Ανδρέας Καρκαβίτσας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, Έλληνας εθνικιστής στρατευμένος στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αντικαπιταλιστής με βαθύ πατριωτισμό από τον οποίο εμπνέονταν διαρκώς, υποστηρικτής του θεσμού της Βασιλείας, στρατιωτικός γιατρός, δημοσιογράφος, συγγραφέας και λογοτέχνης, ένας από τους τρεις μεγάλους εκπροσώπους της ηθογραφίας, μαζί με τους Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Γεώργιο Βιζυηνό και ο κύριος εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία, γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1866 στα Λεχαινά Ηλείας και πέθανε τη Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 1922 [1] στο σπίτι του στο Μαρούσι Αττικής, από φυματίωση του λάρυγγα. Τάφηκε [2] την Τρίτη 25 Οκτωβρίου 1922 στο νεκροταφείο του Αμαρουσίου. Αρκετά χρόνια αργότερα τα οστά του μεταφέρθηκαν και τάφηκαν στον τάφο της οικογένειας Καρκαβίτσα στα Λεχαινά.

Το 1918 γνώρισε τη Δέσποινα Σωτηρίου, με την οποία συγκατοίκησαν στο Μαρούσι Αττικής και την παντρεύτηκε δέκα ημέρες πριν το τέλος της ζωής του [3], δίχως να αποκτήσουν απογόνους.

Ανδρέας Καρκαβίτσας

Βιογραφία

Παππούς του ήταν ο Ανδρέας και πατέρας του ο Δημήτριος Καρκαβίτσας, ο οποίος εγκαταστάθηκε το 1860 στα Λεχαινά και το 1864 παντρεύτηκε με την Άννα κόρη του Βασιλείου Σκαλτσά από τα Λεχαινά. Ήταν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας που απέκτησε δέκα ακόμη παιδιά από τα οποία επέζησαν τα εννέα, πέντε αγόρια, μεταξύ τους ο κατοπινός διηγηματογράφος ο Κωνσταντίνος, που γεννήθηκε το 1871 και πέθανε το 1959, ο Χαράλαμπος, που εργάζονταν σε σφουγγαράδικο και πέθανε στα Πράμαντα Αιτωλοακαρνανίας όπου φρόντιζε την υγεία του ο Ανδρέας, ο Βασίλειος, καθώς και τέσσερις αδερφές, η Ειρήνη, η Χαρίκλεια, η Αγγελική Μακρυδήμα και η Ευγενία Αδαμοπούλου.

Σπουδές

Το 1870 Ο Ανδρέας γράφηκε στο Δημοτικό σχολείο της γενέτειρα του και το Σεπτέμβριο [4] του 1878 έχοντας στα χέρια του το απολυτήριο του σχολαρχείου των Λεχαινών, γράφηκε στο Α' Γυμνάσιο Πατρών. Τον επόμενο χρόνο αρρώστησε και διέκοψε την παρακολούθηση των μαθημάτων για ένα εξάμηνο. Στο Γυμνάσιο Πατρών μελέτησε ελληνική μυθολογία και λογοτεχνία, γνώρισε τους Επτανήσιους λόγιους και συνδέθηκε με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, καθώς και με τους πεζογράφους της Α' Αθηναϊκής Σχολής και το 1882 αποφοίτησε.

Γράφτηκε το 1883, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου πήρε στις παραμονές των Χριστουγέννων του 1888 πήρε το πτυχίο του με βαθμό λίαν καλώς και στις 20 Iαvoυαρίου 1891, ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις, πήρε την άδεια άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος. Την ίδια περίοδο γνώρισε τον Κωστή Παλαμά, το Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Κώστα Χατζόπουλο και παράλληλα με τις σπουδές του άρχισε να ασχολείται με την λογοτεχνία. Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 εντάχθηκε ως μέλος στην «Εθνική Εταιρεία» [5].

Δημοσιογράφος

Το καλοκαίρι του 1886 όταν βρισκόταν στα Λεχαινά αρρώστησε από πνευμονία και ελονοσία, αρχή του τέλους της εύθραυστης υγείας του, που συχνά έκτοτε του δημιουργούσε προβλήματα. Ταξίδεψε από τις 12 Οκτωβρίου έως τις 11 Νοεμβρίου 1886 στη Ζάκυνθο. Από τον Ιούλιο μήνα με το ψευδώνυμο «Πέτρος Αβράμης» στέλνει ανταποκρίσεις από τα Λεχαινά στη «Νέα Εφημερίδα» Αθηνών, ενώ ήδη από τις 12 Οκτωβρίου, είχε τελειώσει και έστειλε το έργο του «Ο Αφωρεσμένος» προκειμένου να δημοσιευτεί. Το 1888 ο Ιωάννης Ψυχάρης δημοσίευσε το έργο του «Το ταξίδι μου», και ταξίδεψε στην Παρνασσίδα και τη Δωρίδα. Στις 23 Απριλίου 1888, την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, ταξίδεψε για ένα μήνα, στη Δωρίδα και Παρνασσίδα, όπου αρρώστησε. Στα τέλη Ιουλίου 1889 φιλοξενήθηκε στο Αγρίνιο από τον Κώστα Χατζόπουλο και στη συνέχεια πήγε στο πατρικό του στα Λεχαινά, όπου παρέμεινε ως τις 21 Αυγούστου και άρχισε το γράψιμο του έργου του «Η Λυγερή», η δημοσίευση του οποίου άρχισε στις 8 Απριλίου 1890, στην εφημερίδα «Εστία».

Το 1891 περιέγραψε στο περιοδικό «Εστία», τις εντυπώσεις του και αναφέρθηκε σε μια σειρά από ρεμπέτικα τραγούδια της καθημερινότητας των φυλακισμένων, τα οποία τραγουδούσαν στις φυλακές Παλαμιδίου στο Ναύπλιο. Δημοσίευσε το 1894, τις εντυπώσεις του από την επίσκεψή του στις φυλακές του Ναυπλίου και την ίδια χρονιά έγινε μέλος στην «Εθνική Εταιρεία». Στις αρχές του 1895 βρέθηκε ξανά στη γενέτειρά του, όπου σκέπτονταν να εργαστεί ως γιατρός και να πολιτευτεί. Στο διάστημα από τις 18 Μαΐου έως τις 15 Νοεμβρίου 1895 εργάστηκε ως γιατρός στην Άμπλιανη της Ευρυτανίας. Περιόδευσε το 1909 Θεσσαλία και στη διάρκεια της περιοδείας του επισκέφθηκε στη Σκιάθο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και επιστρέφοντας το 1910 ήταν από τα Ιδρυτικά μέλη του «Εκπαιδευτικού Ομίλου».

Στρατιωτική θητεία

Κατατάχθηκε στο στρατό στις 8 Φεβρουαρίου 1889, ως έφεδρος δόκιμος γιατρός στο Μεσολόγγι. Στις αρχές Απριλίου 1889, προήχθη σε Έφεδρο Ανθυπίατρο και μετατέθηκε στο Στρατιωτικό Φαρμακείο Αθηνών και στις 3 Ιουνίου 1889 μετατέθηκε στην Κέρκυρα, όπου υπηρέτησε ως τις 20 Mαΐoυ 1890, όταν μετατέθηκε στη Φρουρά του Μεσολογγίου. Τον επόμενο Μάιο μετατέθηκε στη Λάρισα και στις 23 Ιουνίου 1891 απολύθηκε από τις τάξεις του Στρατού. Αργότερα, πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους με την 4η Μεραρχία, όπου συνυπηρετούσε με τον μετέπειτα Ακαδημαϊκό Σπύρο Μελά. Στη διάρκεια της θητείας του έζησε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου, τις οποίες κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του «Ο Ζητιάνος».

Υγειονομικός γιατρός

Στις 20 Iαvoυαρίου, 1891, ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις, πήρε την άδεια άσκησης του ιατρικού λειτουργήματος και στις 18 Μαίου 1892 προσλήφθηκε από την «Πανελλήνιο Ατμοπλοΐα» στο πλοίο «Αθήναι», με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο και εργάστηκε ως τις 29 Δεκεμβρίου 1894 που διαλύθηκε η εταιρεία, ως υγειονομικός γιατρός. Τον Αύγουστο του 1896 κατατάχθηκε στο στρατό ως μόνιμος αξιωματικός και στις 11 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου πήρε το βαθμό του ανθυπιάτρου. Υπηρέτησε σε διάφορες φρουρές στη Δυτική Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία, ενώ παράλληλα ανέπτυξε εθνική δράση και έγινε μέλος στην «Εθνική Εταιρεία». Αγωνίστηκε για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας και το 1897 υπηρέτησε ως εθελοντής στην επαναστατημένη Κρήτη. Στις 4 Νοεμβρίου 1907 τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και νοσηλεύτηκε στο 1ο Στρατιωτικό νοσοκομείο, καθώς ανατράπηκε η άμαξα του Αθανασίου Ευταξία στην οποία επέβαινε [6].

Το 1908 έγινε μέλος στη «Λαογραφική Εταιρεία» του Νικολάου Πολίτη. Το 1909 μετατέθηκε στη στρατολογική επιτροπή στη Θεσσαλία, και σε ένα γρήγορο ταξίδι στη Σκιάθο, συνάντησε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Έγινε μέλος της μυστικής οργανώσεως «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» και το 1909, πήρε μέρος στο Κίνημα, [«Ανακαινιστική Κίνηση»], στου Γουδή, όμως στη συνέχεια μετατράπηκε σε αντίπαλο και σφοδρό πολέμιο του Ελευθέριου Βενιζέλου [7]. Το 1910 συμμετείχε στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη, το Λορέντζο Μαβίλη και άλλους. Το 1911, μαζί με άλλους συγγραφείς, τιμήθηκε με το παράσημο του Αργυρού Σταυρού για τη λογοτεχνική του προσφορά. Το 1910 συμμετείχε στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη, το Λορέντζο Μαβίλη και άλλους.

Το Μάιο του 1913 συμμετείχε στις μάχες στο Μέτωπο της Μακεδονίας και στη μάχη των Γιαννιτσών, ενώ τον Οκτώβριο του 1916, όταν υπηρετούσε ως αρχίατρος στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη [8] επειδή αντιτάχτηκε στο Βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης, φυλακίστηκε και εξορίστηκε σε στρατόπεδο στο Γέρα Μυτιλήνης, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου φυλακίστηκε για ένα μήνα στις φυλακές του Γεντί Κουλέ και αποφυλακίστηκε με τη φροντίδα του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου και την παρέμβαση του στο Βενιζέλο. Με τη σύλληψη του χάθηκαν για πάντα τα χειρόγραφα του μυθιστορήματος του «Ο Αμαρτωλός» και ο ίδιος αρρώστησε από φυματίωση, καθώς σύμφωνα με τη μαρτυρία του στενού του φίλου και συγκρατούμενου του Δημητρίου Κατραχούρα, στη φυλακή έκανε την πρώτη αιμόπτυση. Στις 25 Μαρτίου 1917 προήχθη σε Αρχίατρο, όμως τον ίδιο χρόνο εισήχθη άρρωστος από φυματίωση και νοσηλεύτηκε για κάποιο χρονικό διάστημα στο σανατόριο της Πεντέλης και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1917 τέθηκε σε αυτεπάγγελτη διαθεσιμότητα και στις 6 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου αποστρατεύθηκε αυτεπαγγέλτως. Προήχθη στο βαθμό του Γενικού Αρχιάτρου στις 29 Σεπτεμβρίου του 1920 και στις 12 Νοεμβρίου 1921 επανήλθε στο στράτευμα, ενώ στις 15 Μαΐου του 1922 αποστρατεύτηκε με δική του αίτηση.

Το τέλος του

Μετά την αποστράτευση του αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μαρούσι, όπου πέθανε λίγες ημέρες μετά το θάνατο του πατέρα του. Ως την τελευταία του πνοή του παραστάθηκαν ο μικρότερος αδελφός του, ο Κωνσταντίνος Καρκαβίτσας και ο Βασίλειος. Με διαθήκη [9] που συνέταξε τέσσερις μέρες πριν το θάνατο του κληροδότησε τις εισπράξεις από τα δικαιώματα των έργων του στη Δέσποινα Σωτηρίου, σύντροφο των τελευταίων χρόνων της ζωής του και τα χειρόγραφά του στο Γιάννη Βλαχογιάννη, διευθυντή τότε των Αρχείων του Κράτους.

Βραβεύσεις

Βραβεύτηκε για το έργο του

  • «Πάσχα στα πέλαγα», το 1898 στο διαγωνισμό της «Εστίας».

Το 1911, μαζί με άλλους συγγραφείς, τιμήθηκε με το παράσημο

  • του Αργυρού Σταυρού για τη λογοτεχνική προσφορά του [10]

Μεταθανάτιες τιμές

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του το 1927, τα οστά του μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν στον τάφο της οικογένειας Καρκαβίτσα στα Λεχαινά, όπου το 1935 συγκροτήθηκε επιτροπή που φρόντισε για την ανέγερση της προτομής του. Τα αποκαλυπτήρια της προτομής, που αναγέρθηκε στην πλατεία του Αγίου Δημητρίου όπου είναι ο ομώνυμος καθεδρικός ναός, έγιναν στις 29 Απριλίου 1939, από τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, με ομιλητές τους Ευστάθιο Διασάκο, Σαράντη Σαραντόπουλο και Τάκη Δόξα.

Το 1971 ιδρύθηκε σωματείο «Μορφωτική Ένωση Λεχαινών ο Ανδρέας Καρκαβίτσας», η οποία εξέδωσε για 25 περίπου τεύχη, το τριμηνιαίο περιοδικό «Ανδρέας Καρκαβίτσας», ενώ από το 1972 καθιερώθηκε η ετήσια διοργάνωση εβδομάδας λόγου και τέχνης με την επωνυμία «Καρκαβίτσεια», όπου την Άνοιξη του 1973 στα «Καρκαβίτσεια 1973» ο Γεώργιος Βαλέτας παρουσίασε τα «Άπαντα» του συγγραφέα. Το 1989 το πατρικό του σπίτι κηρύχθηκε διατηρητέο, ως ιστορικό μνημείο και ως έργο τέχνης, με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, ενώ το 1991 ιδρύθηκε, η αστική μη κερδοσκοπική, «Εταιρεία φίλων Μουσείου Ανδρέα Καρκαβίτσα» με στόχο τη δημιουργία του στο ισόγειο του πατρικού σπιτιού του, ιδιοκτησίας των κληρονόμων της αδελφής του Ευγενίας, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Στις 21 Νοεμβρίου 1996 στο σπίτι όπου γεννήθηκε και έζησε μέρος της ζωής του, έγιναν τα αποκαλυπτήρια αναμνηστικής πλάκας. Το σπίτι βρίσκεται κοντά στην αγορά και αποτελεί αξιοθέατο της πόλης. Το σπίτι του στην παραλία των Λεχαινών, γνωστό ως το σπίτι με τις πικροδάφνες, γκρεμίστηκε [11] στις 13 Ιουλίου 2011 από ανθρώπους του Συλλόγου Οικιστών, με απόφαση της γενικής τους συνέλευσης, καθώς όπως υποστήριξαν επρόκειτο για ένα ερείπιο-εστία μόλυνσης [12] για την περιοχή τους, μια ενέργεια που προκάλεσε αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία. Επίσης στις 21 Νοεμβρίου 1996, εγκαινιάστηκε προθήκη στη δημοτική βιβλιοθήκη της κωμοπόλεως και στις 11 Ιουνίου 2005, το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Λεχαινών, ονομάστηκε «Ανδρέας Καρκαβίτσας».

Λογοτεχνία

Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το Μάρτιο του 1885, με το διήγημα «Η Ασήμω», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εβδομάς». Είχε προαναγγείλει για το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, την έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τίτλο «Απαρχαί», που τελικά δεν κυκλοφόρησε. Δημοσίευσε τα πρώτα του λαογραφικά κείμενα, διηγήματα, άρθρα, κριτικά και πολιτικοκοινωνικά κείμενα σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, άλλοτε με το όνομά του και άλλοτε με ψευδώνυμα όπως Χλουμούτζης, Δήμος Πάλλας, Άλφα Κάππας και Πέτρος Αβράμης. Η πεζογραφία του κινήθηκε αρχικά στα πλαίσια της ειδυλλιακής ηθογραφίας με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε προς τον ρεαλισμό με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με τα διηγήματα, η «Λυγερή» και ο «Ζητιάνος». Ήταν από τα πρώτα μέλη της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών [Ε.Σ.Η.Ε.Α.] και το πορτραίτο του, ελαιογραφία σε πεπιεσμένο χαρτόνι, έργο του ζωγράφου Γιώργου Ροϊλού, είναι μέρος της Πινακοθήκης της Ενώσεως Συντακτών.

Εργογραφία

Σώθηκαν χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά γραμμένα στην καθαρεύουσα, όμως το μεγάλο και σημαντικό μέρος του έργου του είναι στη δημοτική. Δημοσίευσε από το 1885, περισσότερα από ογδόντα διηγήματα, νουβέλες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, λαογραφικά κείμενα, άρθρα γλωσσικά, πολιτικοκοινωνικά και άλλα σε αθηναϊκά περιοδικά και εφημερίδες, ενώ φρόντιζε ο ίδιος τις εκδόσεις των έργων του.

Δημοσίευσε τα βιβλία

  • Ο «Αφορισμένος», [το 1888, βιβλίο με το οποίο επιβλήθηκε ως συγγραφέας],
  • «Λυγερή», [αρχικά το 1889 και σε αυτόνομη έκδοση το 1896],
  • «Νέοι Θεοί», [ηθογραφικό διήγημα το 1889 και άλλα διηγήματα που θα συμπεριληφθούν στη συλλογή «Παλιές αγάπες»],
  • «Ζητιάνος», [το 1897, διασκευάστηκε και μεταδόθηκε τηλεοπτικά [13] από την, [Ε.Ρ.Τ.], «Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση»],

Η νουβέλα δημοσιεύτηκε σε συνέχειες από τις 9 Απριλίου έως τις 8 Ιουνίου 1896, στην εφημερίδα «Εστία». Στηρίχτηκε στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις με τίτλο «Κράβαρα (Οδοιπορικοί σημειώσεις)», που δημοσίευσε το 1890 σε 12 συνέχειες στο περιοδικό «Εστία». Το Δεκέμβριο του 1892 αναγγέλθηκε από το περιοδικό, η παρουσίαση διηγήματος με τίτλο «Ο Κραβαρίτης» που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, λόγω των αντιδράσεων που προκλήθηκαν από τους ντόπιους.

  • «O Αρχαιολόγος», [το 1904].

Το βιβλίο κατηγορήθηκε [14] τότε ως ανθελληνικό και αποσύρθηκε από την κυκλοφορία. Έχει αλληγορικό χαρακτήρα, περιγράφει τον παράλληλο βίο δύο νεοελλήνων από τους οποίους ο πρώτος είναι ελληνομανής και προγονολάτρης, ενώ ο δεύτερος κατανοεί την πραγματικότητα και βασίζει την ζωή του στις σύγχρονες συνθήκες και όχι στην ομιχλώδη αίγλη των προγόνων. Στο τραγικό τέλος του έργου ο παθιασμένος με την ελληνολατρεία πρωταγωνιστής σκοτώνεται καταπλακωμένος από ένα αρχαίο άγαλμα της θεάς Δόξας, που προσκυνούσε καθημερινά. Για το βιβλίο ο ίδιος είχε πει, «...Όσο ζούμε θαμπωμένοι και άπραγοι κάτω από το βάρος της παλιάς μας δόξας και δεν ζητάμε να ζήσουμε υπεύθυνα και δημιουργικά τη δική μας ζωή, προκοπή ας μην περιμένουμε....»]

και σειρές διηγημάτων

  • «Διηγήματα», [Δεκέμβριος 1892, είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα καίτοι στον πρόλογό τους γράφει ότι είναι υπέρ της δημοτικής γλώσσας],
  • «Λόγια της πλώρης», [το 1889, όπου εμπνέεται από τη θάλασσα και τη ζωή των ναυτικών και των σφουγγαράδων. Ακόμη περιέχονται οι εμπειρίες που κατέγραψε στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο «Σ' Ανατολή και Δύση»],
  • «Παλιές αγάπες», [το 1900, συλλογή 15 διηγημάτων ηθογραφικού και ιστορικού περιεχομένου της περιόδου 1885-1897],

Το μεγάλο μυθιστόρημά του «Αρματολός», το οποίο είχε ξεκινήσει από το 1894, έμεινε μισοτελειωμένο. Κάποια από τα έργα του έχουν πρότυπό τους το δημοτικό τραγούδι και μερικά από τα πιο γνωστά διηγήματα της συλλογής είναι

  • «Δικαιοσύνη της θάλασσας»,
  • «Βιοπαλαιστής»,
  • «Καβομαλιάς»,
  • «Κακοσημαδιά»,
  • «Γοργόνα»,
  • «Ναυάγια», κ.ά.

καθώς και τα

  • «Διηγήματα για τα παλληκάρια μας», [το 1922],
  • «Διηγήματα του γυλιού», [το 1922].

Εκδόθηκαν επίσης οι

  • «Ποιήσεις», [Μάιος 2000, εκδόσεις «Πατάκης», επιμέλεια Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, προλεγόμενα Ανδρέα Χρ. Ριζόπουλου].

Ως πεζογράφος χαρακτηρίζεται αντικειμενικός και περιγραφικός με όλα τα στοιχεία του ρεαλισμού. Οι περιγραφές του ζωντανές και δυναμικές. Το έργο του είναι ηθογραφικό και λαογραφικό.

Εκπαιδευτικά βιβλία

Το 1905 υπήρξε συνιδρυτής της εταιρείας «Η Εθνική Γλώσσα» και αγωνίστηκε για την καθιέρωση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας γράφοντας διηγήματα στο περιοδικό «Νουμάς», ενώ το 1908 ήταν συνιδρυτής στη «Λαογραφική Εταιρεία» μαζί με το Νικόλαο Πολίτη. Όταν πραγματοποιήθηκε η πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, έγραψε από το 1918 έως το 1920, σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ, γνωστό με το φιλολογικό ψευδώνυμο «Έλατος», τρία Αναγνωστικά για το Δημοτικό Σχολείο,

  • της Γ΄ τάξεως με τίτλο «Στον καιρό του Μεγαλέξανδρου»,
  • της Δ΄ τάξεως με τίτλο «Η πατρίδα μας»,
  • της Ε΄ τάξεως με τίτλο «Διγενής Ακρίτας».

Μνήμη Καρκαβίτσα

Ο Καρκαβίτσας υπήρξε άνθρωπος μάλλον κλειστού χαρακτήρα, αυστηρός και ευθύς, έζησε ζωή μετρημένη και μοναχική, ενώ απείχε από την κοσμική συμπεριφορά των σαλονιών της πρωτεύουσας κι όπως έγραφε στις 26 Δεκεμβρίου 1911, στο στενό του φίλο Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, «...αυτό το άδειο που είναι μέσα μου, αυτό αδειάζει και τα γύρω μου όλα».

Σύμφωνα με τον εθνικιστή κριτικό Αρίστο Καμπάνη, «...Ούτε η καθαρεύουσά του ήτο αμιγής καθαρεύουσα (ήτο μάλλον κράμα καθαρολογικών και ζωντανών στοιχείων), ούτε η δημοτική του ήτο η τυπική δημοτική του Καρκαβίτσα..» [15]. Κατά τον Απόστολο Σαχίνη, ο Καρκαβίτσας είναι «..ένας στυλίστας της δημοτικής –σημαντικό κατόρθωμα σε μια εποχή όπου τα άξια πεζογραφικά κείμενα της δημοτικής μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού..», ενώ ο σύγχρονός του Μιλτιάδης Μαλακάσης έχει επαινέσει το έργο του λέγοντας ότι «..εκπλήσσει και συγκινεί εις το κατακόρυφο..». Ο Γεώργιος Σουρής έγραψε για τον Καρκαβίτσα, όταν εκείνος μόλις είχε εκδώσει το πρώτο του βιβλίο, «Εγώ μεγάλως συμπαθώ κι αυτόν τον Καρκαβίτσα / που ’ναι γιατρός στ’ ατμόπολοια με λιάρα και με γκλίτσα» [16]

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε για τον Καρκαβίτσα. «...Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη [1888], ὁ Καρκαβίτσας ἦτο μόλις εἰκοσαετής, ἀδέξιος εἰς τὰς κινήσεις καὶ μᾶλλον ἄκομψος ἢ ἀπέριττος εἰς τὴν ἐνδυμασίαν, τύπος σχεδὸν κοινὸς νεαροῦ ἐπαρχιώτου ποὺ πρωτοέρχεται εἰς τὰς Ἀθήνας νὰ σπουδάσῃ, μὲ τὴν μαγκουρίτσαν του, μὲ τὸ μουστακάκι του, μὲ ἀνήσυχα μαῦρα μάτια, ὄχι πολὺ εὔμορφα, μὲ κάποιαν ἔκφρασιν πονηρίας εἰς τὴν φυσιογνωμίαν ἐκείνην, τὴν προδίδουσαν τὴν μοραΐτικη καταγωγήν, καὶ μὲ ὡραῖο πλατὺ μέτωπον, τὸ μόνον ἴσως φωτεινόν χαρακτηριστικόν, τὸ μαρτυροῦν ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος ἦτο κάποιος. Καὶ ἦτο ἤδη ὁ συγγραφεὺς τοῦ Ἀφωρεσμένου […] Δὲν θαυμάζω μόνον τὸν Καρκαβίτσαν ὡς συγγραφέα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀγαπῶ ὡς ἄνθρωπον. Εἶναι καλός. ...{...}... Ἁπλοῦς, ἀφελῆς, ἴσιος, δὲν ἔχει οὔτε ταπεινὰ πάθη, οὔτε γελοίους ἐγωισμούς, οὔτε μίση προσωπικὰ καὶ ἀνόητα, οὔτε κἂν τὰς ἀδυναμίας, τὰς στρυφνότητας, τὰς ἰδιοτροπίας ἐκείνας τὰς παιδικάς, ποὺ μερικοὺς ἄλλους "μεγάλους ἄνδρας" τοὺς κάμνουν ἀνυπόφορους. Ποτὲ δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τὰ ἔργα του, ποτὲ δὲν προβάλλει ἀπαιτητικὸν καὶ καταθλιπτικὸν τὸ ἐγώ του. Κάποτε εἶχα γράψει μὲ πολὺν ἐνθουσιασμὸν διὰ τὰ Λόγια τῆς Πλώρης του. Τελευταίως εἶχα ἐπικρίνει τὸν Ἀρχαιολόγον του. Ὁ Καρκαβίτσας μὲ εὐχαρίστησε μὲ τὴν ἴδιαν γαλήνην καὶ διὰ τὰς δύο κριτικάς, ἐνῶ ἄλλος διὰ τὴν δευτέραν ἠμποροῦσε νὰ μοῦ θυμώσῃ. Μοῦ ἀρέσει ὁ χαρακτήρ του ὁ ἄκαμπτος, ὁ ἀνένδοτος, ἐκεῖ ποὺ πρέπει, καὶ ὁ μαλακός, ὁ ἐνδοτικότατος, πάλιν ἐκεῖ ποὺ πρέπει. Μοῦ ἀρέσει ἡ ζωή του ἡ ἥσυχη, ἡ ἀθόρυβη, ἡ μοναχική, ἡ ἐλεύθερη καὶ ἡ ἀμέριμνη. Μοῦ ἀρέσει ἡ μουρμούρα του, ὅταν παραπονῆται διὰ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ βάζῃ μὲ ὅλους, πρῶτα πρῶτα μὲ τὸν "ἄθλιον" ἑαυτόν του. Μοῦ ἀρέσει ἡ φαιδρότης του, ὅταν ακούῃ ἢ διηγῆται ἀστεῖα, ὅταν πειράζῃ μὲ ἀμίμητην τέχνην τοὺς πειραζομένους, καὶ ὅταν ἀνακαινίζεται εἰς ἕνα θαυμάσιον γέλιο ἀπὸ τὴν καρδιά του, ποὺ εἶναι νομίζεις ἡ μεγαλυτέρα εὐτυχία τῆς ζωῆς του. Μοῦ ἀρέσει ἡ μελαγχολία του, ἡ κατήφεια καὶ ἡ βουβαμάρα ποὺ τὸν πιάνει καμμιὰ φορὰ μεταξὺ φίλων εἰς τὸ καφενεῖον τοῦ Ζαχαράτου ἢ εἰς τὸ σαλόνι τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ δὲν ἠξεύρεις ἂν εἶναι θυμός, ἂν εἶναι νύστα ἢ ἂν εἶναι ρέμβη δημιουργίας κανενὸς ἀριστουργήματος....».

Εξωτερικές συνδέσεις

Πηγές

  • Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1517.

Παραπομπές

  1. Ανδρέας Καρκαβίτσας-40 χρόνια από το θάνατο του. Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 852, σελίδα 37.
  2. Εντυπώσεις της ημέρας-Καρκαβίτσας Εφημερίδα «Εμπρός», 28 Οκτωβρίου 1922, σελίδα 1.
  3. Ο γάμος του Ανδρέα Καρκαβίτσα
  4. Χρονολογία της εγγραφής του στο Γυμνάσιο Πατρών
  5. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της, ο Παναγιώτης Δαγκλής καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  6. Τραυματισμός του Καρκαβίτσα Εφημερίδα «Εμπρός», 5 Νοεμβρίου 1907, σελίδα 4.
  7. [«...Άνδρες με τα γερά κορμιά -εσάς λέω του Συνδέσμου λεβέντες!- νέοι με τα γελαστά χρώματα και την αστραπή στο μάτι, πού είσθε;.. Εχω τόσον καιρό (μέρες έσβησαν, έφυγαν μήνες) σας καρτερώ και μαζί μου ο Λαός, βάνω τ' αυτί μου κι ακροάζομαι τον ερχομό σας, για τον ερχομό σας ακροάζεται το έθνος, το ρυθμικό βηματισμό σας προσμένει η ονειροπλέχτρα Φυλή. Σας είδε μιαν αυγή σαν όνειρο τερπνό μέσ' στον βαρύ τον ύπνο της και πήδησε ξαφνιασμένη κι απορούσα. Εκεί στον κάμπο του Γουδί σάλεψαν ίσκιοι, στο σκοτάδι το βαθύ άστραψαν θυμοί- έτριξαν προγονικά κόκαλα. Και την αυγή, την ώρα που ο ήλιος έβγαινεν αντίκρυ, αψύς και θυμωμένος, αποφασισμένος να φτάσει στο βασίλεμά του, χαλώντας κάθ' εμπόδιο, σας είδε με το ντουφέκι στο πλευρό, ορκισμένους να κάμετε πατρίδα ή να χαθείτε!.. Σας είδε και στέναξε: Σώθηκα!... Μα από τότε δε σας βλέπει πουθενά! Τι γινήκατε;»] Απόσπασμα από άρθρο του Ανδρέα Καρκαβίτσα στις 16 Οκτωβρίου 1909, στην εφημερίδα «Χρόνος».
  8. Ο Καρκαβίτσας Εφημερίδα «Σκριπ», 25 Οκτωβρίου 1916, σελίδα 1.
  9. Η διαθήκη του Ανδρέα Καρκαβίτσα Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 1517, σελίδα 1258.
  10. Παρασημοφορία Ελλήνων λογίων Εφημερίδα «Εμπρός», 31 Δεκεμβρίου 1910, σελίδα 2.
  11. Γκρεμίστηκε το σπίτι του Ανδρέα Καρκαβίτσα
  12. Μόνον οι πικροδάφνες σώθηκαν από το σπίτι του Ανδρέα Καρκαβίτσα
  13. Τα επεισόδια της τηλεοπτικής μεταφοράς
  14. Ο Αρχαιολόγος
  15. [Ημερολόγιον «Ελληνικόν Έτος» 1929, τόμος Α', εκδόσεις «Πυρσός»]
  16. [Εφημερίδα «Το Άστυ», 29 Μαρτίου 1893.]