Μπαρούχ Σπινόζα

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μπαρούχ [1] ή Μπενεντίκτους ντε Σπινόζα, [Baruch ή Benedictus de Spinoza], Ολλανδός χημικός και Ορθολογιστής φιλόσοφος με Εβραϊκή καταγωγή, που επονομάστηκε πατέρας της επιστημονικής Θεογνωσίας και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους προδρόμους του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, υπέρμαχος της ελευθερίας της σκέψεως και του πανθεϊσμού, γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1632 στο Άμστερνταμ και πέθανε στις 21 Φεβρουαρίου 1677 από φυματίωση, στη Χάγη.

Μπαρούχ Σπινόζα

Βιογραφία

Καταγόταν από εύπορη κρυπτο-εβραϊκή οικογένεια Μαρράνος της Πορτογαλίας, της οποίας ήταν ο μεσαίος γιος. Το 1492 η πρόγονοι του λόγω των διώξεων από την Ισπανική κυβέρνηση κατέφυγαν στην στην Πορτογαλία και το 1592, μετά την εξέγερση των Ολλανδών κατά της Ισπανικής κυριαρχίας και την εδραίωση του φιλελευθερισμού στην Ολλανδία, οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στο Άμστερνταμ. Ο παππούς Abraham de Spinoza ήταν σεβαστός επιχειρηματίας κι είχε αναλάβει διάφορες υψηλόβαθμες θέσεις στο Άμστερνταμ, ενώ ο πατέρας του ο Michael de Spinoza κληρονόμησε την οικογενειακή επιχείρηση εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου και διατέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου των Εβραίων και διευθυντής του Εβραϊκού σχολείου. Η οικογένεια του είχε υποχρεωθεί από την Ιερά Εξέταση να μεταστραφεί στο Χριστιανισμό και τα μέλη της να ασπαστούν τον Καθολικισμό. Η μητέρα του, που επίσης καταγόταν από την Πορτογαλία, πέθανε όταν ο Μπαρούχ ήταν έξι ετών, ενώ το 1654 πέθανε και ο πατέρας του.

Οι γονείς του που τον προόριζαν για ραβίνο, φρόντισαν για τη μόρφωση του και του έδωσαν την ευκαιρία να μαθητεύσει κοντά σε διάσημους δασκάλους στο Jewish Theological Seminary, όπου έμαθε Εβραϊκά και σπούδασε το Ταλμούδ και μεσαιωνική εβραϊκή φιλοσοφία, ενώ του παρείχαν ευρεία μόρφωση. Έμαθε εβραϊκά, λατινικά, ελληνικά, φιλοσοφία, μαθηματικά, ενώ μελέτησε τη Βίβλο και τους Εβραίους φιλοσόφους του μεσαίωνα. Μελέτησε την ιστορία όλων των θρησκειών, της φιλοσοφίας, την ισπανική και πορτογαλική φιλολογία. Έμαθε ελληνικά και λατινικά από τα πρώτα του σπουδαστικά χρόνια και αντιθέτως από τη νοοτροπία της εβραϊκής θρησκείας ήταν γεμάτος από ερωτηματικά γύρω από τα θρησκευτικά προβλήματα, ενώ θεωρούσε ανοησία την δήθεν θεϊκή προέλευση των θρησκευτικών βιβλίων Ταλμούντ και Τορά/Τανάχ, όπως επίσης την αξιοπιστία των προφητών και δεν θεωρούσε τους Εβραίους περιούσιο λαό. Έτσι ο Σπινόζα εκδιώχθηκε από την Ιουδαϊκή (σεφαραδίτικη) κοινότητα του Άμστερνταμ με «χέρεμ» [Cherem] αφορισμό [2], που ποτέ δεν ακυρώθηκε το πρωί της Πέμπτης 27 Ιουλίου 1656, λόγω του ριζοσπαστισμού του στην αντιμετώπιση των θεμάτων της Εβραϊκής θρησκείας και εκδιώχτηκε από τη Εβραϊκή Συναγωγή του Άμστερνταμ.

Τότε άρχισε να συναναστρέφεται με χριστιανούς και ειδικά με το γιατρό Φραντσίσκους φαν ντεν Έντεν, χριστιανό και πρώην Ιησουίτη, στο σχολείο του οποίου έμαθε τα λατινικά και λίγο τα ελληνικά, που του άνοιξαν το δρόμο για τη μελέτη των χριστιανών φιλοσόφων του Μεσαίωνα, όπως το Θωμά τον Ακινάτη, τη φιλοσοφία της εποχής του και την επιστήμη στα έργα του Βάκωνα, του Χομπς, του Ντεκάρτ (Καρτέσιου), τους καρτεσιανούς και άλλους, όμως για την επιβίωσή του ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη λείανση των φακών για γυαλιά, τηλεσκόπια και μικροσκόπια. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη μελέτη αφού αποσύρθηκε αρχικά στο Ράινσμπουργκ, ένα μικρό χωριό κοντά στο Λέιντεν κι αργότερα στο Βόομποργκ, κοντά στη Χάγη, όπου για να ζήσει εξασκούσε το επάγγελμα του κατασκευαστή και στιλβωτή φακών για οπτικά όργανα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1660 ο Σπινόζα ενώθηκε με τις ομάδες μελέτης των κολεγιακών, όπως συνέβη επίσης με τον παιδαγωγό Ιωάννη Αμώς Κομένιο και τον ζωγράφο Ρέμπραντ. Το 1675 συναντήθηκε με τον Λάιμπνιτς, κορυφαίο εκπρόσωπο του ορθολογισμού, με τον οποίο διατηρούσε σταθερή επικοινωνία, ενώ υποστήριξε σημαντικά το ντε Βιττ, φιλελεύθερο κυβερνήτη της Ολλανδίας. Η υποστήριξη αυτή παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή του, όταν ηττήθηκε η παράταξη των αδελφών ντε Βιττ που δολοφονήθηκαν, στη σύγκρουση των φιλελεύθερων με το μοναρχικό οίκο της Οράγγης.

Μετά θάνατον

Οι εχθροί του τον αποκαλούσαν Μαλέντικτους [Maledictus], δηλαδή καταραμένο [3]. Πέθανε πιθανότατα από φυματίωση -η οποία ενδεχομένως οφειλόταν στη δουλειά του καθώς η λείανση φακών δημιουργούσε σκόνη με σελήνιο- σε ηλικία μόλις σαράντα πέντε ετών, δίχως να προλάβει να γευτεί -σύμφωνα με τις φήμες- τη θαλπωρή της γυναικείας σάρκας. Άφησε ως κληρονομιά του λιγοστά περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ τους 160 περίπου βιβλία, τα οποία δημοπρατήθηκαν. Μετά το θάνατο του αποκαταστάθηκε στη συνείδηση των Εβραίων και υπάρχουν μνημεία και στήλες αφιερωμένα στη μνήμη του στην Ολλανδία, και στο Ισραήλ, όπου δρόμοι σε όλες τις πόλεις της χώρας φέρουν το όνομα του, καθώς ο αφορισμός του έχει θεωρηθεί εξωπραγματικός, ωστότο ουδέποτε ζητήθηκε η ανάκληση του. Θαυμαστές του υπήρξαν ο Μπεν Γκουριόν και η Γκόλντα Μεΐρ, ενώ οι σύγχρονοι Εβραίοι τον θεωρούν προπάτορα του Εβραϊκού ανθρωπισμού.

Η φιλοσοφία του [4]

Στο κέντρο της σκέψης του είναι ο καρτεσιανός ορισμός της ουσίας, δηλαδή ότι ουσία είναι εκείνο που είναι αίτιο του εαυτού του. Αντίθετα όμως από τον Ντεκάρ, ο οποίος διέκρινε τρεις ουσίες και ειδικότερα τη σκεπτόμενη, την έχουσα έκταση και τη θεία (αν και αναγνώριζε την εξάρτηση των πρώτων από την τελευταία), ο Σπινόζα αποκατέστησε την απόλυτη «ενότητα» του είναι. Η μόνη ουσία είναι ο θεός, γιατί μόνο αυτός δεν χρειάζεται καμία άλλη πραγματικότητα για να υπάρξει. Η σκέψη και η έκταση είναι μόνο δύο από τα άπειρα χαρακτηριστικά της θείας ουσίας. Το καθένα από αυτά είναι άπειρο, όπως και η ίδια η ουσία, της οποίας είναι χαρακτηριστικό, με τη διαφορά όμως ότι, ενώ κάθε χαρακτηριστικό, αν και είναι άπειρο καθαυτό, αποκλείει τα άλλα χαρακτηριστικά, η ουσία αντίθετα είναι απόλυτα άπειρη και περιλαμβάνει τα πάντα. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από την ουσία και όλα υπάρχουν εξαιτίας της. Το γεγονός ότι η έκταση νοείται ως χαρακτηριστικό του θεού δείχνει καθαρά ότι ο θεός του δεν έχει καμία σχέση με τον προσωπικό θεό του χριστιανισμού ούτε με το κινούν αίτιο του Αριστοτέλη. Είναι, αντίθετα, η αιτία που ενυπάρχει στον κόσμο· είναι ένας θεός που ενεργεί εσωτερικά στα φαινόμενα και ταυτίζεται με την ίδια τη φύση. Εκδηλώσεις της θείας αυτής ουσίας, που διαπερνά και διακατέχει όλη την πραγματικότητα, είναι οι «τρόποι», δηλαδή οι επιμέρους εξειδικεύσεις και προσδιορισμοί με τους οποίους χαρακτηρίζονται οι «ιδιότητες». Ένα σώμα, για παράδειγμα είναι ένας τρόπος της ουσίας ως εκτεταμένης, ή είναι ένας περιορισμός της, μια μερική άρνησή της [λατ. omnis determinatio est negatio=κάθε ορισμός είναι άρνηση]. Ανάλογα, μια σκέψη είναι ένας τρόπος της ουσίας ως σκεπτόμενης ή είναι μια εξειδίκευση, ένας προσδιορισμός.

Η συμφωνία μεταξύ ιδεών και πραγμάτων, που αποτελούσε τη μεγαλύτερη δυσκολία του καρτεσιανισμού, χάνει έτσι κάθε προβληματικό χαρακτήρα. Η σκέψη και ο κόσμος ως έκταση ανταποκρίνονται ακριβώς σε έναν τέλειο παραλληλισμό, γιατί και τα δύο είναι όψεις της ίδιας πραγματικότητας, χαρακτηριστικά της ίδιας ουσίας [ordo et connexio idearum idem est ac ordo et connexio rerum=η τάξη και η σύνδεση των ιδεών είναι η ίδια με την τάξη και τη σύνδεση των πραγμάτων]. 
Η ταύτιση του θεού με τη φύση δεν συνεπάγεται αντίθεση μεταξύ του θρησκευτικού και του επιστημονικού οράματος της πραγματικότητας. Πραγματικά, οι καθολικοί νόμοι της φύσης είναι βέβαια αποφάσεις του θεού, επειδή όμως οι αποφάσεις αυτές πηγάζουν από την ανάγκη και από την τελειότητα της ίδιας της φύσης του θεού, είναι απρόσβλητες και απαραβίαστες· επομένως δεν υπάρχουν θαύματα. Γιατί, αν κανείς υποστήριζε ότι ο θεός μπορεί να ενεργεί εναντίον των νόμων της φύσης, θα παραδεχόταν ότι ο θεός μπορεί να ενεργεί εναντίον της ίδιας του της φύσης. Η ταυτότητα της φύσης και του θεού σημαίνει λοιπόν αναγκαία και αυστηρή τάξη, μια τάξη που προκύπτει από την άκαμπτη επαγωγική αναγκαιότητα του γεωμετρικού λόγου. Τα πάντα είναι αναγκαιότητα, τα πάντα διέπονται από μια υπέρτατη αιτία. Η σκοπιμότητα είναι μια προκατάληψη που οφείλεται στη διαμόρφωση της ανθρώπινης διάνοιας, η οποία φαντάζεται πως η θεότητα δημιουργεί και κυβερνά τα πράγματα για να τα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι, για να δένει τους ανθρώπους με αυτήν και για να τιμάται από αυτούς. Επομένως η εξωτερική μορφή της Ηθικής δεν υπαγορεύεται στον Σ. από την επιθυμία να μιμηθεί, με την τυπική διάταξη της έκθεσης, την αυστηρότητα της μαθηματικής μεθόδου, αλλά προέρχεται από τη βαθιά του πεποίθηση ότι η γεωμετρική τάξη είναι η ίδια η ουσία των πραγμάτων, δηλαδή ο θεός.

Η ανάγκη που ενυπάρχει στη θεία φύση είναι μια γεωμετρική ανάγκη, όμοια με εκείνη που κάνει τις χωριστές προτάσεις να αλληλοσυνδέονται και να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο. Η λογική και αληθινή γνώση των πραγμάτων είναι εκείνη που τα συλλαμβάνει ως τρόπους της μοναδικής ουσίας· είναι η γνώση που δεν απομονώνει το μερικό, αλλά το επαναφέρει στο σύνολο στο οποίο ανήκει. Η φαντασία, αντίθετα, καθώς αφήνεται να εξαπατάται από τις αισθήσεις, αποχωρίζει κάθε μεμονωμένο τρόπο από τους άλλους, θεωρώντας ότι έχει δική του υπόσταση, απομονωμένη από το όλο. Από αυτό προέρχονται η πλάνη και το κακό. Η πρώτη και σοβαρότερη πλάνη είναι εκείνη που συνίσταται στο να απομονώνουμε τον θεό από τα άλλα όντα, καθιστώντας τον ένα ον όμοιο με μας, που έχει προσωπική θέληση και ανθρώπινα πάθη. Η ορθολογική γνώση, δηλαδή εκείνη που συγχωνεύει όλα τα πράγματα στην ενότητα, θεωρώντας τα επομένως sub specie aeternitatis, είναι ανώτερη ηθική εμπειρία, τέλεια αγάπη που συμπίπτει με τη λογική αγάπη του Θεού. Με βάση τις γνωσεολογικές και μεταφυσικές αυτές προϋποθέσεις, δημιούργησε και τη γεωμετρία του των παθών, που είναι ταυτόχρονα η ανάλυση της ανθρώπινης δουλείας και ελευθερίας, αφού εξετάζει τη δύναμη των παθών πάνω στον άνθρωπο και του ανθρώπου πάνω στα πάθη.

Το πάθος είναι η παθητικότητα του νου. Ο νους πάσχει όταν έχει λαθεμένες και συγκεχυμένες ιδέες και ενεργεί όταν έχει ορθές ιδέες. Ορθή και ακριβής ιδέα είναι εκείνη που μας κάνει να γνωρίσουμε την προέλευση των αποτελεσμάτων από τις αιτίες, των τρόπων από τον θεό. Η εσφαλμένη ιδέα, που είναι η πηγή των παθών και του κακού, είναι η ιδέα που ανάγει τα πάντα στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, δηλαδή στην εγωιστική έφεση και επιθυμία που τον χαρακτηρίζει. Επομένως, το καλό και το κακό είναι, αντίστοιχα, εκείνο που μας οδηγεί στο να καταλαβαίνουμε και εκείνο που μας εμποδίζει να καταλαβαίνουμε. Επειδή όμως «καταλαβαίνω» σημαίνει «ανάγω όλα τα πράγματα στον θεό», που είναι η υπέρτατη αιτία, το απόλυτο αγαθό του ανθρώπινου πνεύματος είναι η γνώση του θεού· γνώση αυστηρή και γεωμετρική, αλλά στην κορυφή της οποίας η διάνοια μετατρέπεται σε πράξη αγάπης. Έτσι αρχίζει να διακρίνεται καθαρά η στάση από την οποία γεννιέται το έργο του Σ. και πού τείνει να ενισχυθεί στον άνθρωπο· μια στάση γαλήνης και συγχρόνως στωικής αποδοχής της πορείας των πραγμάτων, που θεωρείται αναπόφευκτη και αναγκαία. Η δύναμη της φύσης ταυτίζεται με τη δύναμη του θεού. Το φυσικό δίκαιο, επομένως, δεν μπορεί να είναι άλλο από την «ανάγκη» της θείας ενέργειας. Στην έννοια της λογικότητας του φυσικού δίκαιου, που υποστήριζαν οι θεωρητικοί του φυσικού δικαίου αντέταξε, με λίγα λόγια, την έννοια της ανάγκης του δικαίου αυτού. Το κράτος αμαρτάνει όταν κάνει ή ανέχεται πράγματα που μπορούν να προκαλέσουν την καταστροφή του. Υπόκειται κι αυτό σε νόμους κατά την ίδια έννοια με τον άνθρωπο, γιατί είναι υποχρεωμένο να μην καταστρέψει τον εαυτό του. Και από τη στιγμή που σκοπός του κράτους είναι η ειρήνη και η ασφάλεια της ζωής, όπως υποστήριζε και ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς, έπεται, αλλά τη φορά αυτή εναντίον του Χομπς, ότι ο θεμελιώδης νόμος από τον οποίο πρέπει να εμπνέεται το κράτος, πρέπει να είναι εκείνος που θέτει όριο και φρένο στη δύναμή του πάνω στους πολίτες, που επιτρέπει δηλαδή σε αυτούς ελευθερία σκέψης και θρησκευτικής πίστης.

Η σκέψη του άσκησε τεράστια επίδραση σε μεταγενέστερους στοχαστές και μαζί με τον Γάλλο φιλόσοφο Ρενέ Ντεκάρ ή Καρτέσιο και τον Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς αποτέλεσαν τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της προκαντιανής ορθολογιστικής φιλοσοφίας. Στη διαμόρφωση του φιλοσοφικού του «πιστεύω» δέχτηκε σοβαρή επίδραση από το Ντε Καρτ. Μια θέση του, πάντοτε συνδεδεμένη με την ύπαρξη της ουσίας, είναι οι «τρόποι», οι ιδιότητες, δηλαδή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τα οποία εμφανίζεται η «Ουσία», όπως π.Χ. η έκταση. Μ' αυτή την έννοια χάνεται η αντίληψη για ένα συγκεκριμένο Θεό και μάλιστα για αυτό κατηγορήθηκε ως πολυθεϊστής. Θεωρούσε ότι το πάθος του ανθρώπου, οι ανησυχίες του και οι στεναχώριες του είναι εμφάνιση της παθητικότητας του νου, της μη λειτουργίας. Όταν ο νους λειτουργεί, τότε ο άνθρωπος ενεργεί και δεν πάσχει όταν λειτουργεί, κάνει το καλό, όταν όμως αδρανεί, κάνει το κακό. Τέλος, σημαντική είναι η θέση του για το κράτος, το οποίο υπόκειται στους ίδιους τους νόμους της φύσης με τον άνθρωπο. Καλό είναι εκείνο το κράτος που ελέγχει και ρυθμίζει κάθε φορά τη δύναμή του και της βάζει φρένο όταν χρειάζεται. Δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής και ταύτιζε το Θεό με την Φύση, πίστευε στη δύναμη της Λογικής και πρέσβευε την ανάγκη της αντικαταστάσεως των θρησκειών από μια Οικουμενική.

Οι φιλοσοφικές του σκέψεις για το κράτος προδιέγραψαν τη δημιουργία και την εξέλιξη της αστικής δημοκρατίας, ενώ για τη φύση στηρίχθηκαν στη βασική ιδέα, αντί ενός προσωποποιημένου θεού, μιας παγκόσμιας φυσικής δύναμης, η οποία είναι «θεϊκής» προελεύσεως. Για τα θέματα της Ερμηνευτικής της Βίβλου εισήγαγε νέες αντιλήψεις και θεωρούσε ότι η Βίβλος δεν περιέχει το λόγο του θεού, αλλά τη θέλησή του, όπως αυτή μεταφέρεται από τους προφήτες, δηλαδή από ενδιάμεσα άτομα, τα οποία όπως πολλοί άλλοι μπορεί να μεταφέρουν εσφαλμένα και των οποίων στην πορεία της παράδοσης τα έργα πιθανόν να έχουν αλλοιωθεί ή παρεξηγηθεί. Έτσι, για να προκύψει ένα «ασφαλές» και «σαφές» νόημα της Βίβλου, απαιτούσε «καθαρές» και «σαφείς» φιλοσοφικές έννοιες και ιστορικο-φιλοσοφική επανεξέταση και απαιτεί «interpretatio scripturae» της Βίβλου σε αναλογία με τη διερεύνηση της φύσεως.

Tο έργο του επηρέασε την παγκόσμια σκέψη, και άσκησε ιδιαίτερη γοητεία στον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, Εθνικοσοσιαλιστή ιδεολόγο, φυλετιστή και φίλο του Αδόλφου Χίτλερ καθώς και σύμβουλου του επί εξωτερικών θεμάτων, που είχε την ευθύνη για το διανοητικό πρόγραμμα του Εθνικοσοσισλιστικού κόμματος, ενώ οι Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές δεν έκαψαν τα βιβλία του. Ο Ρόζενμπεργκ λάτρης της πνευματικής κληρονομιάς του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, ανακάλυψε ότι ο ποιητής έτρεφε απέραντο θαυμασμό για τον Σπινόζα και έκτοτε και ο ίδιος αισθάνθηκε τον ίδιο βαθύ σεβασμό για τον αποσυνάγωγο Εβραίο φιλόσοφο [5].

Εργογραφία

Το 1663 ο Σπινόζα δημοσίευσε το πρώτο έργο του:

  • «Οι αρχές της Φιλοσοφίας του Ρενέ Ντεκάρτ αποδειγμένες γεωμετρικά από τον Μπενουά ντε Σπινόζα».

Ακολούθησε το έργο:

  • «Μεταφυσικές σκέψεις», που έχει ως παράρτημα λεξικό φιλοσοφικών όρων και εξετάζει τις παραδοσιακές αντιλήψεις της μεταφυσικής.

Το 1670 εξέδωσε τη:

  • «Θεολογικοπολιτική πραγματεία»,

στην οποία υπερασπίζεται την ελευθερία της σκέψης εναντίον της σκληρότητας των θεολόγων και για να την εξασφαλίσει ζητά την υποταγή της θρησκευτικής στην πολιτική εξουσία. Την εξέδωσε χωρίς όνομα και καταδικάστηκε και από την προτεσταντική και από την καθολική εκκλησία.

Το 1662, είχε δημοσιεύσει τη:

  • «Σύντομη πραγματεία για το Θεό, τον άνθρωπο και τη μακαριότητά του», που αποτέλεσε το προσχέδιο για την «ηθική» του, ενώ το 1661 είχε αρχίσει να γράφει την
  • «Πραγματεία της μεταρρύθμισης της νόησης», που τελικά έμεινε ατελείωτη, και στην οποία, αφού όρισε για σκοπό στη φιλοσοφική σκέψη τη γνώση του υπέρτατου αγαθού, αγωνίστηκε για να βρει μία μέθοδο που θα τον οδηγήσει στο σκοπό αυτό. Το 1675 έως το 1677 έγραψε την
  • «Πολιτική πραγματεία», που είναι πραγματεία για την ανεξιθρησκία.

Από το 1660 έως το 1675 εργάστηκε στο κύριο έργο της φιλοσοφίας του, την

  • «Ηθική αποδεδειγμένη κατά γεωμετρική τάξη» ή απλά «Ηθική» [6], όπως ο ίδιος ονόμαζε το έργο του αυτό, στο οποίο και εξέθεσε τις βασικότερες θέσεις της φιλοσοφικής του θεωρίας.

Το βιβλίο αποτελεί αριστούργημα του είδους του και δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του. Στα πέντε βιβλία του έργου διαπραγματεύεται ζητήματα θρησκείας, ηθικής, γνωσιολογίας, φιλοσοφίας, ψυχολογίας. Κεντρική ιδέα του έργου του Σπινόζα είναι ο ορισμός της «ουσίας». Ουσία είναι ο Θεός ο οποίος υπάρχει αφ' εαυτού. Ταυτίζεται ο Θεός του Σπινόζα με τη φύση και η ταύτιση αυτή δε σημαίνει αντίθεση ανάμεσα στη θρησκευτική και την επιστημονική αντίληψη του κόσμου. Ο Θεός είναι αλάθητος, η Φύση είναι αλάθητη. Οι νόμοι της φύσης είναι αποφάσεις του ίδιου του Θεού, για αυτό δεν μπορούμε να πάμε ενάντια στους νόμους της φύσης, που είναι μια αναγκαιότητα, αφού είναι και νόμοι του Θεού.

Θέλησε να την εκδώσει μόλις την τελείωσε στο Άμστερνταμ, αλλά δεν το κατόρθωσε, γιατί συνασπίστηκαν θεολόγοι και σοφοί με σκοπό να καταγγείλουν τον αθεϊσμό του βιβλίου. Η μέθοδος του έργου είναι γεωμετρική. Η πρωτοτυπία του είναι ότι η ηθική του Σπινόζα εξαρτάται από την πίστη στην αναγκαιότητα όλων των πραγμάτων και στην αντίληψή του ότι όσο περισσότερο πείθεται κανείς για την ύπαρξη αυτής της αναγκαιότητας, τόσο ανώτερη ηθικότητα αποκτά, όσο περισσότερο θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο, τόσο γίνεται πιο ανήθικος και είναι καταραμένος. Ενώ αυτός που δε θεωρεί τον εαυτό του ελεύθερο, έχει την πεποίθηση ότι βρίσκεται στα χέρια του Θεού και αυτό είναι η πρωταρχική φρόνηση. Η ανώτερη σοφία είναι να βλέπει ο άνθρωπος με σαφήνεια το Θεό και η αληθινή αρετή είναι η αγάπη στο Θεό. Αναλύει επίσης την ανθρώπινη ψυχή και τα πάθη της, που την εμποδίζουν να φτάσει στην τελειότητα. Εδώ προσπαθεί να διαπαιδαγωγήσει τους ανθρώπους να ψάχνουν συνέχεια για το αγαθό.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Μπαρούχ=Ευλογητός, εξ ου και το Benedictus στα Λατινικά]
  2. «Δια διατάγματος των Αγγέλων και των Αγίων, αποπέμπουμε, αποκλείουμε, καταριόμαστε και αναθεματίζουμε τον Βαρούχ Σπινόζα με όλες τις κατάρες που αναφέρει ο Νόμος. Καταραμένος να είναι, τη νύχτα και τη μέρα, καταραμένος στον ύπνο και στον ξύπνιο, καταραμένος όταν εξέρχεται κι όταν εισέρχεται. Ο Κύριος δεν θέλει να τον συγχωρήσει, κι έτσι θα εκπέσει εναντίον του ο κεραυνός και η οργή Του... Προειδοποιούμε ότι κανείς δεν επιτρέπεται να του μιλήσει δια ζώσης ή δια γραφής, μήτε να τον ευεργετήσει, μήτε να μείνει κάτω από την ίδια στέγη, μήτε ν’ αναγνώσει κάποιο γραπτό του»
  3. [«...Μακάρι να τον φάει η ψώρα! Ποιος είναι λοιπόν; Είναι ο Benedictus (ευλογημένος) Σπινόζα, που μάλλον θα του άξιζε να ονομάζεται Maledictus (καταραμένος), γιατί δεν γεννήθηκε στη γη άνθρωπος πιο καταραμένος απ’ αυτόν. [....] Στην αρχή υπήρξε Εβραίος, αλλά τον έδιωξαν από τη Συναγωγή, εξαιτίας των τερατωδών απόψεων που διατύπωνε εναντίον του ιουδαϊσμού, και προσχώρησε τελικά στον χριστιανισμό, δεν ξέρω με τί λογής πονηριές...».]
  4. Τρεις εκδόσεις για τον Σπινόζα Εφημερίδα «Το Βήμα», 17 Νοεμβρίου 1996
  5. [«....Ο νους ο οποίος είχε τόσο αποφασιστική επίδραση πάνω μου και τόσο μεγάλη επιρροή στον όλο τρόπο σκέψη μου ήταν ο Σπινόζα. ΄Έχοντας μάταια αναζητήσει παντού, σε ολόκληρο τον κόσμο, ένα μέσο να καλλιεργήσω την παράξενη φύση μου, έτυχε τέλος να συναντήσω την ηθική αυτού του ανθρώπου. Εδώ βρήκα ένα ηρεμιστικό για τα πάθη μου. ήταν σαν ν' άνοιγε για μένα μια πλατιά και απρόσκοπτη θέα αυτού του υλικού και θνητού κόσμου. Εκείνο όμως που με έδεσε ειδικά με τον Σπινόζα ήταν η απεριόριστη ανιδιοτέλεια που αναδυόταν από κάθε του φράση. Αυτή η υπέροχη έκφραση: "εκείνος που αγαπά σωστά τον Θεό οφείλει να μην επιθυμεί ο Θεός να ανταποδώσει την αγάπη του", με όλα τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται και με όλες τι συνέπειες που την πλαισιώνουν, γέμισε όλη τη δύναμη της σκέψης μου...».] Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, «Αυτοβιογραφία»]
  6. «Ηθική» Ολόκληρο το βιβλίο