Αλέξανδρος Διάκος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλέξανδρος Διάκος, Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς, [Αριθμός Μητρώου 19.423], με το βαθμό του Λοχαγού μετά θάνατον, «επίκουρος παρατηρητής» Αεροπορίας, ο πρώτος [1] Έλληνας αξιωματικός του Στρατού Ξηράς που έπεσε στη διάρκεια μάχης στο μέτωπο της Βορείου Ηπείρου τις πρώτες μέρες του Ελληνοϊταλικού πολέμου, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1911 στην Χάλκη της Δωδεκανήσου, ένα νησί κοντά στην Ρόδο που τότε ήταν υπό Ιταλική κατοχή, και σκοτώθηκε στις 11:30 το πρωί της Παρασκευής 1ης Νοεμβρίου 1940 στο ύψωμα «Τσούκα» [2] ανατολικά του χωριού της Φούρκας στην οροσειρά της Πίνδου.

Η σορός του τάφηκε στο κοιμητήριο του μικρού χωριού Ζούζουλη του Νομού Καστοριάς στην περιοχή της Πίνδου, όπου υπάρχει ακόμη το κενοτάφιο του, καθώς το Νοέμβριο του 1958, τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μανδράκι της Ρόδου.

Αλέξανδρος Διάκος
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1η Ιανουαρίου 1911
Τόπος: Χάλκη Δωδεκανήσων (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός (ΠΖ)
Σύζυγος: Άγαμος
Τέκνα: Άτεκνος
Θάνατος: 1 Νοεμβρίου 1940
Τόπος: Ύψωμα «Τσούκα»
όρος Σμόλικας (Ελλάδα)

Βιογραφία

Η καταγωγή της οικογενείας του Αλέξανδρου Διάκου ήταν από τη Μάνη. Πατέρας του Αλέξανδρου, που είχε μία αδελφή την Κρυσταλλία Διάκου-Σκελλαρίδου, ήταν ο Ιωάννης Διάκος. Μεταξύ των φίλων του, ήταν γνωστός και ως «Μπέλλιας» [3]. Ο Διάκος παρακολούθησε τα μαθήματα του Γυμνασίου στο «Βενετόκλειο» Γυμνάσιο της Ρόδου, η οποία ήταν –τότε- υπό Ιταλική κατοχή και ήταν μέλος του Σώματος Ελλήνων Προσκόπων. Στη διάρκεια των σπουδών του, ανήμερα του εορτασμού της Εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου, υπέστειλε την Ιταλική σημαία και στη θέση της τοποθέτησε την Ελληνική. Η πράξη του είχε ως αποτέλεσμα να απειληθεί με φυλάκιση κι εξορία από τις Ιταλικές αρχές κατοχής. Από το 1926, αγωνίζονταν ως ποδοσφαιριστής στην ομάδα «ΔΑΝΣ–Δωριεύς» της Ρόδου, σε θέση επιθετικού, όμως συμμετείχε σε αγώνες και ως αθλητής του στίβου [4].

Στρατιωτική δράση

Το 1929, μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων του Γυμνασίου, ο Αλέξανδρος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1930, μετά από επιτυχείς εξετάσεις, εισήλθε και φοίτησε ως Εύελπις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων μέχρι τις 2 Αυγούστου 1934, όταν αποφοίτησε και εντάχτηκε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πεζικού στον Ελληνικό στρατό. Ύστερα από επιτυχή εκπαίδευση ονομάσθηκε επίκουρος παρατηρητής της Αεροπορίας και του απονεμήθηκε ως διακριτικό η «πουλάδα», την οποία έφερε στη στολή του. Το καλοκαίρι του 1940 υπηρετούσε ως Διοικητής Διλοχίας του 1ου Τάγματος του 4ου Συντάγματος στην περιοχή του χωριού Καρπερό Γρεβενών. Κύρια αποστολή της Διλοχίας του ήταν η κατασκευή οχυρωματικών έργων κι αναχωμάτων που θα απέτρεπαν την κάθοδο των εχθρικών δυνάμεων από τη διάβαση Μετσόβου-Γρεβενών-Τρικάλων. Απομεινάρια των έργων υπάρχουν ως σήμερα στις διαβάσεις και στις γέφυρες του Αλιάκμονα και στους παραποτάμους του Βενετικού και Σιούτσα. Η Διλοχία του Διάκου το βράδυ της 29ης Οκτωβρίου ήταν στο Επταχώρι της Καστοριάς και δύο βράδια μετά ήταν στη διάβαση του χωριού Ζούζουλη, στα όρια με τη Φούρκα της Ηπείρου. Σύμφωνα με τις διαταγές, έπρεπε να ανακόψει την προέλαση, προς το Μέτσοβο, της Ιταλικής Μεραρχίας Αλπινιστών «Julia».

Η μάχη της «Τσούκας»

Ο Διάκος ζήτησε από το Διοικητή του, τον Ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία, τον οποίο γνώριζε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όπου ως Εύελπις είχε Διμοιρίτη τον Καραβία, να τοποθετηθεί επικεφαλής των δυνάμεων που θα επιχειρούσαν την ανακατάληψη του υψώματος «Τσούκα» στα 1.157 μέτρα, που βρίσκονταν ήδη υπό Ιταλική κατοχή. Ο 2ος λόχος του 4ου Συντάγματος Πεζικού, τον οποίο διοικούσε ο Διάκος, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολλαπλάσιες Ιταλικές δυνάμεις Αλπινιστών. Ο Αλέξανδρος Διάκος πολεμούσε όρθιος δίνοντας εντολές και κραύγαζε για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Επιτέθηκε εναντίον των Ιταλών Αλπινιστών που κατείχαν το ύψωμα «Τσούκα», το οποίο ανακατέλαβε κι έχασε τρεις φορές. Προς το μεσημέρι της 1ης Νοεμβρίου, ο Διάκος, ορμώντας πρώτος στην μάχη για τέταρτη φορά, δέχθηκε στο στήθος μια θανάσιμη ριπή πολυβόλου και ξεψύχησε στα χέρια του στρατιώτη [5] Μιχάλη Μαλαμά ή σύμφωνα με άλλη πηγή στα χέρια του στρατιώτη Στέλιου Γιώτα [6].

Σύμφωνα με την αναφορά του Ταγματάρχη Ιωάννη Καραβία που έφθασε στα χέρια του συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη, «...Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου... Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε...». Τη διοίκηση του λόχου δεν πρόλαβε να αναλάβει ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας του Χρήστου από το χωριό Πλάτανος, [Βάνια], του Νομού Τρικάλων, ο οποίος σκοτώθηκε λίγο αργότερα κι είναι ο πρώτος νεκρός από τους εφέδρους αξιωματικούς. Αν και εκείνη την ημέρα το ύψωμα παρέμεινε υπό Ιταλική κατοχή, ανακαταλήφθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1940. Αποτέλεσμα της μάχης ήταν να διασφαλιστεί ο έλεγχος της οδικής γραμμής «Γύφτισσα–Οξυά», να συλληφθούν τρείς Ιταλοί αξιωματικοί και διακόσιοι είκοσι δύο οπλίτες, ενώ περιήλθαν στα Ελληνικά τμήματα 140 άλογα και αρκετά εφόδια.

Μεταθανατίως

Η σορός του Αλέξανδρου Διάκου βρέθηκε την επόμενη ημέρα, μετά την κατάληψη του υψώματος από τις Ελληνικές δυνάμεις, στη θέση «Δημιάλι» εκεί που σμίγουν τα όρια Φούρκας-Ζούζουλης-Σαμαρίνας, πάνω σε ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα. Από τη στολή του έλειπαν τα κουμπιά της. Η σορός του, καθώς και πέντε ακόμη συμπολεμιστών του, μεταφέρθηκε στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Ξαμπαλιάς, μιας παλιάς εκκλησίας των Βυζαντινών χρόνων, στο κοιμητήριο του χωριού της Ζούζουλης. Η νεκρώσιμη ακολουθία και η ταφή της σορού έγινε από τον ιερέα της Ζούζουλης, πατέρα Θωμά Ευαγγέλου, ο οποίος φιλοτέχνησε και τον πέτρινο σταυρό που υπάρχει στο κενοτάφιο του Διάκου. Ο σταυρός φέρει την επιγραφή «Εδώ κοιμάται ο ήρωας της Τσούκας, ο Υπολοχαγός Διάκος».

Μνήμη Αλέξανδρου Διάκου

Στις 7 Απριλίου 1946, τελέστηκε η πρώτη επιμνημόσυνη δέηση στη μνήμη του Αλέξανδρου Διάκου, με πρωτοβουλία του Χρήστου Εξάρχου, Διευθυντή του σχολείου της Ζούζουλης, ενώ την ίδια ημέρα η αδελφή του Διάκου έστειλε γραφική ύλη στα παιδιά του Δημοτικού σχολείου του χωριού. Στις 4 Νοεμβρίου 1946 τελέστηκε φιλολογικό μνημόσυνο του Διάκου στις αίθουσες του Συλλόγου «Παρνασσός» στην Αθήνα [7]. Η ανακομιδή των λειψάνων του, με φροντίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, [Γ.Ε.Σ.], έγινε το Νοέμβριο του 1958, όταν μεταφέρθηκαν στην Αθήνα, όπου τους αποδόθηκαν τιμές και στις 13 Νοεμβρίου του ίδιου έτους μεταφέρθηκαν με στρατιωτικό αεροπλάνο στο αεροδρόμιο των Μαριτσών. Στο Μανδράκι της Ρόδου υπάρχει ένα άγαλμα του, έργο του γλύπτη Κώστα Βαλσαμή, σε στάση επιθέσεως και στη βάση του είναι τοποθετημένα τα οστά του. Η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Χάλκη, τραγούδησε και εξύμνησε τη δράση και τον ηρωικό θάνατο του Διάκου όπως και του Λοχαγού Διογένη Φανουράκη, που βρήκε και αυτός ηρωικό θάνατο στον ίδιο πόλεμο, με το λαϊκό στίχο:
«Είμαι η Χάλκη ’γω η μικρή κι η πολυξακουσμένη
που γέννησα τους ήρωες Διάκο και Διογένη.
Εγώ ’μαι που σταμάτησα τον άσπονδον εχτρό μου
κι έτρεξα πρώτη στη φωτιά με τον Αλέξανδρό μου,
που έδειξε στους Ιταλούς πώς πέφτουν οι δικοί μας,
όχι με όλμους και με τανκς, αλλά με τη ψυχή μας» [8].

Προτομές του Διάκου έχουν αναγερθεί στο σημείο της μάχης και στα δεξιά της εισόδου του χωριού της Σαμαρίνας, όπου κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου κατατίθεται στεφάνι στη μνήμη του. Η προτομή στο χωριό της Σαμαρίνας αποκαλύφθηκε στις 16 Αυγούστου 1964 στη θέση «Δύο Πέτρες», από την αδελφή του Κρυσταλλία Σακελλαρίδου. Φιλοτεχνήθηκε στα εργαστήρια του Γενικού Επιτελείου Στρατού, [Γ.Ε.Σ.], από τον Ταγματάρχη Πέτρο Μωραΐτη και ο τύμβος της είναι κατασκευασμένος από λιθάρια της περιοχής. Το 1965, ο Ελληνικός Στρατός εγκαινίασε το κενοτάφιο του Λοχαγού Διάκου, στο οποίο κυματίζει αδιάλειπτα η Ελληνική σημαία, ενώ το 1966, στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής Επταχωρίου, στήθηκε η προτομή του. Στη Χάλκη υπάρχουν δρόμος και πλατεία Αλέξανδρου Διάκου, ενώ ο Ελληνικός στρατός έχει δώσει το όνομα του σε στρατόπεδο, στην Κόνιτσα Ιωαννίνων. Το 1983 ο «Σύνδεσμος Εθελοντών Παλαιών Πολεμιστών Ριμινιτών Αντιστασιακών Ιερολοχιτών Κω 1940-1945», πήρε το όνομα «Ο Αλέξανδρος Διάκος» ενώ η φωτογραφία του φέρεται στο έμβλημα του Συνδέσμου. Ο θάνατος του Αλέξανδρου Διάκου υμνήθηκε κι έγινε γνωστός και από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας του Οδυσσέα Ελύτη, που μελοποιήθηκε και αποδόθηκε από γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες.

Διακρίσεις

Ο Διάκος τιμήθηκε μετά θάνατο του με το

  • Χρυσό Αριστείο Ανδρείας και παράλληλα προήχθη στο βαθμό του Λοχαγού επ’ ανδραγαθεία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγή

  • «Η πινακοθήκη των αφανών ηρώων. Κύκλος πρώτος: Θεόδωρος Μανωλάκης, Αλέξανδρος Διάκος, Δημήτρης Ίτσιος, Ιωάννης Ζήσης, Κωνσταντίνος Βέρσης, Δημήτριος Κωστάκης», Γιώργος Μακαρόνας, Απρίλιος 2009 από «ΡΕΩ», σελίδες 111.

Παραπομπές

  1. [Σύμφωνα με δημοσίευμα της αθηναϊκής εφημερίδος «Η Καθημερινή» της 31ης Οκτωβρίου 1999, πρώτος Έλληνας νεκρός αξιωματικός του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 είναι ο ανθυποσμηναγός Ευάγγελος Γιάνναρης. Ο Γιάνναρης ως παρατηρητής ήταν μέλος του πληρώματος στο 2ο αεροσκάφος που το πρωί της 30ης Οκτωβρίου 1940, πραγματοποίησε αναγνωριστική πτήση με αεροσκάφος τύπου «Χένσελ», ώστε να βοηθήσει τη δράση της Μεραρχίας Δυτικής Μακεδονίας. Το αεροσκάφος που ανήκε στο 2ο αναγνωριστικό σμήνος προσβλήθηκε από εχθρικά πυρά, αφού είχε ολοκληρώσει την αναγνωριστική του αποστολή. Αποτέλεσμα της εχθρικής επιθέσεως ήταν να χάσει τη ζωή του, στον αέρα, ο Ευάγγελος Γιάνναρης.]
  2. [Το ύψωμα «Τσούκα» στο όρος Σμόλικας, ανατολικά του χωριού της Φούρκας, ανήκει στην οροσειρά της Πίνδου και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.157 μέτρων.]
  3. Αλέξανδρος Διάκος (Δωριέας)
  4. «ΔΑΝΣ–Δωριεύς» Επίσημη σελίδα του αθλητικού συλλόγου.
  5. [Πρώτος νεκρός στρατιώτης του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 είναι ο οπλίτης Βασίλειος Τσιαβαλιάρης του Ιωάννη από την Πιαλεία Τρικάλων. Γεννήθηκε το 1912 και ήταν παντρεμένος με τρία παιδιά. Υπηρετούσε ως σκοπευτής πολυβόλου στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού, και σκοτώθηκε στις 5 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 μόλις εξήλθε από το 21ο φυλάκιο στο ύψωμα Γκόλιο, στην Ελληνο-αλβανική μεθόριο, από έκρηξη όλμου.]
  6. Ο Στέλιος Γιώτας στρατιώτης στο πλευρό του πρώτου Έλληνα πεσόντα Αξιωματικού, Αλέξανδρου Διάκου, μιλά στη HuffPost για το Έπος του '40.
  7. [Το μνημόσυνον του Αλέξανδρου Διάκου εις τον Παρνασσόν. Εφημερίδα «Εμπρός», 5 Νοεμβρίου 1946, σελίδα 2η.]
  8. [Το τραγούδι αφιέρωμα στους Αλέξανδρο Διάκο και Διογένη Φανουράκη διέσωσε και δημοσίευσε η εθνικιστής λογοτέχνης Αθηνά Ταρσούλη στη συλλογή «Δωδεκάνησα».] Τόμος Α', Αθήνα 1947, σελίδα 317η.]