Σοφία Λασκαρίδου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Σοφία Λασκαρίδου, Ελληνίδα κορυφαία ζωγράφος του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1876 στην Αθήνα και πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1965 στην Καλλιθέα Αττικής.

Σοφία Λασκαρίδου

Βιογραφία

Πατέρας της ήταν ο Λάσκαρης Λασκαρίδης, φιλόσοφος και μαθητής του Θεόφιλου Καϊρη, μεγαλωμένος στο Λονδίνο ακι απόγονος του αυτοκρατορικού οίκου Λάσκαρι, μητέρα της η πρωτοπόρος παιδαγωγός Αικατερίνη κόρη του Πανεπιστημιακού καθηγητή Αναστάσιου Χρηστομάνου, αδελφή των Κωνσταντίνου και Αντώνιου Χρηστομάνου, που ήταν μεγαλωμένη στη Βιέννη. Η Σοφία είχε δύο ακόμη αδελφές, την κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή της Μελπομένη και την κατά τέσσερα χρόνια μικρότερή της Ειρήνη, τη μετέπειτα διευθύντρια του ιδρύματος «Οίκος Τυφλών». Η Σοφία μεγάλωσε στο σπίτι που, από το Δεκέμβριο του 2001, στεγάζεται η «Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας Σοφία Λασκαρίδου», στη συμβολή των δρόμων Λασκαρίδου & Φιλαρέτου, το οποίο είναι χτισμένο το 1887 με σχέδια του αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλλερ, ως εξοχική κατοικία της οικογένειας και ήταν ένα από τα πρώτα του τότε οικισμού Καλλιθέας. Συχνοί επισκέπτες της οικογένειας Λασκαρίδη ήταν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας αλλά και όλη η πνευματική, οικονομική και κοσμική κοινωνία της εποχής.

Μεταξύ των ετών 1894-1900 η Σοφία φοίτησε στο Τμήμα Θηλέων του σχολείου Καλών Τεχνών και από το 1896, στα δεκατέσσερά της χρόνια, εξέθεσε έργα της στην Εταιρεία των Φιλοτέχνων, όπως έγραψε η ίδια στο ημερολόγιο της, και σε όλες τις μεγάλες εκθέσεις των Αθηνών. Το 1900 έφυγε για το Παρίσι όπου για σύντομο χρονικό διάστημα παρακολούθησε μαθήματα στην «Academie Julian». Το 1901, ύστερα από την παρότρυνση της μητέρας της, ζήτησε από το Βασιλιά Γεώργιο Α’, να επιτρέπει με νόμο η εισαγωγή γυναικών στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ο νόμος ψηφίστηκε και έγινε η πρώτη γυναίκα που γράφτηκε και σπούδασε στη σχολή από τις 27 Οκτωβρίου 1903 έως τις 7 Ιουλίου 1907, με δασκάλους τον Κωνσταντίνο Βολανάκη, το Νικηφόρο Λύτρα και το Γεώργιο Ιακωβίδη.

Το 1908 ταξίδεψε με τριετή υποτροφία στη Γερμανία και παρουσιάζει έργα της σε εκθέσεις του Μονάχου και του Βερολίνου ενώ από το 1910 ως το 1914 φοιτά στην «Academie de la Grande Chaumiere» στο Παρίσι, με δασκάλους και καθοδηγητές της τους Β.Constant και J.P Laurens, όπου έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις. Το 1916, όταν επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα, στα μάτια των συγχρόνων της είναι ήδη καταξιωμένη καλλιτέχνιδα, και αφιερώνεται στη ζωγραφική και τη διδασκαλία της. Τον ίδιο χρόνο, μετά το θάνατο της μητέρας της ανέλαβε να διδάξει στη Σχολή Νηπιαγωγών Καλλιθέας το μάθημα της Ιχνογραφίας ενώ παράλληλα αναπτύσσει σημαντική ανθρωπιστική δράση και το 1951 εξέδωσε σειρά σχολικής ιχνογραφίας και ζωγραφικής. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στα «Απομνημονεύματα» του αναφέρει ότι αποτέλεσε το πρότυπό του για την ηρωίδα του έργου του «Στέλλα Βιολάντη».

Σχέση με Περικλή Γιαννόπουλο

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, διατηρούσε σχέση, με το διανοούμενο και λόγιο Περικλή Γιαννόπουλο, έναν από τους γεννήτορες της ιδεολογίας του σύγχρονου Ελληνικού Εθνικισμού, για τον οποίο λέγεται ότι η αυτοκτονία του οφείλεται στην αγάπη του προς τη Σοφία. Όπως γράφει στο ημερολόγιό της, ανηφόριζαν με τα πόδια προς το λόφο του Φιλοπάππου, «...μέσα από ειδυλλιακά τοπία με πλούσια βλάστηση..» ή περνούσαν τον Ιλισό, «...πηδώντας τις στρογγυλές πέτρες των καθαρών νερών του..». Ο έρωτάς τους δεν κατέληξε σε γάμο καθώς η Σοφία απέρριψε την πρόταση γάμου που της έκανε, ώστε να ακολουθήσει το δρόμο της στη ζωγραφική κι εκείνος αρνήθηκε να την ακολουθήσει στην Ευρώπη, μένοντας πιστός στον Ελληνοκεντρισμό του. Την παραμονή της αυτοκτονίας του, στις 7 Απριλίου 1910, ο Περικλής Γιαννόπουλος, της γράφει το τελευταίο του γράμμα και εκείνη, σαν από διαίσθηση, θα επιστρέψει από το Βερολίνο, μήπως και τον προλάβει, αλλά έφτασε αργά. Βρέθηκε όμως στο νεκροταφείο της Ελευσίνας, στόλισε και μύρωσε το νεκρό του σώμα και παρακολούθησε διακριτικά την τελετή της ταφής του. Το μυστικό και το μυστήριο της σχέσης τους επιβεβαίωσε η ίδια. Όπως γράφηκε στο περιοδικό «Νέα Εστία» [1],

«Σας τα χαρίζω, μου είπε [η Σοφία Λασκαρίδου], αυτά τα γράμματα για να με θυμάστε». [...] Διέγνωσα κι από τον τόνο της φωνής κι από τη χειρονομία της, πως επιθυμία της ήταν να γίνει λόγος για τον έρωτά της και ύστερ’ από το θάνατό της. Η ίδια, άλλωστε, στα ογδόντα πέντε χρόνια της, τύπωσε ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο «Μια μεγάλη αγάπη» όπου είχε περιγράψει [sic] την ερωτική της περιπέτεια με τον «Περικλή της» και το μοίρασε στους φίλους της..».

Το 1960 εξέδωσε το «Από το ημερολόγιό μου. Συμπλήρωμα: Μια αγάπη μεγάλη», σαν «..ευλαβικό μνημόσυνο για τα πενήντα χρόνια από την αυτοκτονία του Περικλή Γιαννόπουλου..», ωραιοποιώντας τον έρωτά της, σε σχέση με την προγενέστερη αφήγηση στην «Εστία». Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε επιλέξει και «..ζούσε ολοκληρωτικά σχεδόν μέσα σ’ αυτόν τον αναδρομικό έρωτα..» με τύψεις για το χαμό του Γιαννόπουλου, ενισχύοντας ταυτόχρονα, τον προσωπικό της μύθο.

Το έργο της

Ζωγραφική

Υπάρχουν 339 έργα της, λάδια, σχέδια και χαρακτικά, τα οποία μετά το θάνατό της, σκορπίστηκαν σε ιδιωτικές συλλογές -ελάχιστα κληροδότησε στην Εθνική Πινακοθήκη- και έγιναν απρόσιτα στο κοινό. Στη μελέτη της Χριστίνας Γραμματικοπούλου αναφέρεται επιγραμματικά ότι στις κριτικές μέχρι το 1907, η καλλιτεχνική της παρουσία θεωρείται «...μάλλον νεωτεριστική και κατά συνέπειαν άγνωστος και ασυνείθιστος εις το πολύ κοινόν...», οι πίνακές της βρίσκουν εύκολα αγοραστές, ενώ δε λείπουν τα επικριτικά σχόλια για το «..εκζεματικόν εκείνο χρώμα...» και για την «...ανωμαλία και το αντιμέτωπον εκείνο της πινελιάς, το οποίον [...] αποκαλύπτει και ανωμαλίαν εμπνεύσεως και αμφιβολίαν αντιλήψεως και δυσπιστίαν προς την αλήθειαν των χρωμάτων..».

Όμως οι ομότεχνοί της, όπως ο Δημήτρης Γαλάνης, βρίσκουν ότι ο τρόπος αυτός επεξεργασίας του θέματος, με το «χρώμα βαλμένο με την οκά, εξέχον από την οθόνην, [...] δίδει την ζωήν και την δύναμιν εις το έργον», Ο Συμεών Σαββίδης αναγνωρίζει στο έργο της «πολλήν αντίληψιν και όχι ολίγην ποίησιν» και ο Νικηφόρος Λύτρας φέρεται να δήλωνε ότι η μαθήτριά του μια μέρα θα τιμούσε το δάσκαλό της. Η Θάλεια Φλωρά-Καραβία, αρκετά χρόνια αργότερα, θυμάται ότι «...τα έργα της είχαν πολλήν πρωτοτυπίαν και ανεγνωρίζετο ως πρωτοπόρος του εμπρεσσιονισμού με μια αυθόρμητη αγάπη στο χρώμα...». Στα έργα της, το σχέδιο και η σύνθεση είχαν δευτερεύοντα ρόλο καθώς εκφραζόταν με το χρώμα κυρίως όμως με το φως, και όπως έχει γραφεί, «...πουθενά το Ελληνικόν φως, άφθονον και αποτυφλωτικόν, ή διακριτικόν και ήρεμον, πάντοτε όμως ιδιαίτερον και χαρακτηριστικόν, πουθενά δεν ημπορεί να συλληφθή τόσον βέβαιον και αληθινόν όσον εις ένα πίνακα της...».

Συγγραφικό έργο

Εξέδωσε το 1955, τα απομνημονεύματά της, με τίτλο

  • «Από το ημερολόγιό μου. Θύμησες και στοχασμοί»

που ξεκινούν με την αναχώρησή της για το Μόναχο και σταματούν πριν την επιστροφή της στην Αθήνα το 1916, χωρίς να αποτελούν εξιστόρηση της ζωής της, ενώ καταγράφει επίσης μια πολύ σημαντική πλευρά της δημιουργικής πτυχής της, το βίωμα. Πριν ζωγραφίσει τη θαλασσοδαρμένη Μάγχη, έζησε την τρικυμία δεμένη σε ένα κατάρτι, για να αποτυπώσει την παλίρροια της Βρετάνη κινδύνεψε να θαφτεί στην άμμο, και επιζητώντας τον κίνδυνο της βίας, ζωγράφισε τους απάχηδες του Παρισιού.

Το 1960 ακολούθησε το συμπλήρωμα του ημερολογίου της με τίτλο

  • «Από το ημερολόγιο μου. Συμπλήρωμα: Μια αγάπη μεγάλη»,

όπου αναφέρονταν στον έρωτά της για τον Περικλή Γιαννόπουλο.

Το 2007 η Χριστίνα Γραμματικοπούλου, σε εκτενή μελέτη και έρευνα για το έργο της, κατέγραψε και τρία ποιήματα της γραμμένα στη δημοτική γλώσσα, καθώς και τη στενή της φιλία με το Μανόλη Τριανταφυλλίδη και το Γιάννη Ψυχάρη.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. [Tεύχος 924, 1966, σ.31: «Σοφία Λασκαρίδου. Με δύο ανέκδοτα γράμματα του Περικλή Γιαννόπουλου»