Μαρίκα Κοτοπούλη

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Μαρίκα Κοτοπούλη, Ελληνίδα κορυφαία ηθοποιός, συντηρητική και βασιλόφρων, με πληθωρικό δραματικό και κωμικό ταλέντο, γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1887 στην Αθήνα όπου και πέθανε [1] το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 1954 στις 5:30 το πρωί από ανακοπή καρδιάς. Η κηδεία της έγινε στις 17:30 το απόγευμα της Κυριακής 12ης Σεπτεμβρίου από το Μητροπολιτικό ναό Αθηνών, με δημόσια δαπάνη και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1924, τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη με τον οποίο διατηρούσαν σχέση και συζούσαν ως την άνανδρη δολοφονία του, σε σπίτι της οδού Ξενίας στην Αθήνα, παντρεύτηκε τον Δημήτριο Χέλμη άνθρωπο του θεάτρου, με τον οποίο έζησε ως το τέλος της ζωή της, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Μαρίκα Κοτοπούλη
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 3 Μαΐου 1887
Τόπος: Αθήνα, Αττική (Ελλάδα)
Θάνατος: 11 Σεπτεμβρίου 1954
Τόπος: Αθήνα, Αττική (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Ηθοποιός

Βιογραφία

Γονείς της Μαρίκας ήταν οι ηθοποιοί Δημήτριος Κοτοπούλης, γνωστός ως «ο μορφωμένος άσσος του θεάτρου», με καταγωγή από τα Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο, θιασάρχης και επικεφαλής του Δραματικού Θιάσου «Πρόοδος» που γεννήθηκε το 1848 και πέθανε το 1919, και η δασκάλα Ελένη Σιλιβάκου που γεννήθηκε το 1851 και πέθανε το 1926.

Παιδική ηλικία / Σπουδές

Η Μαρίκα είχε γεννηθεί παρ' ολίγον πάνω στο θεατρικό σανίδι, όταν η μητέρα της «...καταληφθείσα επί σκηνής από τας ωδίνας του τοκετού», όπως περιέγραφε μια εφημερίδα της εποχής, καθώς «...μετεφέρθη κακώς έχουσα εις την οικίαν της, ένθα έφερεν εις φως τον τελευταίον γόνον των Κοτοπούληδων». Αδελφές της Μαρίκας ήταν οι δίδυμες Χρυσούλα Μυράτ-Κοτοπούλη, μητέρα του μετέπειτα ηθοποιού Δημήτρη Μυράτ και Φωτεινή Λούη-Κοτοπούλη και η Καλλιόπη (Πόπη) Κοτοπούλη.

Η παιδική ηλικία της Μαρίκας δεν υπήρξε ευτυχισμένη. Απέκτησε αποσπασματική μόρφωση, κι αυτή ύστερα από δική της επιμονή, αφού οι συνεχείς μετακινήσεις των ηθοποιών γονιών της δεν της επέτρεπαν κανονική φοίτηση στο σχολείο. Η ίδια διηγείται: «...Δεν θυμούμαι πώς έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Στο δημοτικό δεν φοίτησα διόλου. Είχα μάθει το αλφάβητο σχεδόν μόνη μου, και ύστερα έμαθα να διαβάζω. Ο πατέρας μου με έκπληξη παρακολούθησε αυτή μου την πρόοδο. Στο Αρσάκειο έδωσα εξετάσεις κρυφά από τους γονείς μου. Ήταν παράξενο γιατί πήγα ως συνοδός των αδελφών μου που ήταν να εξεταστούν και εξετάστηκα κι εγώ. Απάντησα ό,τι με ρώτησαν και με πέρασαν και με πήραν χωρίς να πληρώσουμε. Πήγαινα σχολείο και έπαιζα στο θέατρο. Μετά από λίγους μήνες πήγαμε στη Σμύρνη, εκεί δεν πήγα σχολείο, είχα μια δασκάλα» [2].

Οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων της Κοτοπούλη διασώθηκαν χάρις στον Ίωνα Δραγούμη στο έργο του «Φύλλα ημερολογίου», όπου περιέχονται πληροφορίες για τη βάναυση μητέρα της. Διηγείται η Κοτοπούλη: «...Πολύ μικρή οι βίαιες σκηνές που είχε ο πατέρας μου και τη μητέρα μου, το ξύλο που έπεφτε αλύπητα σε μικρούς και μεγάλους με είχαν τρομοκρατήσει. Μικρή δε θυμάμαι ποτέ να μου έδειξε ξεχωριστεί συμπάθεια ή καν κάποια φροντίδα ξέχωρη για την ανάπτυξή μου. Με είχαν αφήσει κάπως παραπεταμένη. Η Φωτεινή και η Χρυσούλα είχαν παντού τα πρωτεία. Όχι μόνο στη σπουδή, μα και στα ρούχα ακόμη ως μια ηλικία δε μου είχαν αγοράσει δικό μου πράμα. Απόκτησα δικό μου καπέλο αφού είχα φάει ξύλο αλησμόνητο...».

Καλλιτεχνική σταδιοδρομία

Η Μαρίκα έκανε την εμφάνιση της στο θέατρο σε ηλικία πέντε χρόνων και στις 28 Ιουλίου 1894, έπαιξε στην παράσταση «Προμηθεύς εν Ολύμπω», στην οποία υποδύθηκε τον Έρωτα, «Λίγο απ' όλα» στις 30 Αυγούστου και «Παρθεναγωγείον» στις 4 Οκτωβρίου στο ρόλο μιας μαθήτριας. Η πρώτη αναγνώριση του ταλέντου της ήλθε στις 28 Απριλίου 1903, όταν μετά από πρόσκληση εμφανίστηκε στο «Βασιλικόν θέατρον», όμως καθιερώθηκε υπό την καθοδήγηση του Θ. Οικονόμου, με τον οποίο σημείωσε τις πρώτες επιτυχίες της, ως «Φλοριζέρ» στο «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ και ως «Βιόλα» στη «Δωδέκατη Νύχτα».

Τον Οκτώβριο του 1907 περιόδευσε με το θίασο της στη Γαλλία και έδωσε παραστάσεις στο Παρίσι, ενώ παράλληλα άντλησε πείρα, κατατοπίστηκε στα μυστικά του θεάτρου και έφερε θεατρικά έργα κατάλληλα για την ίδια και το θέατρό της. Διατηρούσε σχέση με τον εθνικιστή πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη με τον οποίο συζούσε από το 1908 έως τον Αύγουστο του 1920, χωρίς να παντρευτούν. Η σχέση τους ήταν θυελλώδης, ασύμβατη με την εποχή της και αποτέλεσε αντικείμενο κοινωνικού σχολιασμού. Μετά την απόπειρα κατά του Βενιζέλου, οπαδοί του Βενιζέλου της κατέστρεψαν το θέατρο στην Ομόνοια. Όταν ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από υποστηρικτές του Ελευθέριου Βενιζέλου, της έκρυψαν το γεγονός για 23 μέρες, έως ότου ο Γεώργιος Βλάχος της είπε ότι σκοτώθηκε ο Ίων. Η Μαρίκα έπεσε στο πάτωμα κι άρχισε να το γδέρνει με τα νύχια της φωνάζοντας «Ίων! Ίων! Ίων!». Μετά από πολλά χρόνια, λίγο πριν πεθάνει, είπε στον Μυράτ, «Ξέρεις, εκείνη τη στιγμή τι σκέφτηκα; Άραγε όταν πέφτω χάμω και κλαίω τον Ορέστη, έτσι σωστά το κάνω; Όπως κλαίω τώρα τον Ίωνα;».

Περιόδευσε επίσης στο Κάιρο, τη Βράιλα, την Αλεξανδρούπολη, το Βουκουρέστι, την Κωνσταντινούπολη, σε πόλεις της Γερμανίας και της Ιταλίας, ενώ στις 31 Οκτωβρίου 1930 παρουσίασε στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια στη Βοστόνη, το Σικάγο και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με το έργο «Μαυριτανία» του Κιούναρ Λάιν. Για 50 ολόκληρα χρόνια κυριάρχησε στη νεοελληνική σκηνή, ενσαρκώνοντας ηρωίδες των αριστουργημάτων της Ελληνικής και ξένης φιλολογίας, των κλασικών συγγραφέων, όπως «Κυρά της θάλασσας», «Αρχισιδηρουργός», «Στέλλα Βιολάντη», «Φάουστ» και άλλες. Στις 14 Μαΐου 1911 άρχισε τις παραστάσεις της στο νέο θέατρο «Αττικόν», όπου από το 1912 με δικό της θίασο πλέον ερμήνευσε την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, τον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ, τη «Φαύστα» του Βερναρδάκη. Σταθμός στη σταδιοδρομία της στάθηκε η ερμηνεία και η παράσταση «Εκάβη» του Ευριπίδη στο στάδιο της Αθήνας. Mε τον Σπύρο Μελά ίδρυσε την «Ελεύθερη Σκηνή» και εισήγαγε το θεσμό του σκηνοθέτη και του ενδυματολόγου στο Eλληνικό θέατρο. Το 1933 εμφανίστηκε για πρώτη και τελευταία φορά στη μεγάλη οθόνη, όταν πρωταγωνίστησε στην ελληνοτουρκική συμπαραγωγή «Ο κακός δρόμος» [«Fena Yol»], που σκηνοθέτησε ο Ερτογρούλ Μουχσίν σε σενάριο Γρηγορίου Ξενόπουλο, με συμπρωταγωνιστές την Κυβέλη, τον Γιώργο Παππά και τον Βασίλη Λογοθετίδη.

Στη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος απείχε συνειδητά από τις θεατρικές παραστάσεις. Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, το οποίο μετονομάστηκε σε Βασιλικό, αμέσως μετά την παλινόρθωση της βασιλείας το 1946. Συμμετέχοντας σε κλιμάκιο του Βασιλικού Θεάτρου ερμήνευσε το ρόλο της Κλυταιμνήστρας στις παραστάσεις της «Ορέστειας» του Αισχύλου, που δόθηκαν το 1949 στο Ηρώδειο και την ίδια χρονιά παρέδωσε τα ηνία του θιάσου της στον ανιψιό της Δημήτρη και η ίδια περιορίστηκε σε έκτακτες εμφανίσεις.

Μνήμη Μαρίκας Κοτοπούλη

Κανένα ηχητικό ή οπτικό τεκμήριο δεν διασώθηκε για την Κοτοπούλη και ότι γνωρίζουμε γι' αυτήν είναι από μαρτυρίες των συγχρόνων της κριτικών και διανοουμένων. Σύμφωνα Η προσωπική της ζωή υπήρξε θυελλώδης, ιδιαίτερα στα νεανικά της χρόνια. Στην εποχή της κυκλοφορούσε η φήμη πως η Κοτοπούλη είχε ερωτικές σχέσεις και με γυναίκες ηθοποιούς, μικρότερες σε ηλικία, προτού αυτές αναδειχτούν. Λίγο έπειτα από την πρόσληψή της στο Βασιλικό Θέατρο, συγκεκριμένα το 1904, σύναψε ερωτικό δεσμό με τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου, ο οποίος αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο της και βοήθησε στην καθιέρωσή της. Μετά την σχεδόν ταυτόχρονη αποχώρησή τους από το Βασιλικό (1906), η Κοτοπούλη συμμετείχε στο «Θίασο Θωμά Οικονόμου» στο ελεύθερο θέατρο, ένα συνεργατικό σχήμα με το θίασο του πατέρα της Δημήτρη. Την επόμενη χρονιά ο δεσμός της με τον Οικονόμου έληξε και, μάλιστα, με άσχημο τρόπο, ενώ η ίδια έφυγε για λίγο στο Παρίσι.

Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για περιοδεία, η Κοτοπούλη ερωτεύτηκε τον εθνικιστή πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος υπηρετούσε εκεί ως Α' Γραμματέας της Ελληνικής Πρεσβείας και τον οποίο είχε πρωτοσυναντήσει το 1905 στην Αλεξάνδρεια και το ζευγάρι από τον Ιούνιο περίπου του 1912 συζούσε. Η σχέση τους διατηρήθηκε ως το 1920, οπότε και δολοφονήθηκε ο Δραγούμης. Την περίοδο που ο Δραγούμης ήταν εξόριστος στην Κορσική (1917-19), η Κοτοπούλη γνώρισε τον θεατρικό επιχειρηματία Γεώργιο Χέλμη, με τον οποίο αργότερα σύναψε ερωτική σχέση, τον παντρεύτηκε το 1923 και έζησαν μαζί ως το τέλος της ζωής της. Στις πολιτικές της πεποιθήσεις η Κοτοπούλη ήταν υποστηρικτής της θεσμού της μοναρχίας. Οι προσωπικές σχέσεις της δεν καθορίζονταν από αυτήν την επιλογή και σύμφωνα με τη μαρτυρία του εθνικιστή κορυφαίου ζωγράφου Γιάννη Τσαρούχη, κατά τη διάρκεια της Κατοχής προστάτεψε και βοήθησε κομμουνιστές συναδέλφους της, παρεμβαίνοντας στις αρχές, με το πρόσχημα ότι τους χρειαζόταν κοντά της, «....καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου».

Η Κοτοπούλη αφιέρωσε τη ζωή της στο θέατρο και υπό τη διδασκαλία, την προστασία και την προσωπική καθοδήγησή της αναδύθηκε μια γενιά Ελλήνων σημαντικών ηθοποιών του 20ού αιώνα, όπως η εθνικίστρια Ελένη Παπαδάκη, η Κατίνα Παξινού, η Κατερίνα Ανδρεάδη, η Μαίρη Αρώνη, η Έλλη Λαμπέτη, η Άννα Συνοδινού και η Μελίνα Μερκούρη, ενώ είχε συμβολή στην ανάδειξη των Βασίλη Λογοθετίδη, Γ. Γληνού, Αιμιλίου Βεάκη, Δημήτρη Μινωτή και Δημήτρη Χορν. Η Κοτοπούλη φέρεται να ήταν εξαρτημένη από τη μορφίνη μέχρι το τέλος της ζωής της. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη την επόμενη του θανάτου της, αφού πρώτα το φέρετρό της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών. Στην Αθήνα, στη «Βίλα Κοτοπούλη» [3], το οίκημα που ήταν το γαμήλιο δώρο του Χέλμη προς τη μεγάλη πρωταγωνίστρια, στεγάζεται και λειτουργεί το Μουσείο Μαρίκα Κοτοπούλη, στην οδό Αλέξανδρου Παναγούλη στο Δήμο Ζωγράφου.

Τιμητικές διακρίσεις / Θάνατος

Το 1923 η Κοτοπούλη τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου του Α' και το 1923 με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, ενώ το 1939 τιμήθηκε για την προσφορά της από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Στις 2 Φεβρουαρίου του 1937 στον «ουρανοξύστη του Ρεξ» (16 μέτρων), στο κέντρο της Αθήνας, εγκαινιάζεται το θέατρο που έφερε το όνομα της. Το 1949, με αφορμή τη (μοναδική) συνεργασία της με το Εθνικό στο ανέβασμα της Ορέστειας από τον Ροντήρη, συνάδελφοι της ηθοποιοί της απένειμαν ειδικό χρυσό μετάλλιο, με χαραγμένη τη μορφή της ως Κλυταιμνήστρας. Μέσα από αυτήν την κίνηση καθιερώθηκε, με πρωτοβουλία της ίδιας, ο θεσμός της απονομής του «Επάθλου Κοτοπούλη» σε αξιόλογες Ελληνίδες ηθοποιούς, ο οποίος ατόνησε με τα χρόνια. Το 1950 της απονεμήθηκε από τον βασιλιά Παύλο το παράσημο του Ταξιάρχη. Το 1955, μετά τον θάνατο της, επί δημαρχίας στο Δήμο Αθηναίων, Παυσανία Κατσώτα εγκρίθηκε η ταφή της στο χώρο που προορίζεται η ταφή εξεχόντων ανδρών στο Α' Νεκροταφείο κι είναι η μοναδική γυναίκα που τάφηκε εκεί. Ο δημοτικός σύμβουλος Σφέτσος εισηγήθηκε την ταφή σε αυτόν τον χώρο επειδή η νεκρή τίμησε την Ελληνική τέχνη και επειδή ο σύζυγος της θα έφτιαχνε μαυσωλείο που θα κοσμούσε το νεκροταφείο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [«Η Κοτοπούλη απέθανε χθες εκ συγκοπής» Εφημερίδα «Ελευθερία», 12 Σεπτεμβρίου 1954, σελίδα 1η, ανακτήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2021.]
  2. [Περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα», αφιέρωμα του εθνικιστή διανοούμενου Κωστή Μπαστιά, «Η Μαρίκα Κοτοπούλη: Τα ωραιότερα επεισόδια της ζωής της».]
  3. [Βίλα Κοτοπούλη: Το γαμήλιο δώρο που θυμίζει σαλέ «Εφημερίδα των Συντακτών», Χαρά Τζαναβάρα, 14 Μαρτίου 2015.]