Ηλίας Βενέζης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ηλίας Βενέζης, Έλληνας πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας, το πραγματικό του όνομα ήταν Ηλίας Μέλλος, γεννήθηκε, σύμφωνα με επίσημα έγγραφα [1] στις 4 Μαρτίου 1898, και όχι το 1904 όπως ευρύτατα αναφέρεται, στις Κυδωνιές, Αϊβαλί, της Μικράς Ασίας, και πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα.

Ηλίας Βενέζης

Το 1938 παντρεύτηκε την Σταυρίτσα Μολυβιάτη με καταγωγή από το Αϊβαλί, με την οποία απέκτησαν μια κόρη, την Άννα και κατοικούσαν σε οικία της οδού Ζαΐμη, κοντά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας στα Εξάρχεια.

Βιογραφία

Ήταν γιος του Μιχαήλ Δ. Μέλλου και της Βασιλικής Γιαννακού Μπιμπέλα και είχε έξι αδέρφια, μεταξύ των οποίων και η λογοτέχνης Αγάπη Μολυβιάτη-Βενέζη, μητέρα του Πέτρου Μολυβιάτη, ο οποίος διατέλεσε μεταξύ άλλων και Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από την Κεφαλλονιά και είχε το επώνυμο Βενέζης, όμως στο Αϊβαλί απέκτησε το προσωνύμιο «Μέλλος», το οποίο έγινε το επίθετο της.

Με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με κάποια από τα μέλη της οικογένειας του κατέφυγε στη Μυτιλήνη όπου γράφτηκε στο Γυμνάσιο, ενώ ο πατέρας και μια αδερφή του αποκλείστηκαν στη Μικρά Ασία.

Μικρασιατική Καταστροφή

Όμως το 1919 και ενώ τα Ελληνικά στρατεύματα είχαν ήδη αποβιβαστεί στη Μικρά Ασία, επέστρεψαν στο Αϊβαλί, όπου το 1922 τελείωσε το Γυμνάσιο, εκτός από την αδελφή του την Άρτεμη, που πέθανε από επιδημία ισπανικής γρίπης. Την ίδια χρονιά αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και στάλθηκε στα λεγόμενα «εργατικά τάγματα», τα περιβόητα «αμελέ ταμπουρού», στο βάθη της Μικράς Ασίας για δεκατέσσερις μήνες, και το 1923, όταν αφέθηκε ελεύθερος ταξίδεψε στη Λέσβο όπου συνάντησε την οικογένειά του.

Εγκατάσταση στην Ελλάδα

Στο Πλωμάρι εργάστηκε ως υπάλληλος στη Διεύθυνση Κτημάτων εξ Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας και στη συνέχεια το 1926, ως υπάλληλος στην Εθνική και από το 1932 στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ακολούθησε η μετάθεσή του σε τραπεζικό κατάστημα της Αθήνας, όπου εργάστηκε ως το 1957 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής συνελήφθη από τα S.S., του απαγγέλθηκε κατηγορία ότι «παρακινούσε σε εξέγερση κατά των Γερμανών τους τραπεζικούς υπαλλήλους», την αφορμή αποτέλεσε η ανάγνωση ενός ποιήματος του Μιστράλ για την ελευθερία, το οποίο διάβασε την 25η Μαρτίου στο προσωπικό της τράπεζης, και κλείστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, απ’ όπου απελευθερώθηκε μετά από εικοσιτρείς μέρες, ύστερα από εκκλήσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού και άλλων προσωπικοτήτων της εποχής.

Ύστερα από πρόσκληση του State Department περιόδευσε το 1949 στις Η.Π.Α., όπου πραγματοποίησε διαλέξεις και συνεντεύξεις. Το 1950 ήταν ιδρυτικό μέλος της Ομάδας των Δώδεκα, ενώ από το 1954 έως το 1966 εργάστηκε ως συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη [2] του Ιδρύματος με την επωνυμία «Αρχεία Ταινιών Ελλάδος-Ταινιοθήκη της Ελλάδος», το οποίο συστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα 105/1963. Το 1963, άσκησε δριμύτατη κριτική στη μεταπολεμική γενιά πεζογράφων από τις στήλες της εφημερίδας «Μεσημβρινή», τους οποίους κατηγόρησε [3] ως ξοφλημένους. Το γεγονός προκάλεσε την έντονη αντίδραση των Σπύρου Πλασκοβίτη και Αλέξανδρου Αργυρίου, δημιουργώντας μια από τις αντιπαραθέσεις που άφησαν εποχή.

Διατέλεσε

  • Γραμματέας και διευθύνων σύμβουλος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου από το 1950 έως το 1952, διοικητικός διευθυντής και πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής του από το 1964 έως το 1967,
  • πρόεδρος του κινηματογραφικού φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, από το 1963 έως το 1966 και από το 1966 έως το 1970 ήταν αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης.

Το τέλος του

Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Εφταλού, ένα παραθαλάσσιο χωριό 4 χιλ. βορειοανατολικά από τη Μήθυμνα με θέα προς την Μικρά Ασία, όπου έχτισε [4] το σπίτι του, σε ελάχιστη απόσταση πριν το λουτροθεραπευτήριο, το οποίο μετά το θάνατό του, πούλησε [5] η κόρη του Άννα.

Τάφηκε στο νεκροταφείο του Μόλυβου στη Μυτιλήνη, που την θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του και στον τάφο του, γράφει τη λέξη «Γαλήνη»

Διακρίσεις

Βραβεύτηκε,

  • από το περιοδικό «Νέα Εστία» το 1927, με το τρίτο βραβείο για το διήγημά του «Ο θάνατος» και

Τιμήθηκε με

  • το Α΄ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και τον Έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών το 1940 για το έργο του «Γαλήνη». [Μοιράστηκε το βραβείο με τον Στράτη Μυριβήλη, ο οποίο αρνήθηκε να το παραλάβει [6], διότι παρεξηγήθηκε που τον θεώρησαν ίσο με τον τότε προστατευόμενό του].
  • Ανώτερος Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος,
  • Ταξιάρχη του Τάγματος Γεωργίου του Ά και
  • Ταξιάρχη Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Εκλέχθηκε [7] Ακαδημαϊκός το 1957, και από τη θέση του ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα.

Λογοτεχνικό έργο

Είναι από τους σημαντικότερους Έλληνες πεζογράφους του 20ού αιώνα και το ύφος του διακρίνεται για την υποβλητικότητα, τη σοβαρότητα και τη λεπτότητα στις περιγραφές ανθρώπων και καταστάσεων. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1921 με δημοσιεύσεις διηγημάτων στο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης «Ο Λόγος». Ήταν τακτικός συνεργάτης στις εφημερίδες «Βήμα» και «Ακρόπολις», στις οποίες δημοσίευσε κριτικές και ιστορικές επιφυλλίδες ή εντυπώσεις από ταξίδια και φιλολογικά γεγονότα. Έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.

Έγινε στόχος έντονης και σκληρής κριτικής και σύμφωνα με το Δημήτριο Τσάκωνα και τον Βασίλειο Λαούρδο, τους κορυφαίους κριτικούς λογοτεχνίας του Εθνικιστικού χώρου, ήταν ένας κλαψιάρης, μοιρολάτρης, ηττοπαθής συγγραφέας που αντί να δείξει τον Έλληνα να περνά τις δυσκολίες και να χαλυβδώνεται, τον δείχνει τρομοκρατημένο και δειλό.

Εργογραφία

  • «Ο Μανόλης Λέκκας και άλλα διηγήματα», [που αποτελεί την πρώτη ουσιαστική εμφάνισή του στα νεοελληνικά γράμματα το 1928],
  • «Το νούμερο 31328»,

[είχε τεράστια απήχηση στον κόσμο της προσφυγιάς και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Περιλαμβάνει [8] τις εμπειρίες του από την αιχμαλωσία, τις κακουχίες και την καταναγκαστική εργασία 14 μηνών, τις οποίες κατέγραψε με προτροπή [9] του Στράτη Μυριβήλη. Εκδόθηκε σε βιβλίο το 1931, είχε όμως δημοσιευθεί προηγουμένως σε συνέχειες με τον τίτλο «Θάνατος» σαν μια πρώτη μορφή του εμπνευσμένου από την εμπειρία του στα τάγματα της Ανατολής έργου του. Το βιβλίο στάθηκε η αφορμή να του στερήσουν [10] οι Τουρκικές αρχές τη δυνατότητα να εισέρχεται στην χώρα τους. Δεν επισκέφτηκε ποτέ ξανά τη Μικρά Ασία και το πατρικό του σπίτι, το είδε σε φωτογραφίες που του έφεραν [11] το 1962 ο Παναγιώτης Νικήτας και το 1970 η αδερφή του Αγάπη Βενέζη-Μολυβιάτη]

  • «Γαλήνη», [μυθιστόρημα, το 1939, το οποίο διασκευάστηκε το 1958 για τον κινηματογράφο από τον Γκρέγκορι Μαρκόπουλο με σκηνοθέτη τον ίδιο, ενώ αργότερα αποτέλεσε και το θέμα τηλεοπτικής σειράς της ΕΤ2 το 1976 και προβλήθηκε τα έτη 1977-78],
  • «Αιγαίο», [διηγήματα, το 1941],
  • «Αιολική γη», [μυθιστόρημα, το 1943],
  • «Άνεμοι», [διηγήματα, το 1944],
  • το «Μπλόκ C»,

[το καταστάλαγμα της κρατήσεως του ως αιχμαλώτου των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, που πρωτοπαραστάθηκε το 1945 από το θίασο του Πέλου Κατσέλη ],

  • «Ώρα πολέμου», διηγήματα, [το 1946],
  • «Φθινόπωρο στην Ιταλία», [ταξιδιωτικό, το 1950],
  • «Έξοδος», [μυθιστόρημα, το 1950],
  • «Ωκεανός», [μυθιστόρημα, το 1956],
  • «Αμερικάνικη Γη», [ταξιδιωτικό, το 1955],
  • «Αργοναύτες», [μυθιστόρημα, το 1961],
  • «Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας», [ιστορικό. «Ο Δαμασκηνός δεν έχει προγόνους του τους Ιεράρχες του Βυζαντίου αλλά τους Δεσποτάδες του '21. Εχει το πάθος τους, την πολιτικότητά τους και την αγωνιστική τους ιδιοσυγκρασία» γράφει [12]στον πρόλογο του βιβλίου τον Δεκέμβριο του 1951. ],
  • «Το χρονικό της Τραπέζης της Ελλάδος», [ιστορικό, στο οποίο μεταξύ άλλων περιγράφει [13] και την ιστορία της μεταφοράς του Ελληνικού χρυσού στη Νότια Αφρική, εν όψει της Γερμανικής εισβολής].

Το μυθιστόρημα των τεσσάρων

Στις 16 Φεβρουαρίου 1958 η εφημερίδα «Ακρόπολις», προανάγγειλε ότι από την Κυριακή 2 Μαρτίου 1958, θα ξεκινούσε η δημοσίευση μυθιστορήματος [14] που έγινε γνωστό ως το «Το μυθιστόρημα των 4». Καθένας από τους τέσσαρες συγγραφείς θα έγραφε επί μία εβδομάδα και θα συνέχιζε ο επόμενος, χωρίς να υπάρχει προσυνεννόηση για την πλοκή του, το οποίο η εφημερίδα χαρακτήριζε ως «…{…}…. πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία».

Πρώτος άρχισε με κλήρωση ο Στράτης Μυριβήλης, ο οποίος μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον».

Συνέχισε ο Μίτια Καραγάτσης, που γράφει ότι «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης».

Ακολούθησε ο Άγγελος Τερζάκης που περιγράφει τις φιλόδοξες νεαρές «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα...».

Στις 26 Απριλίου ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα ο Βενέζης, ο οποίος αναφέρθηκε στους προλετάριους, «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων».

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές