Δημήτριος (Μίτια) Καραγάτσης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μίτια Καραγάτσης, το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος, Έλληνας εθνικιστής και αντιδημοκράτης λογοτέχνης, κυρίως πεζογράφος, γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1908 στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 1960, ύστερα από καρδιακό επεισόδιο που είχε υποστεί την προηγούμενη ημέρα.

Ήταν παντρεμένος από το 1935 με τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη-Καραγάτση, απόφοιτο της Σχολής Καλών Τεχνών, με καταγωγή από την Άνδρο η οποία πέθανε το 1986, και είχαν αποκτήσει τον Οκτώβριο του 1936 μια κόρη, τη Μαρίνα, στην οποία έδωσε το όνομα της Μαρίνας [Ρεΐζη], μιας από τις ηρωίδες των έργων του.
Μίτια Καραγάτσης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Παιδική ηλικία

Ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας του Πατρινού στην καταγωγή και εγκατεστημένου στη Λάρισα, δικηγόρου και τραπεζικού υπαλλήλου, Γεωργίου Ροδόπουλου, απόγονου οικογένειας αριστοκρατών γαιοκτημόνων και της Ανθής Μουλούλη, με καταγωγή από τον Τύρναβο της Θεσσαλίας. Αδέλφια του ήταν η Ροδόπη [που έπασχε από ψυχασθένεια], ο Νίκος, ο Κωνσταντίνος [επανειλημμένα βουλευτής, υπουργός και Πρόεδρος της Βουλής] και η Φωφώ. Το επάγγελμα του πατέρα του, τον οδήγησε στο να μεγαλώσει ζώντας τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες Ελληνικές πόλεις, όπου ο πατέρας του υπηρέτησε ως διευθυντής τράπεζας, όπως ο Πύργος Ηλείας το 1908, το Αίγιο το 1910, η Θεσσαλονίκη το 1913, η Λάρισα το 1914, στα Χανιά στην Κρήτη το 1918 και από το 1919 έως το 1921 στην Αθήνα.

Σπουδές

Παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού σχολείου στη Λάρισα, και όπως γράφει «Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου.» Στη διάρκεια των χρόνων του Γυμνασίου παρακολούθησε μαθήματα στη «Σχολή Κωνσταντινίδη» στην Αθήνα, όπου είχε συμμαθητές τον μετέπειτα ηθοποιό Δημήτρη Μυράτ και τον ποιητή Δημήτριο Ι. Αντωνίου, ενώ τελείωσε τη μέση εκπαίδευση στη Θεσσαλονίκη την περίοδο από το 1922 έως το 1924, όπου βρέθηκε τιμωρημένος από τον πατέρα του, για την πλαστογραφία της υπογραφής του σε σχολικό έλεγχο.

Το 1924 γράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Γκρενόμπλ για να σπουδάσει εμπορικά, όμως τον επόμενο χρόνο επέστρεψε για οικονομικούς λόγους στην Αθήνα και συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή, έχοντας ως συμφοιτητές τους Πέτρο Χάρη, Άγγελο Τερζάκη, Γιώργο Θεοτοκά, Αθανάσιο Διομήδη και Οδυσσέα Ελύτη. Το 1930 πήρε το πτυχίο της Νομικής και το 1931 το πτυχίο των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών. Σε όλη τη διάρκεια της Γερμανοϊταλικής κατοχής, στο σπίτι του φιλοξενήθηκαν με τις οικογένειές τους, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ο Ηλίας Βενέζης, ο Μενέλαος Λουντέμης και ο Κώστας Σούκας.

Επαγγελματική δραστηριότητα

Από το 1931 έως το 1939, εργάστηκε στον Πειραιά, στην Α. Ε. Ασφαλειών «Surveillance», [«Η Επίβλεψις»], την οποία διεύθυνε ο αδελφός του Νίκος. Το 1949 ήταν πολεμικός ανταποκριτής στο Γράμμο και στο Βίτσι, ενώ ταξίδεψε στην Αγγλία, προσκεκλημένος από το Βρετανικό Συμβούλιο, τη Γαλλία, την Τουρκία και την [Αίγυπτο, το 1950 επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά από πρόσκληση του State Department και το 1952 ως απεσταλμένος εφημερίδας ταξίδεψε στην Ανατολική Αφρική. Εργάστηκε ως κριτικός θεάτρου στην εφημερίδα «Η Βραδυνή»και στο editorial, την ημέρα της ενάρξεως της συνεργασίας του έγραφε «Δεν κρίνω ποτέ με επιπολαιότητα, ευκολία συνειδήσεως ή ευτέλεια πάθους. Κατά βάσιν είμαι καλλιτέχνης. Και κρίνω σαν καλλιτέχνης, με κατανόηση, ευρύτητα και καλωσύνη». Από το 1951 εργάστηκε ως κειμενογράφος στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ και μια από τις διαφημίσεις του ήταν για το «Cinzano».

Πολιτική δράση

Στις βουλευτικές εκλογές του 1956, υποβάλλει για πρώτη φορά υποψηφιότητα με το «Κόμμα των Προοδευτικών» του Σπύρου Μαρκεζίνη, όπως και το 1958, αλλά αποτυγχάνει. Όταν τον ρώτησαν, απάντησε ότι το έκανε για να υφαρπάξει ψήφους από τον αδελφό του, Κωνσταντίνο {Τάκη} Ροδόπουλο, υποψήφιο με την Ε.Ρ.Ε., του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με αίτηση του στη Νομαρχία το 1957, πρόσθεσε και επίσημα στο επώνυμό του και το «Καραγάτσης». Στις 4 Νοεμβρίου 1958, έπαθε σοβαρή καρδιακή προσβολή, που του προκάλεσε από τότε, περιοδικά και έντονα φαινόμενα αρρυθμίας.

Διακρίσεις

Βραβεύτηκε με το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας, ενώ το 2007 διοργανώθηκε στη Λάρισα το «1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Μ. Καραγάτσης», με θέμα: «Μ. Καραγάτσης: Ο άνθρωπος, το έργο, η εποχή». Προτομή του υπάρχει στην πλατεία της Ραψάνης, του δήμου Κάτω Ολύμπου. Η Βουλή των Ελλήνων ονόμασε το 2008 «Έτος Μ. Καραγάτση».

Το τέλος του

Πέθανε μετά από κρίση ταχυκαρδίας, και η τελευταία φράση του ήταν «Ας γελάσω», όπως έλεγε και ο ήρωας του ο Μίχαλος Ρούσης «Ας γελάσω για όλα αυτά τα χάλια γιατί δε θέλω να κλάψω». Στον τάφο του είναι χαραγμένη μια φράση του ήρωά του Κωστή Ρούση, {«Από το ημερολόγιο του Κωστή Ρούση»}, «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

Νεκρολογίες

Η κόρη του Μαρίνα τον χαρακτήρισε «Ντόμπρο, ανεξάρτητο, ζωντανό, γενναιόδωρο, ανιδιοτελή, απονήρευτο, δίκαιο, αλλά και εκρηκτικό, εγωιστή, ισχυρογνώμονα και φοβερά οξύθυμο»

ενώ ο καθηγητής Γεώργιος Σαββίδης έγραφε στην εφημερίδα «Το Βήμα»,

Μίτια Καραγάτσης
…{……}… «Με τον χθεσινό θάνατο του Καραγάτση, η Ελλάδα και η Ευρώπη, αλλά δυστυχώς χωρίς να γνωρίζει το έργο του έχασε ένα μεγάλο πεζογράφο στην ακμή της ηλικίας του. Μυθιστοριογράφος κυρίως και διηγηματογράφος, κι ας δοκιμάσθηκε σε όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, ακόμα και στην ποίηση: αφού το 1945 είχε προαναγγείλει την έκδοση μιας συλλογής ποιημάτων με τον ενδεικτικό τίτλο «Το βιολί του Ενγκρ» ο Καραγάτσης ήταν, κατά γενικήν ομολογία, η πιο εκρηκτική, η πιο πληθωρική και τελικά η πιο ατόφια πεζογραφική ιδιοφυΐα της λεγόμενης Γενιάς του ’30.

Πότε ρεαλιστής και πότε λυρικός, πότε ενδοστρεφής και πότε σατιρικός ή και ευτράπελος, αλλά πάντοτε μοραλιστής στο βάθος, στάθηκε ένας από τους οξύτερους παρατηρητές και ελεγκτές της νεοελληνικής, αστικής ιδίως, κοινωνίας».

Ο εθνικιστής Πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Τσάκωνας στο έργο του «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Πολιτικής Κοινωνίας» γράφει πως ο Καραγάτσης δίνει καλύτερα από κάθε άλλον το ήθος της μετά το 1922 μεγαλοαστικής τάξης: Την ακόρεστη φιλοχρηματία, την τυφλή δίψα για την απόκτηση κοινωνικών αγαθών, τη μοχθηρία, την ορμή για κοινωνική ανάδειξη, τη ζήλια, τα σαρκικά πάθη, την ασέβεια, την πονηρία, τη λαιμαργία και την ηθική ασυδοσία.

Εργογραφία

Επέλεξε ως λογοτεχνικό ψευδώνυμο το «Μίτια Καραγάτσης», πιθανόν από τον «Μίτια», [υποκοριστικό στα Ρωσικά του Δημήτρη], του έργου «Αδελφοί Καραμαζώφ» του συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ενώ το «Καραγάτσης» προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι, στη σκιά του οποίου διάβαζε στον περίβολο της εκκλησίας στη Ραψάνη της Θεσσαλίας. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1927, σε διαγωνισμό του περιοδικού «Νέα Εστία», με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα» και απέσπασε τον τρίτο έπαινο της κριτικής επιτροπής, την οποία αποτελούσαν οι Κωστής Παλαμάς, Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλους, Σίμος Μενάρδος, Άλκης Θρύλος και Γρηγόριος Ξενόπουλος.

Αυτοτελείς εκδόσεις

Μυθιστορήματα

  • «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν», [Αθήνα, Εκδόσεις «Δημητράκος», 1933]
  • «Χίμαιρα», [Αθήνα, έκδοση του περ. Νέα Εστία, 1936 και αναθεωρημένο με τίτλο «Η μεγάλη Χίμαιρα», Αθήνα, Εκδόσεις «Μαυρίδης», 1953]
  • «Γιούγκερμαν», [το 1940]
  • «Τα στερνά του Γιούγκερμαν», [Αθήνα, Εκδόσεις «Πυρσός», 1941]
  • «Λειτουργία σε λα ύφεσις», [Ξυλογραφίες Λουκίας Μαγγιώρου. Αθήνα, Εκδόσεις «Γλάρος», 1943]
  • «Νυχτερινή ιστορία», [Αθήνα, Εκδόσεις «Γλάρος», 1943]
  • «Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου», [Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1944],

ιστορικό μυθιστόρημα με ήρωα τον προπάππο του, του Μήτρου Ροδηθάνα ή Ροδόπουλου, που με το όνομα «Μίχαλος Ρούσης», εμφανίζεται ως Έλληνας προεστός που αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αλλαξοπίστησε, για να σώσει τη ζωή του. Αποτελεί το πρώτο έργο μιας σειράς με τίτλο «Ο κόσμος που πεθαίνει», και έχει σκοπό να αποδώσει «όσο το δυνατόν πιστότερα τη βαθύτερη και πραγματική ατμόσφαιρα της ελληνικής επανάστασης» του 1821. Στην ίδια σειρά, εντάσσονται το «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» και «Τα στερνά του Μίχαλου», στις δύο συνέχειες του Κοτζάμπαση, είναι διάχυτη η συστράτευση στα εθνικά ιδανικά.

  • «Ο μεγάλος ύπνος», [Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος», 1946]
  • «Ο κόσμος που πεθαίνει, Αίμα χαμένο και κερδισμένο», [Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος», 1947]
  • «Βασίλης Λάσκος», [Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1948],

μυθιστορηματική βιογραφία του πλοίαρχου του υποβρυχίου "Κατσώνης".

  • «Τα στερνά του Μίχαλου», [Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1949]
  • «Άμρια Μούγκου (Στο χέρι του Θεού)», [Αθήνα, Εκδόσεις «Ίκαρος», 1954],
με πρωταγωνιστές Έλληνες τυχοδιώκτες στα βάθη της Αφρικής, στα εδάφη της θρυλικής φυλής των Μασάι.
Δελτίο συντάκτη
  • «Ο θάνατος κι ο Θόδωρος», [τραγωδία με πολλά κωμικά στοιχεία γραμμένη ως κινηματογραφικό σενάριο Αθήνα, Εκδόσεις «Έχιδνα», 1954],

το οποίο εκδόθηκε με υπότιτλο «μυθιστορηματική τραγωδία λίαν ευτράπελος», από τον ίδιο χρησιμοποιώντας ως εκδοτικό οίκο τον ευρηματικό όνομα «Έχιδνα». Το βιβλίο αποσύρθηκε από την αγορά, γιατί οι άμεσα θιγόμενοι από τη σάτιρα θεώρησαν ότι, παρά την αλλαγή των ονομάτων, η ψευδωνυμία δεν αρκούσε για να τους προστατέψει.

  • «Ο κίτρινος φάκελλος», [Αθήνα, Εκδόσεις «Εστία», 1956]
  • «Σέργιος και Βάκχος», [Αθήνα, Εκδόσεις «Δίφρος», 1959],

«αυστηρή κριτική της ιστορίας, όπως την έγραψαν οι άρχουσες τάξεις», η οποία αρχίζει με την εγκαθίδρυση του Χριστιανισμού από τον Μέγα Κωνσταντίνο και φτάνει έως τις 29 Μαΐου 1951. Οι δύο άγιοι θέλουν η Πόλη να ξαναγίνει ελληνική, ώστε να επιστρέψουν στο ναό τους, που βρίσκεται εκεί από την εποχή του Ιουστινιανού.

  • «Το 10», [Αθήνα, Εκδόσεις «Εστία», 1964],

το οποίο αρχίζει στις 13 Δεκεμβρίου 1959 και κατεβαίνει κάθε πρωί στις 5 στον Πειραιά και παρακολουθεί τη ζωή του λιμανιού, συγκεντρώνοντας υλικό για το βιβλίο.

μια ιδέα του Γιάννη Μαρή, ο οποίος και επέλεξε τους συγγραφείς και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Πρώτος ξεκίνησε την Κυριακή 2 Μαρτίου ο Μυριβήλης, συνέχισε μετά από μία εβδομάδα ο Καραγάτσης, ακολούθησε ο Τερζάκης, και το ολοκλήρωσε στις 26 Απριλίου ο Βενέζης.

Από τη δική του γραφίδα εισέβαλε στην ελληνική πεζογραφία ο έντονος ερωτισμός, γεγονός που εικάζεται ότι ζημίωσε το λογοτεχνικό του ταλέντο και την πρωτότυπη παρουσία του.

Διηγήματα – Νουβέλες

  • «Το συναξάρι των αμαρτωλών», [Αθήνα, Εκδόσεις «Γκοβόστης», 1935]
  • «Η λιτανεία των ασεβών», [Αθήνα, Εκδόσεις «Γκοβόστης», 1940]
  • «Το χαμένο νησί», [Φανταστική νουβέλα, Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1943]
  • «Το μπουρίνι» [Αθήνα, Εκδόσεις «Γλάρος», 1943]
  • «Ο τρελός με τα κουδούνια», [Αθήνα, Εκδόσεις «Γλάρος», 1944]
  • «Πυρετός», [Αθήνα, Εκδόσεις «Δημητράκος», 1945]
  • «Το νερό της βροχής», [Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1950]
  • «Η μεγάλη λιτανεία», [Αθήνα, Εκδόσεις «Εστία», 1955].

Θεατρικά έργα

  • «Μπαρ Ελδοράδο», με το θίασο Αλίκης-Μουσούρη, από τις 3 Απριλίου έως τις 5 Μαΐου 1946, με τους ηθοποιούς Νανά Σκιαδά, Κυβέλη, Μυράτ, Κώστα Μουσούρη, Σπύρο Μουσούρη, Στέλιο Βόκοβιτς.
  • «Κάρμεν», το 1948.

Αδημοσίευτα θεατρικά του έργα έχει εντοπίσει ο Κριστιάν Φιλιππούσης, με τίτλους

  • «Η βασιλομήτωρ», με ηρωίδα τη βυζαντινή αυτοκράτειρα Θεοφανώ, το οποίο μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο σε διασκευή Ιουλίας Ιατρίδη και σκηνοθεσία Μήτσου Λυγίζου,
  • «Βασίλισσα Αμαλία», μονόπρακτο που παίχτηκε τον καιρό της Κατοχής, με τον Γιάννη Τσαρούχη στον ομώνυμο ρόλο,
  • «Ο χαμένος δελφίνος».

Ιστορία

  • «Η Ιστορία των Ελλήνων Α΄, Ο αρχαίος κόσμος», [Αθήνα, Εκδόσεις «Αετός», 1952],

σενάριο της κινηματογραφικής ταινίας «Καταδρομή», που σκηνοθέτησε ο ίδιος.

Ταξιδιωτική λογοτεχνία

  • «Από Ανατολή σε Δύση· (ταξιδιωτικά κείμενα)», [Αθήνα, Εκδόσεις «Καστανιώτης», 1991],
  • «Περιπλάνηση στον κόσμο. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις», [επιμέλεια Άντειας Φραντζή, Αθήνα, Εκδόσεις «Εστία», 2003].

Διασκευές

  • «Ο πόλεμος της Τροίας και οι περιπέτειες του Οδυσσέα», [Αθήνα, Εκδόσεις «Εστία», 2004],

Ποιήματα

Αδημοσίευτα ποιήματα των νεανικών του χρόνων βρέθηκαν στο αρχείο του, τα οποία υπογράφει ως «Δ. Πτελεάτης». Το 1945 θα προαναγγείλει έκδοση ποιημάτων του με τίτλο «Το βιολί του Ενγκρ», που δεν θα κυκλοφορήσει ποτέ, όμως στο περιοδικό «Γράμματα», δημοσιεύθηκαν τα ποιήματα

  • «Παντούμ»,
  • «Συναπάντημα»,
  • «Στοχασμός»,
  • «Προμήνυμα»,
  • «Ποίημα»
  • «Το καϊκι»,
  • «Απελπισμός»,

ενώ στη «Νέα Εστία» δημοσιεύθηκαν τα ποιήματα

Συγκεντρωτικές εκδόσεις

  • «Το μεγάλο συναξάρι», το 1952, Εκδόσεις «Αετός»,
  • «Νεανικά κείμενα. επιμέλεια Στρατή Πασχάλη» το 1985, Εκδόσεις «Εστία»,
  • «Νεανικά διηγήματα· Εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια Βαγγέλης Αθανασόπουλος», το 1993, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείο της Εστίας»,
  • «Κριτική Θεάτρου 1946-1960», το 1999, Εκδόσεις «Εστία».

Το μυθιστόρημα των τεσσάρων

Στις 16 Φεβρουαρίου 1958 η εφημερίδα «Ακρόπολις», προανάγγειλε ότι από την Κυριακή 2 Μαρτίου 1958, θα ξεκινούσε η δημοσίευση μυθιστορήματος [1] που έγινε γνωστό ως το «Το μυθιστόρημα των 4». Καθένας από τους τέσσερις συγγραφείς θα έγραφε επί μία εβδομάδα και θα συνέχιζε ο επόμενος, χωρίς να υπάρχει προσυνεννόηση για την πλοκή του, το οποίο η εφημερίδα χαρακτήριζε ως «…{…}…. πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία».

Πρώτος άρχισε με κλήρωση ο Στράτης Μυριβήλης, ο οποίος μιλάει για τους προδότες: «Ναι, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρχαν μερικοί προδότες, το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους όμως ήταν υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον».

Συνέχισε ο Καραγάτσης, που γράφει ότι «Ο πόλεμος είναι ένα φριχτό γεγονός έξω από τη θέλησή μας. Και μια φορά που θα γίνει κινείται μέσα σε μια δική του νομοτέλεια, μέσα σε μια δική του λογική που είναι έξω από κάθε λογική, μέσα σε μια δική του δικαιοσύνη που είναι η άρνηση της κάθε δικαιοσύνης».

Ακολούθησε ο Άγγελος Τερζάκης που περιγράφει τις φιλόδοξες νεαρές «Ο κινηματογράφος τής είχε βάλει φωτιά στο αίμα. Εκείνη μια φορά ήταν ζωή, όπως τη βλέπεις στα κοσμικά φιλμ: δεξιώσεις, γουναρικά, διαδήματα, βίλες, καζίνα, κούρσες, κότερα...».

Στις 26 Απριλίου ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα ο Ηλίας Βενέζης, ο οποίος αναφέρθηκε στους προλετάριους, «Η ζωή στο λιμάνι, τόσο πρωί, έπαιρνε με τούτο το πλήθος που φώναζε το σκληρό της νόημα, το πρώτο. Ο αγώνας για το ψωμί, τον άρτον τον επιούσιον, ήταν πάνω απ όλα θεότητα που επόπτευε την κίνηση των ανθρώπων».

Τηλεόραση & κινηματογράφος

Έργα του προβλήθηκαν στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπως

  • «Η Καταδρομή», ταινία με δικά του σενάριο και σκηνοθεσία, στην οποία πρωταγωνιστές ήταν οι Λάμπρος Κωνσταντάρας, Ελένη Χατζηαργύρη, Ζινέτ Λακάζ, Χριστόφορος Νέζερ
  • «Γιούγκερμαν», το 1976, τηλεοπτική σειρά με τον Αλέκο Αλεξανδράκη
  • «Ο κίτρινος φάκελος», το 1990, τηλεοπτική σειρά με τον Γιώργο Κιμούλη και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη
  • «10», τηλεοπτική σειρά με τους Δημήτρη Καταλειφό, Ρένη Πιττακή.

Αφιερώματα

Αφιέρωσε στη μνήμη της μητέρας του το έργο «Ο Μεγάλος ύπνος» γράφοντας χαρακτηριστικά

«Πεθαίνεις, είπε μέσα του. Αποχαιρετάς με μάτια ολάνοιχτα τη Ζωή και προχωρείς στο Μεγάλο Ύπνο που ξυπνημό δεν έχει. Κι αυτή την υπέρτατη στιγμή, συλλογίστηκες τον ύπνο το δικό μου, τον ύπνο το μικρό κ’ ευτελή που θα χάσω για να προσκυνήσω το θάνατό σου. Είσαι
Μίτια Καραγάτσης
μητέρα απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Μητέρα ώς το θάνατο. Και δεν στοχάστηκες πως μόλις πεθάνεις, σε λίγη ώρα, θα πάω να κοιμηθώ. Πως έχω μέρες και μέρες μπροστά μου για να κερδίσω τον ύπνο που μ’ έκανες να χάσω πεθαίνοντας. Θυμάσαι τι μου είπες όταν θάβαμε την Αγγέλα; «Ο άνθρωπος είναι θεριό». Θεριό ο γονιός στο θάνατο του παιδιού του. Τέρας το παιδί στο χάρο του γονιού. Η κτηνωδία της ζωής είναι υπέροχη...»

Για το θάνατο της αισθαντικής αδελφής του της Ροδόπης Τζουλιάδου, της κυρίας Διευθυντού στο έργο του «Συνταγματάρχης Λιάπκιν», της Αγγέλας στο έργο «Ο Μεγάλος ύπνος», έγραψε

«Κ’ έτσι πέθανε η Αγγέλα το πρωί εκείνο του Σεπτεμβρίου, το απαλό και γλυκύτατο, το γεμάτο χρώματα και πνοές από μουσκεμένο πεύκο [...]. Κ’ ήταν όμορφη... Είχε την αξεπέραστη ομορφιά που μόνον σε κεφάλια κάποιων πεθαμένων συναπαντιέται. Μόνο το χείλι της είχε τραβηχτεί, λες και μόρφαζε από καλόγουστη αηδία. Ήταν πάντα πολύ λεπτός άνθρωπος...»

Αυτοσαρκάστηκε με οξύτητα

«Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωές μου Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεΐζη και ιδίως Γιούγκερμαν είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πώς το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με κάλεσε ακόμα να παρακαθίσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ. Μελά» {…..}… «Δεν επείραξα ποτέ μου συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ιδίοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πως ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο. Αμήν.»

Φανερώνοντας τις πολιτικές του αντιλήψεις έγραψε στο έργο του «Κίτρινος Φάκελλος»

«Η δημοκρατία είναι το πιο αυταρχικό πολίτευμα, γιατί επιβάλλει στους πάντας τις ανεξέλεγκτες κι άτυπες παρορμήσεις του όχλου. Μ’ ένα δικτάτορα, κατά κάποιον τρόπο συζητείς λογικά, γιατί έχει πάντοτε μια δόση λογικής. Με τον όχλο, κάθε συζήτηση αποκλείεται. Μόνον να τον επηρεάσης μπορείς, αν είσαι δημαγωγός δηλαδή αν μεταχειρισθής επιχειρήματα χαμηλοτάτης ποιότητας, τα μόνα που ο όχλος μπορεί να κατανοήση. Ένας δικτάτωρ, αν βέβαια δεν είναι κτήνος, έχει κάποια γνώση και κάποιαν εκτίμηση προς τις προσωπικότητες της χώρας. Ο όχλος τις αγνοεί, κι ούτε παραδέχεται να κυβερνηθή από ανθρώπους που σκέπτονται. Η σκέψη για τον όχλο είναι αντιπαθής, ύποπτη κι επικίνδυνη. Εκείνο που τον επηρεάζει είναι τα ωραία λόγια κι η καταφερτζοσύνη. Η δημοκρατία κρατάει πεισματικά στο περιθώριο τις αξίες, εκτός αν αυτές καμουφλαρισθούν με τα χυδαία προσόντα που θαυμάζει ο όχλος. Η δημοκρατία βασίζεται στο θέλημα της πλειοψηφίας. Ποιάς πλειοψηφίας; Η πλειοψηφία του όχλου δεν δημιουργείται στην τύχη αλλά με βάση ορισμένες κοινές ομοιότητες των ατόμων που τον αποτελούν, κι οι πιο κοινές, οι πιο θεμελιώδεις ομοιότητες είναι η βλακεία κι η κακεντρέχεια. Συνεπώς δημοκρατία είναι το πολίτευμα εκείνο που η πλειοψηφία των ηλιθίων και κακεντρεχών εκλέγει κυβερνήτες του συνόλου κατ’ εικόνα και ομοίωσή της. Η δημοκρατία δεν αρκείται να παραμερίση τους νοήμονες κι αγαθούς από τη διαχείρηση των κοινών. Διαποτισμένη από αβυσσαλέο και φαρμακερό πλέγμα κατωτερότητας, κάνει το παν για να τους εξουθενώση…»

Εξωτερικές συνδέσεις

Παραπομπές