Μαρία Πολυδούρη

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Μαρίκα Πολυδούρη Ελληνίδα ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής, γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 στην Καλαμάτα του νομού Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο και πέθανε στις τρεις το πρωί της 29ης Απριλίου 1930 από υπερβολική δόση ενέσεων μορφίνης που της προμήθευσε κάποιος φίλος της, στην κλινική Χρηστομάνου στην Αθήνα.

Μαρία Πολυδούρη

Βιογραφία

Πατέρας της ήταν ο φιλόλογος καθηγητής Ευγένιος Πολυδούρης και μητέρα της η Κυριακή Μαρκάτου, που πέθαναν και οι δύο το 1920, πρώτα ο πατέρας της κι ακολούθησε σαράντα ημέρες αργότερα η μητέρα της. Ήταν παιδί πολύτεκνης οικογένειας, δύο μικρότερα αδέλφια της πέθαναν όταν ο πατέρας της δίδασκε στο Γύθειο, ενώ είχε μια ακόμη αδελφή, τη Βιργινία Πολυδούρη και δύο αδελφούς, τον Ευάγγελο και τον Κωνσταντίνο. Το 1905 ο Ευγένιος Πολυδούρης μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Γυθείου, όπου η Μαρία ολοκλήρωσε τα μαθήματα του Δημοτικού Σχολείου και του Σχολαρχείου, ενώ το 1914 ο πατέρας της μετατέθηκε στα Φιλιατρά, όπου παρακολούθησε την Α' και Β' Γυμνασίου. Το 1916 η οικογένεια επέστρεψε στην Καλαμάτα όπου τον Ιούνιο του 1918, η Μαρία ολοκλήρωσε τις Γυμνασιακές της σπουδές. Τον ίδιο χρόνο, στις 11 Ιουλίου 1918 μετά από επιτυχείς εξετάσεις, προσλήφθηκε ως υπάλληλος στη Νομαρχία Μεσσηνίας και παρέμεινε έως το 1920, ενώ το Φεβρουάριο του 1921 γράφηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών την οποία εγκατέλειψε το 1925 δίχως να ολοκληρώσει τις σπουδές της, Στις 15 Φεβρουαρίου 1921 μετά από διαγωνισμό που είχε προκηρυχθεί, προσλήφθηκε στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάστηκε για μόλις επτά μήνες και εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι, ιδιοκτησίας του Αρεοπαγίτη Δηγενόπουλου, στην οδό Ιπποκράτους & Μεθώνης 7 στα Εξάρχεια.

Σχέση με τον Καρυωτάκη

Τον Απρίλιο του 1922, γνωρίστηκε και δημιούργησε ερωτική σχέση με τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, που είχε μετατεθεί ως υπάλληλος της Νομαρχίας Αθηνών. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης της ανακοίνωσε ότι είχε προσβληθεί από σύφιλη και της ζήτησε να χωρίσουν, όμως η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Σε έναν περίπατό τους στο Φάληρο, ο Καρυωτάκης θα αρνηθεί την πρόταση της, καθώς δεν θέλει να δεχθεί τη θυσία της. Η Πολυδούρη αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από το πλάι του και ο χωρισμός τους επέρχεται με μοιραίο τρόπο.

Το 1924 η Πολυδούρη γνωρίστηκε με το δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου και στις αρχές του 1925, τον αρραβωνιάστηκε, όμως διατηρούσε ζωντανή την ανάμνηση της σχέσεως της με τον Κώστα Καρυωτάκη, είχε κρεμασμένο στο λαιμό της ένα μενταγιόν, το οποίο είχε μέσα την φωτογραφία του και αδυνατούσε να συγκεντρωθεί σε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Την Άνοιξη του 1923, αρρώστησε από αδενοπάθεια κι εγκαταστάθηκε σε ένα σπίτι στο Μαρούσι φροντίζοντας την υγεία της. Παράλληλα έχασε τη δουλειά της ως υπάλληλος στη Νομαρχία από τις αλλεπάλληλες απουσίες της, εγκατέλειψε τις σπουδές της και καθώς είχε εντυπωσιακά ωραία φωνή και χόρευε καταπληκτικά, άρχισε να φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με δασκάλους τον Φώτο Πολίτη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη, αλλά και στη Σχολή Κουναλάκη. Εμφανίστηκε ως ηθοποιός στην παράσταση του έργου «Το Κουρέλι» του Νικοντέμι. Το 1926 προσβλήθηκε από τυφοειδή πυρετό και πήγε να παραθερίσει στη Φτέρη Αιγίου, ενώ το καλοκαίρι του 1926 διέλυσε τον αρραβώνα της κι εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σπούδασε ραπτική στην Ecole Pigier και πήρε το δίπλωμα της το 1927, με σκοπό να εξασφαλίζει τα οικονομικά μέσα να εργαστεί ως λογοτέχνης. Στο μεταξύ σε αλλεπάλληλες επιστολές της από το Παρίσι στον φίλο της Βασίλη Γεντέκο, ζητά με αγωνία να μάθει για την τύχη του μυθιστορήματος που έχει παραδώσει προς έκδοση στον εκδότη Γανιάρη, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα επιβιώσεως.

Κοινωνική δράση

Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα φεμινιστικά και γενικότερα για τα ζητήματα ισότητας των δύο φύλων και σε ηλικία 17 ετών έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στο βουλευτή Κώστα Μπαστιά, του κόμματος του Ελευθερίου Βενιζέλου, που προώθησε με πρόταση νόμου την ισοπολιτεία των γυναικών Συνεργάστηκε με γυναικεία περιοδικά της εποχής που δίνουν έμφαση στο στοχαστικό πνεύμα της. Ήταν στενή φίλη της της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της Αθηνάς Γαϊτάνου-Γιαννιού, διευθύντριας του περιοδικού «Ελληνίς», ενώ τον τελευταίο χρόνο πριν το θάνατό της γνώρισε κι έγιναν στενές φίλες με την ποιήτρια Θεώνη Δρακοπούλου, γνωστή με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Μυρτιώτισσα», η οποία την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου νοσηλεύονταν αδύναμη ακόμη και να σηκωθεί από το κρεββάτι της και τη φρόντισε στις τελευταίες ώρες της ζωής της. Η Πολυδούρη όπως διηγήθηκε αργότερα η «Μυρτιώτισσα» στην Τατιάνα Σταύρου, της εμπιστεύτηκε προσωπικά της αντικείμενα αλλά μεγάλο μέρος από την αλληλογραφία της καθώς και γράμματα του Κώστα Καρυωτάκη, που της επέστρεψε ο φίλος του Χαρίλαος Σακελλαριάδης, τα οποία βρέθηκαν στο μπαούλο του Καρυωτάκη, μετά το θάνατό του.

Ασθένεια και Θάνατος

Το 1927 αδύναμη ν' αντιμετωπίσει το σκληρό καιρό της Γαλλικής πρωτεύουσας, προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite από την 1η Φεβρουαρίου ως την 1η Μαρτίου 1928, ενώ λίγο καιρό αργότερα επέστρεψε στην Αθήνα για να συνεχίσει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκεί την επισκέφθηκε ο Κώστας Καρυωτάκης, λίγο πριν αναχωρήσει για την Πρέβεζα, όπου είχε μετατεθεί κι εκεί όπου έμαθε για την αυτοκτονία του. Η ασθένεια της κινητοποίησε σημαντικούς λογοτέχνες της εποχής, όπως ο Κώστας Ουράνης, που με άρθρο του στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα», ζήτησε να γίνει έρανος και «...να μην αφήσουν τη νέα ποιήτρια να χαθεί και να φροντίσουν για τη μεταφορά της στο φθισιατρείο της Πάρνηθας». Στη διάρκεια της νοσηλείας της γνωρίστηκε με τον κομμουνιστή ποιητή Γιάννη Ρίτσο που νοσηλεύονταν για την ίδια ασθένεια, ενώ και ο Άγγελος Σικελιανός, συγκινήθηκε όταν τη συνάντησε στο δωμάτιο της Γ' θέσεως του θεραπευτηρίου «Σωτηρία», πριν η ίδια ζητήσει να μεταφερθεί σ' ένα μοναχικό δωμάτιο στο πλάι της εισόδου. Για τη μεταφορά της το Φεβρουάριο το 1930, στην κλινική Χρηστομάνου όπου πέθανε, διέθεσε τα χρήματα ο πρώην αρραβωνιαστικός της ή σύμφωνα με τον Γεώργιο Σακελλαριάδη ο Άγγελος Σικελιανός [1], ενώ η ίδια απαγόρευσε να γίνει έρανος για τη συγκέντρωση χρημάτων, όπως είχε ζητήσει ο Κώστας Ουράνης. Το Μάρτιο, λίγες μέρες πριν το θάνατο της έστειλε γράμμα στην Άννα Παπαδοπούλου, τη Μάνα του Στρατιώτη, την οποία παρακαλούσε να φροντίσει για την μεταφορά της στην εξοχή. Τις τελευταίες ώρες της ζωής της στάθηκαν πλάι της [2] ο φίλος της Βασίλης Γεντέκος με τη σύζυγό του και η Θεώνη Δρακοπούλου.

Εργογραφία

Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1916 στο περιοδικό «Οικογενειακός Αστήρ», μ' ένα πεζοτράγουδο που είχε τίτλο

  • «Ο πόνος της μάνας» γραμμένο το 1915 στα Φιλιατρά, στο οποίο είναι επηρεασμένη από τα μοιρολόγια που άκουγε στην ιδιαίτερη πατρίδα της κι αφορά το θρήνο για το πτώμα ενός ναυτικού που έβγαλε η θάλασσα στην ακτή των Φιλιατρών.

Ανήκε στην κατηγορία των ποιητών οι οποίοι επηρεάστηκαν από τις ιδέες της Decadence, ή της Παρακμής, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά κι αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές αξίες στην ζωή και στην τέχνη. Στην αρχή έγραφε κυρίως ποιήματα και κρατούσε ημερολόγιο, ενώ αργότερα επιχείρησε να γίνει πεζογράφος. Σύμφωνα με τη Χριστίνα Ντουνιά, αναπληρώτρια καθηγήτρια της νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συγγραφέα, που το 2014 επιμελήθηκε την έκδοση των ποιημάτων της η Πολυδούρη, βρίσκονταν «...μακριά από τη στρατευμένη τέχνη των συλλογικών οραμάτων. Αυτό είχε ως συνέπεια να χαρακτηριστούν από την αριστερά ως ποιητές της φυγής, που δεν μπορούν να χρησιμεύσουν στην αφύπνιση των λαϊκών μαζών...».

Δημοσίευσε στα περιοδικά «Πανδώρα», «Εύα», «Έσπερος» της Σύρου, «Ελληνική Επιθεώρησις», «Πνοή» καθώς και στην εφημερίδα «Πρωία» κι έγραψε τις ποιητικές συλλογές:

  • «Μαργαρίτες» το 1916, ανέκδοτη συλλογή, ποιήματα της που αντέγραψε σ’ ένα τετράδιο με μεταξωτό μπλε ντύσιμο και ζωγραφισμένες μαργαρίτες,
  • «Τρίλλιες που σβύνουν» [3] το 1928, εκδόσεις «Α.Μ. Κοντομάρης & Σία»,
  • «Ηχώ στο χάος» το 1929, εκδόσεις «Γ.Η.Καλλέργης»,

ενώ διασώθηκαν και ανέκδοτα ποιήματα της όπως

  • «Ποιος ξέρει» και
  • «Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για κείνον»,

κι έχει γράψει ένα άτιτλο μυθιστόρημα [4], πιθανότατα το καλοκαίρι του 1916, στη Φτέρη Αιγίου. Εκδόθηκαν επίσης τα έργα

  • «Άπαντα» το 1961, Επιμέλεια-Εισαγωγή Λιλή Ζωγράφου, εκδόσεις «Εστία»,
  • «Άπαντα» το 1982, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τάκης Μενδράκος, εκδόσεις «Αστάρτη»,
  • «Όλα τα ποιήματα» το 1998, εκδόσεις «Μοντέρνοι Καιροί»,
  • «Τα ποιήματα» το 2014, Χριστίνα Ντουνιά, εκδόσεις «Εστία».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1170, σελίδα 442]
  2. Μαρία Πολυδούρη Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 82, σελίδα 545
  3. «Τρίλλιες που σβύνουν» Ολόκληρη η ποιητική συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη
  4. Μυθιστόρημα (άτιτλο) της Μαρίας Πολυδούρη Ολόκληρο το έργο