Τζόρτζιο ντε Κίρικο

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

O Τζουζέπε Μαρία Αλμπέρτο Τζόρτζιο ντε Κίρικο [Τζόρτζο ντε Κίρικο και Ιταλικά Giuseppe Maria Alberto Giorgio de Chirico], Ιταλός εθνικιστής ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης, ένας από τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το ιδίωμα της Μεταφυσικής Ζωγραφικής [Pittura metafisica] αλλά και για την επιρροή που άσκησε σε καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός και η Νέα Αντικειμενικότητα [Neue Sachlichkeit], γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1888 στην πόλη του Βόλου στην Ελλάδα και πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1978, στη Ρώμη, μετά από μακρά ασθένεια. Τάφηκε στο κοιμητήριο του Verano στη Ρώμη, όμως το 1992 τα οστά του μεταφέρθηκαν και εναποτέθηκαν στο υπόγειο του παρεκκλησίου του ναού του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης [San Francesco a Ripa] [1], το Ιερό των Φραγκισκανών στο Trastevere της Ρώμης.

Το 1924 γνωρίστηκε με τη Ρωσίδα και Εβραϊκής καταγωγής μπαλαρίνα, Ραΐσα Γκούριεβιτς, με την οποία εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και μαζί ταξίδεψαν στη Νέα Υόρκη για την πρώτη του έκθεση στον Νέο Κόσμο το 1928 και με την οποία παντρεύτηκαν στις 3 Φεβρουαρίου 1930, όμως χώρισαν στο τέλος του 1931, καθώς η σχέση τους, την εποχή του γάμου τους, ήταν ήδη σε κρίση. Το Φθινόπωρο του 1930 γνώρισε την επίσης Ρωσίδα και Εβραϊκής καταγωγής, Isabella Pakszwer, μετέπειτα Isabella Far [Ιζαμπέλα Φαρ], με την οποία παντρεύτηκαν στις 18 Μαΐου 1946 κι έζησαν μαζί μέχρι το θάνατο του.

Giorgio de Chirico

Βιογραφία

Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Εβαρίστο [Evaristo De Chirico] και της Τζέμα [Gemma Cervetto] ντε Κίρικο. Ο πατέρας του που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ήταν βαρόνος από οικογένεια ευγενών της Φλωρεντίας και Σικελός στην καταγωγή, εργάζονταν ως επιβλέπων μηχανικός σιδηροδρόμων και το 1881 επόπτευε την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου στη Θεσσαλία, των «Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας». Η ελληνική κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, υλοποιώντας το σχέδιο για την κατασκευή σιδηροδρόμου στη Θεσσαλία, υπέγραψε στις 13 Σεπτεμβρίου 1881 σχετική σύμβαση με τον ομογενή τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης Θεόδωρο Μαυρογορδάτο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Εβαρίστο Ντε Κίρικο και τον Αρμάουντ Χενεβέρ. Για να αναλάβει την υλοποίηση του έργου ο Evaristo De Chirico, ίδρυσε την τεχνική εταιρία «Enterprise de Chirico et Compagnie».

Η μητέρα του Τζόρτζιο, με καταγωγή από τη Γένοβα, ήταν πρώην τραγουδίστρια της όπερας. Αδελφός του ήταν ο Αντρέα Αλμπέρτο, ζωγράφος και λογοτέχνης, ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα, που από το 1914 χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Αλμπέρτο Σαβίνιο. Η οικογένεια είχε και μια κόρη την Αδελαΐδα, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από τον Τζιόρτζιο, που πέθανε πολύ μικρή. Το 1897 η οικογένειά ντε Κίρικο εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, ενώ τον ίδιο χρόνο ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, και μετά την λήξη του πολέμου και την αποχώρηση των Τούρκων, το φθινόπωρο του 1898, η οικογένεια ντε Κίρικο επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα.

Σπουδές

Ο πατέρας του επιθυμούσε να ακολουθήσουν οι γιοι του το επάγγελμα του μηχανικού, ωστόσο ενθάρρυνε τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα των παιδιών του και ανέθεσε τη μόρφωση τους σε ιδιωτικούς δασκάλους. Πρώτος δάσκαλος του ντε Κίρικο υπήρξε ένας νέος Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη, ονόματι Μαυρουδής, υπάλληλος των σιδηροδρόμων, που μιλούσε λίγο τα ιταλικά με προφορά βενετσιάνικη, ο οποίος του παρέδιδε μαθήματα σχεδίου. Μετά την εγκατάσταση του στην Αθήνα φοίτησε στη Λεόντειο Σχολή, και την επόμενη σχολική χρονιά 1900–01 γράφτηκε στην Αρχιτεκτονική σχολή του Πολυτεχνείου, ενώ παράλληλα έως το 1905, φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου είχε καθηγητές τους Γεώργιο Ροϊλό, Κωνσταντίνο Βολονάκη και Γιώργο Ιακωβίδη. Περνούσε τις θερινές διακοπές του στον Βόλο και στο Πήλιο, παρακολουθώντας την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου Λεχώνια – Μηλιές, που κατασκεύαζε και επέβλεπε ο πατέρας του, ο οποίος πέθανε το Μάιο του 1905, στο σπίτι της Κηφισιάς όπου κατοικούσαν, ενώ ο Τζόρτζιο απέτυχε στις τελικές εξετάσεις της σχολής Καλών Τεχνών. Τα χρόνια της διαμονής του στην Αθήνα είχε συμφοιτητή τον εθνικιστή αρχιτέκτονα Δημήτριο Πικιώνη, που μαζί με την μετέπειτα σύζυγό του, την Ιζαμπέλλα Φαρ-ντε Κίρικο και τον αδελφό του Αλμπέρτο Σαβίνιο, θεωρούσε ότι ήταν ένας από τους τρεις ευφυέστερους ανθρώπους που γνώρισε στη διάρκεια της ζωής του.

Μετα την αναχώρηση τους από την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1906, συνέχισε τις σπουδές του στην «Accademia di Belle Arti di Firenze», ενώ το φθινόπωρο του 1906 η οικογένεια ντε Κίρικο εγκαταστάθηκε στο Μόναχο, όπου ο Τζόρτζιο ξεκίνησε σπουδές στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, παρακολουθώντας μαθήματα σχεδίου και ζωγραφικής. Πολλοί θεωρούν ότι επηρεάστηκε από τον Άρνολντ Μπέκλιν, που πολλοί θεωρούν πρόδρομο του σουρεαλισμού, ο οποίος είχε δημιουργήσει μια δική του Αρχαιότητα με αναγεννησιακά, συμβολικά στοιχεία, που πρόβαλλαν τις μυστηριακές δυνάμεις της φύσεως.

Ενήλικη ζωή

Ο Τζόρτζιο αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το καλοκαίρι του 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Την ίδια περίπου περίοδο ήρθε σε στενή επαφή με το έργο του Φρήντριχ Νίτσε, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξή του και στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του. Τον Μάρτιο του 1910 η οικογένεια μετακόμισε στη Φλωρεντία, όπου ζούσαν μια θεία και έναν θείος του, αδέλφια του πατέρα του, όμως εκεί επιδεινώθηκε η υγεία του, καθώς έπασχε από εντερικά προβλήματα, όμως εκεί σπούδασε την τεχνική της τέμπερας σε ξύλο.

Ο ντε Κίρικο είχε κηρυχθεί λιποτάκτης του Ιταλικού στρατού από το Μάρτιο του 1912 και είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης, όμως όταν το 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους λιποτάκτες που θα παρουσιάζονταν άμεσα, γεγονός το οποίο εκμεταλλεύτηκςε και κατατάχθηκε το Μάιο του 1915 στη Φλωρεντία. Τον επόμενο μήνα τοποθετήθηκε σε στρατιωτική μονάδα στη Φεράρα, όπου συνέχισε να ζωγραφίζει με μειωμένους ρυθμούς, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει τις επαφές του και τους φίλους του στο Παρίσι, ειδικότερα με τον Πωλ Γκιγιώμ που αποτελούσε τον αποκλειστικό πωλητή των έργων του και να διαδώσει τη Μεταφυσική ζωγραφική του στην πατρίδα του, με εκθέσεις πινάκων και δημοσίευση δοκιμίων. Το 1917 υπέστη νευρικό κλονισμό και για αρκετό χρόνο νοσηλεύτηκε σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατάφερε επίσης να διατηρήσει την επικοινωνία του με τον Απολλιναίρ και τον Τριστάν Τζαρά, συνεισφέροντας σε περιοδικές εκδόσεις των ντανταϊστών.

Τον Ιανουάριο του 1919 εγκατέλειψε τη Φεράρα κι εγκαταστάθηκε στη Ρώμη με τη μητέρα του όπου οργάνωσε εκθέσεις των πινάκων του, ενώ ταυτόχρονα έγινε μέλος του θεατρικού κύκλου με επίκεντρο τον σκηνοθέτη Αλφρέντο Καζέλα και τον εθνικιστή συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλλο. Από την αλληλογραφία του προκύπτει ότι από το Φθινόπωρο του 1917, διατηρούσε ερωτική σχέση με την Antonia Bolognesi, που κατοικούσε στη Φερράρα και διέκοψαν την επαφή τους το Δεκέμβριο του 1919, αν και επρόκειτο να της κάνει πρόταση γάμου. Το 1925 ταξίδεψε στη Γαλλία και παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τον Πάμπλο Πικάσο και άλλους νεωτεριστικούς εκπροσώπους της ζωγραφικής. Στο Παρίσι σχεδίασε τα σκηνικά και τα κοστούμια για τα μπαλέτα Suédois και τα μπαλέτα του Μόντε Κάρλο και άρχισε να ζωγραφίζει μια σειρά από ερείπια, άγρια ​​άλογα, και μονομάχους.

Τη δεκαετία του 1930 μετακόμισε αρκετές φορές ψάχνοντας ιδανικές συνθήκες για την έκθεση των έργων του, όμως τελικά επέστρεψε στο Παρίσι, το 1934, ενώ το 1935 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, οργάνωσε 5 εκθέσεις, και μετά από 2 χρόνια επέστρεψε στην Ιταλία. Στη διάρκεια του 2ου παγκοσμίου πολέμου έργα του παρουσιάστηκαν αρκετές φορές, αλλά χωρίς θετικές κριτικές. Την ίδια περίοδο έζησε στην Ιταλία, όπου ζωγράφιζε πορτρέτα στελεχών του Φασιστικού κόμματος και περισσότερες από 50 αυτοπροσωπογραφίες, στις οποίες ήταν ντυμένος με ιστορικές ενδυμασίες.

Το 1940 και μέχρι το 1950, το έργο του παρουσιαζόταν εξαιρετικά συχνά στην Ιταλία, ενώ την περίοδο από το 1950 έως το 1953 διοργάνωσε «αντι-Μπιενάλε», παρουσιάζοντας έργα «αντι-μοντέρνων» καλλιτεχνών. Την ίδια δεκαετία περίπου κατέφευγε στα ιταλικά δικαστήρια με μια σειρά από δίκες που σχετίζονταν με πλαστογραφήσεις έργων του, υπόθεση ιδιαίτερα επισφαλής, καθώς ο ίδιος συνήθιζε να πραγματοποιεί αντίγραφα ή πολλαπλές εκδοχές των πιο γνωστών πινάκων του. Συνέχισε να εργάζεται μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ασχολούμενος παράλληλα συστηματικά με το θέατρο. Το 1948 έγινε μέλος στη Royal Society of British Artists του Λονδίνου, ενώ το 1973 ταξίδεψε στην Ελλάδα και στη διάρκεια του ταξιδιού του γυρίστηκε το ντοκιμαντέρ «Το μυστήριο του άπειρου» για λογαριασμό της Ιταλικής Ραδιοτηλεοράσεως. Το 1974 τιμήθηκε από την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Παρισιού και το 1975 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας .

Το τέλος του

Ήταν σκυθρωπός, απόμακρος, κι αισθανόταν πάντα ανώτερος αυτού του κόσμου, ενώ θεωρούσε ότι ήταν ένας γνήσιος απόγονος κάποιου ένδοξου προσώπου της ελληνικής μυθολογίας κι ήταν υπερήφανος γι' αυτό. Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο σπίτι του στην Piazza di Spagna στη Ρώμη, που το αγόρασε το 1947, ενώ πήγαινε κάθε πρωί πήγαινε στο Caffe Greco, συνοδεία πάντα της συζύγου του η οποία αποθάρρυνε όσους προσπαθούσαν να του αποσπάσουν μια υπογραφή. Το σπίτι αυτό σήμερα λειτουργεί ως μουσείο. Λίγους μήνες πριν το θάνατό του γιόρτασε στο Καπιτώλιο τα ενενηκοστά γενέθλιά του.

Ίδρυμα ντε Κίρικο

Το 1986 ιδρύθηκε στη Ρώμη, το «Ίδρυμα Τζόρτζιο και Ίζα ντε Κίρικο» [«Fondazione Giorgio e Isa de Chirico»] [2] με σκοπό τη διαφύλαξη του έργου του. Στο Βόλο λειτουργεί από το 1990, το Κέντρο Τέχνης «Τζιόρτζιο ντε Κίρικο», σε κτίριο στον πεζόδρομο της οδού Μεταμορφώσεως. Στους εκθεσιακούς χώρους του εκτίθενται περί τα 500 έργα της αξιόλογης συλλογής-δωρεάς Αλέξανδρου Δάμτσα, που περιλαμβάνει έργα, από όλα τα σημαντικά καλλιτεχνικά ρεύματα, ελληνικής ζωγραφικής και χαρακτικής του 19ου και του 20ού αιώνα, αλλά φιλοξενούνται και περιοδικές εκθέσεις ποικίλου εικαστικού ενδιαφέροντος. Τα έργα κατανέμονται σε γκραβούρες, χάρτες και ντοκουμέντα για την περιοχή, σε έργα Ελλήνων χαρακτών και σε έργα Βολιωτών, Μαγνησιωτών και Θεσσαλών καλλιτεχνών.

Οι πίνακες αποπνέουν Ελλάδα, ξεκινώντας από την πληθώρα των αρχαιοελληνικών αγαλμάτων και των ελληνικών μορφών, αλλά και καταλήγοντας στην απεικόνιση ελληνικών τοπίων και κτιρίων. Στην Ελλάδα, όμως, δεν υπάρχει ούτε ένα έργο ζωγραφικής, παρά μόνο λιγοστά χαρακτικά που βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών, που να συμβολίζει το πέρασμα του Ντε Κίρικο, του ζωγράφου σφράγισε την πορεία της μεταφυσικής ζωγραφικής και του υπερρεαλισμού. Στο Βόλο δεν έχει εντοπισθεί κανένα ίχνος της παρουσίας του ντε Κίρικο, ούτε και κάποια προσωπικά του αντικείμενα, ενώ έχει κατεδαφιστεί το οίκημα όπου γεννήθηκε. Ο ίδιος δεν επέστρεψε στο Βόλο πότε επίσημα, όμως πιθανολογείται ότι επισκέφθηκε την πόλη δυο φορές σε ιδιωτικού χαρακτήρα επισκέψεις.

Εργογραφία

Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες αλλά και πλέον αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της τέχνης του 20ού αιώνα και κατάφερε να συμπεριληφθεί μεταξύ των κορυφαίων δημιουργών και των σπουδαιότερων εκφραστών της τέχνης του 20ού αιώνα, ενώ την περίοδο 1912-1919 ήταν από τους πρωτοπόρους της ζωγραφικής στην Ευρώπη. Υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος της μεταφυσικής ζωγραφικής στην Ευρώπη και θεωρήθηκε ο βασικότερος πρόδρομος του σουρεαλισμού, αν και η καριέρα του σημαδεύτηκε από υφολογικές αλλαγές και ανατροπές. Το 1919 μετά από ένα μυστηριώδες όραμα που είπε ότι είχε δει, πείστηκε πως ακολουθούσε λάθος πορεία και έτσι απέρριψε πολλές από τις προηγούμενες δημιουργίες του και ξαναδούλεψε έργα άλλων ζωγράφων, επιστρέφοντας σε ένα είδος κλασικισμού με επιρροές από τον Ραφαήλ και τον Ρούμπενς.

Αν και δέχθηκε έντονες επικρίσεις, τον κατέταξαν στους μεγαλύτερους πολέμιους της συμβατικότητας. Τα έργα του διακρίνονται για τη μυστικοπάθειά τους και τη χρωματική τους διαύγεια. Αντλούσε τα θέματά του από τους αρχαίους μύθους, από φαντασίες και οράματα της μνήμης. Αφοσιώθηκε στις τοπιογραφίες, στις νεκρές φύσεις και σε θέματα σχετικά με την αρχαιότητα και τον μεσογειακό χώρο. Επηρέασε πλήθος ζωγράφων όπως οι Μαξ Ερνστ, Σαλβαδόρ Νταλί, Ρενέ Μαγκρίτ και ο Έλληνας Νίκος Εγγονόπουλος, αλλά και καλλιτέχνες από άλλους χώρος, όπως τον σκηνοθέτη Μικελάντζελο Αντονιόνι και τον δημιουργό ηλεκτρονικών παιγνιδιών Φουμίτο Ουέντα, που δημιούργησε τα παιχνίδια «Ico» και «Shadow of the Colossus». Παρουσίασε έργα του στην Ιταλία, αλλά και σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Άμστερνταμ, οι Βρυξέλλες, το Λονδίνο και η Νέα Υόρκη.

Υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος της μεταφυσικής ζωγραφικής, που απεικόνιζε φανταστικές πόλεις γεμάτες θεατρικότητα, όπου κυριαρχούσαν η αποξένωση, το απόκοσμο και η αίσθηση της απώλειας. Έγραψε θεωρητικά συγγράμματα, αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα, διηγήματα και ένα μόνο λογοτεχνικό έργο, το οποίο έχει κάποια σημασία και φέρει τον τίτλο,

  • «Hebdomeros, Le peintre et son génie chez l'ecrivain» [«Ebdomero»], το 1929, αυτοβιογραφική νουβέλα.

Ανάμεσα στα ζωγραφικά του έργα περιλαμβάνονται τα,

  • «Αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απομεσήμερου»,
  • «Μεταφυσικά εσωτερικά»,
  • «Μυστηριώδη λουτρά»,
  • «Έπιπλα στην κοιλάδα»,
  • «Έκτωρ και Ανδρομάχη»,
  • «Η ώρα της Σιωπής» με το άγαλμα της Αριάδνης και στο βάθος το τρένο, δημιουργώντας μια αίσθηση αναμονής, δράματος,
  • «Ο Μεγάλος Τροβαδούρος» που απεικονίζει Ανδρείκελο και τρένο,
  • «Το τραγούδι της Αγάπης» με την κεφαλή αγάλματος, τρένο και γάντι,
  • «Αίνιγμα της ώρας» που απεικονίζει ρολόι με Καμάρες,
  • «Έκτωρ και Ανδρομάχη», ανδρείκελα,
  • «Το portrait του Guillame Appolinaire»,
  • «Νοσταλγία του Άπειρου» με τον ψηλό Πύργο.

Η επίδραση της Ελλάδας στα έργα του είναι χαρακτηριστική, ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι κάποιων από αυτά,

  • «Flight of the Centauri»,
  • «Enigma of an Autumn Afternoon and Enigma of the Oracle», το 1909,
  • «The Nostalgia of the Infinite», το 1911,
  • «Melanconia»,
  • «The Enigma of the Arrival and La Matinée Angoissante», το 1912,
  • «The Philosopher and the Poet», το 1913,
  • «Departure of the Argonauts», το 1921,
  • «Archeologi», το 1940,
  • «The Return of Ulysses», το 1968.

Ακόμα και σε πολλές από τις 50 αυτοπροσωπογραφίες του επέλεξε αρχαιοελληνικό φόντο. Έχουν υλοποιηθεί δυο εμπεριστατωμένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του από Έλληνες δημιουργούς, τα

  • «Aenigma Est», το 1990,
  • «Giorgio de Chirico: Argonaut of the Soul» [«Τζόρτζιο ντε Κίρικο–Αργοναύτης της ψυχής»], το 2008, σκηνοθέτες οι Γιώργος Λάγδαρης, Κώστας Ανέστης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές