Επιτάλιο Ηλείας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αγουλινίτσα, το σημερινό Επιτάλιο [1], είναι κωμόπολη που βρίσκεται στο νομό Ηλείας με 1.907 κατοίκους. Είναι χτισμένη στις εκβολές του Αλφειού ποταμού και από το 2010 ανήκει διοικητικά στο Δήμο Πύργου. Βορειοανατολικά της υπάρχει ο κατάφυτος λόφος της Ντάρντιζας, νοτιοδυτικά εκτείνεται αμμώδης παραλία του Ιονίου Πελάγους, μήκους 8.300 και πλάτους 45 μέτρων, κατάφυτη με θίνες. Νοτιοανατολικά υπάρχει σήμερα, στη θέση που καταλάμβανε η λίμνη της Αγουλινίτσας, ο κάμπος με μικρό κρατικό αεροδρόμιο, σε απόσταση 1000 μέτρων από την πόλη, κυρίως για τα πυροσβεστικά αεροπλάνα που παραμένουν μόνιμα στην περιοχή. Δυτικά της διέρχεται ο ποταμός Αλφειός.

Κάμπος Επιταλίου

Γενικά στοιχεία

Διοικητικές μεταβολές [2]

Με την διοικητική διαίρεση, όπως καθορίστηκε από την κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και από το Β.Δ. που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 12/1833, η Αγουλινίτσα ανήκε στην επαρχία Ολυμπίας με έδρα το Φανάρι, του νομού Μεσσηνίας. Με το Β.Δ. της 9ης Απριλίου 1835 διαλύθηκαν οι Κοινότητες και η Αγουλινίτσα με πληθυσμό 1.015 κατοίκους, έγινε έδρα του Γ' τάξεως Δήμου Βώλακος που περιλάμβανε και τους οικισμούς Βολάντζα, Ανεμοχώρι και Λαδικού, όμως με τη διοικητική αναδιάρθρωση του 1836, ο Δήμος Βώλακος περιήλθε στην Διοίκηση Τριφυλίας με έδρα την Κυπαρισσία.

Η κυβέρνηση Ιωάννη Κωλέττη το 1845, άλλαξε τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας και επανέφερε το καθεστώς των Νομών και των Επαρχιών και ο Δήμος Βώλακος, ανήκοντας στην επαρχία Ολυμπίας περιήλθε διοικητικά στο νομό Μεσσηνίας. Το 1873 σχηματίστηκε ο οικισμός Αγρίδι, από Γορτύνιους εσωτερικούς μετανάστες και ο οικισμός ενσωματώθηκε στο Δήμο Βώλακος. Το 1899 ο Δήμος Βώλακος και ολόκληρη η επαρχία Ολυμπίας, περιλαμβάνονται στον νέο νομό Τριφυλίας με έδρα την Κυπαρισσία, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1900 η κωμόπολη είχε πληθυσμό 2.583 κατοίκους.

Το 1909 με τη διοικητική διαίρεση καταργήθηκε ο νομός Τριφυλίας και η επαρχία Ολυμπίας με τον Δήμο Βώλακος υπήχθησαν ξανά στον νομό Μεσσηνίας, όμως το 1912 η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, κατάργησε το Δήμο Βώλακος, και η Αγουλινίτσα έγινε έδρα Κοινότητας, στην οποία δημιουργήθηκε πολιτοφυλακή για την τήρηση της τάξεως. Το 1914 κατοικούνταν από 2.680 πολίτες και ήταν ο μεγαλύτερος οικισμός της επαρχίας Ολυμπίας, ενώ με το Με το Διάταγμα της 22-12-1927 «Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» η κοινότητα μετονομάστηκε σε Επιτάλιο.

Λίμνη Αγουλινίτσας

Κοντά στην κωμόπολη βρίσκονταν η ομώνυμη λιμνοθάλασσα [3] [4], η οποία προήλθε από την καθίζηση του εδάφους στην θέση της αρχαίας Σαμίας. Ήταν λίμνη τεναγώδης, [τέναγος=τόπος με στάσιμα νερά], εκτάσεως 28 τετραγωνικών χιλιομέτρων, η μεγαλύτερη της Πελοποννήσου, που το 1967 άρχισε η αποξήρανσή της μαζί με τη γειτονική λίμνη της Μουργιάς και το 1970 αποξηράνθηκε ολοκληρωτικά. Η λίμνη καταλάμβανε την έκταση ανάμεσα στον Αλφειό και το δάσος του Καϊάφα και ανά χρονικές περιόδους έφτανε τα 30.000 τετραγωνικά στρέμματα, ενώ το κεντρικό τμήμα το αποτελούσαν ανοιχτά νερά, με μέγιστο βάθος 90 μέτρα. Στα βόρεια και νότια υπήρχαν βαλτώδεις εκτάσεις με καλαμιώνες, κανάλια και πολλά νησάκια. Η περιοχή ήταν, τότε, ο μεγαλύτερος υγρότοπος της Πελοποννήσου, με μεγάλη και φημισμένη παραγωγή ψαριών και ιδιαίτερα χελιών, από τη λατινική ονομασία του οποίου, [Anguilla], πιθανολογείται ότι πήρε το όνομα Αγουλινίτσα.

Η λίμνη επικοινωνούσε με τη θάλασσα με τεχνητό αυλάκι κοντά στον Αλφειό, γνωστό ως μπούκα. Λόγω της διαφοράς της στάθμης της λίμνης με τη θάλασσα, από 1 με 1,5 μέτρα περίπου, το καλοκαίρι, όταν άνοιγαν την μπούκα έμπαινε το νερό της θάλασσας στην λίμνη και το χειμώνα, όταν ανέβαιναν τα νερά της λίμνης άνοιγαν την μπούκα και τα νερά έβρισκαν διέξοδο προς την θάλασσα. Σύμφωνα με τον Επιταλιώτη γιατρό και συγγραφέα Τάκη Σινόπουλο, η λίμνη στα χρόνια που ζούσε στην Ηλεία, «...Ήταν σχεδόν απρόσιτη οδικώς, γνωρίζαμε απλώς ότι έβριθε από χέλια και λίγες νερόκοτες το χειμώνα...». Η λίμνη ήταν πλούσιος υδροβιότοπος, που αποτελούσε σταθμό πολλών υδρόβιων πουλιών, όπως πάπιες, αγριόχηνες και φαλαρίδες ή μπάλιζες, που το κυνήγι τους γίνονταν στο κανάλι της Αγουλινίτσας, κάθε Νοέμβριο και συγκέντρωνε κυνηγούς από όλη την Ελλάδα.

Ιστορικά στοιχεία

Τη μυκηναϊκή εποχή ονομαζόταν Θρύον και ήταν υποτελές στο κράτος του Νέστορα, ενώ την εποχή του Ομήρου ονομάζονταν Επιτάλιον. Στις 24 Απριλίου τη λεηλάτησαν οι Λάλαιοι Τουρκαλβανοί. Στην περιοχή έγιναν δύο σημαντικές μάχες κατά την ελληνική επανάσταση του 1821 και στην πρώτη από αυτές, οι Έλληνες νίκησαν τους Λαλαίους Τουρκαλβανούς, ενώ στη δεύτερη, το Νοέμβριο του 1825 μέσα στη λίμνη έγινε μια ιδιόρρυθμη μάχη και επικράτησε ο Τουρκοαιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς.

Το σχέδιο πόλεως της Αγουλινίτσας εγκρίθηκε στις 26 Ιουλίου 1873, όμως δεν εφαρμόστηκε, όπως και οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις του. Τον Φεβρουάριο του 1883 άρχισαν τακτικά δρομολόγια τραίνου στη γραμμή Πύργος-Κατάκωλο, τα οποία βοήθησαν στη μεταφορά και εξαγωγή της σταφίδας, που είναι το σημαντικότερο γεωργικό προϊόν της περιοχής, ενώ στις 28 Σεπτεμβρίου 1888 με Β.Δ. χορηγήθηκε στον Μ. Νικολόπουλο άδεια να ιδρύσει ιδιωτικό εκπαιδευτήριο στην Αγουλινίτσα, με τρεις τάξεις Ελληνικού σχολείου, υπό την επιτήρηση του Σχολάρχη της Ανδρίτσαινας. Τα μαθήματα ξεκίνησαν με τη λειτουργία της Α' τάξεως, ενώ με τα Β. Δ. στις 10/9 και 2/10 του 1891, δημιουργήθηκαν οι Β' και Γ' τάξεις του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1900 λειτουργούσαν στην κωμόπολη δύο Δημοτικά σχολεία, ένα για αγόρια κι ένα για κορίτσια, όπως είχε καθοριστεί με το Β.Δ. του 1834, όταν τα Δημοτικά χωρίστηκαν σε Αρρένων και Θηλέων, ενώ Δημοτικό σχολείο λειτουργούσε στη Βολάντζα και Γραμματοδιδασκαλεία στους οικισμούς Ανεμοχώρι και Λαδικού. Στην Αγουλινίτσα λειτουργούσε και Σχολαρχείο, το Ελληνικό σχολείο, με σχολάρχη τον απόφοιτο της Φιλοσοφικής Αθηνών Νικόλαο Τσαμαδό, που ονομάζονταν ημιγυμνάσιο. Στις 11 Οκτωβρίου 1914 σχολάρχης ανέλαβε ο Γιώργος Σινόπουλος, πατέρας του ποιητή και συγγραφέα Τάκη Σινόπουλου, που γεννήθηκε στην κωμόπολη. Από την Αγουλινίτσα ήταν η καταγωγή της Αγγελικής Γιαννοπούλου, μητέρας του ιστορικού Διονύσιο Κόκκινου.

Οι κάτοικοι παλαιότερα ζούσαν σχεδόν αποκλειστικά από τη λίμνη σαν ψαράδες κεφάλων, λαβρακιών, χελιών που αφθονούσαν και από το κυνήγι της μπάλιζας. Στις μέρες μας οι κάτοικοι ασχολούνται με αγροτικές καλλιέργειες, κυρίως με την παραγωγή τομάτας, βαμβακιού, τριφυλλιού και αραβόσιτου, ενώ στην περιοχή λειτουργεί δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές