Λίντιο Τσιπριάνι

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λίντιο Τσιπριάνι [Lidio Cipriani], Ιταλός εθνικιστής, εξερευνητής και Πανεπιστημιακός καθηγητής της Ανθρωπολογίας και της Εθνολογίας, ένας από τους πρώτους φυσιοδίφες-ηθολόγους, που υπήρκε από τους τελευταίους εκπρόσωπους της ανθρωπολογικής σχολής της Φλωρεντίας και εφάρμοσε το όραμα της όπως το εμπνεύστηκε ο Paolo Mantegazza [1], ο θεμελιωτής αυτής της επιστήμης στην Ιταλία, γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1892 στην πόλη Bagno a Ripoli στην περιοχή της Τοσκάνης και πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1962 στη Φλωρεντία, από καρκίνο του στομάχου.

Τον Οκτώβριο του 1940 παντρεύτηκε την κοντέσσα Ada Maria Marenzi-Cipriani, με την οποία έζησε ως τις 8 Νοεμβρίου του 1948 και το θάνατο της.

Lidio Cipriani

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Καίσαρας Τσιπριάνι [Cesare Cipriani] και μητέρα του η Pia Nannelli. Ο Λίντιο έδειξε από παιδί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα φυσικά φαινόμενα και τα έμβια όντα και διέθετε σημαντικό μέρος του χρόνου τουπαρατηρώντας τη ζωή και τη συμπεριφορά των πουλιών και των εντόμων στους λόφους γύρω από τη Φλωρεντία και στην ευρύτερη περιοχή της Τοσκάνης.

Σπουδές

Ο Λίντο μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων της βασικής εκπαιδεύσεως παρακολούθησε μαθήματα στο σχολείο «San Carlo» της Φλωρεντίας από το οποίο αποφοίτησε το 1907, ενώ στη συνέχεια ως το 1910, παρακολούθησε μαθήματα στο Βασιλικό σχολείο Αρρένων «G. Capponi» και απέκτησε άδεια δασκάλου για τη βασική εκπαίδευση. Εργάστηκε στην αγροτική σχολή στο Fucecchio, σε σχολεία στο Galluzzo και στη Φλωρεντία και από τις 24 Νοεμβρίου 1915 έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1919, υπηρέτησε ως εθελοντής τη στρατιωτική του θητεία, στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου πολέμου. Στις 10 Ιανουαρίου του 1920 απέκτησε πτυχίο από τη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Βασιλικού Ινστιτούτου Μελετών της Φλωρεντίας, στην οποία παρακολούθησε το πρώτο έτος την περίοδο 1912-1913 και το δεύτερο έτος το διάστημα 1918-1919, ενώ υπηρετούσε στο στρατό.

Στη συνέχεια φοίτησε στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας από το οποίο αποφοίτησε με άριστα στις Φυσικές επιστήμες στις 20 Ιανουαρίου του 1923, με την καθοδήγηση του Aldobrandino Mochi, ο οποίος ήταν διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Ανθρωπολογίας και Εθνολογίας της Φλωρεντίας. Η διατριβή του που είχε θέμα την ανθρώπινη επιγονατίδα, δημοσιεύθηκε εν μέρει στα «Αρχεία για την ανθρωπολογία και την εθνολογία». Τον Φεβρουάριο του 1923 διορίστηκε βοηθός στο Εθνικό Μουσείο της Ανθρωπολογίας και Εθνολογίας της Φλωρεντίας, το 1924 ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Laboratoire d' Anthropologie του Musee d'Histoire Naturelle στο Παρίσι και το 1925 αποφοίτησε από το Βασιλικό Κολέγιο Χειρουργών στο University College του Λονδίνου. Το 1926 ανακηρύχθηκε λέκτορας της Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και την ίδια χρονιά έγινε βοηθός στο Ινστιτούτο και το Εθνικό Μουσείο της Ανθρωπολογίας και Εθνολογίας της Φλωρεντίας.

Εθνολογική δράση

Τον Μάρτιο του 1927 ο Λίντιο ταξίδεψε στη Νότια Αφρική ως μέλος μιας αποστολής, που διοργανώθηκε από τον Attilio Gatti, και έως το Νοέμβριο 1927, ασχολήθηκε με μια σειρά γεωλογικών παρατηρήσεως σχετικά με τις θαλάσσιες αναβαθμίδες και τις τεταρτογενείς αποθέσεις της ανατολικής ακτής της Αφρικής. Το ταξίδι αυτό ήταν το πρώτο μιας σειράς από αποστολές που ακολούθησαν τα χρόνια από το 1928 έως το 1939. Από τις 17 έως τις 22 Σεπτεμβρίου 1928 ταξίδεψε στη στη Νέα Υόρκη, όπου συμμετείχε σε συνέδριο της Americanists International, και εκλέχθηκε πρόεδρος του τμήματος φυσικής ανθρωπολογίας. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους επέστρεψε στην Αφρική, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάιο του 1930, φτάνοντας ως τη Τζέντα, το Τζιμπουτί, το Άντεν, τη χερσόνησο Hafun, το Μογκαντίσου, το Κισμάγιο, τη Μομπάσα, το Dar-es-Salaam και το βόρειο τμήμα της Ροδεσίας, όπου έκανε μια ενδιαφέρουσα μελέτη φυσικής ανθρωπολογίας.

Το 1928 επέστρεψε για ένα μήνα στην Ιταλία και επανήλθε στην Αφρική ως επικεφαλής μιας αποστολής που είχε ως στόχο την έρευνα για τους Βρουσμάνους. Από το Σεπτέμβριο μέχρι το Δεκέμβριο του 1932 πραγματοποίησε την πρώτη επιστημονική έρευνα για την ανθρωπολογική και εθνογραφική μελέτη της φυλής Τουαρέγκ και τη μελέτη της προϊστορίας της Αφρικανικής Σαχάρας. Συμμετείχε επίσης σε μια δεύτερη αποστολή στα ίδια εδάφη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου του 1933. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 1934 και Ιανουαρίου του 1935 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στη νοτιοδυτική Ασία, και για κάποιο χρονικό διάστημα, διέμεινε στη νότια Ινδία και στο νησί της Κεϋλάνης. Τον Οκτώβριο του 1935 ο Ιταλός βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ' τον ονόμασε Ιππότη του Τάγματος του Αστέρος της αποικιακής Ιταλίας για τα επιστημονικά επιτεύγματα του.

Το Μάιο του 1936 ταξίδεψε στη Σομαλία και τον Ιανουάριο του 1937 στην κατεχόμενη από τους Ιταλούς Ανατολική Αφρική, σε μια αποστολή που οργανώθηκε από την Ιταλική Βασιλική ακαδημία και ήταν υπό την ηγεσία του Giotto Dainelli [2], όπου μελέτησε τους πληθυσμούς της Τάνα [Αμχάρα, Falashas]. Ο Τσιπριάνι εκλέχθηκε πρύτανης του Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας στη Φλωρεντία και μ' αυτή του την ιδιότητα το 1938, συνυπέγραψε το «Manifesto della Razza» [3], από κοινού με άλλους δέκα επιστήμονες, το οποίο συκοφαντήθηκε κι έμεινε γνωστό ως «Προκήρυξη των ρατσιστών επιστημόνων» ή «Προκήρυξη του ιταλικού ρατσισμού». Το κείμενο, στο οποίο προβλήθηκε η βιολογική διάσταση της θεωρίας του Φυλετισμού και υποστηρίχθηκε η ύπαρξη μιας ανόθευτης ιταλικής ράτσας απορρίπτοντας οτιδήποτε εμπεριέχει το ιταλικό εβραϊκό στοιχείο, δημοσιεύθηκε αρχικά στις 14 Ιουλίου 1938 και το όνομα του εμφανίζεται στη λίστα των μελετητών που αναφέρονται ως υπογράφοντες το Μανιφέστο, η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 25 Ιουλίου του ίδιου χρόνου μέσω της εφημερίδος «Giornale d' Italia». Στη συνέχεια το Μανιφέστο δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου 1938 στο Ιταλικό περιοδικό «La difesa della razza».

Από τον Δεκέμβριο του 1938 έως τον Απρίλιο του 1939, στη διάρκεια μιας δεύτερης αποστολής στην Ανατολική Αφρική μελέτησε τους πληθυσμούς των Galla και Sidarna. Το 1939, διορίστηκε διευθυντής του Μουσείου Ανθρωπολογίας στη Φλωρεντία, όμως τον Ιούνιο του 1940 απομακρύνθηκε από τη θέση του διευθυντή και απαλλάχθηκε από κάθε ακαδημαϊκή υποχρέωση μετά την παρέμβαση του υπουργού Bottai, με την κατηγορία ότι εκποίησε ευρήματα που συλλέγονταν σε επιστημονικές αποστολές που πραγματοποιούνταν με δημόσιες επιδοτήσεις. Τα έτη από το 1940 έως το 1942, εξασφάλιζε τα αναγκαία για την επιβίωση του μόνο από τις συνεργασίες του με εφημερίδες, περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες, καθώς και από τα έσοδα που προέρχονταν από τις πωλήσεις των βιβλίων του, ενώ το 1941 ήταν ένας από τους συγγραφείς του έργου «Οι φυλές και οι λαοί της γης» σε επιμέλεια του Renato Biasutti, για το οποίο συνέγραψε έξι κεφάλαια, με αναφορές στις αφρικανικές φυλές που επισκέφθηκε. Τον Μάιο του 1942, ανεκλήθη στον Ιταλικό στρατό με τον βαθμό του Ταγματάρχη και τοποθετήθηκε στη Μεραρχία «Σιένα» στην Κρήτη.

«La difesa della razza»

Το περιοδικό «La difesa della razza» εκδόθηκε στις 5 Αυγούστου του 1938 και ανάμεσα στους συντάκτες της εκδόσεως, εκτός από τον Τελέσιο Ιντερλάντι, βετεράνο φασίστα δημοσιογράφο, υπήρχαν τρεις καθηγητές του Πανεπιστημίου της Ρώμης, ο Γκουίντι Λάντρα, ανθρωπολόγος, ο Μαρτσέλο Ρίτσι, ζωολόγος, ο Λίνο Μπουσίνκο, παθολόγος, καθώς και ο καθηγητής Λίντιο Τσιπριάνι, ο πιο διάσημος της ομάδας, διευθυντής του Εθνικού Μουσείου Ανθρωπολογίας και Εθνολογίας της Φλωρεντίας. Αργότερα, από το τρίτο τεύχος και μετά, μπήκε στη συντακτική ομάδα και ο Λεόνε Φράντσι, παιδίατρος στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου. Από το 1942, εργάστηκε ως αρχισυντάκτης στο περιοδικό ο Τζόρτζιο Αλμιράντε, μετέπειτα συνιδρυτής και ηγέτης του M.S.I. του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος. Το περιοδικό, που προωθούσε τις ρατσιστικές θέσεις του Ιταλικού καθεστώτος, πωλούνταν μια λίρα και η κυκλοφορία των πρώτων τεσσάρων τευχών έφτανε τα 130.000 με 150.000 αντίτυπα. Διαφήμιζε τρεις από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ιταλίας, την Banca Commerciale Italiana, την Credito Italiano, και την Banco di Sicilia, δύο ασφαλιστικές εταιρίες, τη Riunione Adriatica di Sicurtà, και την Istituto Nazionale delle Assicurazione και δύο βιομηχανικές φίρμες, τη Società E. Breda, και την Officine Villar Perosa.

Το πρώτο τεύχος του περιοδικού, που εμφανίστηκε στις 5 Αυγούστου του 1938, όπως και τα δύο επόμενα, είχαν εξώφυλλο που απεικόνιζε μια ρωμαϊκή προτομή, κατά τους εκδότες ύψιστη έκφραση του ανθρώπου, χωρισμένο από ένα ατσάλινο σπαθί από μια γαμψομύτικη καρικατούρα Εβραίου του 3ο αιώνα μ.Χ. και μια λαμπερή και χαντροστολισμένη Αφρικανή γυναίκα από την Αιθιοπία με νεγροειδή χαρακτηριστικά. Αυτή η φωτογραφική σύνθεση, αντιπροσωπευτική του ρατσιστικού χαρακτήρα του περιοδικού, έγινε το επίσημο έμβλημά του, και αναπαράχθηκε πολλές φορές στις σελίδες των επόμενων φύλλων. Αμέσως μετά την έκδοση του πρώτου τεύχους ο Μουσολίνι δέχτηκε τον Ιντερλάντι στο γραφείο του. Σ' αυτή τη συνάντηση που έλαβε χώρα μεταξύ 5ης και 7ης Αυγούστου, ο Ντούτσε λέγεται ότι εξέφρασε την ικανοποίησή του για την έκδοση κι έδωσε κατευθύνσεις για τη μελλοντική εξέλιξη του εγχειρήματος.

Μελέτες στην Κρήτη

Στην Κρήτη πραγματοποίησε πολυάριθμες ανθρωπολογικές έρευνες και συνέλεξε χιλιάδες ανθρωπομετρικά δεδομένα από όλες τις περιοχές της. Το καλοκαίρι του 1942, περιδιάβηκε το νησί και πραγματοποίησε μετρήσεις σε 2.375 πολίτες και των δύο φύλων, τους περισσότερους από τους οποίους φωτογράφισε. Παράλληλα κατέγραψε και απαθανάτισε δραστηριότητες και εργασίες, τελετές και συνήθειες του πληθυσμού, σπίτια, τοπία, την χλωρίδα και την πανίδα, αρχαιολογικούς χώρους και όψεις του μακραίωνου αγροτικού πολιτισμού της, ένα ολοκληρωμένο πανόραμα της Κρήτης του 1942, την περίοδο της κατοχής. Οι φωτογραφίες που τράβηξε αποτελούν το τελευταίο φωτογραφικό ντοκουμέντο για πρόσωπα που είτε πέθαναν λίγο αργότερα είτε εκτελέστηκαν από τους κατακτητές.

Τον Μάιο του 1943 δημοσίευσε στη Φλωρεντία τη μελέτη του

  • «Η Κρήτη και η μεσογειακή προέλευση του πολιτισμού», στο οποίο συμπεριέλαβε λιγότερο από το ένα εικοστό του συνολικού φωτογραφικού υλικού που είχε τραβήξει.

Ο Τσιπριάνι ταξίδεψε ως τη Γαύδο, όπου απαθανάτισε το Καστρί και το Σαρακίνικο, σε 67 πολύτιμες για την ιστορία του νησιού φωτογραφίες, στο οποίο ελάχιστοι φωτογράφοι είχαν φτάσει μέχρι τότε και όλοι τους ήταν μέλη των στρατευμάτων κατοχής. Κατηγορήθηκε ότι σκοπός της μελέτης του στην Κρήτη ηταν να αποδειξει τη φυλετικη καθαροτητα και την λιβυκη προελευση των κατοίκων του νησιού, ώστε να εξυπηρετηθούν οι Ιταλικές βλέψεις στη Βόρεια Αφρική. Ο Τσιπριάνι επέστρεψε στην Κρήτη το 1962, όπου συμμετείχε με ανακοίνωση στο Κρητολογικό Συνέδριο που διοργανώθηκε εκείνο το έτος.

Μεταπολεμικά

Ο Τισπριάνι στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Γερμανούς και παρέμεινε στην Κρήτη, όπου χρησιμοποιήθηκε ως διερμηνέας μέχρι τον Οκτώβριο του 1944, που επαναπατρίστηκε και επέστρεψε στη Βερόνα. Τον Μάιο του 1945 επέστρεψε στη γενέτειρα του και στις 7 Ιουνίου του ίδιου χρόνου συνελήφθη στη Φλωρεντία. Στη συνέχεια οδηγήθηκε στη φυλακή San Vittore στο Μιλάνο, όπου παρέμεινε επί επτά μήνες, με την κατηγορία ότι υπήρξε ένας από τους συντάκτες και όσους υπέγραψαν το «Μανιφέστο του Αγώνα», όμως η παραπομπή του σε δίκη ματαιώθηκε και ο δικαστής αποφάσισε να μην ασκηθεί δίωξη εναντίον του. Την περίοδο που ακολούθησε την αποφυλάκιση του τους πρώτους μήνες του 1946 έως το 1948, ο Λίντο έζησε στο πατρικό του σπίτι στο Βιαρέτζιο [Viareggio], καθώς το σπίτι του στη Φλωρεντία καταστράφηκε από βομβαρδισμούς στη διάρκεια του πολέμου. Εκεί ασχολήθηκε με την επανάληψη της μελέτης των ζώων και τη συμπεριφορά τους, όμως το Νοέμβριο του 1948 μετά το θάνατο της συζύγου του επέστρεψε στη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκε σε σπίτι στα περίχωρα της πόλεως.

Το 1949, η Ινδική κυβέρνηση αποφάσισε να οργανώσει αποστολές στο αρχιπέλαγος των νησιών Ανταμάν στον ανατολικό Ινδικό Ωκεανό, προκειμένου να μελετήσει τον τοπικό πληθυσμό. Ο Τσιπριάνι ήταν από καιρό σε επαφή με Ινδούς ανθρωπολόγους που τον γνώριζαν και στους οποίους ήταν αγαπητός για τις έρευνες του. Εκείνοι του πρότειναν να αναλάβει ως σύμβουλος σε θέματα σχετικά με την επιστημονική του κατάρτιση, απόδειξη της διεθνούς φήμης που είχε ως εθνολόγος-ανθρωπολόγος και ο Τσιπριάνι αποδέχθηκε την πρόταση και τον Οκτώβριο τυ 1949 ταξίδεψε στη χώρα της Ασίας. Την περίοδο από το 1951 μέχρι το 1954 πραγματοποίησε ανθρωπολογικές εξερευνήσεις στα νησιά Andaman, όπου το 1952, στη διάρκεια μιας ανασκαφής στη μεγάλη Andaman, ανακάλυψε έναν αρχαίο οικισμό και ευρήματα που μαρτυρούν αδιάλειπτη παρουσία του ιθαγενούς πληθυσμού επί χιλιάδες χρόνια. Ως το 1954 επέστρεψε κάποιες φορές στην Ευρώπη προκειμένου να συμμετάσχει σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Το 1955 επέστρεψε οριστικά στην Ιταλία κι έκτοτε έζησε στο σπίτι του στη Φλωρεντία, με διάλλειμα την περίοδο από τον Αύγουστο του 1956 έως τον Μάρτιο του 1957, όταν επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη φιλοξενούμενος του Nicola Brunori, ενός πολύ γνωστού ψυχολόγου, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του γράφοντας και διαβάζοντας.

Ύστερα χρόνια

Ο Τσιπριάνι έδινε συχνά διαλέξεις σχετικές με τα ταξίδια, τις μελέτες και τα συμπεράσματα τους. Δίδαξε σε Πανεπιστήμια στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, την Ελβετία, την Αγγλία, τη Γαλλία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία, όπου τιμήθηκε με το μετάλλιο «Hrdlička» για τις ανθρωπολογικές του έρευνες. Στην Ιταλία οι δραστηριότητες, οι διαλέξεις και οι δημόσιες εμφανίσεις του παρεμποδίζονταν από τους αριστερούς, που επέκριναν τον Τσιπριάνι για το παρελθόν του και τους δεσμούς του με το Ιταλικό εθνικιστικό καθεστώς. Παρ’ όλες τις διώξεις σε βάρος του ο Τσιπριάνι παρέμεινε επιστημονικά ενεργός και ερευνητής ως ότου τον πρόδωσαν οι δυνάμεις του.

Ο θάνατος του

Τον Νοέμβριο του 1961 αισθάνθηκε ιδιαίτερα εξασθενημένος και μετά από ιατρικές εξετάσεις υποβλήθηκε σε εγχείρηση στο στομάχι. Τα τελευταία του γραπτά έχουν ημερομηνία την 2α Αυγούστου του 1962. Πέθανε σχεδόν δύο μήνες αργότερα, στις 8 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, αποτέλεσμα μιας δεύτερης χειρουργικής επεμβάσεως. Στον τάφο του είναι χαραγμένες οι λέξεις «Ταξιδιώτης-Φυσιολάτρης», οι οποίες συνοψίζουν το νόημα ολόκληρης της ζωής του.

Ιδεολογικές απόψεις

Υποστήριξε τις απόψεις του Ιταλικού Φασιστικού κόμματος και ως φοιτητής της φυσικής ανθρωπολογίας και εθνολογίας, εντάχθηκε το φασιστικό κόμμα. Το 1931 δημοσιοποίησε τις απόψεις του για το φυλετισμό, ενώ υποστήριξε τις δραστηριότητες του καθεστώτος. Τα ταξίδια του στην Αφρικανική ήπειρο, οι παρατηρήσεις και οι μελέτες του για τους λαούς της Αφρικής, του δημιούργησαν την ακλόνητη πεποίθηση για τη διανοητική κατωτερότητα αυτών των λαών, αλλά και τη βεβαιότητα ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη οι Ευρωπαϊκοί λαοί να ταξιδέψουν στην Αφρική, ώστε να αξιοποιήσουν τους τεράστιους φυσικούς πόρους της. Οι απόψεις του Τσιπριάνι προσέλκυσαν την προσοχή του Ιταλικού καθεστώτος, το οποίο εκείνα τα χρόνια ασχολήθηκε με την κατάκτηση της Αιθιοπίας. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία τα πρώτα χρόνια της επικρατήσεως του Μπενίτο Μουσολίνι και του Ιταλικού φασιστικού καθεστώτος.

Ο Τσιπριάνι υπήρξε συνειδητός εθνικιστής, επίλεκτο μέλος των φυλετιστών επιστημόνων, αλλά και μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της ιταλικής ανθρωπολογίας. Μέσα από τις τεχνικές της ανθρωπομετρίας και της κρανιομετρίας, επιχείρησε να τεκμηριώσει τα ανθρωπολογικά στερεότυπα που συνάδουν στην άρια φυλή κι έμεινε πιστός στις εθνικιστικές του ιδέες ως το τέλος, αν και τόσο ο ίδιος όσο και το έργο του έγιναν αντικείμενα αμφιλεγόμενων εκτιμήσεων και έντονα αρνητικών κριτικών.

Στα χρόνια που ακολούθησαν αποδείχθηκε εύστοχο το ενδιαφέρον του για τη διεθνή ανθρωπολογία και οι έρευνες του σε διάφορες ηπείρους περιέγραψαν και τεκμηρίωσαν στοιχεία για τις ζωές πληθυσμών που στις μέρες μας απειλούνται με εξαφάνιση. Πληθυσμοί όπως οι Βουσμάνοι της νότιας Αφρικής, οι Mbuti των Πυγμαίων του Κονγκό, οι Veddas στη Σρι Λάνκα, οι Toda στη νότια Ινδία έγιναν γνωστοί αυτοί και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, χάρη στις επιστημονικές αποστολές και εξερευνήσεις του Τσιπριάνι, που πήρε δεκάδες χιλιάδες φωτογραφίες και περιέγραψε αναλυτικά τα ήθη και τα έθιμα ανθρώπινων ομάδων που βρίσκονται στο χείλος της εξαφανίσεως. Τα τεκμήρια που διέσωσε, αποτελούν σε αρκετές περιπτώσεις, μια από τις ελάχιστες πηγές ανθρωπολογικών και εθνολογικών χαρακτηριστικών για πληθυσμιακές ομάδες που στις μέρες μας απειλούνται με εξαφάνιση.

Εργογραφία

Εξερεύνησε μεγάλο μέρος του νότιου ημισφαιρίου της γης, τη Νότιο Αφρική, την Αβησσυνία, την Ινδία, αλλά και την περιοχή των Καρπαθίων. Πολλά από τα δημοσιεύματα του είναι αφιερωμένα σε ζητήματα σχετικά με τις ανθρώπινες φυλές και την ιεράρχηση τους. Διακρίθηκε για το επίπεδο, την αξία και την επιστημονική σημασία των πολλαπλών ανθρωπολογικών ερευνών που πραγματοποίησε σε διάφορες ηπείρους και είναι ιδιαίτερη η συμβολή του στην επιστημονική γνώση των αφρικανικών και ασιατικών πληθυσμών.

Στη διάρκεια των δεκάδων επιστημονικών αποστολών στις οποίες συμμετείχε, συνέλεξε εντυπωσιακό αριθμό στοιχείων, αποτύπωσε χιλιάδες φωτογραφίες, συνέλεξε εθνογραφικά αντικείμενα και περιέγραψε τα ήθη και τα έθιμα των πληθυσμών που μελέτησε. Ορισμένες από τις μελέτες του εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς σε ανθρωπολογικές, βιολογικές και εθνολογικές έρευνες. Ήταν ιδιοφυής φωτογράφος και πολλοί Ιταλοί επιστήμονες έχουν επωφεληθεί από την τεράστια φωτογραφική παραγωγή του. Ο Τσιπριάνι κατείχε περισσότερες από 30 χιλιάδες αρνητικά φωτογραφικών φιλμ που αποτελούν το φωτογραφικό τμήμα του αρχείου του και που καλύπτουν το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1927 έως το 1961.

Συγγραφικό έργο

Ήδη από το 1931, έγραψε και δημοσίευσε περισσότερα από τριακόσια άρθρα και μελέτες με θέματα ανθρωπολογίας και εθνολογίας σε επιστημονικά περιοδικά όπως τα «l'Archivio per l'antropologia e l'etnologia», «la Rivista di biologia», «L'Universo», «l'Azionecoloniale» και στις δημοφιλέστερες Ιταλικές εφημερίδες, όπως η «Corriere della Sera», η «il Corriere d'Italia», «La Nazione» και άλλες.

Δημοσίευσε τα βιβλία,

  • «Considerazioni sopra il passato e l'avvenire delle popolazioni africane», το 1932
  • «Un assurdo etnico: l'Impero Etiopico», το 1935,
  • «Fascismo, razzista», το 1936,
  • «Fascismorazziale, το 1940, Creta e l'origine mediterranea della civiltà», το 1943,
  • «Creta 1942-Le Fotografie», [«Κρήτη 1942 Οι φωτογραφίες του Lidio Cipriani»], αποτελεί συλλογή σπάνιου φωτογραφικού αρχειακού υλικού της εποχής στην Κρήτη και αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ανθρωπολογικής μελέτης του καθηγητή Τσιπριάνι.

Το έργο του κυκλοφόρησε το 2015, και στην Ελληνική γλώσσα με επιμέλεια του Παύλου Κόρπη.

  • «Vita ignorata degli uomini e degli animali», το 1952,
  • «The Andaman Islanders», το 1966.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

  • Lidio Cipriani Ιστοσελίδα με βιογραφικά στοιχεία (στην Ιταλική γλώσσα)
  • Lidio Cipriani Ιστοσελίδα με βιογραφικά στοιχεία (στην Ιταλική γλώσσα)
  • Lidio Cipriani Centro Museale-Ιστοσελίδα με πληροφορίεας για το Λίντιο Τσιπριάνι (στην Ιταλική γλώσσα)

Παραπομπές

  1. [Η ανθρωπολογία του Paolo Mantegazza συνταιριάζει τη μελέτη του ανθρώπου από τη βιολογική του πλευρά, αλλά και από την πολιτισμική ή για την ακρίβεια από την εθνολογική του πλευρά. Στην προσέγγιση αυτή η φωτογραφία διαδραματίζει βασικό ρόλο, και γι' αυτό τον λόγο ο Mantegazza έδωσε λεπτομερείς οδηγίες στους περιηγητές σχετικά με τι και πώς να φωτογραφίζουν. Η φωτογραφική μηχανή -όπως λέει ο Cipriani- αποτελεί επιστημονικό εργαλείο, που επιβάλλεται να περιληφθεί στα ανθρωπομετρικά εργαλεία. Αποτελεί ακόμη και μέσο για την καταγραφή των πολιτισμικών και περιβαλλοντικών όψεων των υπό μελέτη λαών.]
  2. Missione Dainelli al lago Tana 1937
  3. [Το Μανιφέστο για τους Φυλετικούς νόμους, ένας «Δεκάλογος» δόθηκε στη δημοσιότητα, αρχικά ανώνυμα, στις 14 Ιουλίου 1938, μέσω της εφημερίδος «Giornale d' Italia», στην οποία ήταν εκδότης Virginio Gayda, αδελφός του Tullio Gayda, καθηγητή Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας. Η έκδοση ήταν υπό την αιγίδα του Υπουργείου Λαϊκού Πολιτισμού της Ιταλίας κι είχε τίτλο «Φασισμός και φυλετικά προβλήματα». Οι συντάκτες της στην αρχική δημοσίευση διατήρησαν την ανωνυμία τους και «υπέγραψαν» ως «ομάδα φασιστών μελετητών, καθηγητών σε Ιταλικά πανεπιστήμια». Επισήμως, το Μανιφέστο γράφτηκε από μια επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν διακεκριμένοι επιστήμονες από τις Ιατρικές σχολές Ιταλικών πανεπιστημίων. Στις 5 Αυγούστου 1938 επανεκδόθηκε και υπογράφεται από μια ομάδα 10 επιστημόνων ιδεολογικά ευθυγραμμισμένους με το Ιταλικό Φασιστικό κόμμα. Υπογράφηκε από δέκα από τους πλέον επιφανείς επιστήμονες που ήταν οι: : Nicola Pende, εξέχων ενδοκρινολόγος και Καθηγητής Γενικής Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, Arturo Donaggio, Πρόεδρος της Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και Sabato Visco, Πρόεδρος της Γενικής Φυσιολογίας στη Ρώμη. Μέλη με την πανιταλική φήμη από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης ήταν οι: Edoardo Zavattari, Marcello Ricci, Franco Savorgnan, Lino Businco, Guido Landra, Lidio Cipriani από το Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας και Leone Franzi από το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.]