Έζρα Πάουντ

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Έζρα Γουέστον Λούμις Πάουντ [Ezra Weston Loomis Pound] κορυφαίος Αμερικανός Εθνικιστής και φυλετιστής ποιητής, δοκιμιογράφος και κριτικός, γνωστός ως μέγιστος ποιητής του 20ου αιώνα και μέντορας του Τόμας Σ. Έλιοτ, του Τζέημς Τζόϋς, του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς, γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1885 στο Χέϊλι [Hailey] της Αμερικανικής πολιτείας του Αϊντάχο, [Idaho] και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 1972, στην Βενετία της Ιταλίας, όπου είχε επιλέξει να κατοικήσει τα χρόνια αμέσως μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.

Το 1914 παντρεύτηκε τη Dorothy Shakespear, με τον οποία το 1916 απέκτησαν ένα γιο, όμως την εγκατέλειψε αργότερα. Το 1922 συναντήθηκε και συνδέθηκε ερωτικά με την βιολίστρια Όλγα Ράντζ, [Olga Rudge], μια σχέση που τον ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1925, απέκτησε με την Όλγα τη Μαίρη, [Mary de Rachewiltz], στο Μπρεσσανόνε του Τυρόλο της Ιταλίας, η οποία μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρικών στο Γκάις της Ελβετίας. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1926 γεννήθηκε στο Παρίσι ο Ομάρ Σέικσπιαρ Πάουντ που τον δήλωσαν Αμερικάνο πολίτη, και μεγάλωσε στην Αγγλία με τη φροντίδα της γιαγιάς του.
Ezra Pound

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Κατάγονταν από παλιά αποικιακή οικογένεια και οι πρόγονοί του από την μεριά του πατέρα αλλά και της μητέρας του έφτασαν στην Αμερική προερχόμενοι από την Αγγλία το 17ο αιώνα. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Γουήνκοουτ [Wyncote] της Πενσυλβανίας και το 1898 πραγματοποίησε ένα ταξίδι στην Ευρώπη με τη θεία του, τη «θεία Φρανκ», και επισκέπτεται τη Βενετία.Στα δεκαπέντε του χρόνια γράφτηκε στην Στρατιωτική Ακαδημία του Τσέτελχαμ για να την εγκαταλείψει γρήγορα.

Ήταν φαινόμενο φιλομάθειας και το 1901 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας στα 15 του όπου από το 1900 έως το 1905 σπούδασε συγκριτική λογοτεχνία και ξένες γλώσσες και στο «Hamilton College» της Νέας Υόρκης. Πριν γίνει 17 χρονών, οι δάσκαλοί του τον ξεχώρισαν και του επέτρεψαν να μελετάει μόνος του, για να μην καθυστερεί με τους υπόλοιπους μαθητές, Το 1908 δίδαξε ιταλικά για τέσσερις μήνες στο «Wabash College» στο Κρόφορντσβιλ στην Ιντιάνα, και απολύθηκε για «ανηθικότητα». Η επίσημη εξήγηση έλεγε, πως ήταν «περισσότερο απ’ όσο πρέπει λατινιστής», όμως το ενδιαφέρον που έδειξε για μια άνεργη μπαλαρίνα, την οποία φιλοξένησε στο σπίτι του, δεν άρεσε στις αρχές του Κολεγίου.

Στην Ευρώπη

Το 1908 εγκατέλειψε την Αμερική και αποβιβάστηκε στο Γιβραλτάρ, έχοντας στην τσέπη του μόλις 80 δολάρια και έζησε για ένα χρόνο στη Βενετία, όπου το 1908 τύπωσε την πρώτη του συλλογή «A lune spento». Από το 1909 μέχρι το 1920 έζησε στο Κένζινκτον στο Λονδίνο, όπου το 1914 παντρεύτηκε την Ντόροθυ Σέικσπιαρ, [Dorothy Shakespear], μυθιστοριογράφο, καλλιτέχνη και κόρη της Ολίβια Σέικσπιαρ. Στην Αγγλία από το 1912 ως το 1919, είναι ανταποκριτής του ποιητικού περιοδικού «Poetry» και ενδιάμεσα το 1914 ίδρυσε μαζί με τον Wyndham Lewis το περιοδικό «Blast». Στις 20 Ιουνίου 1914 δημοσίευσε σύντομο κείμενο με τίτλο «Vortex» [1], στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, όπου εκθέτει τις αρχές της ποιητικής πρακτικής, την οποία ακολούθησε στα «Cantos». Θεωρεί ως αρχή της ποιητικής δημιουργίας, τη συγκίνηση όπως την ορίζει η ψυχολογία: μια κατάσταση διέγερσης που χαρακτηρίζεται από υποκειμενικά αισθήματα, συνοδεύεται συχνά από φυσιολογικές μεταβολές και παρακινεί το υποκείμενο σε δράση. Ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος του δημιούργησε αίσθημα απέχθειας για το Δυτικό Πολιτισμό, εγκατέλειψε το Λονδίνο και το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου γίνεται ανταποκριτής του περιοδικού «The Dial».

Στις 10 Οκτωβρίου 1924, εγκατέλειψε το Παρίσι και μετακόμισε στο Ραπάλλο της Ιταλίας, όπου εγκαταστάθηκε οριστικά τον Ιανουάριο του 1925 και το 1927 ίδρυσε το περιοδικό «The Exile». Εργάστηκε ως γλύπτης, συνέθεσε μουσική και λιμπρέτο καθώς και την όπερα «Francois Villon», διοργάνωσε συναυλίες κλασσικής και σύγχρονης μουσικής, χάρη στις οποίες αναβίωσε το ενδιαφέρον για τον Αντόνιο Βιβάλντι. Στις 11 Δεκεμβρίου 1941, ήταν ήδη αντιπαθής λόγω της συμπάθειας του προς τον Μουσολίνι και παρεμποδίστηκε να επιστρέψει στις ΗΠΑ, αν και είχαν ήδη εκδώσει αεροπορικά εισιτήρια με τη γυναίκα του. Το 1954 ο Έρνεστ |Χέμινγουεϊ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, και ζήτησε από τη Ρώμη την αποφυλάκισή του, λέγοντας «Πιστεύω πως αυτή είναι καλή χρονιά για να αποφυλακίσουν τους ποιητές» και πως το βραβείο θα έπρεπε να δοθεί στον Πάουντ μάλλον παρά στον ίδιο. Το 1956 το περιοδικό «Life» έγραψε «Το δωμάτιο στο νοσοκομείο της Αγίας Ελισάβετ είναι γνωστό ως ντουλάπι που περιέχει έναν εθνικό σκελετό» και τελικά στις 18 Απριλίου 1958 το δικαστήριο τον απάλλαξε από τις κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί.

Την ίδια χρονιά επέστρεψε στην Ιταλία και έκτοτε ζούσε με την κόρη του Μαίρη, τον γαμπρό του πρίγκιπα Μπόρις ντε Ράτσεβιλτζ και τα δυο εγγόνια του. Το 1963 γράφει «Βρίσκομαι μέσα σε πλήρη αβεβαιότητα. Δεν εργάζομαι πια. Δεν κάνω τίποτε. Κοιτάζω τα πράγματα...» και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σιωπηλός. Το Νοέμβριο του 1965 επισκέφθηκε την Αθήνα και περιηγήθηκε στην Ακρόπολη και το Σούνιο, εκπληρώνοντας «ένα όνειρό του». Το 1969 πραγματοποίησε ένα σύντομο ταξίδι στις ΗΠΑ και το 1972 στην κηδεία του, ήταν μόνο η Όλγα Ραντζ και η κόρη τους Μαίρη.

Ιδεολογικές απόψεις

Ήταν θαυμαστής της αρχαιότητας και βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής, ρωμαϊκής, αιγυπτιακής, αρχαίας κινεζικής και μεσαιωνικής των τροβαδούρων, της ποίησης που απέπνεε «ιερότητα», υπήρξε σφοδρός πολέμιος της μάστιγας της διεθνούς τοκογλυφίας και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην οξύτατη καταγγελία της. Υπήρξε πολέμιος των επικυρίαρχων οικονομικών θεωριών του Δυτικού Κόσμου, επισημαίνοντας ότι οι άνθρωποι των Γραμμάτων και των Τεχνών είναι πάντα πρωτοπόροι σε κάθε επανάσταση ή κοινωνική αλλαγή.

Πίστευε ότι το χρήμα δεν θα έπρεπε να ήταν παρά ένα αποδεικτικό, μια έντυπη πιστοποίηση της πραγματικής εργασίας του ανθρώπου, ένα «μέτρο» του χρόνου που επένδυσε και της αξίας του έργου που παρήγαγε ένας άνθρωπος. Απώλεσε όμως την φύση του, καθώς μετετράπη σε ανώνυμο εμπόρευμα που πωλείται, αγοράζεται, και χειραγωγείται από «τα γουρούνια των τραπεζών» που μονοπωλούν την οικονομία. Οι τραπεζίτες, άνθρωποι χωρίς πρόσωπο, καλυμμένοι κάτω από την ανώνυμη συλλογικότητα των διοικητικών συμβουλίων των τραπεζών, μπορούν να ελέγχουν την κυκλοφορία του χρήματος εις βάρος της κοινωνίας με το να το κρατούν δέσμιο στις τράπεζες, δυσκολεύοντας τις αγορές προϊόντων και δημιουργώντας ένα χάσμα μεταξύ εθνικού προϊόντος και εθνικού πλούτου. Η γνώμη του για το τραπεζικό κατεστημένο είχε τις ρίζες της στις ιδέες ενός εκ των εμβληματικών μορφών και ιδρυτών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του Τόμας Τζέφερσον, σύμφωνα με τον οποίο το τραπεζικό κατεστημένο είναι πιο επικίνδυνο από ολόκληρους στρατούς. Σήμερα λίγοι είναι εκείνοι που αμφιβάλλουν για κάτι τέτοιο. Η πολιτική κριτική που ασκούσε στο καπιταλιστικό σύστημα περιστρεφόταν γύρω από το γεγονός ότι όπου ευνοείται ο οικονομικός ανταγωνισμός, οι τραπεζίτες, οι τοκογλύφοι, και οι άνθρωποι του χρήματος και των αγορών γίνονται επικυρίαρχοι της κοινωνίας, σε αντίθεση με τους πραγματικούς παραγωγούς αγαθών που βυθίζονται σία χρέη και την υποτέλεια δεδομένου ότι σύμφωνα με την εβραϊκή οικονομική θεολογία, «όταν δουλεύεις δεν έχεις χρόνο για να βγάλεις λεφτά». Αντιπαθούσε τον μονοθεϊσμό, που τον θεωρούσε εβραϊκό και υπεύθυνο για το τέλος της αρχαίας λατρείας, την οποία θαύμαζε. Θεωρούσε τον εαυτό του 100% Αμερικανό και πατριώτη που αγωνιζόταν αντίθετα στον Ρούζβελτ και τους Εβραίους που τον επηρέαζαν.

Υπήρξε οπαδός της οικονομικής θεωρίας της Κοινωνικής Πίστεως του Βρετανού οικονομολόγου Κλίφορτ Χιούτζ Ντάγκλας, ο οποίος διαφωνούσε με την θεωρία του Άνταμ Σμιθ, αλλά και με τη θεωρία του Καρόλου Μαρξ. Θεωρούσε το φασισμό και τον εθνικοσοσιαλισμό ως την προσωποποίηση της Κοινωνικής Πίστεως και του πνεύματος της Αμερικανικής Επαναστάσεως, ενώ ταύτιζε το τραπεζιτικό σύστημα με την τοκογλυφία και την κυριαρχία των Εβραίων. Κάποιες από τις «οικονομικές» του ιδέες ήταν εύλογες και ενδιαφέρουσες, όπως για παράδειγμα η καταπολέμηση της ανεργίας σε περιόδους ύφεσης με την εισαγωγή εβδομάδας εργασίας μικρότερης διάρκειας της συνήθους (ένα είδος μερικής απασχόλησης των εργαζομένων), αλλά και η προβολή της «αρχής του Τζέφερσον» ότι «κανένα έθνος δεν έχει το δικαίωμα να δανείζεται χωρίς να αποπληρώνει το χρέος του κατά την διάρκεια της ζωής αυτών που υπέγραψαν την δανειακή σύμβαση», δηλαδή πρακτικά εντός μιας εικοσαετίας, άποψη ιδιαιτέρως βαρύνουσα σε σχέση με τα όσα διαμείβονται σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα.

Ήταν επικριτικός για τους κατασκευαστές, τους εμπόρους και τους οικονομικούς παράγοντες της βιομηχανίας των οπλικών συστημάτων, που θεωρούσε υποκινητές πολέμων και αρνητές της ειρήνης για λόγους προσωπικού τους κέρδους. Μελέτησε «Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» και επέρριπτε κατά τρόπο εκκεντρικό και απόλυτο, την ευθύνη για την χρηματοδότηση των πολέμων του 20ού αιώνα στους «Εβραίους τραπεζίτες και τοκογλύφους». Θεωρούσε τον Εβραίο, άγριο νομάδα που οδηγούσε το κοπάδι διαρκώς σε καινούργια βοσκοτόπια, έχοντας εξαντλήσει τα παλιά, στα οποία αφήνει πίσω του μόνο τις κοπριές του. Θεωρούσε την «εβράϊλα» της Βίβλου διαβολική, ονόμαζε τις εφημερίδες (newspapers) «εβραιημερίδες» (Jews-papers), την Νέα Υόρκη (New York) «Εβραία Υόρκη» (Jew York), τις Ηνωμένες Πολιτείες (United States) «Εβραιωμένες Πολιτείες» (Jew-nited States). τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρούζβελτ (Roosvelt) «Εβραιούζβελτ» (Jew-sfeld), ενώ θεωρούσε την αμερικανική μουσική βιομηχανία «εβραϊσμένη» (Jewed).

Εκθέτει τα κακά της τοκογλυφίας στο γνωστό «Κάντο XLV» (45), που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1937 με τίτλο «With Usura», «Με την Τοκογλυφία» αλλά και «Ενάντια στην Τοκογλυφία», εφόσον το with (=με) του τίτλου, επιδέχεται και δεύτερη ανάγνωση, δεδομένου ότι σε πολλές αγγλικές λέξεις έχει την έννοια του «αντί», όπως για παράδειγμα στο ρήμα withstand, (=αντιστέκομαι). Στο ποίημα διακρίνει κανείς τις αριστοτελικές απόψεις περί οικονομίας όπως διατυπώνεται στο έργο «Πολιτικά», σύμφωνα με τις οποίες το νόμισμα έγινε για να διευκολύνει την ανταλλαγή προϊόντων, [«μεταβολής εγένετο χάριν»], ενώ ο τόκος τον οποίο γεννά το νόμισμα -γι' αυτό άλλωστε λέγεται τόκος, [«όθεν και τούνομα τούτ' είληφεν, όμοια γαρ τα τικτόμενα τοις γεννώσιν αυτά εστίν, ο δε τόκος γίγνεται νόμισμα εκ νομίσματος»]-εκπηγάζει κατά παράβασιν αυτών για τα οποία δημιουργήθηκε το νόμισμα. [«ούκ εφ όπερ επορίσθη»], μόνο για την ανταλλαγή δηλαδή, με αποτέλεσμα ο τόκος να είναι απόκτηση νομίσματος από το νόμισμα, μια πράξη contra naturam, ενάντια στην φύση, [«ο δε τόκος νόμισμα ποιεί πλέον, ώστε και μάλιστα παρά φύσιν ούτος των χρηματισμών εστίν»]. Η πολιτική του άποψη για την τοκογλυφία είναι σαφής, «η τοκογλυφία είναι η νεοπλασία του κόσμου, την οποία μόνο το χειρουργικό νυστέρι του φασισμού μπορεί να αφαιρέσει από το σώμα των εθνών». Τους γνωστούς διωγμούς και κατατρεγμούς που υπέστη για τις ιδέες του, δικαιολογούσε λέγοντας, «είναι στη μοίρα του ιδιοφυούς να σταυρώνεται» [2].

Πολιτική δράση

Μετά την εγκατάστασή του στην Ιταλία έγινε φανατικός υποστηρικτής του Ιταλικού εθνικισμού και του Μπενίτο Μουσολίνι, του Γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και εξ ίσου φανατικός αντισιωνιστής και φυλετιστής. Τον Ιανουάριο του 1933 γνώρισε τον Μπενίτο Μουσολίνι στον οποίο διάβασε απόσπασμα από το ποιητικό του έργο «Κάντος» και του αφιέρωσε το «Κάντο Νο 41». Το 1939 επισκέφθηκε στην πατρίδα του, όμως σύντομα επέστρεψε στην Ιταλία, όπου παρέμεινε και μετά το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου Πολέμου και μετατράπηκε σε προπαγανδιστή των απόψεων του Άξονα Ιταλίας-Γερμανίας. Έγραψε άρθρα στις εφημερίδες και αποδοκίμασε την Αμερικανική ανάμειξη στον Ευρωπαϊκό Πόλεμο, με περισσότερες από 300 εκπομπές στο ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης από το 1941 έως το 1944, ενώ από το 1943, του απαγγέλθηκε στην Ουάσιγκτον, κατηγορία για προδοσία. Τον Ιούλιο του 1943 οι Συμμαχικές δυνάμεις κατέλαβαν το νότο της Ιταλικής χερσονήσου και ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ απομάκρυνε από την πρωθυπουργία του βασιλείου της Ιταλίας τον Μπενίτο Μουσολίνι, μετά από απόφαση του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου.
Ezra Pound & Olga Rudge

Ο Μουσολίνι αυτοαναγορεύτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας του Σαλό και ο Έζρα είχε ουσιαστικό ρόλο στις πολιτιστικές και προπαγανδιστικές δραστηριότητες της μέχρι ότου στις 2 Μαΐου 1945, συνελήφθη από δυνάμεις των Ιταλών παρτιζάνων, οδηγήθηκε στο Τσιάβαρι και στη συνέχεια απελευθερώθηκε. Στις 3 Μαΐου παραδόθηκε στις αμερικανικές δυνάμεις και κρατήθηκε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως κοντά στην Πίζα, φυλακισμένος για έξι μήνες σε ένα υπαίθριο σιδερένιο κλουβί, 1,80 Χ 1,95 με στέγη από πισσόχαρτο, για κρεβάτι το τσιμέντο και για τουαλέτα έναν μικρό τενεκέ, πριν του δοθεί μια σκηνή. Στη τσέπη του είχε τον Κομφούκιο και το κινέζικο λεξικό του. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του χρησιμοποιώντας τη γραφομηχανή του ιατρείου, γράφει τα Κάντος της Πίζας, «The Pisan Cantos», τα οποία το 1948 κέρδισαν το 1ο βραβείο «Bollingen Award» της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου και εκφράζει τον αντισιωνισμό του και τον θαυμασμό του για τον φασισμό.

Σε ηλικία 60 ετών μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου συμβούλιο ιατρών αποφάνθηκε ότι δεν είναι σε θέση να δικαστεί καθώς «...δεν αντιλαμβάνεται την θέση του αφού επιμένει ότι οι εκπομπές του δεν ήταν προδοτικές...». Στην απόφαση του το Ιατρικό Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι φρενοβλαβής και το δικαστήριο στις 13 Φεβρουαρίου 1946, διέταξε τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρικό ίδρυμα στο νοσοκομείο St. Elizabeths Hospital [Washington, D.C.], όπου παρέμεινε για 13 ολόκληρα χρόνια, καθώς όπως ειπώθηκε, «...η ποίηση που εκφράζει κακές ιδέες δεν πρέπει να βραβεύεται...». Στην αρχή, κρατήθηκε σε ένα μεγάλο θάλαμο χωρίς παράθυρα και έπιπλα με αρκετούς ψυχοπαθείς, αργότερα σε έναν μικρότερο και τελικά σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο όπου όμως μπορούσε να γράφει, πράγμα που έκανε, ενώ η γυναίκα του όλα αυτά τα χρόνια τον επισκεπτόταν καθημερινά.

Το 1958, μετά από ισχυρές πιέσεις, απελευθερώθηκε και ο ίδιος επέλεξε να επιστρέψει στην Ιταλία. Στη λιμάνι της Νάπολη οι δημοσιογράφοι που περίμεναν τον Πάουντ, τον είδαν να τους χαιρετά με υψωμένο το δεξί του χέρι και στην ερώτησή τους για τα χρόνια που πέρασε στο άσυλο ψυχικά ανιάτων, απάντησε πως «..όλη η Αμερική είναι ένα άσυλο». Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι το θάνατό του μέσα σε απόλυτη σιωπή.

Οργάνωση CasaPound

Η οργάνωση CasaPound, βαφτισμένη στο όνομα του Πάουντ, θαυμαστή των Μπενίτο Μουσολίνι και Αδόλφου Χίτλερ, δημιουργήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2003 στη Ρώμη και από τις αρχές της 2ης δεκαετίας του 21ου αιώνος, αποτελεί τη σημαντικότερη εθνικιστική οργάνωση της Ιταλίας. Η δημιουργία της οργανώσεως είχε στόχο την κοινωνική προσφορά και θεμέλιο της την εθνικιστική ιδεολογία. Τα τελευταία χρόνια κάνει αισθητή την παρουσία της, καθώς οργανώνεται στο χώρο της πολιτικής, ως ευρωσκεπτικιστικό κίνημα που ασκεί την πολιτική του στους δρόμους.

Ιδρυτής του CasaPound είναι o Gianluca Iannone, ο οποίος σε συνέντευξή του το 2011, είπε πως το να τους ταυτίζουν με την δεξιά είναι άκρως «περιοριστικό» και πως η CasaPound Italia είναι ένα «..πολιτικό κίνημα που οργανώνεται ως ένωση με στόχο να προάγει τα συμφέροντα της ιταλικής κοινωνίας. Ξεκινά από τα δεξιά αλλά διαπερνά όλο το πολιτικό πανόραμα». Οι ιδρυτές και υποστηρικτές της περιγράφουν τους εαυτούς τους ως νεο-φασίστες, δηλώνουν την υποστήριξη και τον θαυμασμό τους στο πρόσωπο του Μπενίτο Μουσολίνι και υπογραμμίζουν την σχέση τους με το παρελθόν καθώς και την επιθυμία τους να αναστήσουν τις φασιστικές ιδέες και να τις εφαρμόσουν στα κοινωνικά προβλήματα. Οι κληρονόμοι του Πάουντ προσέφυγαν στα δικαστήρια στις αρχές του 2012 ζητώντας από την οργάνωση να αλλάξει όνομα, όταν ένας 50χρονος λογιστής συνδεόμενος με αυτήν δολοφόνησε δύο Αφρικανούς μικροπωλητές στη Φλωρεντία.

Λογοτεχνικό έργο

Ανήκει στην πρωτοφασιστική διανόηση των Μάρτιν Χάιντεγκερ και Όσβαλντ Σπένγκλερ που αποζητούσαν ένα πάντρεμα Εθνικισμού, ανορθολογισμού με παράλληλη αντι-υλιστική χρήση της τεχνολογίας. Μετέφραζε αρχαία Κινέζικη ποίηση και πίστευε ότι οι πολιτικές ιδέες του Κομφούκιου, του Πλάτωνα της Ανατολής, έβρισκαν την σύγχρονη τους εφαρμογή στην Εθνικιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι. Τα πρώτα ποιήματα του ήταν εμπνευσμένα απ' τους «Προραφαηλίτες», [3] και άλλους ποιητές του 19ου αιώνα και την μεσαιωνική λογοτεχνία αλλά και από τον αποκρυφισμό και γενικότερα τις μυστικιστικές φιλοσοφίες.

Γενικά

Μετέφρασε την τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιαι». Ήταν θαυμαστής της αρχαιότητας και βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής, ρωμαϊκής, αιγυπτιακής, αρχαίας κινεζικής και μεσαιωνικής των τροβαδούρων, της ποίησης που απέπνεε «ιερότητα». Πληθωρικός λογοτέχνης έχει στη λογοτεχνική του δραστηριότητα μεταφράσεις, μελέτες και πρωτότυπο έργο.

Τα «Κάντος», τα οποία καλύπτουν την ποιητική του παραγωγή από το 1925 ως το 1950 και έφθασαν τα 109, είναι το αριστούργημά του. Ο Έλιοτ τον θεωρεί ως τον «...πιο σημαντικό ζωντανό ποιητή της αγγλικής γλώσσας», και θεωρεί τα «Κάντος» ως το πιο σπουδαίο έργο του και πραγματικά πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα ποιήματα, που γράφτηκαν στην αγγλική γλώσσα. Ο Πάουντ τα είχε ονομάσει «ένα ποίημα κάποιου μάκρους» και τα δούλευε χρόνια ολόκληρα. Με το έπος αυτό, το χωρίς μύθο και υπόθεση, έτεινε στην παρουσίαση μιας ποιητικής σύνθεσης, που αντλούσε τα συστατικά της από τις μεγάλες πολιτιστικές περιόδους της Γης, την Κίνα του Κομφουκίου, την Ιταλία της Αναγέννησης, την Αμερική της Ανεξαρτησίας των Τζέφφερσον και Άνταμς και ανίχνευε τις αιτίες που τις καταστρέφουν. Τα «Κάντος» είναι στην πράξη ένα κράμα από τους μεγάλους πολιτισμούς της Ελλάδας, της Κίνας, της Ευρώπης.

Ελληνικές εκδόσεις έργων του

  • «Σειρά φυλλαδίων ποίησης: Ezra Pound-Κάντο xvii», εκδόσεις «Άκρον» το 2000, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς,
  • «Ανθολογία Αμερικανικής Ποίησης του Εικοστού Αιώνα», εκδόσεις «Ηριδανός» το 2007, στην οποία περιέχονται ποιήματα του Έζρα Πάουντ, εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις Γιάννης Λειβαδάς,
  • «Έζρα Πάουντ-32 Ποιήματα», εκδόσεις «Κουκούτσι», το 2013, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Γιάννης Λειβαδάς,
  • «Έζρα Πάουντ: Ποιήματα», εκδόσεις «Νέα Θέσις» το 2013, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Χρίστος Γούδης.

Τα έργα του

Ασχολήθηκε με τη μουσική και συνέθεσε, γράφοντας τη μουσική και το λιμπρέτο, την όπερα

  • «Francois Villon».

Ήταν από τους πρώτους που ανακάλυψαν στον αιώνα μας τον Βιβάλντι. Βοηθούσε από το υστέρημα του τους φίλους του, ανέπτυξε μια δική του οικονομική θεωρία περί κοινωνικής πίστεως, μελέτησε επί χρόνια νεκρές γλώσσες και μετέφρασε ή μετέτρεψε αρχαία κείμενα από το πρωτότυπο.

Ποίηση

  • «Με σβησμένα κεριά», [A Lune Spento], το 1908, στη Βενετία, η πρώτη του ποιητική συλλογή.
  • «Πρόσωπα», [Personae το 1909] στο Λονδίνο, η δεύτερη ποιητική συλλογή του με την οποία πραγματοποιεί επιτυχή εμφάνιση στους αγγλικούς φιλολογικούς κύκλους.
  • «Αγαλλιάσεις»,[Exultations] το 1909 στο Λονδίνο,
  • «Καντσόνι», [Canzoni] το 1911, στις Η.Π.Α.,
  • «Ριπόστες», [Αποκρίσεις], [Ripostes] το 1912,
  • «Des Imagistes», το 1914,
  • «Κατάι», [Cathay],
  • «Λούστρα», [Lustra], το 1916,
  • «Quia pauper amavi» το 1918,
  • «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», [Hugh Selwyn Mauberley], το 1920, συλλογή ποιημάτων, όπου το ύφος του έχει πια αποκρυσταλλωθεί,
  • «Πιζάνικα Κάντος» το 1946-1947 κρατούμενος σε στρατόπεδο,
  • «Λάθη ανθρώπινα»,
  • «A Quinzaine for this Yule», [Δεκαπέντε Ποιήματα γι' αυτά τα Χριστούγεννα],
  • «Canzoni», [Άσματα], στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ορισμένα από τα ωραιότερα ποιήματα του, καθώς και οι ωριμότερες δημιουργίες του,
  • «Homage to Sextus Propertius», [Φόρος Τιμής στον Σέξτο Προπέρτιο],
  • «Cantos», [Κάντος].

Μεταφράσεις

Μετέφρασε αρχαία τραγωδία, κινέζικη ποίηση, μεσαιωνικά ευρωπαϊκά έργα και προσπάθησε να γνωρίσει συστηματικά στο αγγλόφωνο κοινό γάλλους ποιητές της εποχής του συμβολισμού.

Μελέτες

  • «Πνεύμα της μυθιστορίας» το 1910, μελέτη για τη λογοτεχνία της Αναγεννήσεως.
  • «Αλφάβητο της Μελέτης» το 1934
  • «Culture» το 1938,
  • «Η Αμερική και οι αιτίες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου», το 2009 στη σειρά «Αρχείο Β' Παγκοσμίου Πολέμου», εκδόσεις «Περίπλους». Η μετάφραση και τα ερμηνευτικά σχόλια είναι του Ιωάννη Κωτούλα και ο πρόλογος του Δημήτρη Τρυφωνόπουλου, καθηγητή Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου New Brunswick.

Στη μελέτη του υποστηρίζει την εγκυρότητα της προσωπικής του αναγνώσεως της οικονομικής ιστορίας την οποία παρουσίασε με τη μορφή διαγγελμάτων από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Ρώμης προς τους Αμερικανούς στρατιώτες, αποκηρύσσοντας τον πρόεδρο Ρούζβελτ, προτρέποντας τους Αμερικανούς να μην πολεμήσουν και αναφερόταν στις εβραϊκές συνωμοσίες καθώς και στη συμβολή των τραπεζών στην υποκίνηση του πολέμου. Παραθέτει την αληθινή ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και αξιοποιώντας την αμερικανική πολιτική παράδοση αποφαίνεται η αμερικανική επανάσταση αποτελεί, όπως όλοι οι πόλεμοι, εκδήλωση του πολέμου ανάμεσα στους τοκογλύφους και τους χωρικούς, στους οικονομικά κυρίαρχους και σε οποιονδήποτε πραγματοποιεί μία τίμια καθημερινή εργασία με το μυαλό ή τα χέρια του. Θεωρεί ότι, η Αμερικανική Επανάσταση προκλήθηκε από την τακτική της Τράπεζας της Αγγλίας, οι αξίες της προδόθηκαν από τον Χάμιλτον και τα οικονομικά συμφέροντα, ότι το κακό ξεκίνησε με την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας το 1694 και με το μονοπώλιο της στην έκδοση του χρήματος. Επίσης ότι η αμερικανική ιστορία αποτελεί την απόδειξη πως οι πόλεμοι προκαλούνται για να προκύψουν χρέη και να κερδοσκοπήσουν οι τοκογλύφοι, ενώ κάθε επανάσταση στο τέλος προδίδεται.

Πίστευε ότι ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος δεν οφειλόταν σε ιδιοτροπία του Μπενίτο Μουσολίνι ή του Αδόλφου Χίτλερ, αλλά στη στρατηγική των τραπεζών, των πιστωτών και των τοκογλύφων και είχε κατανοήσει ότι το πρόβλημα του ανθρώπου δεν ήταν ποτέ οντολογικό, αλλά ωμά οικονομικό ή στενά νομισματικό.

Αξία του έργου του

Υπήρξε ο καλύτερος ποιητής του 20ου αιώνα, κατά τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τάραξε τα νερά αλλάζοντας την ποίηση μια για πάντα. Αποκλήθηκε «γίγαντας της διανόησης», «ψυχοπαθής ναζί», «παγκόσμιος άνθρωπος», «πεφωτισμένος φασίστας», «προδότης», «ήρωας», «τρελός» και «τιτάνας», ενώ σύμφωνα με τη ρήση του Γέιτς: «Δεν υπάρχει νεότερη γενιά ποιητών. Ο Έζρα Πάουντ είναι ένα μοναχικό ηφαίστειο».

Χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής των ποιητών» και θεωρείται ο κατ’ εξοχή εκπρόσωπος των κινημάτων του ιμαζισμού και του Στροβιλισμού ή βορτισισμού, ο οποίος προέκυψε ως κίνημα από τη συνεργασία του με το γλύπτη Χένρι Γκωντιέ-Μπρτζέσκα [4] και είναι αυτός που διόρθωσε το ποίημα «Έρημη Χώρα» του στενού του φίλου Τόμας Σ. Έλιοτ. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του μοντερνισμού, δημιουργός των Cantos, αλλά και ανεξιχνίαστη περίπτωση ιστορικής φυσιογνωμίας που συνδέθηκε με την Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι και του φασισμού, όμως επέλεξε να ζήσει εκεί ως το τέλος της ζωής και το θάνατο του.

Ο Τζαίημς Σκοτ διαβλέπει το ρόλο που θα παίξει στην ανανέωση του ποιητικού λόγου και επισημαίνει την αξία του, «Στην αρχή αυτά τα ποιήματα, γράφει, και η μετρική τους μοιάζει τρελή και ρητορική, μια απλή επίδειξη δυνάμεως και πάθους χωρίς ομορφιά. Αλλά αν δει κανείς το βάθος θα ανακαλύψει ότι αυτά τα περίεργα μέτρα έχουν τους δικούς τους νόμους και τη δική τους τάξη».

Ο Γιώργος Σεφέρης μας έδωσε μια επιτυχημένη ανάλυση των «Κάντος»:

«Ο αναγνώστης γυρίζοντας τις σελίδες, ζαλίζεται παρατηρώντας ένα σωρό παρεμβολές ξένων κειμένων, περιστατικών ή στιχομυθιών - πολλές φορές σε ξένες γλώσσες - προσώπων γνωστών από την ιστορία ή ολότελα άγνωστων, που δεν μπορεί να εξηγήσει την απροσδόκητη παρουσία τους, τοπίων που μεταφέρουν την κλασσική εποχή στην Αναγέννηση, στους καιρούς μας ή το αντίθετο. Δυσκολεύεται να κάνει την ανάλυση του κειμένου που έχει μπροστά του και που είναι, νομίζω, άσκοπο να την επιχειρήσει προτού εξοικειωθεί με το κλίμα της ποίησης αυτής. Ίσως είναι καλύτερο να έχει υπόψη του, στην αρχή, ότι ο Pound μεταχειρίζεται την ποιητική μεταφορά, με την κυριολεκτική της σημασία, σαν μια μεταφορά που μεταφέρει στ' αλήθεια μέσα στο έργο του όλα όσα μπόρεσαν να μαζέψουν οι αντένες ενός πνεύματος αδηφάγου, που έχει προσεταιριστεί ένα μεγάλο πλήθος από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την τωρινή ζωή μας, είτε είναι κείμενα των Ελλήνων και των Ρωμαίων, είτε ο μεσαίωνας, είτε η Αναγέννηση, είτε η προδαντική ποίηση των προβηγκιανών. Και τα μεταφέρει με οδηγό, σχεδόν αποκλειστικά, το αίσθημα της ρηματικής λειτουργίας ανήσυχο, ατίθασο, δεσποτικό, που δεν παραδέχεται κανένα σχεδόν προδιαγραμμένο διάκοσμο, καμιά διάταξη και καμιά άλλη ιεραρχία, εκτός από την ιεραρχία, αν μπορεί να ειπωθεί έτσι, ενός ρυθμικού παλμού" [5].

Ο Σεφέρης έχει μεταφράσει στις «Αντιγραφές» του μερικά από τα «Κάντος»

Αλλά ήλθε πρώτος ο Ελπήνωρ, ο φίλος μας Ελπήνωρ,
Άθαφτος, απορριγμένος πάνω στη μεγάλη γης,
Κουφάρι που τ' αφήσαμε στο σπίτι της Κίρκης,
Άκλαυτο κι ασαβάνωτο, τα βάσανα μας κέντριζαν γι' αλλού.
Αξιολύπητο πνεύμα. Και φώναξα μιλώντας βιαστικά:
«Ελπήνωρ, πώς έφτασες στο σκοτεινό τούτο ακρογιάλι;
Πεζοδρόμος ήρθες ξεπερνώντας τους θαλασσινούς;»
Και αυτός βαριά μιλώντας:
«Τύχη κακιά και το πολύ κρασί. Γλίστρησα στο μέγαρο της Κίρκης.
Κατεβαίνοντας την αψηλή σκάλα αφύλαχτος
Έπεσα πάνω στον τοίχο,
Τσάκισα το κόκαλο του αυχένα, κ' η ψυχή γύρεψε τον Άδη.
Μα εσύ, Βασιλιά, παρακαλώ θυμήσου με,
άκλαυτον, άθαφτο,
Σώριασε τ' άρματά μου,
φτιάξε μου τάφο στην ακρογιαλιά, και γράψε:
«Ένας άμοιρος άνθρωπος και μ' όνομα μελλούμενο.
Και στήσε το κουπί μου που έλαμνα μαζί με τους συντρόφους».

Με το έργο αυτό άνοιξε νέους ορίζοντες στην ποίηση και δίδαξε εκείνους που έκαναν την επανάσταση στην τέχνη. Αυτός καθοδηγούσε τον Τόμας Έλιοτ στους μορφικούς του πειραματισμούς, ώσπου να φθάσει στο «Γερόντιον», το πρώτο ποίημά του με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα. Αυτός τον βοήθησε να «βγάλει" το 1922, την «Έρημη Χώρα», το μεγάλο του ποίημα, «που δεν έβγαινε», διορθώνοντας και κόβοντας αρκετούς στίχους. Στις Η.Π.Α. κυκλοφόρησε ένας τόμος με το αρχικό κείμενο του Έλιοτ και τις διορθώσεις του Πάουντ. Ο ίδιος εξέδωσε τον τεράστιο «Οδυσσέα» [Ulysses] του Τζαίημς Τζόυς [James Joyce], του άλλου μεγάλου σύγχρονου ποιητή της Ευρώπης, που δεν έβρισκε εκδότη. Ο ποιητής των «Κάντος» έστρεψε το ενδιαφέρον του Γέητς [W.B. Yeats] στα νέα εκφραστικά μέσα και βοήθησε τη γενιά του μεσοπολέμου να βρει το δρόμο της και Χεμινγουαίη, ο Ουίλλιαμς κι άλλοι ακόμη τον αναγνώριζαν ως δάσκαλό τους.

Σύμφωνα με τον Erwin Laaths «Η καλλιτεχνική αξία των «Κάντος», έχει αναγνωρισθεί κι απ' τους εχθρούς του ακόμα, που σκεπτόμενοι με τα στενά πλαίσια των πολιτικών συνθημάτων, τον κατηγόρησαν ως φερέφωνο του φασισμού. Η τελευταία όμως λέξη για τον Πάουντ δεν θα ειπωθεί απ' τους συγχρόνους του, φίλους ή εχθρούς, όπως άλλωστε και για το νεότερο συμπατριώτη του, τον Έλιοτ, που το πρώτο ποίημά του «Το ερωτικό τραγούδι του Άλφρεντ Προύφροκ» οφείλει στον Έζρα Πάουντ την οριστική του έκδοση».

Από το υπόλοιπό του έργο ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της λογοτεχνίας έχουν τα γράμματά του. Όμως εκείνο που οφείλουμε χωρίς προκατάληψη να του αναγνωρίσουμε είναι το προβάδισμα στην ανανέωση του νεότερου ποιητικού λόγου, ο ελεύθερος αέρας που εμφύσησε στη σύγχρονη ποίηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ο «πιο σημαντικός ζωντανός ποιητής της αγγλικής γλώσσας», καθώς τον είχε αποκαλέσει, όσο ζούσε, ο Τόμας Σ. Έλιοτ, ο αρχηγέτης της μοντέρνας ποίησης.

Βιβλιογραφία

  • «Από την Πίζα στην Αθήνα», του Ζήσιμου Λορεντζάτου,
  • «Έζρα Πάουντ: Οι ιδέες. Η ζωή και τα ποιήματα», Χρίστος Γούδης, Αθήνα 2013, Εκδόσεις «Νέα Θέσις».

Αναφέρεται στη ζωή, στην ποιητική γραφή και στην κοινωνική δράση του ποιητή, ενώ είναι εμπλουτισμένο με άφθονο φωτογραφικό υλικό μέσα από το οποίο ξετυλίγονται η ζωή, οι φιλίες, το έργο και οι περιπέτειες του.

  • «Έζρα Πάουντ: ποιήματα», Χρίστος Γούδης, Αθήνα 2013, Εκδόσεις «Νέα Θέσις».

Δίγλωσση έκδοση ποιημάτων του στα οποία περιέχονται και τα απαγορευμένα «Κάντος Φασίστας» που έγραψε στα ιταλικά, που εκτός από το ότι ήταν για χρόνια εξαφανισμένα, δεν έχουν ακόμα μεταφρασθεί σε καμία άλλη γλώσσα πλην μιας δυσεύρετης μετάφρασης στα αγγλικά.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Vortex Ολόκληρο το κείμενο
  2. [Εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος»]
  3. [Οι «Προραφαηλίτες» ήταν μία ομάδα κυρίως Άγγλων ζωγράφων, μεταξύ τους οι Ροσέτι, Χαντ, Μιλαί, Μπερν-Τζόουνς που ιδρύθηκε το 1848 με αίτημα την ανανέωση της ζωγραφικής μέσω της μίμησης Ιταλών ζωγράφων, προγενέστερων του Ραφαήλ. Η κίνησή τους γνώρισε μεγάλες αντιδράσεις από το κατεστημένο της εποχής.
  4. [O βορτισισμός, από τον αγγλικό όρο vortex, είναι καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα οργανωμένα ρεύματα αφηρημένης τέχνης που αναπτύχθηκαν στην Αγγλία και συγγενεύει με τα κινήματα του κυβισμού και του φουτουρισμού.]
  5. [Γεωργίου Σεφέρη, «Νέα Γράμματα», Απρίλιος-Ιούνιος 1939]


Άλλες γλώσσες