε εννιάχρονη Κοστέλλα, γυρνώντας από κυνήγι στη Σαμοθράκη. Την ίδια εποχή, λίγο πριν το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, η Αττίκ ξεμυαλίστηκε με την Λουίζα Ποζέλλι, μια ταλαντούχο τραγουδίστρια διαβολάκι ιταλικής καταγωγής, που με την κήρυξη του πολέμου απελάθηκε στην Ιταλία, μαζί με τον γνωστό κωμικό, τον Φραγκίσκο Μανέλλη. Η Ποζέλλι απετέλεσε την τελευταία ανακάλυψη του Αττίκ, ένα παιδί-θαύμα, Ελληνικό αντίγραφο της Σίρλεϋ Τέμπλ, που εγκατέλειψε τον Αττίκ δελεασμένη από την οικονομική προσφορά του Αλέκου Σακελλάριου. Το 1940 πέθανε και η η Εριθέλγη Ραπτάκη, η μητέρα του Αττίκ.

Επηρεασμένος από όλα αυτά, ο Αττίκ είχε καταλήξει, καιρό πριν το θάνατο του, να λαμβάνει ηρεμιστικά Βερονάλ, [Veronal], για να κοιμηθεί. Τον Αύγουστο του 1944 συνέταξε τη διαθήκη του. Στις 28 Αυγούστου, ενώ η Ελλάδα βρισκόταν ακόμη υπό γερμανική κατοχή, ο Αττίκ προχωρώντας με το ποδήλατο του στο δρόμο, λέγεται ότι έπεσε πάνω σε ένα Γερμανό Αξιωματικό, ο οποίος οργισμένος άρχισε να ξυλοκοπεί. Ο Αττίκ επέστρεψε αιμόφυρτος στο σπίτι του. Εκείνη τη νύχτα, μετά το συμβάν, ο Αττίκ πήρε υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών, η οποία προκάλεσε το θάνατο του, καθώς στα υπόλοιπα του χαμομηλιού που είχε παραγγείλει εντοπίστηκε υπερβολική δόση από το υπνωτικό βερονάλ. Η ιατροδικαστική έκθεση αποδίδει τον θάνατο του σε λάθος δοσολογίας, όμως η Δανάη Στρατηγοπούλου είναι πεπεισμένη ότι πρόκειται για αυτοκτονία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι