Αθανάσιος Διάκος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αθανάσιος-Νικόλαος Μασαβέτας-Διάκος, Έλληνας ήρωας και μάρτυρας της Εθνεγερσίας του 1821, ο «Άγιος της Ελληνικής Επαναστάσεως», που έδρασε στη Στερεά Ελλάδα, γεννήθηκε στις 4 Ιανουαρίου 1788 στο χωριό Άνω Μουσουνίτσα, το οποίο σήμερα ονομάζεται «Αθανάσιος Διάκος» [1], ή στην Αρτοτίνα [2] [3] στο Νομό Φωκίδας και πέθανε ανασκολοπισμένος στις 24 Απριλίου 1821, στη Λαμία. Με απόφαση της Κρατικής Επιτροπής Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, απονεμήθηκε στον Διάκο, τιμητικά μετά θάνατον, ο βαθμός του Στρατηγού.

Αθανάσιος Διάκος

Βιογραφία

Παππούς του ήταν ο Αθανάσιος Γραμματικός, επικεφαλής ενόπλου σώματος που δρούσε εναντίον των Τούρκων στην Παρνασσίδα και τη Δωρίδα. Πατέρας του ήταν ο αγροτοκτηνοτρόφος Νικόλαος Μασαβέτας [4] [5] [6], ο οποίος τον έστειλε σε ηλικία 12 ετών στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που βρισκόταν κοντά στην Αρτοτίνα στα Βαρδούσια όρη, για να διδαχτεί από κάποιο μοναχό την Οκτώηχο και το Ψαλτήριο. Αδέλφια του Αθανάσιου Διάκου ήταν η Σοφία Κούστα, η Καλομοίρα, ο Απόστολος και ο Κωνσταντίνος. Στη Μονή ο Αθανάσιος χειροτονήθηκε διάκονος και κράτησε από τότε για επίθετό του τον ιερατικό βαθμό του.

Σύμφωνα με τον εθνικιστή και βασιλόφρονα λογοτέχνη Ανδρέα Καρκαβίτσα, όταν ο Αθανάσιος ήταν διάκονος, στη διάρκεια ενός γάμου στην Αρτοτίνα πυροβόλησε στον αέρα μαζί με άλλους χωρικούς. Από τους πυροβολισμούς εκείνους σκοτώθηκε ο γιος της Κουτσογιάννενας, από ισχυρή οικογένεια της Κωσταρίτσας, χωριού της Δωρίδας. Για το φόνο εκείνο θεωρήθηκε ένοχος, καταδιώχθηκε από το διοικητή του Λιδορικίου Φεράτ εφέντη και φυλακίστηκε. Την πρώτη νύχτα της φυλακίσεως του δραπέτευσε και κατέφυγε στο «λημέρι» του ακουστού στη Δωρίδα κλέφτη Τσαμ Καλόγερου. Λίγο αργότερα το απόσπασμα του Τσαμ Καλόγερου χωρίστηκε σε τρία μικρότερα αποσπάσματα. Σ` ένα από αυτά έγινε αρχηγός ο Διάκος. Το 1814 στη σύσκεψη των οπλαρχηγών που κάλεσε ο Αλή πασάς στα Ιωάννινα, την εποχή που σκεφτόταν να επαναστατήσει εναντίον του σουλτάνου, πήγε και ο Διάκος ως εκπρόσωπος του αρματολικιού Δωρίδας. Εκεί παρέμεινε και υπηρέτησε στη σωματοφυλακή του Αλή πασά για δύο χρόνια.

Επανάσταση 1821

Την ίδια εποχή γνωρίστηκε και συνδέθηκε φιλικά με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Το 1816 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος διορίστηκε αρματολός της Λιβαδειάς και πήρε για πρωτοπαλίκαρo του το Διάκο. Το έτος 1818 μυήθηκαν και οι δύο στη Φιλική Εταιρεία, πιθανότατα από τον Αθανάσιο Ζαρίφη. Το 1819, οι Διάκος και Ανδρούτσος διαφώνησαν, γιατί ο Διάκος δεν συγχωρούσε τη σκληρότητα του Ανδρούτσου, ο οποίος έφυγε για τα Γιάννενα, ενώ οι περισσότεροι άνδρες του ακολούθησαν τον Διάκο, που ο βοεβόδας της Λιβαδειάς Καρά-Ισμαήλ, διόρισε αρματολό της περιοχής. Ο Διάκος είχε άψογη συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες Ιωάννη Λογοθέτη και Νικόλα Νάκο. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Διάκος είχε συγκροτήσει πειθαρχημένο στρατιωτικό σώμα και είχε δική του σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό και γράμματα Ο.Θ.Ν.Κ. (= ο Θεός νικά). Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Διάκος μαζί με τους επισκόπους Ταλαντίου Νεόφυτο και Άμφισσας Ησαΐα, σε σύσκεψη που έκαναν στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, κήρυξαν την Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και στις 31 Μαρτίου ύψωσε τη σημαία της επαναστάσεως στη Λιβαδειά.

Μάχη της Αλαμάνας

Ο Χουρσίτ πασάς, που πολιορκούσε στα Ιωάννινα τον Αλή πασά, έστειλε τον Κιοσέ Μεχμέτ και τον Ομέρ Βρυώνη με 9.000 άνδρες να καταπνίξουν την επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα και έπειτα να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο, για να ματαιώσουν τα σχέδια του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά. Ο κίνδυνος για την επανάσταση ήταν μεγάλος. Οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας Αθανάσιος Διάκος, Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης οχυρώθηκαν σε υψώματα προς το όρος Οίτη και ο Διάκος έπιασε θέση στο γεφύρι της Αλαμάνας, πάνω στον Σπερχειό ποταμό. Σύντομα, μια μεγάλη στρατιά από 8.000 πεζούς και 1.000 ιππείς ή 7.000 κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, κινήθηκε εναντίον των Ελλήνων. Ο Διάκος και ο Δυοβουνιώτης κρίνοντας απαραίτητη την κατάληψη της στενής διαβάσεως του Σπερχειού προς τις Θερμοπύλες, κατευθύνθηκαν προς τα εκεί για να εμποδίσουν την κάθοδο των Τουρκαλβανών.

Όταν φάνηκαν τα πολυάριθμα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη, οι άνδρες του Πανουργιά Ξηρού και του Γιάννη Δυοβουνιώτη φοβήθηκαν και σκορπίστηκαν. Το ίδιο έκαναν και πολλοί από τους άνδρες του Διάκου. Λίγα διαλεχτά παλικάρια έμειναν να αγωνιστούν μαζί του. Πολέμησαν με ανδρεία και οι άνδρες του σκοτώθηκαν. Τραυματισμένος στο δεξιό ώμο πιάστηκε αιχμάλωτος και οδηγήθηκε μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος θαύμασε την ανδρεία του και του ζήτησε να συνεργαστεί μαζί του, όμως ο Διάκος αρνήθηκε, λέγοντάς τους: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός και θ’ αποθάνω..». Ο Ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν ήθελε να τον σκοτώσουν, επειδή τον γνώριζε προσωπικά από την αυλή του Αλή Πασά. Ωστόσο, ο Χαλήλμπεης επέμενε και έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, που ήταν ανώτερος του Βρυώνη να τον εκτελέσουν για παραδειγματισμό. Ο Διάκος φυλακίστηκε για ένα βράδυ στο υπόγειο κτιρίου στη σημερινή οδό Αινιάνων, το οποίο ανήκε στους αδερφούς Γραμματίκα και σήμερα έχει κατεδαφιστεί.

Μαρτυρικός θάνατος

Ο Ομέρ Βρυώνης του πρότεινε να συνεργαστούν και του υποσχέθηκε τιμές και αξιώματα, εκείνος όμως αρνήθηκε με περιφρόνηση και οργή. Τότε οι πασάδες διέταξαν να θανατωθεί και μάλιστα με τον πιο σκληρό τρόπο. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οδηγήθηκε σε μια μάντρα, εκεί που σήμερα βρίσκεται το μνημείο του. Με την είσοδο του στο Ζητούνι, δέχτηκε ύβρεις και χλεύη από τους ντόπιους Τούρκους. Του έδωσαν μάλιστα έναν πάσσαλο [7] που προοριζόταν για το μαρτύριο του για να τον μεταφέρει ο ίδιος. Όταν κατάλαβε τον προορισμό του ξύλου, το πέταξε και φώναξε προς τους Αλβανούς φρουρούς του: «Δεν βρίσκεται από σας εδώ κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με πιστόλι να με γλιτώσει από τους χαλντούπηδες;» Δεν βρέθηκε κανείς και ο Διάκος, τη στιγμή του μαρτυρίου του, βλέποντας την ανθισμένη φύση, είπε το συμβολικό δίστιχο:
«Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαριά και βγάζ' η γη χορτάρι».

Ο Διάκος τελικά οδηγήθηκε απέναντι από την καλύβα του γερο-Μπακογιάννη στην πλατεία Λαού, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κενοτάφιο, όπου παλουκώθηκε [8]. Σύμφωνα με τοπική παράδοση, ρίχτηκε ζωντανός σε κοντινό χαντάκι, όμως δεν μπορούσε να φύγει, ούτε καν να συρθεί. Λέγεται ότι έζησε μια-δυο μέρες βογκώντας από τους πόνους και ότι τη χαριστική βολή του την έδωσε ένας αθίγγανος. Άλλη παράδοση αναφέρει ότι πέθανε από τη δίψα και την αιμορραγία.

Ταφή της σορού

Όπως αφηγήθηκε ο Κωνσταντίνος Κούστας, ανιψιός του Αθανασίου Διάκου, το σκήνωμα του ήρωα πετάχτηκε σε έναν μεγάλο λάκκο σκουπιδιών, βορειοδυτικά της Λαμίας, ανάμεσα στον λόφο του Αγίου Λουκά και το σημερινό στρατόπεδο της Μεραρχίας Υποστηρίξεως. Κατόπιν ρητής εντολής του Τούρκου πασά, η σορός σκεπάστηκε με κοπριές, για να λιώσει πιο γρήγορα αλλά και για να επιτείνει τον εξευτελισμό τόσο της σορού του Διάκου, όσου και της κεφαλής του Δεσπότη Σαλώνων που είχε πεταχτεί στον ίδιο λάκκο. Η σορός αναφέρεται ότι μεταφέρθηκε και τάφηκε κοντά σε ένα μικρό ερημοκκλήσι της Λαμίας, εκεί όπου αργότερα χτίστηκε το σπίτι του Παπαδογιώργου, κοντά στην πλατεία Αθανασίου Διάκου στην νότια πλευρά, προς τα σκαλιά που οδηγούν στην οδό Καρπενησίου. Το Δημοτικό Συμβούλιο της Λαμίας, με ψήφισμά του στις 10 Αυγούστου 1843 αποφάσισε και ενέκρινε δαπάνη 150 δραχμών για «...την ανακομιδή των λειψάνων του αοίδομου πρωτομάρτυρος και πρωταγωνιστού Αθανασίου Διάκου και την μεταφοράν και εναπόθεσιν αυτών περί ώραν...», όμως όπως αναφέρει ο Θ. Λάσκαρης, «...το μέρος ηρευνήθη, αλλ' ουδέν ίχνος ευρέθη».

Ο χώρος της ταφής ξεχάστηκε και ανακαλύφθηκε το 1881 από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη. Το 1886 με πρόταση του Ρούβαλη και το 1889 με ενέργειες του δημάρχου Λαμιέων, Σκληβανιώτου, κατασκευάστηκε ένας Γολγοθάς, δηλαδή συσσώρευση μεγάλων λίθων πού έχει στην κορυφή του μαρμάρινο σταυρό τον οποίο περιβάλλουν φύλλα δάφνης. Στην πρόσοψη του Γολγοθά υπάρχει η επιγραφή: «Ούτος ο τόπος ενθα τήν 23ην Απριλίου 1821 υπό των Τούρκων ανασκολοπισθείς εμαρτύρησε υπέρ Πίστεως και Ελευθερίας ο Αθανάσιος Διάκος».

Μνήμη Αθανασίου Διάκου

Για τον Αθανάσιο Διάκο, που σύμφωνα με περιγραφές, είχε μέτριο ανάστημα, ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά, γράφει ο Γερμανός ιστορικός Gustar Hertzberg: «....Ο Αθανάσιος ήτο υιός αγρότου διαλάμπων επί κάλλει νεαρώ, καταγόμενος εκ της ου μακράν του Καρπενησίου εν τη βορεία κλιτύι του Τυμφρηστού κειμένης κώμης Μυσονίτζης, καλούμενος συνήθως Διάκος (Διάκονος), διότι την της νεότητος παίδευσιν είχε λάβει εν τη περί την Αρτοτίναν παρά το όρος Κόρακα (νυν Βαρδούσια) μονή του Αγίου Ιωάννου (χωρίς όμως να χειροτονηθεί). Η βδελυρά επιθυμία, ην ο Τούρκος βοεβόδας του Λιδορικίου ησθάνετο προς τον νέον, ηνάγκασεν αυτόν να φύγει από της Μονής "εις το όρος". Ο ηγούμενος αυτού συνέστησεν αυτόν εις περίφημον τινα κλέφτην ονόματι Σκαλτσοδήμον, εν τοις παλικαρίοις δε τούτου ασκηθείς ο Διάκος εγένετο μετ' ολίγον άξιος πολεμιστής. Στη Μονή (του Ιωάννου του Πρόδρομου), ο Διάκος δεν πήγε για "να ασπασθεί τον μοναχικόν βίον, αλλά να διδαχθεί παρά τινος καλογήρου εκπληρούντος χρέη διδασκάλου, όπως συνέβαινε καθ' όλην την Ελλάδα επί τουρκοκρατίας, την Οκτάηχον και το ψαλτήρι..» [9].

Σύμφωνα με τον παππού του Λαμιώτη γιατρού Κουνούπη, ο οποίος δήλωνε αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρικού θανάτου του Διάκου, μετά το σούβλισμα, ο όχλος άναψε φωτιά επί της οποίας τοποθέτησαν τον κατακρεουργημένο, αλλά ζωντανό ακόμα ήρωα για να τον ψήσουν. Τότε κάποιος ονόματι Θανάσης Μάνθος, έδεσε στην άκρη ενός ξύλου ένα βρεγμένο πανί και το έφερε με τρόπο στο στόμα του Διάκου. Μόλις υγράνθηκαν τα χείλη του, ο Διάκος ξεψύχησε. Το ψήσιμο του Διάκου αναφέρεται και στην επίσημη έκθεση της Κρατικής Επιτροπής Αποκαταστάσεως Αγωνιστών, η οποία του απένειμε τιμητικά μετά θάνατον τον βαθμό του Στρατηγού.

Περί το 1898, με πρωτοβουλία του εθνικιστή πανεπιστημιακού καθηγητή Γεωργίου Κρέμου, που υπηρετούσε ως Γυμνασιάρχης στην Λαμία, στήθηκε μαρμάρινος ανδριάντας του ήρωα. Η επάργυρη πιστόλα του Αθανασίου Διάκου, που εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στο κτίριο της παλαιάς Βουλής. Διασώθηκε μετά την μάχη της Αλαμάνας από το πρωτοπαλίκαρο του. φέρει ιδιόχειρη εγχάρακτη υπογραφή «θανάσις διάκος».

Μουσείο Αθανασίου Διάκου

Η ίδρυση ιστορικού Μουσείου του Αθανασίου Διάκου στην γενέτειρα του, που είναι Δημοτική Κοινότητα του σημερινού Δήμου Καλλιέων, ξεκίνησε όταν οι κληρονόμοι Μαστρονικόλα και η Γεωργία Μπεκιώτη προσέφεραν τμήματα ενός οικοπέδου, το υπόλοιπο του οποίου εξαγόρασε η Αδελφότητα Αθανασίου Διάκου το 2002. Το 2005, στο πλαίσιο του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου στηρίξεως και με το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Π.Ε.Π. Στερεάς Ελλάδος» κατα­σκευά­στηκε το κτίριο και το 2007 κατατέθηκε η μουσειολογική μελέτη, ενώ στις 2 Αυγούστου 2009 τελέστηκαν τα εγκαίνια του Μουσείου.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. «ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ» (KLF), Χωριό, ΠΑΡΝΑΣΣΙΔΑ.
  2. [Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών με αριθμό 687 του Δημάρχου Κροκυλείου, Αναγ. Κόταρη, το οποίο εκδόθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1865, στους Πενταγιούς, όπου ήταν η έδρα του Δήμου, ο Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε στην Αρτοτίνα.]
  3. [Όπως γράφει ο Ιωάννης Α. Ρουφαγάλης στο έργο του «Αρτοτίνα», το οποίο κυκλοφόρησε το 1990, ο πατέρας του Αθανασίου Διάκου καταγόταν από την Άνω Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γιώργος Πανουργιάς και στάλθηκε από τους γονείς του σαν «ψυχογιός»-τσοπάνης, στον αρχιτσέλιγκα θείο του Θανάση Γραμματικό στην Αρτοτίνα, γύρω στο 1760. Ο Ψυχογιός, όπως ήταν γνωστός πλέον στην Αρτοτίνα, παντρεύτηκε αργότερα την Χρυσούλα Καφούρα ή Μπουκουβάλα, που καταγόταν από την Αρτοτίνα και μπήκε «σώγαμπρος» στο σπίτι της οικογένειας της συζύγου του. Το ζευγάρι απόκτησε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Ένα από αυτά ήταν ο Θανάσης (Αθανάσιος Διάκος).]
  4. εθνικιστής Πανεπιστημιακός Γεώργιος Κρέμος, καθηγητής και Υφηγητής της Ιστορίας από το Στείρι της Λειβαδιάς, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία, σε θέματα ιστορίας και γεωγραφίας, μετά από επιτόπια έρευνα στην Αρτοτίνα το 1876, πρώτος κατέγραψε και δημοσίευσε πλήρες γενεαλογικό δένδρο της πατρικής οικογένειας του Διάκου: «Τω 1760 εκ της άνω Μουσουνίτσας κατήλθεν εις Αρτοτίναν Γεώργιος τις νεανίσκος, ορφανός μητρός τε και πατρός και πενέστατος. τούτον υιοθέτησεν ο θείος αυτού Αθανάσιος Γραμματικός, εξ ου, ως υιοθετηθείς, ωνομάσθη Γεώργιος Ψυχογυιός. Ο Γεώργιος έλαβε σύζυγον την Χρυσούλαν εξ ων εγεννήθησαν πέντε τέκνα ήτοι: 1. Σοφία, 2. Καλομοίρα, 3. Απόστολος, 4. Κωνσταντίνος, 5. Αθανάσιος». Σε άλλο σημείο ο καθηγητής γράφει: «Ο Αθανάσιος Διάκος εκ πατρός Γεωργίου Ψυχογυιού εκ της Άνω Μουσουνίτσας και μητρός Χρυσούλας εγεννήθη εν Αρτοτίνη τω 1781 ότι τη 26 Οκτωβρίου 1820 διορισθείς οπλιτάρχης Λεβαδείας διετέλεσε τοιούτος μέχρι της εν Αλαμάνα συλλήψεως, ήτοι μέχρι της 23 Απριλίου 1821, ότε διεδέξατο αυτόν ο Βασίλειος Μπούσγος και παρά ταύτα ουδέν. Παν δε γεγραμμένον παρά ταύτα είναι απόβλητον και αλλότριον της ιστορικής αληθείας».]
  5. [Σύμφωνα με μια νεότερη μελέτη του Κων. Παπαχρήστου με τίτλο «Πού εγεννήθη ο Αθανάσιος Διάκος» (Ακαδημία Αθηνών, Πρακτικά 1939, Τόμος ΙΔ'), ο πατέρας του Διάκου δεν ονομάζονταν Γεώργιος, αλλά Νικόλαος και το επώνυμό του δεν ήταν Πανουργιάς ή Ψυχογυιός, αλλά Μασαβέτας. Αιτιολογεί δε, την όλη αναφορά στην Αρτοτίνα λόγω της καταγωγής της μητέρας του Διάκου και του μοναστηριού που βρίσκονταν εκεί, όπου και είχε καταφύγει ο Αθανάσιος Διάκος: «Ο πατήρ του Διάκου ουδέποτε ωνομάσθη Ψυχογυιός και ουδέποτε κατώκησεν εις την Αρτοτίναν. Παρέμεινεν εις Μουσουνίτζαν και εκεί συνεκρότησε την οικογένειάν του. Αι δύο υιοθεσίαι, αι δύο μετοικεσίαι και η πολυωνυμία του πατρός του Διάκου προκαλούν κατάπληξιν. Δημώδης παράδοσις, ήτις γνωρίζει την Αρτοτίναν ως γενέτειραν του Διάκου, ανεπτύχθη ενωρίς αφ’ ενός μεν ένεκα της Αρτοτινής καταγωγής της Χρυσούλας και του ανδρός του τέκνου αυτής Κώστα Κούστα, αφ’ ετέρου δε ένεκα του εγκλεισμού του νεαρού Αθανασίου εις την παρά την Αρτοτίναν Μονήν του Ιωάννου του Προδρόμου. Ο Διάκος, υιός του Νίκου Μασσαβέτα, εγεννήθη εις την κωμόπολιν της Παρνασσίδος την Μουσουνίτζαν, καθώς πληροφορούσιν και ο Περραιβός και ο Φιλήμων και άλλοι ιστορικοί και ιστοριοδίφαι».]
  6. [Στην άποψη ότι το επώνυμο του Διάκου ήταν Μασαβέτας, συγκλίνουν και οι μαρτυρίες του στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη καθώς και του Ιωάννη Μαμούρη (Γιάννης Γκούρας), οι οποίοι γνώριζαν προσωπικά τον Διάκο.]
  7. [Ο ξυλουργός Φίλος Αλεξίου από τη Λαμία ήταν εκείνος που κατασκεύασε τη σούβλα με την οποία θανατώθηκε ο Αθανάσιος Διάκος. Ο Αλεξίου γεννήθηκε το 1788 στη Λαμία. Η εφημερίδα της Λαμίας Φωνή του Λαού σε άρθρο της στις 10 Απριλίου 1882, έγραφε: «Απεβίωσεν άρτι εν Λαμία και εις ηλικίαν 94 ετών ο λεπτουργός Φίλος Αλεξίου ον οι κατά το 1821 εν Λαμία κρατούντες Οθωμανοί βία και ραβδισμοίς ηγγάρευσαν, ίνα λεπτύνει και προπαρασκευάσει τον πάλον δι' ον ο ήρως Αθανάσιος Διάκος ανεσκολοπίσθη. Ο δυστυχής γέρων επί ήμισυ και πλέον έκτοτε αιώνα ζήσας, ουκ επαύετο ευχόμενος τω πανοικτίρμονι Θεώ ίνα συγχωρήσει αυτό το ακούσιον εκείνον αμάρτημα» (Εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ», τόμος 2ος, έκδοση 2005).]
  8. [Ο ανασκολοπισμός ή διοβελισμός ή παλούκωμα είναι ένας από τους φοβερότερους και αγριότερους τρόπους εκτέλεσης, αργού θανάτου, όπου ο κατάδικος κυριολεκτικά σουβλίζεται κάθετα σ’ ένα ξύλινο πάσσαλο από το βάρος του. Ιστορικά ο ανασκολοπισμός είναι αρχαία μέθοδος εκτέλεσης, καθώς άρχισε να χρησιμοποιείται στην αρχαία Περσία. Όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, ο Δαρείος ο Α’ παλούκωσε 3.000 Βαβυλώνιους όταν κατέκτησε τη Βαβυλώνα. Αν και παραμερίστηκε στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δίνοντας τη θέση του στη σταύρωση, παρά ταύτα χρησιμοποιήθηκε αργότερα στην Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα. Γνωστός είναι ο θρύλος του Βλαντ του Παλουκωτή, όμως και ο Ιβάν ο Τρομερός χρησιμοποίησε εκτεταμένα αυτή τη μέθοδο εκτέλεσης. Ο ανασκολοπισμός χρησιμοποιήθηκε επίσης και στην Οθωμανική αυτοκρατορία σαν μέθοδος εκτέλεσης αλλά και εκφοβισμού του πληθυσμού, κυρίως εναντίον Σέρβων, Βούλγαρων, κι Ελλήνων, που γίνονταν σε δρόμους λίγο πριν την είσοδό τους σε πόλεις. Το παλούκωμα συνέχισε να χρησιμοποιείται σαν αργή μέθοδος εκτέλεσης ακόμα και τον 17ο αιώνα, στη Σουηδία. Σύμφωνα με το Γαλλικό «Grand Dictionnaire»: «To βασανιστήριο του διοβελισμού ένα από τα φοβερότερα εφευρήματα της ανθρώπινης θηριωδίας, είναι το σούβλισμα του καταδίκου σε ξύλινο πάσσαλο. Ξαπλώνουν το θύμα καταγής μπρούμυτα με τα πόδια πολύ ανοικτά και τα χέρια δεμένα στην ράχη. Για να ακινητοποιηθεί εντελώς και να μη διαταράσσεται η εργασία του δημίου στερεώνεται στη ράχη του μελλοθάνατου ένα σαμάρι επάνω στο οποίο κάθεται ένας από τους βοηθούς του. Ο δήμιος, αφού προετοιμάσει την είσοδο με λίπος, πιάνει το παλούκι με τα δύο του χέρια και το μπήγει όσο βαθύτερα μπορεί και ύστερα το χτυπάει με κόπανο ώστε να εισχωρήσει πενήντα ή εξήντα εκατοστά. Ανασηκώνει τότε τον σουβλισμένο και το στερεώνει στο χώμα αφήνοντας το θύμα να ξεψυχήσει καρφωμένο. Καθώς ο δύστυχος δεν μπορεί να κρατηθεί από πουθενά το παλούκι βυθίζεται, εξαιτίας του βάρους του σώματος, όλο και πιο πολύ και τελικά βγαίνει ή από τη μασχάλη ή από το στήθος ή από το στομάχι. Κι ο θάνατος που θα τερματίσει το αποτρόπαιο μαρτύριο αργεί. Αναφέρονται περιπτώσεις παλουκωμένων που έζησαν τρεις ημέρες σ αυτή την θέση. Η διάρκεια του βασανισμού εξαρτάται από την σωματική διάπλαση του ατόμου και την κατεύθυνση που δίνεται στον πάσσαλο. Αυτό εξηγείται εύκολα. Από έναν εκλεπτυσμό της φρικαλέας θηριωδίας τους φροντίζουν μα μην είναι αιχμηρό το παλούκι αλλά αμβλύ και κάπως στρογγυλεμένο στην άκρη. Γιατί η αιχμή θα περνούσε τα όργανα κατά την διολίσθηση του παλουκιού και θα προκαλούσε τον άμεσο θάνατο. Η στρογγυλεμένη όμως απόληξη του πασσάλου παραμερίζει τα σπλάχνα, τα μετακινεί χωρίς να εισχωρεί στους ευαίσθητους ιστούς… παρά τους εφιαλτικούς πόνους που προκαλεί η συμπίεση των νεύρων η ζωή παραμένει για ορισμένο χρόνο. Γιατί είναι προφανές ότι αν το παλούκι, αντί να ακολουθήσει τον άξονα του σώματος, εισχωρήσει λοξά δεν θα βγει από το στέρνο ή την μασχάλη αλλά θα τρυπήσει το υπογάστριο. Κι έτσι αφού παραμείνει άθικτη η θωρακική χώρα και δεν πλήττονται βασικά όργανα η ζωή θα παραταθεί περισσότερο».]
  9. [(Ανδρέας Καρκαβίτσας, «Περί Αθανασίου Διάκου»)]