Ευάγγελος Ζάππας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ευαγγέλης ή Ευάγγελος Ζάππας, Έλληνας επιχειρηματίας, φιλάνθρωπος και εθνικός ευεργέτης, γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου 1800 στο Λάμποβο Αργυροκάστρου της Βορείου Ηπείρου και πέθανε στις 19 Ιουνίου 1865 στο Μπροστένι Ρουμανίας, ενώ δύο χρόνια νωρίτερα είχε αρρωστήσει από ψυχική νόσο [1]. Τάφηκε στο ναό του Ευαγγελισμού στο κτήμα του στο Μπροστένι της Μολδοβλαχίας­, της σημερινής νότιας Ρουμανίας, όμως ύστερα από τέσσερα χρόνια τον ξέθαψαν και σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, τα οστά του μεταφέρθηκαν και θάφτηκαν στην αυλή του σχολείου στο Λάμποβο, ενώ τα οστά του κρανίου του θάφτηκαν στον περίβολο του Ζαππείου στην Αθήνα.

Ήταν άγαμος και δεν απέκτησε απογόνους.

Ευάγγελος Ζάππας

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Βασίλης Ζάππας, σημαντικός έμπορος της περιοχής και μητέρα του η Σωτηρία Μέξη, ενώ είχε και έναν αδελφό, επτά χρόνια μεγαλύτερο, τον Αναστάσιο, ο οποίος εγκαταστάθηκε από νεαρή ηλικία στη Ρουμανία. Ο Ευαγγέλης έλαβε στοιχειώδη μόρφωση, διδάχθηκε «...ολιγοστά γράμματα...{...}... και ταύτα αυτοδιδασκόμενος...», και σε ηλικία 13 χρονών κατατάχτηκε στο στρατό του Αλή πασά, όπου έμεινε έως τα 20 χρόνια του και στάλθηκε σε ένα φρούριο κοντά στα Γιάννενα. Πολέμησε με τους Σουλιώτες του Μάρκου Μπότσαρη, του οποίου έγινε πρωτοπαλίκαρο, που είχαν συμμαχήσει με τον Αλή εναντίον των στρατευμάτων του σουλτάνου, στις μάχες στους Κομιτσάδες, στα Πέντε Πηγάδια, στη Ρηνιάσα, στη Ράψιστα, στους Βαριάδες και στην Σπλάντζα. Μετά τη λύση της πολιορκίας του Σουλίου και την εκτέλεση του Αλή πασά, ακολούθησε το Μάρκο Μπότσαρη, κατέβηκε στο Μεσολόγγι και μετά το θάνατό του, πολέμησε με τον Κωνσταντίνο Μπότσαρη, αδερφό του ήρωα, καθώς και με το στρατηγό Νικόλαο Ζέρβα, τον Λάμπρο Βέικο, τον Γκούρα, δίπλα στο Ιωάννη Μακρυγιάννη, το Νοταρά και τον Πανουργιά. Το 1824 του δόθηκε ο βαθμός του Ταξίαρχου και διοικούσε στρατιωτικά τα Βλαχοχώρια των Σαλώνων. Οι στρατιωτικές του ικανότητες τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό και για αντίποινα οι Τούρκοι απήγαγαν τη μητέρα του και την κράτησαν αιχμάλωτη στο νησί της λίμνης Παμβώτιδα, στα Ιωάννινα, ενώ του αφαίρεσαν την οικογενειακή του περιουσία.

Μετά την απελευθέρωση, η κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια του παραχώρησε εθνικά κτήματα, τα οποία αρνήθηκε να δεχθεί και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Βέροια, αναζητώντας «..τας απολύτως αναγκαίας προς παραγωγήν πλούτου ευκαιρίας...», και αργότερα στο Βουκουρέστι όπου τα πρώτα χρόνια ασκούσε το επάγγελμα του πρακτικού γιατρού, όπως είχε μάθει στη διάρκεια της Ελληνικής επαναστάσεως. Στη συνέχεια ενοικίασε το κτήμα «Φουντένι» αντί μισθώματος εννέα χιλιάδων βλαχικών γροσίων το χρόνο και το κτήμα «Μπουντέστι» αντί δώδεκα χιλιάδων βλαχικών γροσίων. Λίγα χρόνια αργότερα κάλεσε κοντά του τον μικρότερο ξάδελφό του, τον Κωνσταντίνο Ζάππα, μαζί με τον οποίο εκμεταλλεύτηκαν τα κτήμτα Λουίκα, Κασιόρες, Οδάγια, Ουλέστι, Γκριντάσι, Τζόραν, Τσεγκάνι, Μετελέο, Μπαλατσάνι, Φαουρέι, Μπροσθένι, όπου δημιούργησαν υδρόμυλους και οινοπνευματοποιείο, τα περισσότερα εκ των οποίων υπενοικίαζαν σε υψηλότερες τιμές. Στο «Μπροσθένι» κατασκεύασε την ιδιόκτητη κατοικία του, στην οποία φιλοξένησε κατά καιρούς βαλκάνιους ηγεμόνες, ενώ γενικότερα στη Ρουμανία, ήταν ιδιοκτήτης δασών, ατμοπλοϊκής εταιρείας, ξενοδοχείου στο Βουκουρέστι, αγροκτημάτων, μύλων και μεγάρων που ήταν διάσπαρτα στη χώρα. Το 1847 χρηματοδότησε με τεράστια δωρεά, μέσω του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, την οικοδόμηση του μεγάρου της Ρουμανικής Ακαδημίας, και έγινε επίτιμο μέλος του διοικητικού της συμβουλίου, ενώ προσέφερε μεγάλα ποσά για τις ανάγκες του ρουμανικού στρατού, και υποστήριξε τον πρίγκιπα Αλέξανδρο– Ιωάννη Κούζα, πρώτο ηγεμόνα της χώρας, τον οποίο και φιλοξένησε το 1860 στην έπαυλή του.

Ζάππειες Ολυμπιάδες [2]

Περί το 1840 εμπνευσμένος από το ποίημα «Νεκρικός Διάλογος» [3], του Παναγιώτη Σούτσου πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει τη χρηματοδότηση των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων, με το ποσό των 400.000 χρυσών λιρών ή 1 εκατομμυρίου χρυσών φράγκων. Το «...όνειρόν του ήτο να ίδη την Ελλάδα εξελισσομένην εις ισχυρόν και εύρωστον εθνικόν οργανισμόν, αντάξιον του παρελθόντος αυτής μεγαλείου και ικανόν να ενισχύση και να συγκρατή τα κατεσπαρμένα τέκνα της ελληνικής πατρίδος. Εις την πραγματοποίησιν του σκοπού τούτου κανέν άλλον μέσον δεν θα ηδύνατο να συντελέση περισότερον παρ’ όσον η επανίδρυσις των αρχαίων Ολυμπίων». Το 1856 ο Ζάππας απέστειλε υπόμνημα προς τον βασιλιά Όθωνα στο οποίο ανέπτυσσε την πρόταση του να αναλάβει η Ελλάδα τη μόνιμη αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, προτείνοντας να αναλάβει ο ίδιος το οικονομικό κόστος της χρηματοδοτήσεως τους. Ο αρμόδιος υπουρ¬γός Αλέξανδρος Ρίζος-Ραγκαβής θεώρησε «γελοία» την πρόταση και την απέδωσε σε έλλειψη παιδείας, όμως πρότεινε στον βασιλιά να αποδεχτεί την πρόταση με ορισμένες τροποποιήσεις ώστε να έχουν και πρακτική μορφή οι αγώνες. Το 1857, η Ελληνική κυβέρνηση αποδέχθηκε τη δωρεά και αποφάσισε τη διεξαγωγή μιας μικτής διοργανώσεως, η οποία θα συμπεριελάμβανε έκθεση γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, με την παράλληλη διεξαγωγή αθλητικών αγώνων.

Ο Ζάππας αποδέχθηκε την πρόταση και προκειμένου να διασφαλίσει οικονομικά τη διεξαγωγή των αγώνων, παραχώρησε 400 μετοχές του σε Ακτοπλοϊκή Εταιρεία και τα κέρδη που προέκυπταν από αυτές. Όπως περιγράφει ο υπουργός Ραγκαβής, όταν είδε το κόστος που ζητούσαν οι κατασκευαστές της εποχής, το διαβίβασε με ανη¬συχία στον Ζάππα. Ο τελευταίος όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά δέχτηκε τα έξοδα συνιστώντας «μόνο την αποφυγή της πολυτέλειας». Ο Ζάππας ανέλαβε τα έξοδα για την ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου με μάρμαρο, που κόστισε 1.200.000 δραχμές, τη δημιουργία του Μεγάρου των Ολυμπίων για παράλληλη κατασκευή μουσείου και το κόστος της ανά τετραετία τελέσεως των αγώνων.

Στις 28 Αυγούστου 1858, δημοσιεύθηκε [4] το βασιλικό διάταγμα «Περί συστάσεως των Ολυμπίων», με το οποίο «καθιστώνται εν Αθήναις γενικοί διαγωνισμοί κατά τετραετίαν τελούμενοι, υπό την επωνυμίαν «Ολύμπια» [5], εις ους θέλουσι παρίστασθαι πάντα τα προϊόντα της ελληνικής ενέργειας και ιδίως τα της Βιομηχανίας, της Γεωργίας και Κτηνοτροφίας», ενώ στις 30 Σεπτεμβρίου 1858 συντάχθηκε και δημοσιεύθηκε ο κανονισμός «περί συγκροτήσεως των Ολυμπιακών Αγώνων». Στο σχετικό Βασιλικό Διάταγμα, ο Όθων θα εμφανιστεί ως ο ιδρυτής των Ολυμπίων και ο Ζάππας ως ο αγωνοθέτης, ενώ ως χρόνος τέλεσης των πρώτων «Ολυμπίων», ορίστηκε το διάστημα μεταξύ της πρώτης και τελευταίας Κυριακής του Οκτωβρίου 1859. Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες απέτυχαν, καθώς, όπως μαρτυρεί ο διευθυντής του υπουργείου Παιδείας, ο Ζάππας ήθελε να αναβιώσει τους Αγώνες και όχι να διοργανώσει βιομηχανική έκθεση.

Σε χρονικό διάστημα περίπου τριάντα χρόνων πραγματοποιήθηκαν τέσσερις Ολυμπιάδες, τα έτη 1859, στις 18 Οκτωβρίου στους χώρους του Πολυτεχνείου, στην οδό Πειραιώς έγιναν τα εγκαίνια των πρώτων «Ολυμπίων», το 1870 και το 1875. Η Δ' περίοδος των Ολυμπίων, αν και επίσημα έληξε στις 12 Δεκεμβρίου 1888, τα επίσημα αποτελέσματα της εκδόθηκαν στις 24 Ιουνίου 1889, καθώς υποβλήθηκε ένσταση για παραβίαση των όρων του διαθέτη, η οποία αφορούσε τη σύνθεση της Ελλανοδίκου Επιτροπής [6], στην οποία συμμετείχαν οι Μιχαήλ Μελάς, Στέφανος Σκουλούδης, Δημήτριος Κορομηλάς και ο αλλοδαπός αρχιτέκτονας Τρουμπ, που δεν προέρχονταν από τον καλλιτεχνικό χώρο. Οι Ζάππειες Ολυμπιάδες, ενθάρρυναν τους Έλληνες και ξένους υποστηρικτές της ολυμπιακής ιδέας [7], ενώ έδωσαν στο ελληνικό κράτος την απαραίτητη θεσμική αθλητική υποδομή. Προς τιμή του, ο Μικέλης Άβλιχος συνέθεσε ύμνο, που έψαλε χορωδία Κεφαλλήνων, κατά την Δ΄Ολυμπιακή Έκθεση. Το 1892 ο θεσμός των Ολυμπίων διακόπηκε ύστερα από το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζάππα.

Το τέλος του

Το 1863 προσβλήθηκε από ψυχική νόσο, ενώ το 1865 πέθανε και τάφηκε [8] σε μαρμάρινο τάφο στην εκκλησία του Ευαγγελισμού, η οποία υπήρχε μέσα στο κτήμα. Το Νοέμβριο του 1860 έγραψε τη διαθήκη του, με την οποία άφηνε ουσιαστικά μοναδικό διαχειριστή της περιουσίας του τον συνεταίρο του, εξάδελφό του, Κωνσταντίνο και ανέφερε ότι, «..Επειδή ο άνθρωπος είναι θνητός, και εκ της Θείας Πρόνοιας δεν τω εδώθη η χάρις διά να γνωρίση την ώραν του θανάτου του, όστις τον επαπειλεί κάθε στιγμήν, δι’ αυτό υποχρεούται να βάλη τα πράγματά του εις τάξιν προτού να φτάσει αυτή η ώρα, ώστε μετά την αποβίωσιν αυτού να μην ακολουθήσουν διχόνιαι και κρισολογίαι εις τους συγγενείς του». Στην τελευταία παράγραφο της διαθήκης του αναφέρεται ότι, «...Πας Έλλην χωρίς εξαίρεση έχει το δικαίωμα να επαγρυπνήσει την εκτέλεσιν των διατάξεων της παρούσας διαθήκης μου και τους εναντίους αυτής να τους υποχρεώσει διά τον νόμον προς αποζημίωσιν και αποκατάσταση των ειρημένων διατάξεων...».

Η διαθήκη του

Ανδριάντας Ε. Ζάππα

Άφησε την περιουσία του, έξι εκατομμύρια χρυσές δραχμές μετά το θάνατο του ξαδέλφου του Κωνσταντίνου, στην «Επιτροπή Ολυμπίων», για να χρησιμοποιηθεί για την οργάνωση εκθέσεων και τη βράβευση των καλύτερων προϊόντων. Δυστυχώς ένα μέρος μονάχα από την τεράστια περιουσία περιήλθε στην «Επιτροπή Ολυμπίων». Παράλληλα με τη διαθήκη του επέβαλε στον Κωνσταντίνο Ζάππα ως όρο ότι, «...υποχρεούται να κτίσει το κατάστημα των Ολυμπίων μετά του σταδίου αυτού αξιοπρεπές και ευρύχωρον κατά το σχέδιον όπου έχω στείλει του κ. Ραγκαβή», καθώς και ότι μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου όλα τα κτήματα και τα εισοδήματά του θα περιέλθουν στο ελληνικό Δημόσιο. Στις 23 Οκτωβρίου του 1888, ο Κωνσταντίνος Ζάππας εγκαινιάζοντας το Ζάππειο [9] είπε, «...Ο αρχηγέτης της οικογενείας μου, ο αγαπητός μου αοίδιμος Ευαγγέλης, αποφάσισεν εξ εμπνεύσεως κλασικής να επαναφέρει εις την Ελλάδα τους αρχαίους χρόνους των Ολυμπιακών Αγώνων, υπό τους όρους και τας συνθήκας της νεωτέρας ζωής. Περιχαρής και εύελπις παραδίδω το συντελεσθέν διά τον σκοπόν αυτόν έργον εις το έθνος, ευχόμενος αυτώ τα κράτιστα..».

Στο άρθρο Θ' της διαθήκης του ο Ευαγγέλης όριζε επίσης ότι, «...μετά τον θάνατο μου η ταφή μου να γίνει εις την παρ’ εμού κτισμένην εκκλησίαν του Μπροστθενίου εμπροστά του αγίου βήματος από έξω….και μετά τέσσερα χρόνια να ξεπαραχώσουν τα κόκκαλα μου.... και ξαναπαραχώσουν την μεν κεφαλήν μου εις την αυλήν ή εμπροστά του καταστήματος των Ολυμπίων εις τας Αθήνας, τα δε οστά μου εις την αυλήν του εν Λαμποβω σχολείου, και θέσουν επ’ αυτών των δύο μνημάτων από μίαν πλάκα με τας εξής λέξεις. Εις μεν τας Αθήνας «Ένθα κείται η κεφαλή», εις δε το σχολείο του Λαμπόβου «Ένθα κείνται τα οστά».

Μετά το θάνατο και του Κωνσταντίνου Ζάππα, η ελληνική πρεσβεία στη Ρουμανία διεκδίκησε την ακίνητη περιουσία του, όμως ο Ρουμάνος πρόεδρος Lascar Catargiu [10], αρνήθηκε να την παραδώσει και επικαλέστηκε το άρθρο Ζ΄ του ρουμανικού συντάγματος, καθώς πρόσφατα είχε εκδοθεί νόμος που απαγόρευε σε αλλοδαπούς να κατέχουν αγροτικά και άλλα ακίνητα στη χώρα. Μερίδιο από την περιουσία του θείου τους διεκδίκησαν και τα παιδιά του μεγαλύτερου αδελφού του Αναστάσιου Ζάππα. Ανάλογο πρόβλημα αντιμετώπισε η Επιτροπή των Ολυμπίων, η οποία δεν ήταν νομικό πρόσωπο, αναγνωρισμένο από τη Ρουμανία, που αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό ή έστω την προσφυγή στη διαιτησία των Μεγάλων Δυνάμεων που υπέγραψαν τη Συνθήκη του Βερολίνου. Για το λόγο αυτό, η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη, τον Οκτώβριο του 1892, ανακάλεσε τον Έλληνα πρέσβη στο Βουκουρέστι, ενώ σε ανάλογη κίνηση προχώρησε και ο Ρουμάνος Υπουργός Εξωτερικών Alexandru Lahovari, με τον πρέσβη του στην Αθήνα. Οι σχέσεις των δύο χωρών αποκαταστάθηκαν το 1896, όταν επήλθε συμβιβασμός. Το ελληνικό κράτος τίμησε τον Ευάγγελο Ζάππα και το όνομά του υπάρχει στα ονόματα των μεγάλων ευεργετών στην αίθουσα της ελληνικής Βουλής.

Δικαστική διαμάχη

Το 2016 ο ιδιώτης Δημήτριος Τζιώτης πρότεινε τη δημιουργία Ολυμπιακού Μουσείου στο Ζάππειο, με το όνομα Μέγαρο Ολυμπίων, ακριβώς όπως το επιθυμούσε ο ευεργέτης Ευαγγέλης Ζάππας. Ο Τζιώτης με τη συγκατάθεση της Διεθνούς Ολυμπιακής Ακαδημίας και της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής ζήτησε, με δικαστική προσφυγή, από το Ελληνικό Δημόσιο να σεβαστεί τη βούληση του ευεργέτη, που είναι η δημιουργία Ολυμπιακού Πάρκου και να αναδειχθεί η τεράστια οικονομική σημασία από τη διαχείριση των δικαιωμάτων που θα έχει το Δημόσιο και να διακριβωθεί ο σκοπός της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων που διαχειρίζεται την περιουσία του Ζάππα. Τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, η τότε επικεφαλής του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Γαλλίδα Κρίστιν Λαγκάρντ πρότεινε η Ελλάδα να αναλάβει μόνιμα την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Τζιώτη «….το πρόβλημα της βούλησης του Ευαγγέλη Ζάππα εκκρεμεί εδώ και 160χρόνια. Να αφήσει, επιτέλους, το κράτος τη Δικαιοσύνη να αποφασίσει για την αληθή βούληση του εθνικού ευεργέ¬τη προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος…».

Η αίτηση του Τζιώτη εκδικάστηκε στις 22 Νοεμβρίου σε δεύτερο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε για τρίτη φορά αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως. Την προηγουμένη φορά ο εκπρόσωπος του τότε υπουργού των Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη ανέφερε ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται μουσείο. Η σημερινή αξία της εκτάσεως που αγόρασε στην Αθήνα ο Ζάππας ανέρχεται σε 1 δισεκατομμύριο ευρώ και τα κεφάλαια που επενδύθηκαν θα έπρεπε να αποδίδουν ετησίως περί τα 100 εκατομμύρια ευρώ, όμως η Επιτροπή Κληροδοτημάτων του Ζαππείου εμφανίζει κάθε χρόνο ζημιές. Σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο διοργανώνει στο χώρο του Ζαππείου εμπορικές εκθέσεις που διαρκούν 30-40 ημέρες τον χρόνο κι έχει ισολογισμό που δεν ξεπερνά τα 3 εκατομμύρια ευρώ [11].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Έγγραφα σχετικά με τον Ευαγγέλη Ζάππα Πανεπιστήμιο Κρήτης
  2. Τα Ολύμπια του Ευάγγελου Ζάππα
  3. [Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ήλιος» του Ναυπλίου, Πηγή: «Παρεμβάσεις Ευβοϊκής Αυτοδιοικήσης», Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2011]
  4. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, σελ. 521
  5. Ο Ελληνικός αθλητισμός μέσα από τους πρωταγωνιστές του Τα Ολύμπια του Ζάππα
  6. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, σελ. 248
  7. Η αφελής ιδέα που έγραψε ιστορία Εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής», 22 Νοεμβρίου 2009
  8. Αποχαιρετισμός του θείου Έλληνος Ευαγγελή Ζάππα
  9. Ζάππειο Μέγαρο
  10. Υπόθεσις Ζάππα εν Ρουμανία Πανεπιστήμιο Κρήτης
  11. [Δημήτρης Παφίλας, Εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», «Business stories», Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016, σελίδα 11.]