Στράτης Μυριβήλης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Στράτης Μυριβήλης, Έλληνας εθνικιστής λογοτέχνης, ακαδημαϊκός και δημοσιογράφος μαχητικός πολέμιος του κομμουνισμού, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μιχαήλ Σταματόπουλος, γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1892 στη Συκιμιά της Λέσβου και πέθανε στις 19 Ιουλίου 1969 στην Αθήνα, από βρογχοπνευμονία, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

Στράτης Μυριβήλης

Παντρεύτηκε το 1920 την Ελένη Δημητρίου, πρόσφυγα από το ∆ικελί της Μικράς Ασίας με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, τη Χάρη και τη ∆ροσούλα και έναν γιο, το Χαράλαμπο.

Βιογραφία

Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Χαράλαμπου Σταματόπουλου, [πρώην Σταμάτογλου], και της Ασπασίας το γένος Γεωργιάδη. Φοίτησε και ήταν μέτριος μαθητής, στην Αστική Σχολή Συκαμιάς που τότε ήταν υπό τουρκική κατοχή, με σχολάρχη το Σπύρο Αναγνώστου και αποφοίτησε το 1903 και στη συνέχεια από τον Σεπτέμβριο του 1903 έως το 1909 φοίτησε στα Γυμνάσια Μυτιλήνης και Κυδωνιών.

Δημοσίευσε λυρικά πεζά και αφηγηματικά κείμενα στο περιοδικό «Νεότης» της Σμύρνης με το ψευδώνυμο «Φοίβος» και βραβεύτηκε σε διαγωνισμό διηγήματος για το έργο του «Το άσπρο στεφάνι». Στη συνέχεια το 1912, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου φοίτησε στη Νομική και για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας, ενώ παράλληλα εργάζονταν ως συντάκτης στην εφημερίδα «Πατρίς». Διέκοψε τις σπουδές του, αρχικά για λόγους βιοποριστικούς, λίγο αργότερα όμως κατατάχθηκε εθελοντικά στο Στρατό, κατόπιν διαβήματος στον Ελευθέριο Βενιζέλο, και πολέμησε

  • στους βαλκανικούς πολέμους, στη διάρκειά τους τραυματίστηκε [1] στο πόδι στις 20 Ιουνίου 1913, σε μάχη στο Κιλκίς, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια αποστρατεύτηκε,
  • στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν το 1917 κατατάχθηκε ως Λοχίας, στο 4ο Σύνταγµα της Μεραρχίας Αρχιπελάγους και συµµετείχε στην προκάλυψη του Μοναστηρίου,
  • στη Μικρασιατική εκστρατεία, ως ανθυπολοχαγός, και μετά την εκκένωση του Εσκί-Σεχίρ καταφεύγει πρόσφυγας στη Θράκη, πριν επιστρέψει στη Μυτιλήνη.

Ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του «Εθνικού Συνδέσμου Ελλήνων Επιστράτων Αιγαίου» και υποστήριξε το κίνημα της «Εθνικής Άμυνας», ενώ μετά τη Μικρασιατική καταστροφή πήρε θέση υπέρ της Στρατιωτικής Επαναστάσεως. Κατά τη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου 1944-1949 εκδήλωσε την ξεκάθαρη αντίθεσή του προς τον κομμουνισμό. Εργάστηκε στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με εβδομαδιαίες εκπομπές, όπως «Το χρονικόν της εβδομάδος», «Μιλάμε για την Τέχνη», «Το Λογοτεχνικό Τέταρτο» και ήταν διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Το 1938 διορίστηκε στη Βιβλιοθήκη της Βουλής ως Τµηµατάρχης Β΄ Τάξεως, από όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1955 με το βαθμό του Διευθυντή Α’.

Υπέγραψε τη διαμαρτυρία η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» της 10ης Νοεμβρίου 1940 [2], την οποία προσυπέγραψαν πολλοί Έλληνες διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων, εναντίον της Ιταλικής επιθέσεως σε βάρος της Ελλάδος. Μεταξύ των ονομάτων που υπέγραψαν περιλαμβάνονταν επίσης οι Άριστος Καμπάνης, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Κωστής Παλαμάς, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος και Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς.

Δημοσιογραφική δράση

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή επέστρεψε στη Λέσβο και εξέδωσε στη Μυτιλήνη την εφημερίδα «Καμπάνα», στην οποία δημοσίευσε σε επιφυλλίδες τη «Ζωή εν τάφω», και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Σάλπιγξ», «Ελεύθερος Λόγος», «Ταχυδρόμος», δημοσιεύοντας πεζογραφήματα, ποιήματα, άρθρα και χρονογραφήματα. Στη γενέτειρά του έζησε ως το τέλος του 1932, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά με την οικογένειά του στην Αθήνα και εξέδωσε την εφημερίδα «Δημοκρατία», πολιτικό εκφραστικό μέσο του «Εργατικού Κόμματος» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, τον οποίο υποστήριξε από το 1925 ως το 1933, και στη Λέσβο.

Στην Αθήνα συνεργάστηκε ως χρονογράφος και λογοτεχνικός συνεργάτης, με τις εφημερίδες «Καθημερινή», «Εθνική», «Ακρόπολις», «Πρωία», «Απογευματινή», «Ελευθερία» και τα περιοδικά «Θεατής», «Νέα Εστία», «Ελληνική δημιουργία», «Ακρίτας» και «Στρατιωτικά Νέα» Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και διατέλεσε πρόεδρος της «Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών», η οποία το 1969, λίγο πριν από τον θάνατό του, τον ανακήρυξε επίτιμο πρόεδρο της.

Πολιτικές απόψεις

Αρχικά ήταν υπέρμαχος του Ελευθέριου Βενιζέλου, ενώ στη συνέχεια διατηρούσε στενή σχέση με τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου και το 1920, συνδέθηκε με το σοσιαλιστικό κίνημα. Τα επόμενα χρόνια πραγματοποίησε στροφή προς τη Δεξιά και έγινε υποστηρικτής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, αν και τα έργα του «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια» και «Η Ζωή εν Τάφω» ήταν απαγορευμένα, την ίδια περίοδο. Στις 19 Ιουλίου 1938, σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Μεταξά έγραφε, «..Σας παρακαλώ θερμά να μου συχωρέσετε την τόλμη που πήρα, να σας γράψω για να ζητήσω τη βοήθειά σας σ' ένα ζήτημά μου προσωπικό…», ενώ με το ποίημα «Ο ύμνος της εργασίας» που δημοσιεύτηκε το 1939, στήριξε το καθεστώς.

Την περίοδο 1946-49, στη διάρκεια της εξεγέρσεως των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, πήρε ξεκάθαρη θέση εναντίον του κομμουνισμού και εξύμνησε τη δράση των Εθνικών δυνάμεων. Το 1948, στην διάλεξή του, «Ο Κομμουνισμός και το Παιδομάζωμα», αναφέρει χαρακτηριστικά, «...Εκείνο που δεν κατάλαβαν ακόμα ούτε οι Άγγλοι φίλοι μας, ούτε οι Αμερικάνοι, εκείνο που το μαθαίνουν σιγά-σιγά και απελπιστικά αργά με σπατάλη του ελληνικού άσματος, είναι τούτο: Πως ο σλαυϊκός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς, ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο απ' αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. […]. […] Δεν υπάρχουν Έλληνες κομμουνιστές. Όταν κανείς γίνει συνειδητός κομμουνιστής, παύει να είναι Έλληνας...».

Διακρίσεις

Υπήρξε μέλος

  • της Ακαδημίας Αθηνών στην οποία εκλέχτηκε [3] το 1958 μετά από πέντε άδοξες υποψηφιότητες,
  • της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών,
  • της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών,

και τιμητικό μέλος

  • του Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών.

Λογοτεχνικό έργο

Εργογραφία

Πήρε το ψευδώνυμό του, το οποίο χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το 1911, από το βουνό Μιριβίλι, στην πλαγιά του οποίου βρίσκεται η γενέτειρά του και διακρίθηκε κυρίως ως πεζογράφος έργων φαντασίας. Η πρώτη εμφάνιση του στη λογοτεχνία καταγράφηκε με το έργο

  • «Κόκκινες ιστορίες», το 1915, συλλογή διηγημάτων,

και στη συνέχεια έγραψε

  • «Η ζωή εν τάφω», το 1923,
  • «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», το 1933 και η
  • «Παναγία Γοργόνα», το 1949, που αποτελούν τρίπτυχο με εσωτερική ενότητα.
  • «Το πράσινο βιβλίο»,
  • «Το γαλάζιο βιβλίο»,
  • «Το κόκκινο βιβλίο»,
  • «Το βυσσινί βιβλίο», διηγήματα,
  • «Τα παγανά»,
  • «Ο Βασίλης Αρβανίτης»,
  • «Ο Παν», νουβέλες,
  • «Απ` την Ελλάδα», ταξιδιωτικό,
  • «Για την τέχνη», δοκίμια,
  • «Πτερόεντα», χρονογραφήματα,
  • «Η λάμπα του Παλαμά», αναμνήσεις,
  • «Μικρές φωτιές», ποιήματα,
  • «Το τραγούδι της γης», πεζοτράγουδο κ.ά.

Έχει γράψει συλλογές ποιημάτων, ένα παιδικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Αργοναύτης και ταξιδιωτικές εντυπώσεις», και τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες.

Το μυθιστόρημα των τεσσάρων

Στις 16 Φεβρουαρίου 1958 η εφημερίδα «Ακρόπολις», προανάγγειλε ότι από την Κυριακή 2 Μαρτίου 1958, θα ξεκινούσε η δημοσίευση μυθιστορήματος [4] που έγινε γνωστό ως το «Το μυθιστόρημα των 4». Καθένας από τους τέσσερις συγγραφείς θα έγραφε επί μία εβδομάδα και θα συνέχιζε ο επόμενος, χωρίς να υπάρχει προσυνεννόηση για την πλοκή του, έργο που η εφημερίδα χαρακτήριζε ως «…{…}…. πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία».

Πρώτος άρχισε με κλήρωση ο Μυριβήλης, ο οποίος μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον».

Συνέχισε ο Μίτια Καραγάτσης, που γράφει ότι «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης».

Ακολούθησε ο Άγγελος Τερζάκης που περιγράφει τις φιλόδοξες νεαρές «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα...».

Στις 26 Απριλίου ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος αναφέρθηκε στους προλετάριους, «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων».

Βραβεύσεις

Τιμήθηκε με

  • το Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας το 1940, για το έργο «Γαλάζιο βιβλίο» και
  • το Σταυρό του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄ το 1959,

ενώ προτάθηκε και τρεις φορές για το Βραβείο Νόμπελ, από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών».

Κριτική

Η διάθεσή του είναι φυσιολατρική, το ύφος του σοβαρό, η γλώσσα του ωραία και αρρενωπή δημοτική, στην οποία οφείλει κυρίως την επίδραση που άσκησε στη λογοτεχνία μας, καθώς και τη θέση του μέσα σ` αυτή. Το έργο που τον επέβαλε κυρίως είναι η «Ζωή εν τάφω», καθαρά αντιπολεμικό, έργο τέχνης, από τα ελάχιστα που έχει να παρουσιάσει η λογοτεχνία μας. Υπάρχει μέσα σ` αυτό πάθος, αίσθημα, συγκίνηση, πνοή, ότι δηλαδή χαρακτηρίζει ένα γνήσιο έργο τέχνης.

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές

  1. Στρατής Μυριβήλης: Λoγοτέχνης, διανοούμενος και φλογερός πατριώτης
  2. [«..Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος..»]
  3. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  4. Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων